<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg100.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="22"><quote type="lemma" n="22"><milestone unit="ed2page" n="169"/>Ὅπως μὴ κατωτέρω ἄκρην τὴν χεῖρα ἕξει
                            τοῦ <lb/>ἀγκῶνος, ἀλλὰ σμικρῷ καὶ ἀνωτέρω, ὡς μὴ τὸ αἷμα ἐς <lb/>ἄκρον
                            ἐπιῤῥέῃ, ἀλλὰ ἀπολαμβάνηται.</quote><pb n="368"/><p>Ὅτι μὲν οὖν οὕτως σχηματίζεσθαι προσήκει τὸν πῆχυν <lb/>ὡς ὑποτετάσθαι
                            μὲν τῇ κερκίδι, γωνίαν δὲ ὀρθὴν ἐργάζεσθαι <lb/>πρὸς μὲν τὸ τοῦ
                            βραχίονος ὀστοῦν ἔμπροσθεν εἴρηται. <lb/>δυναμένου δὲ τούτου γίγνεσθαι
                            καὶ κατωτέρω τῆς <lb/>ἄκρας χειρὸς, ὡς πρὸς τὸν ἀγκῶνα, καὶ ἀνωτέρω,
                            εἰκότως <lb/>ἐπιδιωρίσατο καὶ περὶ τοῦδε, κελεύσας ἀνωτέρω βραχὺ τὴν
                            <lb/>ἄκραν τοῦ ἀγκῶνος χεῖρα ἔχειν. ἴσμεν γὰρ τὰ κατάῤῥοπα <lb/>σχήματα
                            ῥευμάτων αἴτια γιγνόμενα τοῖς πέρασι τῶν κώλων <lb/>καὶ διὰ τοῦθ’ ὡς οἱ
                            δι’ ὅλης τῆς ἡμέρας περιπατήσαντες, <lb/>οἱ δ’ ἀλεώτερά πως ἔχοντες τὰ
                            σκέλη πρὸ παντὸς ποιοῦνται, <lb/>νύκτωρ αὐτὰ σχηματίζειν ὑψηλότερα τοῦ
                            ὅλου σώματος. <lb/>οὕτως οὖν κἀπὶ τῆς ὅλης χειρὸς ὁ Ἱπποκράτης κελεύει
                            φυλάττεσθαι <lb/>μὲν τὸ κατάῤῥοπον σχῆμα, μεταδιώκειν δὲ τὸ
                            <lb/>ἀνάῤῥοπον. κἂν ἐπὶ πλέον δ’ αὐτὴν ὑψηλοτέραν ἐκέλευσε <lb/>τοῦ
                            ἀγκῶνος ἴσχειν, εἰ μὴ καὶ τοῦτο τὸ σχῆμα τοῖς ἐν αὐτῷ <lb/>χρονίζουσιν
                            ὀδύνην παρεῖχεν, ὅλῃ τε τῇ χειρὶ καὶ μάλιστα <lb/>τοῖς προσθίοις τοῦ
                            βραχίονος μυσίν. ὅτι μὲν οὖν ὀδυνῶδές <lb/>ἐστιν ἡ πεῖρά σε διδάξει. τὴν
                            δ’ αἰτίαν τῆς ὀδύνης <pb n="369"/> ἡ φύσις τῶν κινούντων μυῶν τὴν κατ’
                            ἀγκῶνα διάρθρωσιν <lb/>ἐπιδείξεται. εἰσὶ γὰρ οἱ κατὰ τὸ πρόσω τε κἀκ τῶν
                            ἔνδον <lb/>μερῶν τοῦ βραχίονος, οὓς ὅταν κάμπτωμεν τὸν πῆχυν ἐπὶ
                            <lb/>τὴν ἰδίαν κεφαλὴν ἀνασπῶντες καὶ τείνοντες ἄνω συνανασπῶμεν
                            <lb/>καὶ συνανατείνομεν ἑαυτοῖς ὅλον τὸν πῆχυν, εἰς ὅσον <lb/>ἐμπεφύκασι
                            τοῖς κάτω μέρεσιν ἑαυτῶν, ὡς μὴ τὸ αἷμα ἐς <lb/>ἄκρον ἐπιῤῥέῃ, ἀλλ’
                            ἀπολαμβάνηται ἐς ἄκρην. τοῦτο ἀναφέρειν <lb/>ἐχρῆν πρὸς τὸ μὴ κατωτέρω
                            τοῦ ἀγκῶνος ἄκραν τὴν <lb/>χεῖρα ἔχειν. διὰ μέσου δὲ ἀμφοῖν εἴρηται τὸ,
                            ἀλλὰ μικρῷ <lb/>ἀνωτέρω, ὡς εἶναι τὸν ὅλον λόγον τοιοῦτον. ὅκως δὲ μὴ
                            <lb/>κατωτέρω ἄκραν τὴν χεῖρα ἕξει τοῦ ἀγκῶνος, ὡς μὴ τὸ <lb/>αἷμα ἐς
                            ἄκρον ἀπολαμβάνηται, ἀλλὰ σμικρῷ ἀνωτέρω. </p></div></div></div></body></text></TEI>