<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg100.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="41"><quote type="lemma" n="41">Ἐπὴν δὲ τριταῖος γένηται, ἑβδομαῖος δὲ ἀπὸ τῆς
                            πρώτης <lb/>ἐπιδέσιος, ἢν ὀρθῶς ἐπιδέηται, τὸ μὲν οἴδημα ἐν ἄκρῃ τῇ <pb n="395"/> χειρὶ ἔσται, οὐδὲ τοῦτο λίην μέγα. τὸ δ’ ἐπιδεόμενον
                            <lb/>χωρίον ἐν πάσῃσι τῇσιν ἐπιδέσεσιν ἐπὶ τὸ λεπτότερον <lb/>καὶ
                            ἰσχνότερον εὑρεθήσεται. ἐν δὲ τῇ ἑβδόμῃ καὶ πάνυ <lb/>λεπτὸν καὶ τὰ
                            ὀστέα τὰ κατεηγότα ἐπὶ μᾶλλον κινεύμενα <lb/>καὶ εὐπαράγωγα ἐς
                            κατόρθωσιν. καὶ ἢν ᾖ ταῦτα τοιαῦτα, <lb/>κατορθωσάμενον χρὴ ἐπιδῆσαι ὡς
                            ἐς νάρθηκας, ὀλίγῳ <lb/>μᾶλλον πιέσαντας ἢ τὸ πρότερον, ἢν μὴ πόνος τις
                            πλείων <lb/>ᾖ ἀπὸ τοῦ οἰδήματος τοῦ ἐν ἄκρῃ τῇ χειρί. ἐπὴν δ’
                            <lb/>ἐπιδήσῃς τοῖσιν ὀθονίοισι τοὺς νάρθηκας περιθεῖναι χρὴ <lb/>καὶ
                            περιλαβεῖν ἐν τοῖσι δεσμοῖσιν ὡς χαλαρωτάτοισιν, <lb/>ὁκόσον ἠρεμέειν
                            ὥστε μηδὲν ξυμβάλλεσθαι ἐς τὴν πίεσιν <lb/>τῆς χειρὸς τὴν τῶν ναρθήκων
                            πρόσθεσιν. μετὰ δὲ ταῦτα <lb/>ὅ τε πόνος αἵ τε ῥᾳστῶναι αἱ αὐταὶ
                            γινέσθωσαν, αἵπερ καὶ <lb/>ἐν τῇσι πρώτῃσι περιόδοισι τῶν ἐπιδεσίων.
                            ἐπὴν δὲ <lb/>τριταῖος ἐὼν φῇ χαλαρὸν εἶναι, τότ’ <milestone unit="ed2page" n="179"/>ἔπειτα χρὴ <lb/>τοὺς νάρθηκας ἐρείσασθαι,
                            μάλιστα μὲν κατὰ τὸ κάτηγμα, <lb/>ἀτὰρ καὶ τἄλλα κατὰ λόγον, εἴπερ καὶ ἡ
                            ἐπίδεσις ἐχάλα <lb/>μᾶλλον ἢ ἐπίεζε. παχύτατον δὲ χρὴ εἶναι τὸν νάρθηκα,
                            <lb/>ᾗ ἐξέστη τὸ κάτηγμα, μὴ μὲν πολλῷ. ἐπιτηδεύειν <pb n="396"/> δὲ χρὴ
                            μάλιστα μὲν κατ’ ἰθυωρίην τοῦ μεγάλου δακτύλου, <lb/>ὡς μὴ κείσεται ὁ
                            νάρθηξ, ἀλλὰ τῇ ἢ τῇ, μηδὲ κατὰ <lb/>τὴν τοῦ σμικροῦ δακτύλου ἰθυωρίην,
                            ᾗ τὸ ὀστέον ὑπερέχειν <lb/>ἐν τῷ καρπῷ, ἀλλὰ τῇ ἢ τῇ. ἢν δὲ ἄρα πρὸς τὸ
                            <lb/>κάτηγμα ξυμφέρει κεῖσθαι κατὰ ταῦτά τινας τῶν ναρθήκων
                            <lb/>βραχυτέρους αὐτοὺς χρὴ τῶν ἄλλων ποιέειν, ὡς <lb/>μὴ ἐξικνέωνται
                            πρὸς τὰ ὀστέα τὰ ὑπερέχοντα παρὰ τὸν <lb/>καρπὸν, κίνδυνος γὰρ ἑλκώσιος
                            καὶ νεύρων ψιλώσιος. χρὴ <lb/>δὲ διὰ τρίτης ἐρείδειν τοῖσι νάρθηξιν πάνυ
                            ἡσυχῇ οὕτω <lb/>τῇ γνώμῃ ἔχοντας, ὡς οἱ νάρθηκας φυλακῆς εἵνεκα τῆς
                            <lb/>ἐπιδέσιος προσκέωνται, ἀλλ’ οὐ τῆς πιέσιος εἵνεκεν ἐπιδέωνται.
                            <lb/>ἢν μὲν οὖν εὖ εἰδῇς ὅτι ἱκανῶς τὰ ὀστέα ἀπίθυνται <lb/>ἐν τῇσι
                            προτέρῃσιν ἐπιδέσεσιν καὶ μήτε κνησμοί <lb/>τινες λυπέωσι μήτε τις
                            ἕλκωσις μηδεμία ὑποπτεύηται <lb/>εἶναι, ἐᾷν χρὴ ἐπιδεδέσθαι ἐν τοῖσι
                            νάρθηξιν, ἔστ’ ἂν <lb/>ὑπὲρ εἴκοσιν ἡμέρας γίνηται· ἐν τριήκοντα δὲ
                            μάλιστα <milestone unit="ed1page" n="537"/>
                            <lb/>τῇσι ξυμπάσῃσι κρατύνεται ὀστέα τὰ ἐν τῷ πήχει <lb/>τὸ
                            ἐπίπαν.</quote><pb n="397"/><p>Εἰ τοιοῦτον ἐδυνάμεθα ποιῆσαι τὸ κατεαγὸς ἐν τῇ <lb/>τρίτῃ τῶν ἡμερῶν,
                            ὁποῖον εἰς τὰ πολλὰ κατὰ τὴν ἑβδόμην <lb/>γίνεται, τοὺς νάρθηκας
                            ἀναγκαῖον περιεβάλλομεν. ἐπεὶ δὲ, <lb/>ὡς εἶπεν αὐτὸς, ἐν τῇ ζ΄ πάνυ
                            λεπτὸν φαίνηται, δι’ οὖ ῥήματος <lb/>ἐδήλωσε τὸ καὶ τῆς ὑγιεινῆς αὐτὸ
                            καταστάσεως ὡς <lb/>εἶχε πρότερον ἰσχνότερον γίγνεσθαι, διὰ τοῦτο κατ’
                            αὐτὴν <lb/>τὴν ἡμέραν αὐτῷ περιτίθησι τοὺς νάρθηκας ἐπιμελέστατα
                            <lb/>δηλονότι διαπλάσας νῦν τὸ κῶλον, ὡς ἂν καὶ τῶν ὀστῶν <lb/>μὲν
                            χαλαρῶν. εἰ δὲ χρεία τῶν ναρθήκων ἐστὶν, ἥπερ δὴ <lb/>καὶ τῶν σπληνῶν
                            ἔμπροσθεν εἴρηται, κρατεῖσθαι τὸ κατεαγὸς <lb/>ὀστοῦν. ἐπεὶ δὲ συμφῦναι
                            πρὸς ἑαυτὸ καθάπερ ἡ σὰρξ <lb/>οὐ δύναται διὰ τὴν φυσικὴν ξηρότητα, οἷον
                            δεσμός τις ὢν <lb/>ὁ πῶρος αὐτῶν γίγνεται περιφυόμενος τοῖς χείλεσι τοῦ
                            κατάγματος. <lb/>ἡ γένεσις δ’ αὐτῷ τὸ ἐξ αὐτοῦ τοῦ συντριβέντος
                            <lb/>ὀστοῦ τῆς τροφῆς περίττωμα· καὶ ὅταν γε μὴ καλῶς <lb/>ὁ κάμνων ᾖ
                            διαιτώμενος ἢ καὶ πληθωρικὸς ὑπάρχων, πολὺ <lb/>τοῦτο τὸ περίττωμα, ὃ
                            προχεόμενον ὅλους διαβρέχει τοὺς <lb/>ἐπιδέσμους αἵματι παχεῖ
                            παραπλήσιον. ὅσον οὖν αὐτοῦ <lb/>κατὰ τὴν ἔγχυσιν ἐπὶ τοῖς χείλεσι τῶν
                            τοῦ κατεαγότος ὀστοῦ ﻿<pb n="398"/> μερῶν ἐπιπαγῇ, τοῦτο τῷ χρόνῳ
                            μεταβαλλόμενον ὑπ’ αὐτοῦ <lb/>τοῦ ψαύοντος ὀστοῦ παραπλήσιον αὐτῷ
                            γίγνεται καὶ <lb/>καλεῖται πῶρος. ἐὰν οὖν σείηται καὶ διακινῆται τὰ
                            χείλη <lb/>τοῦ κατάγματος, ἥ τε πίεσις αὐτοῦ κωλυθήσεται καὶ διὰ
                            <lb/>τοῦτο καί ἡ τοῖ κατάγματος πώρωσίς γε καὶ γένεσις. ὁποῖον <lb/>γάρ
                            τι τοῖς ἑνουμένοις ξύλοις ἐστὶν ἡ κόλλη, τοιοῦτον τοῖς
                            <lb/>συντριβομένοις ὀστοῖς ὁ πῶρος. εἰκότως οὖν ἡσυχίας ἀκριβῶς
                            <lb/>δεῖται τὰ διὰ πώρου κολλώμενα κατάγματα· σεισθεὶς <lb/>γὰρ ὁ
                            πηγνύμενος πῶρος διαλύεται παραπλησίως τῇ τὰ <lb/>ξύλα συναγούσῃ κόλλῃ
                            καὶ τῷ πηγνυμένῳ γάλακτι. ταύτην <lb/>οὖν αὐτῷ τὴν ἡσυχίαν ἥ τ’
                            ἀκριβεστέρα πίεσις ἐκ τῶν ἐπιδέσμων <lb/>καὶ ἡ τῶν ταῦτα κρατούντων
                            ἔξωθεν γίγνεται. κρατεῖ <lb/>δ’ αὐτὰ τό τε πλῆθος τῶν ὀθονίων καὶ οἱ
                            νάρθηκες. <lb/>τὰ δ’ ἐφεξῆς ἅπαντά εἰσι σαφῆ τοῖς προσέχουσι τὸν νοῦν·
                            <lb/>κελεύει γὰρ εἵ πού <milestone unit="ed2page" n="180"/>τι χαλαρὸν
                            γίγνοιτο τῆς δέσεως <lb/>ἐπισφίγγειν διὰ τρίτης τοὺς νάρθηκας, οὐ μέντοι
                            λύειν ὅλην <lb/>τὴν ἐπίδεσιν, εἰ μὴ κνησιῶν ὁ ἄνθρωπος τύχῃ σφοδρῶς ἢ
                            <lb/>καὶ τινα ἕλκωσιν ὑποπτεύοιμεν. ἡ δ’ αἰτία τοῦ κατ’ ἀρχὰς <lb/>μὲν
                            μᾶλλον, ὕστερον δ’ ἧττον κνησιᾷν ἡ κένωσίς ἐστι τοῦ <pb n="399"/>
                            πεπονθότος μορίου· κνησιῶσι γὰρ ὑπὸ τῶν ἐξερχομένων <lb/>περιττωμάτων
                            ἀτμωδῶν, δακνόμενοι μετρίως, ὡς ὅταν γε <lb/>σφοδρῶς δάκνωνται μετ’
                            ὀδύνης αὐτοῖς ἤδη τὸ κνησιᾷν <lb/>ὑπάρχειν. ὅταν οὖν κενὸν μόριον, ἢ
                            οὐδὲν γεννᾷ περίττωμα <lb/>τοιοῦτον ἢ παντάπασιν ἐλάχιστον. </p></div></div></div></body></text></TEI>