<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg099.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="42"><quote type="lemma" n="42">Τὸ δὲ πῦον ἄριστον λευκόν τε εἶναι καὶ ὁμαλὸν καὶ λεῖον
							<lb/>καὶ ὡς ἥκιστα δυσῶδες, τὸ δὲ ἐναντιώτατον τουτέου <lb/>κάκιστον.</quote><p>Ὅτι μὲν ὡς ἥκιστα δυσῶδες εἶναι προσήκει τὸ πῦον <lb/>ἄντικρυς δῆλον. ἡ γὰρ
							ὑπερβάλλουσα δυσωδία σήψεώς <lb/>ἐστιν, οὐ πέψεως σημεῖον. ὅτι δὲ καὶ λευκὸν, ἐὰν μὲν
							τὴν <lb/>γένεσιν αὐτοῦ μάθοις, ἐπιστήσει σε ὁ λόγος ἐπὶ τοῖς προαποδεδειγμένοις
							<lb/>ἑτέρωθι. ἅπαντα γὰρ ἐν ἅπασιν ἀποδεικνύειν <lb/>ἀδολεσχίας ἐστὶ μᾶλλον ἢ
							διδασκαλίας ἴδιον. ἔστι δὲ τὰ ﻿<pb n="106"/> δι’ ἑτέρων πραγματειῶν ἀποδεδειγμένα
							ταυτί. κατὰ μὲν γὰρ <lb/>τὴν περὶ τῶν φυσικῶν δυνάμεων βίβλον, ὅτι μία τίς ἐστιν
							<lb/>αὐτῶν καὶ ἀλλοιωτικὴ δύναμις, ἥτις καὶ τὴν ἐν γαστρὶ καὶ <lb/>τὴν ἐν ἥπατι
							ἐργάζεται πέψιν, μεταβαλλομένης τῆς τροφῆς, <lb/>ἐν ἥπατι μὲν εἰς αἷμα, κατὰ δὲ τὴν
							κοιλίαν εἰς ἐπιτήδειον <lb/>αἵματι χυμὸν, ὅτι τε τῶν τοῦ ζώου μορίων ἕκαστον εἰς τὴν
							<lb/>ἑαυτοῦ φύσιν ἄγει τὸν αὐτῷ πλησιάζοντα χυμόν. ἡ γὰρ <lb/>ἐσχάτη πέψις ἐν τῷ
							προστίθεσθαί τε καὶ ἐξομοιοῦσθαι τὸ <lb/>τρέφον τῷ τρεφομένῳ γίνεται. δῆλον οὖν ὅτι
							προπαρασκευάζεται <lb/>χρόνῳ πλείονι πρὸς ταύτην τὴν ὁμοίωσιν. ἐλέχθη <lb/>δὲ καὶ ἐν
							τοῖς περὶ σπέρματος ὡς ἐν τοῖς τῶν ἀγγείων <lb/>χιτῶσιν, ὑφ’ ὧν οἱ ὄρχεις τρέφονται,
								<milestone unit="ed2page" n="618"/>πολλάκις φαίνεται <lb/>ἐναργῶς προμεταβεβλημένον
							ἤδη τὸ αἷμα πρὸς τὴν <lb/>τοῦ σπέρματος γένεσιν. οὐ γὰρ οὐδ’ αὐτοὺς τῶν ἀγγείων
							<lb/>τοὺς χιτῶνας εἰκὸς ὑπ’ ἄλλου τινὸς τρέφεσθαι καὶ καλοῦσιν <lb/>ἔνιοι τῶν ἰατρῶν
							τοιαύτην ὑγρότητα θορώδη. διὸ <lb/>καὶ τὸ σπέρμα αὐτὸ θορὸν ὀνομάζουσι καὶ μάλιστα
							ὅσοι τὴν <lb/>δύναμιν αὐτοῦ σπέρμα καλοῦσιν, οὐ τὴν σωματικὴν οὐσίαν. <pb n="107"/>
							ἀλλὰ μὴν καὶ ὅτι τὰς φλεγμονὰς ἐργάζεται τὸ κατασκῆψαν <lb/>αἷμα τοῖς φλεγμήνασι
							μορίοις, ὡς ἐν ἀρχῇ μὲν <milestone unit="ed1page" n="134"/>αὐτὰ <lb/>μόνα τὰ ἀγγεῖα
							πληρῶσαί τε καὶ διατεῖναι· μετὰ ταῦτα δὲ <lb/>καὶ τὰς παρακειμένας αὐτοῖς κενὰς χώρας,
							πολλὰς καὶ μικρὰς <lb/>οὔσας καθ’ ἕκαστον μόριον, ἐν τῷ περὶ τῶν παρὰ φύσιν <lb/>ὄγκων
							δέδεικται. λέλεκται δὲ κἀν τῷ περὶ τῆς ἀνωμάλου <lb/>δυσκρασίας. τοῦτο γοῦν τὸ αἷμα
							κατὰ μικρὰ μόρια <lb/>παρεσπαρμένον τοῖς φλεγμαίνουσι μορίοις, ὡς ἂν ἔξω τῶν
							<lb/>ἰδίων ἀγγείων γεγενημένον, ἐπανελθεῖν μὲν εἰς τὴν ἀρχαίαν <lb/>φύσιν οὐκέτι
							δύναται. μεταβάλλεται δὲ καὶ σήπεται, καθότι <lb/>καὶ πάνθ’ ὅσα θερμαίνεται
							σφοδρότερον ἐν ἀλλοτρίῳ χωρίῳ. <lb/>ἐὰν μὲν οὖν ἐπὶ πλεῖστον ᾖ ἐξεστηκὸς τῆς οἰκείας
							<lb/>εὐκρασίας τὸ ἔμφυτον θερμὸν, ὡς ἐν ἀψύχῳ σώματι σήπεται <lb/>τὸ αἷμα. διασώζοντος
							δ’ αὐτοῦ τινα δύναμιν, ἐπίμικτός <lb/>τις αὐτοῦ ἡ μεταβολὴ πρός τε τῆς παρὰ φύσιν
							αἰτίας καὶ <lb/>τῆς κατὰ φύσιν ἀποτελεῖται. σηπούσης μὲν τῆς παρὰ φύσιν <lb/>αἰτίας,
							πεττούσης δὲ τῆς κατὰ φύσιν. ὁποτέρα δ’ αὐτῶν <pb n="108"/> μᾶλλον κρατήσει, κατ’
							ἐκείνην αὐτὴν ἐξ ἀνάγκης καὶ τὰ <lb/>γνωρίσματα προσέρχεται, τά τε τῆς χρόας καὶ ὀδμῆς
							καὶ <lb/>συστάσεως. ἐκ δὲ τούτων, ὡς ἔφην, ἀποδεδειγμένων ἐν ἑτέραις <lb/>πραγματείαις
							ἀκόλουθόν ἐστι συλλογίσασθαι τὸ καλῶς <lb/>μεταβεβλημένον εἰς πῦον αἷμα. πρῶτον μὲν μὴ
							σεσῆφθαι, <lb/>μᾶλλον δὲ πεπέφθαι, δεύτερον δὲ συνεμφαίνεσθαι μέν τι <lb/>τῆς παρὰ
							φύσιν ἐν αὐτῷ σηπεδόνος, ὀλίγον δ’ εἶναι τοῦτο <lb/>καὶ, καθάπερ Ἱπποκράτης εἶπεν, ὡς
							ἥκιστα δυσῶδες. τὸ γὰρ <lb/>ὡς ἥκιστα ταὐτὸν σημαίνει τῷ ὡς ἐλάχιστα· πρὸς τούτοις
							<lb/>δηλονότι καὶ τὴν χρόαν αὐτοῦ παραπλησίαν εἰκός ἐστι γίνεσθαι <lb/>τῷ σπέρματι,
							λευκὴν μὲν, οὐ μὴν ἀκριβῶς γε τοιαύτην <lb/>ὁποία τῆς χιόνος ἐστίν. εἰς γὰρ τὴν τῶν
							στερεῶν σωμάτων <lb/>ἄγεται χρόαν ὑπὸ τῆς φύσεως ἀκριβῶς μὲν τὸ <lb/>σπέρμα, μετρίως
							δὲ τὸ πῦον, ἐπειδὴ τῷ μὲν σπέρματι τῆς <lb/>παρὰ φύσιν αἰτίας οὐδὲν μέμικται, τῷ πύῳ
							δ’ οὐκ ἀεὶ μὲν <lb/>ἴσον, ὡς ἐῤῥέθη, μέμικται δ’ οὖν τι πάντως, ἔξω τῶν οἰκείων
							<lb/>ὀργάνων γενομένου τοῦ αἵματος. αὕτη μὲν οὖν ἡ αἰτία <pb n="109"/> τοῦ λευκὸν
							γίνεσθαι τὸ σπέρμα καὶ τὸ πῦον. ὁμοιοῦται <lb/>γάρ πως τοῖς στερεοῖς σώμασι καὶ τὸ
							πῦον, ἅπερ ἐστὶν οἵ <lb/>τε τῶν ἀγγείων χιτῶνες καὶ τὰ νεῦρα καὶ οἱ σύνδεσμοι καὶ
							<lb/>οἱ ὑμένες, οἵ τε χόνδροι καὶ τὰ ὀστᾶ. ἡ δ’ αὐτὴ καὶ τοῦ <lb/>τὸ ὑφιστάμενον ἐν
							τοῖς οὔροις λευκὸν ὑπάρχειν αἰτία. καὶ <lb/>γὰρ καὶ τοῦτο τῷ πύῳ τὴν γένεσιν ἀνάλογον
							ἔχει, μεταξὺ <lb/>τεταγμένην ἐκείνου τε καὶ τῶν κατὰ φύσιν χυμῶν. ὅσον <lb/>γὰρ τῆς
							τροφῆς ἐν τῇ τοῦ αἵματος γενέσει τὴν ἀπὸ τῆς <lb/>φύσεως ἐνέργειαν ἐξέφυγε, τοῖς
							οὔροις ὑφίσταται, οὔθ’ ὡς <lb/>τὸ αἷμα μεταβληθὲν ὑπ’ αὐτῆς οὔθ’ ὡς τὸ πῦον τῆς παρὰ
							<lb/>φύσιν αἰτίας ἐν τῇ γενέσει μεταλαβόν. </p></div></div></div></body></text></TEI>