<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg099.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="2"><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><quote type="lemma" n="45">Ὁκόσοισι δὲ ἀπὸ τοῦ ἥπατος οἱ ὕδρωπες γίνονται, βῆχές <lb/>τε
							καὶ θυμὸς ἐγγίνεται αὐτέοισι καὶ οὐδὲν ἀποπτύουσιν <lb/>ἄξιον λόγου καὶ οἱ πόδες
							οἰδέουσι καὶ ἡ γαστὴρ οὐ διαχωρέει, <lb/>εἰ μὴ σκληρά τε καὶ πρὸς ἀνάγκην καὶ περὶ τὴν
							<lb/>κοιλίην γίνεται οἰδήματα, τὰ μὲν ἐπὶ δεξιὰ, τὰ δὲ ἐπ’ <lb/>ἀριστερὰ ἱστάμενά τε
							καὶ καταπαυόμενα.</quote><p>Θυμὸν εἴρηκε νῦν τὴν προθυμίαν ἣν ἴσχουσι πρὸς τὸ <lb/>βήττειν, ἐρεθιζόμενοι μὲν ὡς
							πρὸς τὸ σύμπτωμα, παραχρῆμα <lb/>δὲ αὐτοῦ παυόμενοι καὶ μόνον ἀρχῆς τοῦ βήττειν
							<lb/>πειρώμενοι. ὁ γὰρ τοῦ ἥπατος ὄγκος ἐγκείμενος ταῖς φρεσὶ <lb/>στενοχωρίαν
							ἐργάζεται τῷ πνεύμονι. παραπλησίας οὖν διαθέσεως <lb/>γινομένης τῇ κατὰ τὰς ὄντως αὐτῷ
							στενοχωρίας, <pb n="117"/> δι’ ἃς φλεγμαίνων τε καὶ καταῤῥοϊζόμενος ἐκ τῆς κεφαλῆς
							<lb/>πάσχει. προθυμοῦνται μὲν βήττειν, ἐλπίζοντες ἐκ τοῦ κενῶσαι <lb/>τὸ λυποῦν
							ἰάσασθαι τὴν στενοχωρίαν. ἀρξάμενοι δὲ <lb/>αὐτοῦ παραχρῆμα παύονται διὰ τῆς πείρας
							αὐτῆς εἰς γνῶσιν <lb/>ἀκριβεστέραν ἀφικνούμενοι τῆς διαθέσεως, αἰσθανόμενοί <lb/>τε
							σφῶν αὐτῶν ὅτι μάτην ἤλπισαν. ἀλλὰ καὶ ἡ φύσις <lb/>αὐτὴ καθ’ αὑτὴν ἐπάγει βῆχα, τὰς
							ἐμφράξεις τοῦ πνεύμονος <lb/>ἐκκαθαίρουσα, κἂν ἡμεῖς μὴ προαιρώμεθα βήττειν· ὥστ’
							<lb/>ἐργῶδες εἷναι πολλάκις ἀντισχεῖν τε καὶ κωλῦσαι τὸ σύμπτωμα. <lb/>νῦν οὖν ὁπότε
							διὰ τὴν στενοχωρίαν ἐπὶ τὸ βήττειν <lb/>οἱ κάμνοντες ἔρχονται μάτην, ὡς ὀνησόμενοί τι
							τὴν ἐκ <lb/>τῆς φυσικῆς δυνάμεως ὑπηρεσίαν οὐκ ἔχοντες αὐτίκα παύονται. <lb/>διὰ ταῦτα
							μὲν γὰρ ἡ προθυμία γίνεται τοῖς οὕτω <lb/>κάμνουσι τοῦ βήττειν. ἀπολείπει δ’ αὐτοὺς ἐν
							τάχει τοὔργον, <lb/>ὡς ἂν μηδὲν ἀποπτύοντας ἄξιον λόγου. ἀλλὰ τοσοῦτον <lb/>ὅσον εἰς
							τὰς τραχείας ἀρτηρίας ὀῤῥῶδές τε καὶ λεπτὸν ἐκ <lb/>τῶν περιεχόντων ἀγγείων τὸ ὀῤῥῶδες
							αἷμα συνθλίβεται δίκην <lb/>ἱδρῶτός τινος ταῦτ’ οὖν οἱ ἀπὸ τοῦ ἥπατος ὕδρωπες <pb n="118"/> ἀφορίζονται τῶν προειρημένων, ἔτι τε τῇ βραχύτητι καὶ τῇ <lb/>σκληρότητι
							τῶν ὑπερχομένων κάτω. διερεθίζονται γὰρ ἐκεῖνοι <lb/>πεπονθότων αὐτοῖς ἤτοι τῶν
							ἐντέρων ἢ τοῦ μεσεντερίου. <lb/>τοῖς δ’ ἀπὸ τοῦ ἥπατος ὑδεριῶσιν, ὡς ἂν ἀπαθῶν
							<lb/>ὄντων τούτων, οὔτε διαφθειρομένης τῆς τροφῆς οὔτε βαρυνομένων <lb/>ὑπ’ αὐτῆς τῶν
							μορίων, ἔῤῥωνται γὰρ καὶ οὐ γίνονται <lb/>διάῤῥοιαι, μένει πλεῖον αὐτόθι τὰ τῆς τροφῆς
							λείψανα, <lb/>τὸ μέν τι διαπέμποντα πρὸς τὴν ἐντὸς τοῦ περιτοναίου <lb/>χώραν, τὸ δέ
							τι καὶ τῇ φλεγμονῇ τοῦ ἥπατος οἷον ἐξοπτώμενα, <lb/>καὶ μέντοι καὶ τὸ δέρμα πᾶν
							αὐτοῖς, ὡς ἂν ὑπὸ <lb/>φλεγματώδους αἵματος τρεφόμενον, οἰδαλέον τε γίνεται καὶ
							<lb/>εἰ πιέσαις αὐτὸ τῷ δακτύλῳ, παραχρῆμα μὲν φαίνεται κοῖλον, <lb/>ὀλίγον δ’ ὕστερον
							εἰς τὴν ἔμπροσθεν ἐπανερχόμενον <lb/>κατάστασιν. οὐ μὴν εὐθέως ἐξ ἀρχῆς ἅμα τῇ
							μεταπτώσει <lb/>τῆς ὀξύτητος εἴωθε γίνεσθαι τὸ τοιοῦτον, ἀλλ’ οἱ μὲν πόδες
							<lb/>οἰδίσκονται πρῶτοι, ποῤῥωτάτω τῶν θερμοτάτων μορίων <lb/>ὄντες. <milestone unit="ed2page" n="622"/>ἐπαναβαῖνον δὲ τὸ σύμπτωμα καὶ περὶ τὴν <lb/>κοιλίαν πᾶσαν
							τὴν αὐτὴν ἐργάζεται διάθεσιν, ὥστε εἰ πιέσας <lb/>τὸ οἴδημα δακτύλῳ κοιλαίνεσθαί τε
							καὶ οἶον βοθροῦσθαι <pb n="119"/> τὸν τόπον, εἶτ’ ὀλίγον ὕστερον εἰς τὴν ἔμπροσθεν
							<lb/>ἐπανέρχεσθαι κατάστασιν. ὅπερ Ἱπποκράτης εἶπε καὶ περὶ <lb/>τὴν κοιλίην οἰδήματα
							γίνεται ἱστάμενά τε καὶ καταπαυόμενα. <lb/>δύναιτο δ’ ἂν εἰρηκέναι τοῦτο καὶ περὶ τῆς
							πρώτης <lb/>γενέσεως αὐτῶν ἔτι. καὶ γὰρ ἀρχόμενα συνίστασθαι καθίστανται
							<lb/>πολλάκις, ὡς δόξαι τινὶ πεπαῦσθαι τελέως αὐτά. <lb/>μετὰ ταῦτα δὲ αὖθις ἐπαίρεται
							καὶ πάλιν δὲ καθίστανται <lb/>καὶ αὖθις πάλιν ἐπαίρεται. προελθόντος δὲ τοῦ χρόνου
							μένει <lb/>μηκέτι καθιστάμενα. διαφέρει γε μὴν ταῦτα τῶν προειρημένων <lb/>ἐν τοῖς
							κενεῶσι, τῷ κοιλαίνεσθαι πιεζόμενα, φλεγματικὴν <lb/>ἔχοντα τὴν φύσιν, οὐκέτι φυσώδει
							πνεύματι καθάπερ <lb/>ἐκεῖνα γινόμενα. </p></div></div></div></body></text></TEI>