<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg101.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="2"><div type="textpart" subtype="chapter" n="2"><quote type="lemma">Εἰργασμένον δὲ ἀγαθῶς, καλῶς· καὶ καλῶς μὲν ἁπλῶς,
                            <lb/>εὐκρινέως ἢ ὅμοια ἢ ἴσα, καὶ δὲ ἴσως καὶ ὁμοίως ἢ ἄνισα <lb/>καὶ
                            ἀνόμοια, ἀνίσως καὶ ἀνομοίως. τὰ δὲ εἴδεα, ἁπλοῦν, <lb/>ἔγκυκλον,
                            σκέπτρον, σιμὸν, ὀφθαλμὸς, ῥόμβος καὶ ἡμίτομον. <lb/>ἁρμόζον τὸ εἶδος τῷ
                            εἴδει καὶ τῷ πάθει τοῦ <lb/>ἐπιδεομένου.</quote><p>Δύο τῆς ἐπιδέσεως εἰπὼν εἴδη καὶ καλέσας αὐτῶν τὸ <lb/>μὲν ἔτι γιγνόμενον
                            ἐργαζόμενον, τὸ δὲ ἤδη γεγενημένον <lb/>εἰργασμένον, ἐν τῇ πρὸ ταύτης
                            ῥήσει τὸ ἐργαζόμενον ὅπως <lb/>ἂν ἄριστα γίγνοιτο διῆλθεν, ἐν δὲ ταύτῃ
                            τῇ νῦν προκειμένῃ <lb/>τὸ εἰργασμένον, ἐν ᾧ τὸ μὲν καλῶς φησιν αὐτὸς
                            γίγνεσθαι, <lb/>καὶ διά τε τοῦ ἁπλῶς καὶ εὐκρινέως, τοῦ μὲν ἁπλῶς,
                            <lb/>μήτε πεπαγμένον αὐτῷ τι τῶν ὀθονίων μήτ’ ἐνδεδιπλωμένον <lb/>μήτε
                            ῥυσίδας ἔχον, ἀλλ’ ὁμαλῶς ἅπαντα μέρη τεταγμένον· <lb/>τοῦ δ’ εὐκρινέως,
                            ὅταν αἱ δεύτεραι καὶ τρίται κατὰ <pb n="725"/> τὸν αὐτὸν νομαὶ
                            προσηκόντως γίγνονται. καί μοι δοκεῖ κἀνταῦθα <lb/>τῶν εἰρημένων ὑπ’
                            αὐτοῦ δυοῖν, ἐξ ὧν συμπληροῦνται <lb/>τὸ καλῶς ἐπιδεδέσθαι, τὸ μὲν
                            ἕτερον τὸ ἁπλῶς ἀνεξήγητον <lb/>ὡς σαφὲς εἰρηκέναι, τὸ δ’ εὐκρινῶς
                            ἐξηγούμενος εἰρηκέναι <lb/>τὰ ἐφεξῆς πάντα. καὶ τοίνυν ἤδη πρόσεχε τὸν
                            νοῦν <lb/>αὐτοῖς, μεμνημένος ὡς ἀρτίως ἐγὼ τὸ εὐκρινῶς ἔφην εἶναι
                            <lb/>προσηκόντως. πρόσκειται μὲν δευτέραν οὖν βολὴν τοῦ ἐπιδέσμου
                            <lb/>ποτὲ μὲν ἀκριβῶς ἴσην καὶ τῇ πρώτῃ μηδαμόθεν <lb/>παραλλάττουσαν,
                            ἐνίοτε δὲ οὐκ ἴσην. γένοιτο δ’ ἂν ἴσα τι <lb/>τῶν κατὰ τὸ πλάτος αὐτοῦ
                            μερῶν περάτων ἐς ταῦτα τελευτώντων, <lb/>ὡς μήτε ὑπερβάλλειν μήτ’ ἐνδεῖν
                            τὸ ἕτερον, ἀλλ’ <lb/>ἀμφοῖν γενέσθαι τὸ πέρας, ὡς εἰ καὶ μία τις ᾖ ἑνὸς
                            ἐπιδέσμου <lb/>διπτύχου θέσις. ὡσαύτως δὲ ἤδη αὐτῇ καὶ τὴν τρίτην
                            <lb/>γίγνεσθαι <milestone unit="ed2page" n="38"/>καὶ εἰ τετάρτης δέοι,
                            καὶ ταύτην. ἐπὶ <lb/>οὖν τοῦ καλουμένου ῥόμβου τε καὶ ἡμιρομβίου τὴν
                            ἀκρίβειαν <lb/>ταύτην φυλάττεσθαι χρή.</p><pb n="726"/><p>Τὴν μέντοι καταγματικὴν ἐπίδεσιν, ὅταν ἐπὶ πήχεος <lb/>ἢ βραχίονος ἢ
                            μηροῦ γίγνηται τὸν εὐκρινέστερον τόπον ἴσχειν <lb/>συμβαίνει. νέμεσθαι
                            γὰρ ἐπ’ αὐτῆς κελεύει τὸν μὲν πρῶτον <lb/>ἐπίδεσμον ἄνω, τὸν δὲ
                            δεύτερον· πρότερον μὲν κάτω, <lb/>μετὰ ταῦτα δὲ αὖθις ἄνω μέχρις ἐς
                            ταὐτὸν ἀφίκηται πέρας <lb/>τῷ δευτέρῳ. τοῦτο δὲ οὐ δύναται <milestone unit="ed1page" n="676"/>γενέσθαι χωρὶς <lb/>τοῦ παραλλάττειν ἄλληλα
                            τὰ πέρατα τοῦ πλάτους τῶν ὀθονίων. <lb/>ἐν τούτῳ δὴ πάλιν αὐτὸ
                            γενήσεται, φυλαττομένης <lb/>διὰ πάσης τῆς ἐπιδέσεως ἴσης τῆς ἐγκλίσεως,
                            ἣν ἀπὸ τῆς <lb/>εὐκύκλου περιβολῆς ἐποιησάμεθα. καλεῖται δὲ εὔκυκλος ἡ
                            <lb/>πάντα κύκλον ἀπαρεγκλίτως περιλαμβάνουσα τὸ πεπονθὸς <lb/>μέρος.
                            ἐπὶ ταύτης μὲν οὖν τὰ τῆς δευτέρας καὶ τρίτης <lb/>τῶν ὀθονίων τοῦ
                            πλάτους πέρατα, κατ’ ἀλλήλων ἐπικεῖσθαι <lb/>μήτε ὑπερέχοντός τινος μήτ’
                            ἐνδέοντος.</p><p>Τῆς δὲ ἐγκεκλιμένης ἀναγκαῖον μὲν δήπου τὴν νομὴν <lb/>ἢ πρὸς τὰ κάτω
                            μέρη τοῦ πεπονθότος μέρους ἢ ἄνω γίγνεσθαι· <lb/>φυλάττοις δὲ κἀν τούτῳ
                            τῆς ἐγκλίσεως ὁμοίας διὰ <pb n="727"/> παντὸς εὐκρινὴς οὕτως ἡ ἐπίδεσις
                            ἔσται. εἴπερ ἤδη προσέχεις <lb/>τὸν νοῦν τοῖς εἰρημένοις, ἤδη σοι δῆλόν
                            ἐστιν ἕνα μὲν <lb/>τρόπον εἷναι τῆς ἐγκύκλου περιβολῆς τῶν ὀθονίων, οὐκ
                            <lb/>ἔχοντα τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον, οὐχ ἕνα δὲ τῆς ἐγκεκλιμένης. <lb/>ἧττόν
                            τε γὰρ καὶ μᾶλλον ἑτέραν ἑτέρας ἐγκεκλίσθαι δυνατόν· <lb/>ὅμως δ’ οὖν
                            ἐνταῦθα τὴν μὲν ὀλίγον ἐγκεκλιμένην <lb/>σκέπαρνον ὀνομάζει, τὴν δὲ πολὺ
                            σιμὴν ἐκ μεταφορᾶς, τοῖς <lb/>ὀνόμασι χρώμενος, σκέπαρνον μὲν οἱ
                            τέκτονες ὀνομάζουσιν <lb/>ὄργανόν τι κατὰ τὸ πέρας αὐτοῦ, καθ’ ὃ τέμνει
                            τὰ ξύλα, <lb/>βραχεῖαν ἐπιστροφὴν ἔχον ὀφρυώδη, καθάπερ ἡ ἄμβη.</p><p>Σιμὰ δὲ καλοῦσιν οἱ Ἕλληνες χωρία καθ’ ἃ συνάπτει <lb/>λόφῳ πεδίον, ἐν
                            αὐτῇ συμβολῇ γεννᾶται τὸ σιμὸν, ἑκατέρου <lb/>καθ’ ἑαυτὸ τῶν
                            συμβαινόντων οὐκ ὄντος σιμοῦ. τὸ μὲν <lb/>γὰρ πεδίον εὐθὺς ὁμαλές ἐστιν,
                            ὁ δὲ λόφος ἀνάντης καὶ ὑψηλὸς, <lb/>καὶ ἔνθα ἀλλήλοις συμβάλλουσι τὸ
                            σιμὸν γίγνεται σχῆμα. <lb/>ὡσαύτως τὸ κἂν ὁδὸς κατάντης ἀντισυνάπτει,
                            κατὰ τὴν <pb n="728"/> συμβολὴν αὐτῶν γίγνεται. οὕτω καὶ τῆς ῥινὸς τὸ
                            σιμὸν, <lb/>ἐν ᾧ καὶ μέσον τῶν ἑκατέρωθεν ὑψουμένων τὴν γένεσιν
                            <lb/>ἔχει, καὶ ἤδη σύμπασα ἡ ῥὶς ἀπὸ τούτου τοῦ μέρους ὀνομάζεται
                            <lb/>σιμή. πολλὰς γὰρ ἴσμεν ὅλοις τοῖς σώμασι προσηγορίας <lb/>ἀπὸ τῶν
                            μορίων τινὶ συμβεβηκότων γιγνομένας, ὥσπερ <lb/>καὶ αὐτὸν τὸν σιμὸν
                            ἄνθρωπον. οὐ γὰρ οὕτω σιμὸς, <lb/>ὡς παχὺς ἢ ἰσχνὸς ἢ λευκὸς ἢ μέλας,
                            ἀλλ’ ὡς ἢ γλαυκὸς <lb/>ἢ χαροπὸς ἢ κυρτὸς λέγεται. ἐπὶ μὲν οὖν τῆς ῥινὸς
                            καὶ <lb/>τῶν ὀδόντων ἡ σιμότης κυρίως ὀνομάζεται· ἐπὶ δὲ τῆς ἐπιδέσεως
                            <lb/>ὑφ’ Ἱπποκράτους, ὥσπερ καὶ ἡ ἄμβη καὶ τὸ σκέπαρνον <lb/>εἶδος τῆς
                            περιβολῆς τῶν ὀθονίων. ὅταν γὰρ κελεύῃ <lb/>τοὺς σπλῆνας σκεπαρνηδὸν
                            περιβαλεῖν τῷ κώλῳ, διορίζει <lb/>τῆς ἐγκύκλου περιβολῆς τὸ ἐγκεκλιμένον
                            οὕτως, ὡς τὸ <lb/>τεκτονικὸν σκέπαρνον. οὐ γὰρ βούλεται λοξὴν ἱκανῶς
                            γίγνεσθαι <lb/>τὴν περιβολὴν τῶν σπληνῶν ἀφεστηκυῖαν πολὺ τῆς
                            <lb/>ἐγκύκλου <milestone unit="ed2page" n="39"/>καλουμένης, ἀλλ’
                            ἐγκεκλίσθαι μικρὸν, ὅσον <lb/>ἱκανὸν ἀσφαλεστάτην ἐργάσασθαι τὴν
                            κράτησιν τῶν <lb/>συντετριμμένων.</p><pb n="729"/><p>Εὔδηλον δὲ ὅτι καθ’ ἑκατέραν τῶν εἰρημένων ἐπιβολὴν <lb/>τὸ μᾶλλόν τε καὶ
                            ἧττόν ἐστιν, οὐδετέρας αὐτῶν <lb/>ἁπλῆς οὔσης οὐδὲ μονοειδοῦς, ὥσπερ ἡ
                            ἔγκυκλος. ἐπ’ <lb/>ἐκείνης μὲν οὖν ὑπεναντίαν ἀνάγει τῇ ἁπλῇ ἔγκυκλον·
                            ἐφεξῆς <lb/>δὲ τό τε σκέπαρνον καὶ τὸ σιμὸν ἑκάτερον ἰδίᾳ καὶ
                            <lb/>καταμόνας, ὡς διώρισται. τὸ τοίνυν εὐκρινέως σημαίνει <lb/>μὲν τὸ
                            οἷον διακεκριμένως τε καὶ διωρισμένως γίγνεσθαι, ὡς <lb/>ἔφην, ἤτοι
                            πασῶν τῶν περιβολῶν τοῦ ἐπιδέσμου τὰ αὐτὰ <lb/>πέρατα κατὰ τὸ πλάτος
                            ἐχουσῶν ἢ τὴν ἔγκλισιν τεταγμένην. <lb/>ὀνομάζω. δὲ τεταγμένην ἔγκλισιν,
                            εἰ τὰ φαινόμενα μετὰ <lb/>τοῦ πλάτους τῶν ὀθονίων ἴσον ἀλλήλων
                            ἀφέστηκεν. ἔσται <lb/>δὲ καὶ τοῦτο τὴν ἴσην ἔγκλισιν ἀεὶ φυλάττοντος τοῦ
                            ἐπιδοῦντος, <lb/>ἣν ἐξ ἀρχῆς ἐνεστήσατο.</p><p>Καινοτομοῦντες δὲ, ὥσπερ ἐν ἄλλοις καὶ μετατιθέντες <lb/>τὰς παλαιὰς
                            γραφὰς, ὅ τε Ἀρτεμίδωρος καὶ ὁ Διοσκουρίδης <lb/>οὕτως κἀνταῦθα
                            μεταβάλλοντες τὴν κλίσιν, ἤγουν τὴν <lb/>λέξιν, ἁπλοῦν ἐγκύκλως ἔγραψαν,
                            νοήσαντες μὲν ὀρθῶς, μεταγράψαντες <lb/>δὲ τολμηρῶς. ἐπὶ μέντοι τῶν
                            πλείστων οὐδὲ <pb n="730"/> καλῶς νοήσαντες ἐτόλμησαν μεταγράψαι, διὰ
                            τοῦτο νῦν αὐτῶν <lb/>ἐμνημόνευσα, καίτοι μυρία τῶν ἔμπροσθεν ἄχρι τοῦ
                            <lb/>δεῦρο μεταγεγραφότων οὐ μνημονεύσας· ἐπεὶ καὶ τοῦτ’ <lb/>ἔδοξάν
                            μοι, καλῶς μὲν νενοηκότες, ἐπὶ τὸ σαφέστερον δὲ <lb/>μεταγράψαι
                            σφαλέντες ἐν τοῖς μικροῖς καὶ μὴ νοήσαντες, <lb/>ὡς ὁ γραφεὺς βούλεται.
                            περὶ μὲν δὴ τούτων ἅπαξ ἀρκέσει <lb/>λελέχθαι. προειπὼν δὲ ὁ Ἱπποκράτης
                            καλῶς μὲν, ἁπλῶς, <lb/>εὐκρινέως, ἐφεξῆς δὲ προσθεὶς, ὅμοια καὶ ἴσα καὶ
                            ἴσως καὶ <lb/>ὁμοίως καὶ ἄνισα καὶ ἀνόμοια καὶ ἀνίσως καὶ ἀνομοίως,
                            <lb/>ὡς τὸν κοινὸν σκοπὸν ἐδίδαξε τῶν εὐκρινῶν ἐπιδέσεων. τὰ <lb/>μὲν
                            γὰρ ἴσα καὶ ὅμοια μέλη τοῦ σώματος ἴσως καὶ ὁμοίως <lb/>κατὰ πάνθ’
                            ἑαυτῶν τὰ μόρια τὸν ἐπίδεσμον ἐπιδεῖσθαι <lb/>δεῖται, τὰ δὲ ἄνισα καὶ
                            ἀνόμοια ἀνίσως καὶ ἀνομοίως, καὶ <lb/>τά γε παλαιὰ τῶν ἀντιγράφων καὶ οἱ
                            ἐξηγησάμενοι τὸ βιβλίον <lb/>ἐλλιπῶς ἴσασι γεγραμμένην τὴν λέξιν, οὐ
                            προκειμένου <lb/>τοῦ ἀνίσως καὶ ἀνομοίως, ἀλλὰ μόνου γεγραμμένου τούτου,
                            <lb/>ἄνισα καὶ ἀνόμοια, προσυπακούειν κελεύουσι τὸ ἀνίσως <pb n="731"/>
                            καὶ ἀνομοίως περιλελειμμένον ὑπ’ αὐτοῦ διὰ τὸ φαίνεσθαι <lb/>σαφῶς ἐξ
                            ἀκολουθίας τῆς πρὸς τὰ εἰρημένα. τὸ δὲ τῆς <lb/>ἑρμηνείας εἶδος οὐ
                            βραχυλογίας ἴδιόν ἐστιν, ἀλλ’ ἡμαρτημένον <lb/>πρόδηλον. ἄμεινον, εἴπερ
                            οὕτως εὑρεθῇ γεγραμμένον, <lb/>ἡγεῖσθαι, καθάπερ καὶ ἄλλα πολλὰ τῶν
                            πρώτων ἀντιγράφων <lb/>ἡμαρτήθη, καὶ τοῦτο συμβῆναι, τοῦ μὲν
                            βιβλιογράφου <lb/>παραλιπόντος αὐτὰ, φυλαχθείσης δὲ ἄχρι δεῦρο τῆς
                            ἁμαρτίας. <lb/>περὶ μὲν οὖν βραχίονος ἴσως καὶ ὁμοίως ἐγχωρεῖ
                            <lb/>ποιεῖσθαι τὰς περιβολὰς, ἐπὶ δὲ μηροῦ καὶ πήχεος ἀπολειπομένας,
                            <lb/>βραχὺ δὲ πλεῖον ἐπὶ κνήμης. ἐπ’ ὤμου μέντοι καὶ <lb/>ἰσχίου
                            ἀντικειμένων μερῶν δεόμεθα, καθάπερ κἀπὶ τῶν <lb/>πλαγίων τῆς κεφαλῆς.
                            τὰ μὲν γὰρ κατὰ μέτωπον καὶ ἡ <lb/>ῥὶς ἐγκύκλου δεῖται τῆς περιβολῆς,
                            ἴσως καὶ ὁμοίως γιγνομένης, <lb/>καθάπερ καὶ τὰ κατὰ τὴν κορυφὴν, εἰ καὶ
                            μὴ <lb/>ἐγκύκλως, ἀλλ’ ἴσως τε καὶ ὁμοίως, κἀνταῦθα τῆς ἐπιδέσεως
                            <lb/>γιγνομένης χρῄζει. περὶ μὲν οὖν τούτων ἐν τοῖς ἐφεξῆς ἐπιμελέστερον
                            <lb/>εἰρήσεται. νυνὶ δὲ ἐπὶ τὸ λοιπὸν τῆς ῥήσεως ἴωμεν.</p><pb n="732"/><p><milestone unit="ed2page" n="40"/>Διελθὼν γὰρ ὁ Ἱπποκράτης τὰς ἁπλᾶς
                            περιβολὰς <lb/>τῶν ἐπιδέσμων, τρεῖς οὔσας, ἔγκυκλον, σκέπαρνον,
                            <lb/>σιμὸν, ἐφεξῆς μέμνηταί τινων συνθέτων, ὀφθαλμοῦ, ῥόμβου <lb/>καὶ
                            ἡμιτόμου. καλοῦσι δὲ τὸ ἡμίτομον τοῦτο καὶ ἡμιρόμβιον. <lb/>εἶτ’ ἐφεξῆς
                            πάλιν φησὶν, ἁρμόττον τὸ εἶδος τῷ εἴδει <lb/>καὶ τῷ πάθει τοῦ
                            ἐπιδεσμένου τὸ εἶδος τοῦ ἐπιδέσμου <lb/>κελεύων ἁρμόττον εἶναι τῷ τε τοῦ
                            πεπονθότος μέρους εἴδει <lb/>καὶ τῷ κατ’ αὐτὸ πάθει. τὸ μὲν γὰρ τῆς
                            ἐπιδέσεως <lb/>εἶδος, ὃ καλοῦμεν ὀφθαλμὸν, ἐπ’ ὀφθαλμοῦ παραλαμβάνομεν,
                            <lb/>ἤτοι πρόπτωσιν κινδυνεύοντος ἢ κρατήματος, ἕνεκα <lb/>τῶν
                            ἐπικειμένων αὐτῷ· τὸν δὲ ῥόμβον ἐπὶ κεφαλῆς ἤτοι <lb/>ῥαφὰς κεχαλασμένας
                            βουλόμενοι συναγαγεῖν ἢ ἕλκους ἐκπεπταμένα <lb/>χείλη, καί ποτε καὶ
                            προστεῖλαι καὶ κολλῆσαι τὸ δέρμα <lb/>μέχρι πλείονος ἀποσεσυρμένον.
                            ἀνάλογον δὲ τοῖσδε καὶ <lb/>ἡ τοῦ ἡμιρομβίου γίγνεται χρεία.</p><p>Ταῦτα μὲν οὖν ὡς παραδείγματα γέγραφεν Ἱπποκράτης. <lb/>ἀναλόγως δὲ
                            αὐτοῖς ἡμᾶς ἐξευρίσκειν δεῖ καθ’ ἕκαστον <lb/>μέρος καὶ πάθος ἐπίδεσιν
                            ἁρμόττουσαν ἢ παρὰ τῶν <pb n="733"/> εὑρηκότων μανθάνειν. ἄμεινον δὲ καὶ
                            διδάσκοντα, μὴ <lb/>ἁπλῶς κελεύειν, ἀλλὰ μετὰ τοῦ τὴν ὁδὸν ὑφηγεῖσθαι,
                            καθ’ <lb/>ὃν αὐτὸς εὗρε τὸν ἐπίδεσμον. ἥ τε γὰρ ἀνάμνησις τοῖς
                            μανθάνουσι, <lb/>κἂν ἐπιλανθάνωνταί ποτε, γίγνοιτ’ ἂν οὕτως ἤτοι
                            <lb/>καὶ τὸ προσεπινοεῖν, ὃ <milestone unit="ed1page" n="677"/>μεμαθήκασιν ὑπάρξει. διὰ <lb/>τούτων ἴσως ἄμεινόν ἐστι καὶ ἡμᾶς ἰδίαν
                            ποιήσασθαι καθ’ <lb/>ἓν ὑπόμνημα διδασκαλίαν, περὶ τῆς πρεπούσης
                            ἐπιδέσεως <lb/>καὶ τῷ μέρει τοῦ σώματος καὶ τῷ πάθει. </p></div></div></div></body></text></TEI>