<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg100.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="10"><quote type="lemma" n="10">Τοῦ γὰρ βραχίονος τὸ γιγγλυμοειδὲς ἐν τῇ τοῦ
                            πήχεος <lb/>βαθμίδι ἐν τουτέῳ τῷ σχήματι ἐρεῖδον ἰθυωρίην ποιέει
                            <lb/>τοῖσιν ὀστέοισι τοῦ πήχεος καὶ τοῦ βραχίονος, ὡς ἓν εἴη <lb/>τὸ
                            πᾶν.</quote><p>Ὁ λόγος οὖν αὐτός ἐστι πρὸς τοὺς ὑποδοῦντας ἐκτεταμένην <lb/>τὴν χεῖρα
                            οὕτως πᾶσαν ὡς ἐπὶ τῶν τοξευόντων ἡ <lb/>ἀρι<milestone unit="ed1page" n="529"/>στερὰ διάκειται. λέγει γὰρ ὅτι πρὸς μὲν ἐκείνην <lb/>τὴν
                            ἐνέργειαν εἰκότως ἐδέησεν ἐκτεταμένην αὐτὴν ἐν <lb/>τῷ τὴν νευρὰν ὀπίσω
                            πρὸς τῆς δεξιᾶς ἕλκεσθαι μὲν, τὸ δὲ <lb/>τόξον ὅλον ἐπὶ τῆς αὐτῆς χώρας
                            ὑπὸ τῆς ἀριστερᾶς κρατούμενον <lb/>ἀκλινές. ἐὰν γὰρ τῆς νευρᾶς ὑπὸ τῆς
                            δεξιᾶς ἑλκομένης <lb/>σφοδρῶς ὀπίσω συναπενεχθῇ τὸ σύμπαν τόξον, ἡ
                            <lb/>τοῦ βέλους εἰς τοὐπίσω φορὰ κωλυθήσεται, δεομένη ἀπὸ
                            <lb/>στερεωτάτης καὶ μετατεταμένης ἀφιέσθαι τῆς νευρᾶς. ὅσον <lb/>μὲν
                            οὖν αὐτῆς τῆς ἐσχάτης τάσεως ὑφῇ, τοσοῦτον καὶ τῆς <lb/>ἀφέσεως ἡ βία
                            μειωθήσεται. προομολογουμένου δὴ τούτου <pb n="349"/> τὴν αἰτίαν
                            Ἱπποκράτης προστίθησιν οὖσαν τοιάνδε. τοῦ <lb/>γὰρ βραχίονος τὸ
                            γιγγλυμοειδὲς ἐν τῇ τοῦ πήχεος βαθμίδι <lb/>ἐν τούτῳ τῷ σχήματι ἐρεῖδον
                            ἐπ’ εὐθείας μὲν ἐργάζεται τὸ <lb/>τοῦ βραχίονος ὀστοῦν καὶ τὸ τοῦ
                            πήχεος, ἀκλινῆ δὲ φυλάττει <lb/>τὴν ὅλην χεῖρα. τὸ γιγγλυμοειδὲς δὲ
                            βραχίονος ὀνομάζει <lb/>τὸ κάτω πέρας, ὃ διαρθροῦται πρὸς τὸν πῆχυν,
                            ἐπειδὴ καὶ <lb/>οἱ γίγγλυμοι τὰ μέν τινα κοῖλα, τὰ δὲ ἐξέχοντα
                            κεκτημένοι <lb/>τοῖς μὲν κοίλοις ὑποδέχονται τὰς ἐξοχὰς τῶν
                            πλησιαζόντων, <lb/>τοῖς δὲ ὑπερέχουσιν εἰς τὰς ἐκείνων ἐμβαίνουσι
                            κοιλότητας. <lb/>ὡσαύτως δὲ καὶ τὸ κάτω τοῦ βραχίονος εἰς κυρτὴν
                            περιφέρειαν <lb/>τελευτῶν ἐξοχαῖς κυκλοτερέσιν ἑκατέρωθεν ἐχομέναις
                            <lb/>ὁμοιότατα ταῖς κατὰ τὰς τραχηλίας ὀνομαζομέναις. αὕτη <lb/>μὲν
                            ταύτῃ τῇ τραχηλώδει περιφερείᾳ στηρίζεται κατὰ τὰς <lb/>ἐν τῶ πήχει
                            κοιλότητας· ἐπὶ δὲ τοῖς πέρασιν αὐτῆς ἔχων <lb/>βαθμίδας, τὴν μὲν ἐν
                            τοῖς πρόσω μέρεσι, τὴν δὲ εἰς τοὐπίσω, <lb/>δέχεται καθ’ ἑτέρας αὐτῶν
                            ἐξοχὰς τοῦ πήχεως ὁμοίας <lb/>κορώναις.</p><pb n="350"/><p>Ὁ γὰρ πῆχυς ἐοικὼς τῷ σ στοιχείῳ τὸ ἄνωθεν αὐτοῦ <lb/>πέρας ἔχων, καθ’ ὃ
                            τῷ βραχίονι διαρθροῦται, περιλαμβάνει <lb/>τε τὴν τραχηλοειδῆ
                            περιφέρειαν τοῦ βραχίονος ὀλίγου δεῖν <lb/>ὅλην. ὅταν οὖν οὕτως ἔχῃ
                            σχήματος ἡ χεὶρ, ὡς ὀρθὴν γωνίαν <lb/>ἐργάζεσθαι τὸ τοῦ βραχίονος ὀστοῦν
                            πρὸς τὸ τοῦ πήχεως, <lb/>αὐτός τε πάλιν ὅταν ἡσυχάζοντος ἐκείνου περὶ
                            τὴν <lb/>κυρτότητα κινῆται, πρόσω μὲν φερόμενος κάμπτει τὴν κατ’
                            <lb/>ἀγκῶνα διάρθρωσιν, ὀπίσω δὲ ἐκτείνει, κατὰ μὲν τὴν ἐσχάτην
                            <lb/>καμπὴν ἡ πρόσω τοῦ πήχεως κορώνη τῇ κατὰ τοῦτο <lb/>κοιλότητι τοῦ
                            βραχίονος ἐμβαίνει, κατὰ δὲ τὴν ἔκτασιν ἡ <lb/>ὄπισθεν αὖ πάλιν
                            ἐγκαταβαίνει τῇ κατὰ τοῦτο τεταγμένῃ <lb/>βαθμίδι μείζων οὖσα μείζονι
                            καὶ διὰ τοῦτ’ ἐπὶ πλεῖστον <lb/>ἐκτείνειν τε καὶ κάμπτειν ὅλην τὴν χεῖρα
                            δυνάμεθα, μὴ <lb/>δυνηθέντες οὕτω πράττειν εἰ μηδεμίαν εἶχεν ὁ βραχίων
                            <lb/>κοιλότητα. τοιαύτην τοιγαροῦν φύσιν ἐχούσης τῆς κατ’ <lb/>ἀγκῶνα
                            διαρθρώσεως, ἐγγώνιον μὲν λαβούσης σχῆμα τῆς <lb/>
                            <milestone unit="ed2page" n="163"/>ὅλης χειρὸς, οὕτως δ’ Ἱπποκράτης
                            ὀνομάζει τὴν ἐπ’ <pb n="351"/> ὀρθὴν γωνίαν σχέσιν τοῦ βραχίονος, πρὸς
                            τὸν πῆχυν ἡ <lb/>τραχηλώδης κυρτότης μέση στηρίζεται κατὰ μέσης τῆς
                            σιγμοειδοῦς <lb/>τοῦ πήχεως κοιλότητος. ἐν δὲ ταῖς ἐκτάσεσι τῆς
                            <lb/>ὅλης χειρὸς ὀπίσω φερομένου τοῦ πήχεως ἡ κατὰ τοῦτο <lb/>κορώνη τῆς
                            κινήσεως ἥγηται. ἵσταται δὲ τότε καὶ παύεται <lb/>πρῶτον, ὅταν ἐξήγηται
                            πρὸς τὴν ἐνταῦθα κοιλότητα τοῦ <lb/>βραχίονος. συμβαίνει δ’ ἐν τούτῳ τὴν
                            μὲν διάρθρωσιν ἐκτείνεσθαι, <lb/>τοῦ δὲ βραχίονος τὸ γιγγλυμοειδὲς ἐν τῇ
                            τοῦ πήχεως <lb/>ἐρηρεῖσθαι βαθμίδι. καλεῖ γὰρ οὕτως ὁ Ἱπποκράτης <lb/>οὐ
                            μόνον ταύτην, ἀλλὰ καὶ τὰς ἄλλας ἁπάσας κοιλότητας, <lb/>αἷς ἐμβαίνουσιν
                            ἐξοχαί τινες ὀστῶν. </p></div></div></div></body></text></TEI>