<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg094.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p><milestone unit="ed2page" n="383"/>Σκέψαι δ’ ἑξῆς ἃ γράφει μὴ συγχωρῶν, ὡς
                        <lb/>ἔοικε, μηδὲ τοὔνομά τινι σκέψασθαι τῆς φύσεως. ἔστι δ’ <lb/>ἀρχὴ τῆς
                        ῥήσεως ἥδε· οὐδ’ ἂν πείσειαν ἡμᾶς τε ἢ αὐτοὺς <lb/>ἐπ’ ἀληθείᾳ ὅτι ἴσασι τί
                        ἡ φύσις ἐστὶν, ἣν ἄνω τε <pb n="265"/> καὶ κάτω θρυλοῦσι τραγῳ<milestone unit="ed1page" n="340"/>δοῦντες πανταχοῦ ἤτοι <lb/>θερμὸν ἁπλοῦν ἢ κρᾶμα
                        κἀκ μίξεως ἢ ψυχροῦ οὐσίαν καὶ <lb/>πνεύματος. κἄπειτα ἑξῆς τούτῳ ἐπιφέρει
                        μὴ πολλὰ συγχωρῶν <lb/>ἐγγνῶναι φύσεως οὐσίαν, ὥσπερ Ἱπποκράτους γεγραφότος
                        <lb/>ὄνομα φύσεως ἐν τῷ προκειμένῳ νῦν ἡμῖν ἀφορισμῷ, <lb/>ἀλλ’ οὐκ ἐν τοῖς
                        αὐτομάτοις γιγνόμενον εἰρηκότος. πόθεν <lb/>ἐπεισῆλθε τὸ τῆς φύσεως ὄνομα;
                        πόθεν δ’ ἄλλοθεν ἢ ἐκ <lb/>τῆς συνήθους Ἰουλιανοῦ φλυαρίας ἀφορμὴν παρέξει
                        λόγου <lb/>μακροῦ, ὃν ἐάν τις ἀναπτύξῃ, προδήλως φωράσει τὸν λῆρον
                        <lb/>αὐτοῦ. ἐπεὶ τοίνυν ἅπαντες ἰατροὶ τῶν κενώσεων τὰς <lb/>μὲν ὑπὸ φύσεως,
                        τὰς δ’ ὑπὸ τύχης γίγνεσθαί φασιν, ἐνδεικνύμενοι <lb/>τὴν αἰτίαν αὐτῶν ἐνίοτε
                        μὲν ἐξ αὐτοῦ τοῦ τῶν <lb/>καμνόντων ὁρμᾶσθαι σώματος, ἔστι δ’ ὅτ’ ἔξωθεν
                        ἀφορμὴν <lb/>ταύτην εἶχε περὶ τοῦ ληρῆσαί τι περὶ τοῦ τῆς φύσεως ὀνόματος.
                        <lb/>ἔστι δ’ ὃ βούλεται λέγειν ἐν κεφαλαίῳ περιλαβόντι <lb/>τοιόνδε. φυσικὰς
                        κενώσεις οὐδὲ φθέγγεσθαι προσῆκεν, <lb/>ἀγνοοῦντας ὅ τι ποτ’ ἐστὶν ἡ φύσις.
                        ἀλλ’, ὦ γενναιότατε ﻿<pb n="266"/> σοφιστῶν οὐδ’ ὅτι ψυχὴν ἔχομεν ἢ αἴσθησιν
                        ἢ νοῦν ἢ λογισμὸν <lb/>ἢ μνήμην ὁ τοιοῦτος λόγος ἐπιτρέψει γιγνώσκειν,
                        <lb/>ὡς ἑκάστου γε καὶ τούτων δύσγνωστος ἡ οὐσία. καὶ τί θαυμαστόν;
                        <lb/>ὅπου γὰρ καὶ τὸν ἥλιον αὐτὸν, ὃν ἐναργέστατα <lb/>βλέπομεν, οὐκ ἴσμεν
                        ἀκριβῶς ὁποῖός ἐστι τὴν οὐσίαν, ἤ <lb/>πού τε περὶ φύσεως ἢ ψυχῆς ἢ μνήμης ἤ
                        τινος ἑτέρου <lb/>τῶν τοιούτων ἑτοίμως ἀποφανούμεθα. ἀλλ’ ὥσπερ καὶ ταῦτα
                        <lb/>αὐτῶν ὀρθῶς εἰρήκαμεν καὶ οὕτως ὅταν τὴν ἔννοιαν αὐτῶν <lb/>ἑκάστου καὶ
                        τὴν τῆς ὑπάρξεως διάγνωσιν ἔχωμεν ἐναργῆ, <lb/>προσθεῖναι χρὴ τῷ λόγῳ. ἅπαν
                        μὲν γὰρ φυτὸν ὑπὸ φύσεως <lb/>διοικεῖται, πᾶν δὲ ζῶον ὑπὸ φύσεώς τε ἅμα καὶ
                        ψυχῆς. <lb/>εἴ γε δὴ τὴν μὲν τοῦ τρέφεσθαί τε καὶ αὐξάνεσθαι <lb/>καὶ τῶν
                        τοιούτων ἔργων αἰτίαν ὀνομάζομεν ἅπαντες ἄνθρωποι <lb/>φύσιν, τὴν δὲ τῆς
                        αἰσθήσεώς τε καὶ τῆς ἕξεως αὐτῆς <lb/>κινήσεως ψυχὴν, ὥστ’ οὐδεὶς ἡμῶν οὔτε
                        καταψεύδεται <lb/>τῶν ἔργων τῆς φύσεως οὔτ’ ἐπειδὴ ταῦτα γιγνώσκει καὶ
                        <lb/>τὴν οὐσίαν αὐτῆς εὐθὺς οἷός τε, καθάπερ οὐδὲ τὴν τοῦ <pb n="267"/>
                        ἡλίου, <milestone unit="ed2page" n="384"/>ἀλλ’ ἀνατέλλοντα μὲν αὐτὸν ὁρῶμεν
                        ἐναργῶς, <lb/>ὥσπερ γε καὶ δυόμενον ἅπαντά τε τὸν μεταξὺ τόπον ἀμείβοντα
                        <lb/>τάξει καὶ χρόνῳ ἀφωρισμένῳ, τὴν δ’ οὐσίαν ὁποῖός <lb/>τίς ἐστιν ἐπὶ
                        χολῇ ζητοῦμεν. εἰ μὲν οὖν ἀδύνατον ἦν γνῶναι <lb/>τὰς φυσικὰς ἐκκρίσεις
                        ὁπότε γίνονται, χωρὶς τοῦ προγνῶναι <lb/>τὴν οὐσίαν αὐτῆς ἐργαζομένης αὐτὰς
                        φύσεως, εἰκότως <lb/>ἂν δείξας ἐκεῖνος ἄγνωστον, εὐθὺς αὐτῇ συνανῄρηκε
                        <lb/>τὴν τούτων γνῶσιν. ἐπεὶ δ’ ἐγχωρεῖ κἂν ἐκείνην τις ἀγνοῇ, <lb/>ταύτας
                        γοῦν γιγνώσκειν, ἐκ περιττοῦ φλυαρεῖ ταῦτα πάνθ’ <lb/>ὁ θαυμασιώτατος
                        Ἰουλιανός. ἡμεῖς γὰρ, ὅταν χωρὶς φαρμάκου <lb/>καθαίροντος ἔμετος ἢ συχνὴ
                        κάτω γένηται κένωσις, <lb/>εἴτε δι’ ἐντέρων εἴτε κατὰ τὰς μήτρας, ἅπαντα τὰ
                        τοιαῦτα <lb/>φύσει τε γεγονέναι φαμὲν ἢ ὑπὸ φύσεως ἢ φυσικῶς. οὐδὲν <lb/>γὰρ
                        διαφέρει, μιμούμεθά τε φανερῶς ὠφελήσαντες τοὺς κάμνοντας. <lb/>Ἰουλιανὸς δ’
                        ἔοικεν οὐδ’ ὃ πάντες ἄνθρωποι λέγουσί <lb/>τε καθ’ ἑκάστην ἡμέραν καὶ
                        γιγνώσκουσιν, οὐδὲ τοῦτ’ <lb/>ἐπίστασθαι, κατὰ φύσιν μὲν ἔχειν τοὺς
                        ὑγιαίνοντας, παρὰ <pb n="268"/> φύσιν δὲ τοὺς νοσοῦντας. εἰ γὰρ οὐκ ἔξεστιν
                        οὐδὲν τῶν <lb/>τοιούτων ὀνομάτων χρῆσθαι, μὴ πρότερον ἐπισταμένους τῆς
                        <lb/>φύσεως τὴν οὐσίαν, οὔτε τοὺς ὑγιαίνοντας ὅτι κατὰ φύσιν <lb/>ἔχουσιν
                        ἐροῦμεν οὔτε τοὺς νοσοῦντας ὅτι παρὰ φύσιν. <lb/>ἀλλὰ γὰρ εἰ βούλει καὶ
                        τοῦτ’ αὐτῷ δῶμεν ἐκ περιουσίας <lb/>καὶ συγχωρήσομεν, εἰ μὴ πρότερον
                        εἰδείημιν ὡς ἐκ θερμοῦ <lb/>καὶ ψυχροῦ καὶ ὑγροῦ καὶ ξηροῦ τὰ σώμαθ’ ἡμῶν
                        συνέστηκεν, <lb/>ἀμήχανον εἶναι μιμήσασθαι τὰ καλὰ ὑπὸ φύσεως <lb/>ἢ τύχης
                        γιγνόμενα. τί οὖν κωλύει γιγνώσκειν ἡμᾶς ἀκριβῶς <lb/>τοῦτο μέχρις ἂν ἡμεῖς
                        τε λέγειν ἔχωμεν ἀπόδειξιν δόγματος, <lb/>οἵ τ’ ἄριστοι τῶν φιλοσόφων, οὓς
                        καὶ σὺ θαυμάζεις <lb/>αὐτὸς, ὁμολογῶσιν Ἱπποκράτει τε καὶ ἀλλήλοις, εἰ μή
                        <lb/>τις τὴν διαφωνίαν ἱκανὸν οἴεται μάρτυρα εἶναι τῆς ἀγνοίας <lb/>τοῦ
                        δόγματος, ἐξαίφνης ἀπορητικός τις ἀντὶ στωϊκοῦ γεγονώς. <lb/>εἰ γὰρ δὴ τούτῳ
                        πέπεισαι τῷ λόγῳ, φάσκοντι μηδὲν <lb/>τῶν διαπεφωνημένων πᾶσι τοῖς
                        φιλοσόφοις εἰς γνῶσιν ἀνθρωπίνην <lb/>ἀφικέσθαι δύνασθαι, τί δή ποτε οὐ πολὺ
                        πρῶτον <pb n="269"/> ἁπάντων ἀπιστεῖς ταῖς καλαῖς σου κοινότησιν, ἃς ἡ κατὰ
                        τὸν <lb/>οὐρανὸν οἰκοῦσα μέθοδος ἐγέννησεν; ἀλλ’ οὐδεὶς τῶν ἄλλων
                        <lb/>ἰατρῶν εἶδεν αὐτὰς ἀμυδρῶς, ἐναργῶς δὲ, ὡς νομίζει ὁ <lb/>Θεσσαλὸς, καὶ
                        τό γε μεῖζον τούτου, ὅτι καίτοι θεασαμένου <lb/>καὶ δείξαντος αὐτὰς τοῦ
                        Θεσσαλοῦ τῷ λαμπροτάτῳ χορῷ <lb/>τῶν ἀμφ’ αὐτὸν ἰατρῶν, ὅμως οὐδεὶς οὐδενὶ
                        συνεφώνησαν, <lb/>ἀλλ’ ἄχρι δεῦρο πολεμοῦσι μείζονα πόλεμον, ὃν Θεσσαλὸς
                        <lb/>ἐπολέμησε τοῖς συμφοιτηταῖς. εἴπερ οὖν διαφωνία σημεῖόν <lb/>ἐστι τῆς
                        τῶν πραγμάτων ἀγνοίας, ἁπασῶν πρῶτον ἀπιστητέον <lb/>ταῖς τοῦ Θεσσαλοῦ
                        κοινότησι, ὅσον καὶ πλείστη γε περὶ αὐτῶν <lb/>ἐστιν ἡ διαφωνία. τὸ μέντοι
                        γε τὴν τοῦ σώματος ἡμῶν <lb/>φύσιν ἤτοι γε ἐξ ἀέρος καὶ πυρὸς καὶ ὕδατος καὶ
                        γῆς ἢ <lb/>ἐξ ὑγροῦ καὶ ξηροῦ καὶ θερμοῦ καὶ ψυχροῦ συμμέτρως ἀλλήλοις
                        <lb/>κεκραμένων γεγονέναι διαπεφώνηται μὲν, ἀλλ’ οὐκ <lb/>εἰς τοσοῦτον, ὅσον
                        αἱ Θεσσαλοῦ κοινότητες, εἴ γε καὶ Πλάτων <lb/>καὶ Ζήνων, Ἀριστοτέλης τε καὶ
                        Θεόφραστος, Εὔδημός <lb/>τε καὶ Κλεάνθης καὶ Χρύσιππος ἅμα πολλοῖς
                        φιλοσόφοις, <pb n="270"/>
                        <milestone unit="ed2page" n="385"/>ὧν οἱ μὲν στωϊκοὺς, οἱ δὲ περιπατητικοὺς,
                        οἱ <lb/>δὲ Πλατωνικοὺς ἑαυτοὺς ὠνόμασαν, ὁμολογοῦσιν ἀμφ’ αὐτάς· <lb/>αἱ δ’
                        ὑπὸ Θεσσαλοῦ κοινότητες εἰρημέναι, τοσούτου <lb/>δέουσιν ἀρέσκειν τοῖς
                        ἄλλοις ἰατροῖς, ὥστ’ οὐδ’ αὐταὶ τούτοις <lb/>ὁμολογοῦνται τοῖς ἀμεθόδοις μὲν
                        ὄντως, ὀνόματι δὲ <lb/>σεμνῷ τῷ τῆς μεθόδου, καθάπερ τινὶ προβλήματι
                        κεχρημένοις. <lb/>οὔτε γάρ Ἱπποκράτης οὔτε Διοκλῆς οὔτε Πλειστόνικος
                        <lb/>οὔτε Πραξαγόρας οὔτε Μνησίθεος οὔτε Φιλότιμος <lb/>οὔτε Ἐρασίστρατος
                        οὔτε Ἡρόφιλος οὔτε ἄλλος τις ἰατρὸς <lb/>οὔτε λογικὸς οὔτ’ ἐμπειρικὸς ἠρέσθη
                        ταῖς Θεσσαλοῦ κοινότησι. <lb/>καὶ μὴν εἰ χρὴ παραβαλεῖν ἀλλήλαις τὰς
                        διαφωνίας, <lb/>οὐ μικρῷ τινι προὔχουσαν εὑρήσεις τὴν περὶ τοῦ <lb/>Θεσσαλοῦ
                        κοινότητα. τριῶν γὰρ οὐσῶν ἐν ἰατρικῇ κατὰ <lb/>γένος αἱρέσεων, ὡς αὐτοὶ
                        λέγουσιν, ὅταν οἵ τ’ ἀπὸ τῆς ἐμπειρίας <lb/>ὄντες οἵ τε δογματίζοντες
                        ἀναιρῶσι τὰς Θεσσαλοῦ <lb/>κοινότητας, οὐ μικράν τινα χρὴ νομίζειν τὴν
                        τοιαύτην διαφωνίαν, <lb/>ἀνυπέρβλητον τὸ μέγεθος αὐτῆς γίγνεται, μήτ’ αὐτοῦ
                            ﻿<pb n="271"/> τοῦ γεννήσαντος τὰς κοινότητας Θεμίσωνος μήτε τῶν ἀπ’
                        <lb/>αὐτοῦ μηδενὸς, ἀλλὰ μήτε τῶν ἀμεθόδων Θεσσαλείων μηδενὸς
                        <lb/>φυλάξαντος αὐτάς. οὐδεὶς γοῦν ἐστιν ὃς οὐκ ἤτοι <lb/>προσέθηκεν αὐταῖς
                        ἄλλο ἢ ἀφεῖλεν ἢ μετεκόσμησέ πως. καίτοι <lb/>γε οὐδ’ εἰ πάντες οὗτοι
                        συνεφώνουν ἀλλήλοις, οὐδ’ <lb/>οὕτω σμικρά τις ἦν ἡ διαφωνία πρὸς τοὺς
                        ἄλλους αὐτοῖς. <lb/>ὁπότε δ’ ἐπ’ ἐκείνοις ἅπασιν οὐδ’ αὐτοὶ συμφέρονται,
                        μόνος <lb/>οὖν ἀπολείπεται ὁ Θεσσαλὸς ἔχων οὐδένα, πρὶν ἄχρι λόγου
                        <lb/>τοῦτον τὸν Ἰουλιανόν. ἔργῳ μὲν γὰρ ἐδείχθη καὶ οὗτος <lb/>ἐναντιώτατα
                        λέγων αὐτῷ καὶ ὅστις περὶ τούτου πεισθῆναι <lb/>βούλεται, τοῖς περὶ τῆς
                        μεθοδικῆς αἱρέσεως ὑπομνήμασιν <lb/>ἡμῶν ἐντυχέτω. ἀλλὰ καίτοι μόνος ὁ
                        Θεσσαλὸς εἰ <lb/>φαίη τοῖς ὑπὲρ ἀληθείας ἀγωνιζομένοις ἀπόδειξιν εἶναι τὸ
                        <lb/>κριτήριον καὶ συμφωνίαν τῶν τοῖς ἄλλοις δοκούντων, οὐδεὶς <lb/>αὐτοῦ
                        καταγνώσεται, εἶτα Θεσσαλοῦ μὲν οὐ προκαταγινώσκομεν, <lb/>ἅπασι τοῖς ἄλλοις
                        διαφωνοῦντος Ἱπποκράτους, ᾧ <lb/>πρὸς τοῖς ἀρίστοις ἰατροῖς οἱ κράτιστοι τῶν
                            <milestone unit="ed1page" n="341"/>φιλοσόφων <lb/>μαρτυροῦσιν,
                        ἀπιστήσομεν δ’ ἐκ μόνης διαφωνίας; <pb n="272"/> τίς ἂν τοῦτον ἀνασχέσθαι
                        δύναται; τίς περιμεῖναι τῷ λόγῳ <lb/>τοιούτῳ; τίς οὐκ ἂν ἀλγήσειεν ἀπολλὺς
                        τὸν χρόνον εἰς ἀντιλογίαν <lb/>ἀνθρώπου, μήθ’ ὧν αὐτὸς εἶπε μεμνημένου μήθ’
                        <lb/>ὧν γράφει συνιέντος; ἀλλὰ αὐτὸ δὴ τοῦτο τὸ κατὰ τὴν παροιμίαν <lb/>ὅ τι
                        περ ἂν ἐπὶ γλῶτταν ἔλθοι φλυαροῦντος. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="6"><p>Ἀλλὰ γὰρ ἐάσαντες ἤδη καὶ ταῦτα τῶν ἑξῆς εἰρημένων <lb/>ἀκούσωμεν αὐτῷ καὶ
                        πρώτης γε τῆς ῥήσεως, ἐν ᾗ φησι <lb/>τὸν προκείμενον ἀφορισμὸν ῥίζαν τε καὶ
                        πηγὴν ἔχειν τὸ ὅτι <lb/>πλῆθος ὑγρῶν τῶν <milestone unit="ed2page" n="386"/>νοσημάτων ἐστὶ συνεκτικὸν αἴτιον. <lb/>ἄμεινον ἴσως κἀνταῦθα παραγράψαι
                        τὴν ῥῆσιν ὅλην <lb/>αὐτοῖς ὀνόμασι. γέγραπται δ’ οὕτως ὑπ’ αὐτοῦ αὐτίκα ὧδέ
                        <lb/>πως εἰρημένον. καιρὸς γὰρ ἤδη ἐπὶ τὴν ἐξ εὐθείας παρελθεῖν
                        <lb/>ἀντίῤῥησιν. ἐν τῇσι ταραχῇσι τῆς κοιλίης, ὡς τὸ <lb/>παραλειπόμενον τοῦ
                        ἀφορισμοῦ ἅπαν ῥίζαν τε καὶ πηγὴν <pb n="273"/> ἔχειν τὸ ὅτι πλῆθος ὑγρῶν
                        νοσοποιεῖ τὰ σώματα, κατὰ <lb/>ἔννοιαν συνεκτικοῦ αἰτίου, ὅθεν
                        ἀποδεδειγμένον τὸ οὐκ ἐν <lb/>ὑγροῖς εἶναι αἴτια τῶν παθῶν, ψευδὴς γὰρ ἡ
                        δόξα συναποδέδεικται <lb/>καὶ ἡ τοῦ ἀφορισμοῦ μοχθηρία, ὅτι ἀδήλῳ
                        <lb/>σπέρματι ἕπονται ψεύδη. αὕτη μὲν ἡ ῥῆσις αὐτοῦ· κάλλιστον <lb/>δ’ ἦν,
                        εἴπερ ἀνεχώρει γενέσθαι θέατρόν τι πληρώσαντας, <lb/>μὴ τοιοῦτον οἷον ὁ
                        Θεσσαλὸς ὑποθέμενος ἐστεφάνωσεν <lb/>ἑαυτὸν ἐν τοῖς ληρώδεσι βιβλίοις, ἀλλ’
                        ὄντος μεστοῦ <lb/>ἀνδρῶν πεπαιδευμένων, ἐρέσθαι τὸν Ἰουλιανὸν, ὁποίας
                        ὁρμώμενος <lb/>ἀποδεικτικῆς μεθόδου τὸν εἰρημένον ὑπ’ αὐτοῦ <lb/>ἀληθῆ λόγον
                        νομίζει. γενήσεται γὰρ, εἴ τις ἑρμηνεύσει αὐτὸν, <lb/>ἐν ᾧ προσήκει τοιόσδε·
                        τοῖς ἡγουμένοις ἐπὶ ταῖς κενώσεσιν <lb/>ὠφελεῖσθαι τοὺς κάμνοντας ἀναγκαῖόν
                        ἐστι συνεκτικὸν <lb/>αἴτιον ὑποθέσθαι τῶν νόσων πλῆθος. εἰ δ’ ἀληθής
                        <lb/>ἐστιν ὁ λόγος οὗτος, ἡδέως ἂν ὡς ἐπαίδευσα θεάτρου <lb/>πεπαιδευμένων
                        ἀνδρῶν, ἵνα κἂν ἐκ τοῦ πλήθους αὐτῶν αἴσθηταί <lb/>ποτε τῆς ἐμπληξίας ὁ
                        ληρώδης Ἰουλιανός. ἐκ μὲν <lb/>γὰρ αὐτῶν τῶν λεγομένων ἀδύνατον αἰσθέσθαι
                        τοιούτῳ γε <pb n="274"/> ὄντι. τοιοῦτος γάρ ἐστιν, οἷον ἑαυτὸν ἐνδείκνυσι
                        διὰ τῶν <lb/>γραμμάτων, ἀλλ’ ὡς ἐν τῷ θεάτρῳ καλῶς ἐγχειρήσει ταῦτα <lb/>καὶ
                        νῦν ἐρῶ. ἡ τῶν Θεσσαλείων ὄνων ἀγέλη φλεβοτομοῦσι <lb/>παμπόλλους τῶν
                        πυρεττόντων. εἰ μὲν βλάπτεσθαι νομίζουσιν <lb/>ἐκ τῆς κενώσεως αὐτοὺς, οὐκ
                        ὀρθῶς φλεβοτομοῦσιν· εἰ <lb/>δ’ ὠφελεῖσθαι, συνεκτικὸν αἴτιον ὑποτεθέντες
                        πλῆθος, ὅπερ <lb/>οὐ βούλονται. τάχ’ οὖν ἄν τις ἐξ αὐτῶν εἴποι· καὶ τὶς
                        <lb/>ἀνάγκη συνεκτικὸν αἴτιον εἶναι τὸ πλῆθος ὠφελούσης τῆς <lb/>κενώσεως;
                        πρὸς ὃν ἀποκρίνεσθαί μοι ῥᾷον, ὡς ἀνάγκη μὲν <lb/>οὐδεμία. λέγει δ’ οὖν
                        ταῦτα τῶν ἐκ τῆς ἀγέλης τῆς ὑμετέρας <lb/>οὑτωσὶ καὶ δείξω τὸν Ἰουλιανὸν,
                        ἐκεῖνόν τε φήσω δίκαιον <lb/>εἶναι λόγον ὑπέχειν ὧν ἐλήρησεν. οὕτω μὲν ἐν τῷ
                        <lb/>θεάτρῳ προσηνέχθη τις αὐτῷ. νυνὶ δὲ, οὐ γὰρ ἔχομεν <lb/>θέατρον, εἰς
                        τὰς αὐτὰς λαβὰς ὀλίγοι ἥκουσι, πάντες ἄν τ’ <lb/>ἀληθεῖς ὑπάρχωσιν ἄν τε καὶ
                        προφανῶς ψευδεῖς. Ἰουλιανός <lb/>τε γὰρ ἀεὶ γράφει τὸ ἐπελθὸν αὐτῷ,
                        μηδεπώποτε φροντίσας <lb/>ἀληθείας. ἔγωγε παρ’ ὅλον ἐμαυτοῦ τὸν βίον οὐδὲν
                            <pb n="275"/> οὕτω σπουδάσας ὡς γνῶναι πρῶτον μὲν ἀποδεικτικὴν
                        ἐπιστήμην, <lb/>ἀσκηθῆναι δ’ αὐτῆς αὐτὴν μετὰ πάσης σπουδῆς, <lb/>ἔοικα
                        κάμνειν μάτην. ὅσοι μὲν γὰρ ἀποδείξει παρακολουθοῦσι, <lb/>τάχα μὲν καὶ
                        γινώσκουσιν ὅτι μηδέπω τῶν Ἰουλιανοῦ <lb/>ἐφιστάμενοι λήρων. ὅσοι δ’ ἐκ τῆς
                        ἀγέλης εἰσὶν αὐτοῦ <lb/>τὴν ἀρχὴν οὐδὲν μανθάνουσι τῶν λεγομένων. διὰ ταῦτα
                        <lb/>τοίνυν αὐτὰ καὶ πρόσθεν ἔλεγον, οὐ μικρόν μοι τοῖον ἆθλον <lb/>οἱ φίλοι
                        προέταξαν, ὧν ἕνεκεν ἐπιστημονικωτέρων ἅψομαι <lb/>λόγων. ἐχρῆν μὲν δήπου μὴ
                        φθέγγεσθαι μόνον ὀνόματα <lb/>τῆς διαφορᾶς τῶν αἰτίων προσήκοντα τὸν
                        Ἰουλιανὸν, ἀλλὰ <lb/>καὶ φυλάττειν αὐτῶν τὰ σημαινόμενα. νυνὶ δὲ, καὶ γὰρ
                        <lb/>τοῦτο ἕν ἐστι τῆς ἐμπληξίας ἁπάντων τῶν μεθοδικῶν κοινὸν, <lb/>ἄχρι μὲν
                        τῆς προσηγορίας ἥκει τῶν συνεκτικῶν <milestone unit="ed2page" n="387"/>
                        <lb/>αἰτίων, οὐ παρακολουθεῖ δ’ ὅπη διαφέρει τῶν προηγουμένων <lb/>ἢ πάντως
                        ἂν ἐγίνωσκον ὅτι ἡ τῶν νοσημάτων αὔξησις <lb/>τῶν προηγουμένων ἔργων ἐστὶν.
                        ἃ γὰρ ὅλως ἤρξατο τῆς <lb/>γενέσεως τοῦ νοσήματος, ἀνάγκη ταῦτα αὐξάνειν
                        αὐτὰ μέχρι ﻿<pb n="276"/> περ ἐνεργῆ τι παρόμοιον. εἰ οὕτως ἔτυχε δριμὺ
                        φάρμακον, <lb/>ὡς ἑλκοῦν δύνασθαι, μιᾷ μὲν ὥρᾳ κατὰ τοῦ δέρματος
                        <lb/>ἐπιτεθὲν, αὐτὴν μόνην ἑλκώσει τὴν καλουμένην ἐπιδερμίδα. <lb/>πλέονι δὲ
                        χρόνῳ πλησιάζον ἔργον ἀξιόλογον ἐργάσεται <lb/>πρώτου μὲν τοῦ δέρματος, εἶτα
                        καὶ τῶν ὑποκειμένων σαρκῶν. <lb/>καὶ τά γε καλούμενα σηπτὰ μέχρι μὲν τῶν
                        ὑποκειμένων <lb/>ὀστῶν ἐνίοτε προέρχεται, διακαίοντα τὴν ἐπικειμένην
                        <lb/>αὐτοῖς ἅπασαν σάρκα. τοιαύτην οὖν φύσιν ἐχόντων τῶν <lb/>προηγουμένων
                        αἰτιῶν, οὐχ οἷόν τε τὸ γεγονὸς ἤδη πάθος <lb/>ἰάσασθαι μενόντων. ὅπου γὰρ
                        ἐδείχθη μεῖζον γινόμενον, <lb/>οὐκ ἂν δήπου τελέως ὑγιασθείη, πρὶν τὸ ποιοῦν
                        ἀρθῆναι. <lb/>τὰ τοίνυν προηγούμενα τῶν αἰτιῶν οἷόν περ καὶ τὸ πλῆθος,
                        <lb/>ὑποκείσθω γὰρ πρῶτον ἐν τῷδε τῷ λόγῳ προηγούμενον, <lb/>εἰ μή τις
                        ἐκκόψει πρότερον, ἀδύνατον αὐτῷ τὸ ἤδη γεγονὸς <lb/>πάθος ἰάσασθαι καί διὰ
                        τοῦτο Ἀσκληπιάδης πλῆθος ἡγεῖται <lb/>προκατάρχειν νόσων, ὑπό τε τῆς
                        κενώσεως αὐτῆς φησιν <lb/>ὠφελεῖσθαι τοὺς κάμνοντας, οὐκ εἰς τὸ λύειν ὧν
                        ἐποίει ἤδη <pb n="277"/> παθῶν, ἀλλ’ εἰς τὸ μηκέτι αὔξεσθαι αὐτὰ, ἀπαιτεῖ
                        τοῖς <lb/>ἰατροῖς ἐπιτελεῖσθαι τὴν ἴασιν. ἀλλὰ γὰρ ὑποκείσθω τὸ <lb/>πλῆθος
                        γίγνεσθαί ποτε νόσων αἴτιον συνεκτικὸν, ἀναγκαῖον <lb/>αὐτοῦ τῇ κενώσει
                        παύσασθαι τὸ νόσημα. καὶ μὴν οὐδέποτέ <lb/>ἐστιν, ὥς φησιν Ἀσκληπιάδης,
                        συνεκτικόν. ἀποχωρήσαντας <lb/>γὰρ ἐνταῦθα, ληρώδους Ἰουλιανοῦ βέλτιον
                        Ἀσκληπιάδῃ <lb/>διαλεχθῆναι, κἂν εἰ μηδὲν ἄλλο νομίμως ὑπάρχοντι
                        <lb/>σοφιστῇ. λόγους γὰρ εἴωθεν ὁ ἀνὴρ οὗτος πιθανωτάτους <lb/>ἐρωτᾷν, οὐκ
                        ἀκόμψως πεπανουργημένους, ὅπερ ἦν ἔργον οἶμαι <lb/>σοφιστοῦ. τοιοῦτος δὲ δή
                        τίς ἐστι καὶ ὃν ἐφεξῆς ἔγραψεν <lb/>Ἰουλιανὸς, οὐ μὰ τὸν Δία τῆς δυνάμεως
                        αἰσθανόμενος <lb/>ἑαυτοῦ. πάντα γὰρ ἂν ἐγεγράφει τοὺς τοιούτους, ἀλλ’
                        ἀπομνημονεύσας <lb/>εἰρημένων ὑπὸ Ἀσκληπιάδου. ὡς εἴ γε τῶν <lb/>ἰδίων
                        Ἰουλιανοῦ λόγων ἦν, ὁμοίως ἀνεφαίνετο τοῖς ἔμπροσθεν <lb/>ληρώδης. ὁ τοίνυν
                        Ἀσκληπιάδης φησὶν ὡς, εἴπερ ἦν <lb/>συνεκτικὸν αἴτιον τὸ πλῆθος τῶν παθῶν
                        ἐπὶ δαψιλέσι κενότησιν <lb/>ἐνίοτε κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς νόσου γινομέναις,
                        εὐθὺς <pb n="278"/> ἁπάντων ὀχληρῶν ὁ κάμνων ἀπαλλάττεται· νυνὶ δὲ
                        <lb/>φαίνεται πολλάκις αὐξανομένας τὰς νόσους ἤδη τοῦ πλήθους
                        <lb/>καθῃρημένου. οὗτος ὁ λόγος ἱκανὸς πιθανός ἐστι καὶ διὰ <lb/>τοῦτο
                        δεῖται λύσεως ἰδίας, οὐ μὴν ἅπτεται τῶν κατὰ τὸν <lb/>ἀφορισμὸν Ἱπποκράτους
                        εἰρημένων. οὐ γὰρ ἐκ δόγματος <lb/>ἐκεῖνα τὴν πίστιν ἔσχηκεν, ἀλλ’ ἐκ
                        λογισμοῦ κοινοῦ πάντων <lb/>ἀνθρώπων, ᾦ καὶ τοὺς ἐμπειρικοὺς ἔφην χρῆσθαι,
                        διὸ καὶ <lb/>λύομεν αὐτὸν τὸν Ἀσκληπιάδον λόγον, οὐχ ὡς προσήκοντα <lb/>τοῖς
                        κατὰ τὸν ἀφορισμὸν εἰρημένοις. ἀλλ’ ἐπειδὴ βέλτιον <lb/>εἶναι δοκεῖ τῶν
                        Ἰουλιανοῦ λήρων ἀνεσχημένον ἄχρι δεῦρο <lb/>γυμνάσασθαί ποτε διαλεκτικώτερον
                        ἀνθρώπῳ προσπελάσαντας <lb/>ὅτι σοφιστῇ. ὅταν οὖν ὀνομάζῃ πλῆ<milestone unit="ed1page" n="342"/>θος ὁ <lb/>Ἀσκληπιάδης, ἐρωτάτω αὐτὸν ὁπότερόν
                        φησιν, ἆρά γε τὸ <lb/>πρὸς τὴν δύναμιν, εἴτε τὸ πρὸς τὴν χώραν τῶν ἀγγείων,
                        ὃ <lb/>δὴ κατὰ τὸ ἔγχυμα καλεῖν εἰσιν εἰθισμένοι; <milestone unit="ed2page" n="388"/>καὶ <lb/>πότερον τὸ καθ’ ὅλον τὸ σῶμα γιγνόμενον, ἢ κἂν ἐν
                        μέρει <lb/>τινὶ συνίσταται. τὸ μὲν οὖν ὡς πρὸς τὴν δύναμιν οὐδ’ εἰπεῖν <pb n="279"/> αὐτῷ δυνατὸν ἀνῃρηκότι τὰς δυνάμεις σχεδὸν ἁπάσας <lb/>αἷς
                        διοικεῖται τὸ ζῶον. τὸ δ’ ὡς πρὸς τὴν χώραν τῶν <lb/>ἀγγείων. ἔστι μὲν δήπου
                        καὶ τοῦτο διττὸν ἢ τῷ κατὰ φύσιν <lb/>μέτρῳ παραβαλλόμενον ἢ ψιλῷ καὶ μόνῳ
                        τῷ μὴ τέγγεσθαι. <lb/>δύναται δὲ ἑκάτερον αὐτῶν ἤτοι καθ’ ὅλον ὑπάρχειν
                        <lb/>τὸ ζῶον ἢ καθ’ ἕν τι μόριον ἢ πλείω. καὶ δέδεικται πρὸς <lb/>ἡμῶν ἔν τε
                        τοῖς ὑπομνήμασιν, ἐν οἷς τὰς αἰτίας τῶν συμπτωμάτων <lb/>διερχόμεθα, κἀν τῷ
                        τῶν παρὰ φύσιν ὄγκων, ὅτι <lb/>ὁ σπασμὸς ἐνίοτε καὶ ὁ τρόμος ἥ τε φλεγμονὴ
                        διὰ παντὸς <lb/>ἐρυσίπελάς τε καὶ τὸ καλούμενον ὑπὸ τῶν νεωτέρων ἰατρῶν
                        <lb/>οἴδημα καὶ πρὸς τούτοις ἕτερά τε πάθη πληθωρικὴν ὑπόθεσιν <lb/>ἔχονται
                        καὶ εἴ τις κενώσει τὸ πλῆθος, αὐτίκα τὸ <lb/>μόριον εἰς τὸ κατὰ φύσιν
                        ἐπανερχόμενον. εἴρηται δὲ καὶ <lb/>περὶ τῶν συνεκτικῶν αἰτίων ἑτέρωθι
                        δεικνύντων ἡμῶν ὅτι <lb/>τε τοὔνομα καὶ τὸ πρᾶγμα αὐτὸ, καθ’ οὗ τοὔνομα τῆς
                        στωϊκῆς <lb/>αἱρέσεώς ἐστι καὶ ὡς οὐκ ὀρθῶς ὑπειλήφασιν, οὔτ’
                        <lb/>ὀνομάζουσιν οἱ νεώτεροι τῶν ἰατρῶν ἅπαν τοῦτο τὸ γένος, <pb n="280"/>
                        ὅτι τε καὶ ἡμεῖς ἑπόμενοι πολλάκις αὐτοῖς, ὅπως μὴ δόξωμεν <lb/>ἐρίζειν ὑπὲρ
                        τοῦ ὀνόματος, ἔνια μὲν τῶν αἰτιῶν οὕτω <lb/>καλεῖσθαι συγχωροῦμεν, οὐ μὲ
                        Διὰ, ὅσα τῶν ἁπλῶν ὄντων <lb/>ἐστὶν, ἀλλὰ τῶν ἐν τῷ γίγνεσθαι τὸ εἶναι
                        κεκτημένων. ἐν <lb/>τούτῳ μὲν ἡ λύσις τοῦ σοφίσματος. ἅπαντα δὲ μεταφέρειν
                        <lb/>ἐνταῦθα τῆς Ἰουλιανοῦ φλυαρίας ἔργον οὐχ ἡμέτερον, ἀλλ’ <lb/>ἐφ’ ἕτερόν
                        τι τῶν προβεβλημένων ἴωμεν ὃ κοινῇ πρὸς ἅπαν <lb/>ἐστὶ τῶν ἐν ὑγροῖς αἰτίων
                        τὸ γένος ὑπάρχει διττὸν, ἐν <lb/>πλήθει μὲν τὸ ἕτερον, ἐν διαφθορᾷ δὲ τὸ
                        ἕτερον, ἀλλ’ ἀμφοῖν <lb/>γε ῥᾴδιον ἔσεσθαί φασι τὴν ἴασιν, ἐν ἀκαρεῖ χρόνῳ
                        <lb/>δυναμένων ἡμῶν καὶ τοῦ πλεονάζοντος ἀποχέεσθαι τὸ περιττὸν <lb/>καὶ τὸ
                        διεφθαρμένον ὅλον ἐκκενῶσαι, ὥστ’ οὐδέποτε <lb/>χρονίσειν νόσημα. τοῦτον οὖν
                        τὸν λόγον οὕτως ὄντα σαφῆ <lb/>τε ἅμα καὶ σύντομον ἀσαφῶς καὶ μακρῶς ὁ
                        Ἰουλιανὸς ἔγραψε <lb/>κατὰ τήνδε τὴν ῥῆσιν· αὐτίκα ἐν τῷ ἀφορισμῷ λῆμμα
                        <lb/>συνηρπάσθαι οὐκ ἀποδεδειγμένον τὸ ὅτι ὑγροῦ πλῆθος νοσοποιεῖ <lb/>ἢ
                        μεταβολὴ πρὸς τὸ οὐκ οἰκεῖον τῆς ἰδίας ποιότητος ﻿<pb n="281"/> ὄνομα ἰατρῶν
                        παῖδες ἔθεντο κατὰ τοῦ ὅλου εἴδους <lb/>διαφθορὰν, ὥστε τοῦ νοσοποιοῦ
                        ἀποκρινομένου ὠφέλειαν <lb/>ἔσεσθαι φαντάζεται σφόδρα. τὰ μὲν πρόσθεν τὴν
                        ἀπὸ <lb/>τοῦ ἀμάχου φαινομένην κρίσιν, ὑγροῦ τινος ἐν τῷ σώματι <lb/>πλῆθος,
                        τῆς νόσου τὸ αἴτιον εἶναι νομίζειν ἢ οὐ πλῆθος <lb/>μὲν, προπὴν δέ.
                        ἀδιανόητον γὰρ καὶ πρὸς τὴν ἀλήθειαν <lb/>ἀσύμφωνον τόδε τυγχάνειν. ὤμην γὰρ
                        τὰ πάθη εὔλυτα πάντα <lb/>καὶ ἂν ἦν τι χρόνιον, ἥ τε θεραπεία πᾶσα
                        μονοειδὴς, οὐδ’ <lb/>ἡντιναοῦν δυσχέρειαν ἐργώδη ἔχουσα. ἁπλοῦν γὰρ ἦν ἐκ
                        <lb/>παρακειμένου κενῶσαι τὸ νοσοποιοῦν καὶ αὐτίκα ἐν ἀρχῇ <lb/>καὶ κατὰ τὴν
                        πρώτην ὑπόστασιν λύειν τὸ πάθος, ὥσθ’ ἑνὸς <lb/>δεῖσθαι μόνου κενωτικοῦ
                        βοηθήματος καὶ τοῦτο παρὰ πάντα <lb/>καιρὸν ἐνεστῶτα πεσόντα ὁρίζειν καὶ
                        αἵματος μὲν ὄντος <lb/>μόνῃ ἀρκεῖσθαι φλεβοτομίᾳ, φλέγματος δὲ φλεγμαγωγῷ,
                        <lb/>χολῆς δὲ χολαγωγῷ. </p></div></div></body></text></TEI>