<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg100.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="40"><quote type="lemma" n="40">Ἀπολύσαντα δὲ χρὴ τριταῖον ἐόντα κατατεινάμενον
                            καὶ <lb/>διορθωσάμενον, κἢν μετρίως τὸ πρῶτον ἐτετυχήκεις ἐπιδήσας·
                            <lb/>ταύτην τὴν ἐπίδεσιν χρὴ ὀλίγῳ μᾶλλον ἢ ἐκείνην <lb/>πιέσαι.
                            βάλλεσθαι δὲ χρὴ τὰς ἀρχὰς κατὰ τὸ κάτηγμα, <lb/>ὥσπερ καὶ τὸ πρότερον·
                            ἢν μὲν τοῦτο πρότερον ἐπιδέῃς, <pb n="392"/> ἐξαρείαται ἐκ τούτου οἱ
                            ἰχῶρες ἐς τὰς ἐσχατιὰς ἔνθα καὶ <lb/>ἔνθα. ἢν δέ τι ἄλλο πρότερον
                            πιέζῃς, ἐς τοῦτο ἐξαρείαται <lb/>ἐκ τοῦ πιεχθέντος, ἐς πολλὰ δ’
                            εὔχρηστον τὸ ξυνιέναι· <lb/>οὕτως οὖν ἄρχεσθαι μὲν ἀεὶ χρὴ τὴν ἐπίδεσιν
                            καὶ <lb/>τὴν πίεσιν ἐκ τουτέου <milestone unit="ed1page" n="536"/>τοῦ
                            χωρίου. τὰ δ’ ἄλλα <lb/>κατὰ λόγον, ὡς ἂν προσωτέρω ἀπὸ τοῦ κατάγματος
                            ἀγάγῃς <lb/>ἐπὶ ἧσσον τὴν πίεσιν ποιέεσθαι. χαλαρὰ δὲ παντάπασιν
                            <lb/>μηδέποτε περιβάλλειν, ἀλλὰ προσπεπτωκότα. ἔπειτα <lb/>δὲ πλείοσιν
                            ὀθονίοισιν χρὴ ἐπιδεῖν ἑκάστην τῶν ἐπιδεσίων. <lb/>ἐρωτώμενος δὲ φάτω
                            ὀλίγῳ μᾶλλον οἱ πεπιέχθαι <lb/>ἢ τὸ πρότερον καὶ μάλιστα φάτω κατὰ τὸ
                            κάτηγμα· καὶ <lb/>τὰ ἄλλα δὲ κατὰ λόγον καὶ ἀμφὶ τῷ οἰδήματι καὶ ἀμφὶ
                            <lb/>τῷ πονέειν καὶ ἀμφὶ τῷ ῥηίζειν κατὰ λόγον τῆς προτέρης
                            <lb/>ἐπιδέσιος γινέσθω. ἐπὴν δὲ τριταῖος ᾖ, χαλαρωτέρα <lb/>οἱ δοκείτω
                            εἶναι τὰ ἐπιδέσματα, ἔπειτα ἀπολύσαντα χρὴ <lb/>αὖθις ἐπιδῆσαι ὀλίγῳ
                            μᾶλλον πιέζοντα καὶ ἐν πᾶσι τοῖσιν <lb/>ὀθονίοισιν οἷσί περ ἤμελλεν
                            ἐπιδεῖσθαι καὶ ἔπειτα <lb/>πάντα αὐτὸν ταῦτα καταλαβέτω, ἅπερ καὶ ἐν
                            τῇσι πρώτῃσι <lb/>περιόδοισιν τῶν ἐπιδεσίων.</quote><pb n="393"/><p><milestone unit="ed2page" n="178"/>Ἐν μὲν τῇ πρώτῃ τῶν ἡμερῶν εἰ ὅσον
                            προσήκει <lb/>πιέζειν οὐ πιέσομεν ὀδυνωμένου τοῦ κάμνοντος ἐπὶ τῇ
                            <lb/>πληγῇ, πάντων δὲ καλῶς γεγενημένων ἐν τῇ τρίτῃ τῶν <lb/>ἡμερῶν
                            ἀνωδυνώτερον ἔχοντες τὸν ἄνθρωπον αὐξήσομεν τὴν <lb/>τάσιν, οὐ μὴν οὐδὲ
                            νῦν, εἰς ὅσον ἡ διάθεσις ἀπαιτεῖ. τοῦτο <lb/>γὰρ ἐὰν ὀρθῶς πάντα
                            γένηται, κατὰ δὲ τὴν πέμπτην ἡμέραν <lb/>ὑπάρξει, διὸ καὶ τοῖς ὀθονίος
                            πλείστοις χρῆσθαι τηνικαῦτα <lb/>καὶ τῇ τάσει τελεωτάτῃ μεμνημένων ἡμῶν,
                            ὡς ἁπάντων <lb/>τῇ προσηκούσῃ τάξει γιγνομένων ὁ λόγος οὗτος αὐτῷ
                            <lb/>περαίνεται, ὡς εἴ γε διὰ τὸ πλημμεληθὲν ἐν τῷ μεταξὺ μηδέπω
                            <lb/>τελέως ἀφλέγμαντος ἡ χεὶρ εἴη τῇ πέμπτῃ τῶν ἡμερῶν, <lb/>οὐδ’ ἡμεῖς
                            χρησόμεθα τοῖς ὀθονίοις πᾶσιν. ἡ μὲν <lb/>γὰρ ἀσφάλεια τῆς τῶν
                            κατεαγότων ἐπιδέσεως καὶ τοῦ πλήθους <lb/>τῶν ὀθονίων, ὡς αὐτὸς ἔφη
                            γίγνεται. μάλιστα δ’ <lb/>αὐτῇ χρώμεθα κατ’ ἐκεῖνον τὸν καιρὸν, ἐν ᾧ
                            προσεσταλμένον <lb/>μὲν ἱκανῶς φαίνεται τὸ περὶ τὸ κάταγμα χωρίον, αὐτὸ
                            <lb/>δὲ τὸ συντετριμμένον ὀστοῦν χαλαρὸν καὶ εὐπαράγωγον εἰς
                            <lb/>κατόρθωσιν. ἐὰν οὖν ποτε συμβῇ μὴ γενέσθαι τοῦτο κατὰ <lb/>τὴν
                            πέμπτην ἡμέραν, ἀναμενοῦμεν ἑτέραν περίοδον λύσεως <pb n="394"/> εἰς τὴν
                            ἑτέραν ἑβδόμην ἀφικνουμένην δηλονότι. διὰ τρίτης <lb/>γὰρ ἀξιοῖ λύειν
                            καὶ μετεπιδεῖν, ἄχρις ἂν εἰς νάρθηκας ἐμβάλλῃ <lb/>τὸ κάταγμα χάριν τοῦ
                            καταντλεῖν ὕδατι θερμῷ κενώσεως <lb/>ἕνεκα τῶν ἐν τῷ κατεαγότι μορίῳ
                            χυμῶν, ὅσοι λεπτοὶ <lb/>καὶ ὀῤῥώδεις εἰσὶ διαπνέεσθαι δεόμενοι. ἅμα δὲ
                            καὶ παρηγορητικὸν <lb/>ὀδύνης τοῦτο καὶ κνήσεως ἰατικὸν, ὡς ὅταν γε
                            <lb/>μήτε κνήσεως αἰσθάνηται μήτε ὀδύνης ὁ ἄνθρωπος ἅπαντά <lb/>τε τὰ
                            λελεγμένα σημεῖα τοῦ περαίνεσθαι καλῶς τὰ περὶ <lb/>τὸ κάταγμα φαίνηται,
                            κἂν διὰ τετάρτης λύσῃς, οὐδὲν βλάψεις <lb/>καὶ μάλιστα χειμῶνος, ἔτι δὲ
                            μᾶλλον ἀνθρώπους <lb/>ἀγροίκους ἀλουτεῖν εἰθισμένους τὰ πολλά. τοὺς δὲ
                            καθ’ <lb/>ἑκάστην ἡμέραν εἰωθότας λούεσθαι καὶ μᾶλλον εἰ δὶς τοῦτο
                            <lb/>ποιεῖν, οὐ χρὴ διὰ μακροῦ λούειν, ἔτι δὲ μᾶλλον εἰ καὶ μαλακόσαρκοι
                            <lb/>φύσει τύχοιεν εἶναι. </p></div></div></div></body></text></TEI>