<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg094.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="1"><head>ΓΑΛΗΝΟΥ ΠΡΟΣ ΤΑ ΑΝΤΕΙΡΗΜΕΝΑ <lb/>ΤΟΙΣ ΙΠΠΟΚΡΑΤΟΥΣ ΑΦΟΡΙΣΜΟΙΣ <lb/>ΥΠΟ
                        ΙΟΥΑΙΑΝΟΥ ΒΙΒΛΙΟΝ.</head><p><milestone unit="ed2page" n="376"/>Ἄμεινον μὲν ἦν, ὥσπερ οἱ νομοθέται τοὺς
                        ψευδῶς <lb/>ἐγκαλέσαντας ὁμοίως τιμωροῦνται τοῖς ἐγκληθεῖσιν, <lb/>εἴπερ
                        ἥλωσαν, οὕτω καὶ τοὺς ἀντιλέγοντας ψευδῶς ὧν οὐκ <lb/>ἔμαθον ὑπέχειν ἀξίαν
                        ὧν πλημμελοῦσι τιμωρίαν ἐπεὶ δ’ <lb/>οὐκ οἶδ’ ὅπως ὕβρεως μὲν ἐφεῖται
                        δικάζεσθαι, νόμος δ’ <lb/>οὐδεὶς κεῖται περὶ τῶν ψευδῶς ἐγκαλούντων, εἰκότως
                        οἶμαι <pb n="247"/> κατὰ τῶν ἀρίστων ἀνδρῶν οἱ σκαιότατοι λέγειν τολμῶσιν.
                        <lb/>ἐχρῆν γὰρ ὥσπερ ἐν Αἰγύπτῳ πάλαι τῶν κατὰ τὰς τέχνας <lb/>εὑρισκομένων
                        ἕκαστον ὑπὸ κοινοῦ συνεδρίου τῶν πεπαιδευμένων <lb/>κριθὲν ἐνεγράφετο
                        στήλαισί τισιν ἀποκειμέναις ἐν <lb/>ἱεροῖς χωρίοις, οὕτω καὶ παρ’ ἡμῖν εἶναί
                        τι συνέδριον ἀνδρῶν <lb/>δικαίων τε, ἅμα καὶ πεπαιδευμένων, οἳ δοκιμάζοντες
                        <lb/>τὰ νέα συγγράμματα θήσουσι μὲν ἐν δημοσίοις χωρίοις <lb/>τὰ χρηστὰ.
                        διαφθεροῦσι δ’ ὅσα μοχθηρὰ, βέλτιον δ’ ἦν, <lb/>εἰ μηδὲ τοὔνομα τοῦ
                        γράψαντος ἐφύλαττον, ὥσπερ οὐδ’ ἐν <lb/>Αἰγύπτῳ τὸ ἀρχαῖον. ἐκωλύθη γὰρ ἂν
                        οὐχ ἥκιστα κἀκ <lb/>τοῦδε τῶν φιλοτίμων ἡ περὶ δόξαν ἄμετρος σπουδή.
                            <milestone unit="ed2page" n="377"/>
                        <lb/>νῦν δ’ ἐπειδὴ καὶ γράφειν ἔξεστιν ἅπασι καὶ κρίνειν τοῖς
                        <lb/>ἐπιτυχοῦσιν, εὐδοκιμοῦσι παρὰ τοῖς πολλοῖς οἱ τολμηρότατοι,
                        <lb/>καθάπερ ὁ Θεσσαλὸς ὧν ἔγραψε λοιδορηθεὶς Ἱπποκράτει <lb/>καίτοι βιβλίον
                        ἓν συνθεὶς, ἐν ᾧ καθάπερ οἴεται, <lb/>τοὺς ἀφορισμοὺς ἐξελέγχει δεικνὺς
                        ἐναργῶς ἡμῖν ἑαυτὸν οὐδὲ <pb n="248"/> τοὐλάχιστον ἐπιστάμενον τῆς
                        Ἱπποκράτους τέχνης. καίτοι <lb/>δίκαιόν γε ἦν ἐκμαθόντα πρότερον αὐτὴν οὕτως
                        ἐπιχειρεῖν <lb/>ἀντιλέγειν, ἣ τοῦτο μὲν ἴσως οὐκ ὀρθῶς εἶπον. οὐ γὰρ ἂν
                        <lb/>ἐτόλμησε τοῖς ἀληθέσιν ἀντειπεῖν, εἵπερ ἔμαθεν αὐτὴν πλὴν <lb/>εἰ
                        παντάπασιν ἀναίσχυντός τις ἦν οἷος καὶ ὁ νῦν ἐπὶ τῆς <lb/>Ἀλεξανδρείας
                        γέγονεν Ἰουλιανὸς, οὖ βίβλους εἶναί φασιν <lb/>ὀκτὼ καὶ τεσσαράκοντα πρὸς
                        τοὺς Ἱπποκράτους ἀφορισμοὺς, <lb/>ἐξ ὧν ἔναγχος ἔλαβε τὴν δευτέραν, ἐν ᾗ τὸν
                        ἀφορισμὸν, <lb/>ὡς οἴεται, ψευδῆ εἶναι τοῦτον· ἐν τῇσι ταραχῇσι τῆς κοιλίης
                        <lb/>καὶ τοῖσιν ἐμέτοισι τοῖσιν αὐτομάτως γιγνομένοισιν, <lb/>ἢν μὲν οἷα δεῖ
                        καθαίρεσθαι καθαίρωνται, ξυμφέρει τε καὶ <lb/>εὐφόρως φέρουσιν, ἢν δὲ μὴ,
                        τοὐναντίον. οὕτω δὴ καὶ κενεαγγείη, <lb/>ἢν μὲν οἷα δεῖ γίγνεσθαι γίγνηται,
                        συμφέρει τε <lb/>καὶ εὐφόρως φέρουσι, ἢν δὲ μὴ, τοὐναντίον. χάρις γε τύχῃ
                        <lb/>τοῦτο ἡμῖν πρῶτον ἐγχειρισαμένῃ τὸ βιβλίον, ὅπως μὴ μάτην <lb/>ὁ χρόνος
                        τρίβοιτο μακρὸν ἀναγινωσκόντων ὧν ἔγραψε <lb/>πρὸς τὸν πρῶτον ἀφορισμὸν, ὧν
                        ἑξῆς ἁπάντων ἐστὶ προοίμιον. <lb/>ἴσως γὰρ ἂν ἠναγκάσθην τι καὶ πρὸς ἐκεῖνα
                        γράψας <pb n="249"/> οὐδὲν μέγα δοκεῖν πεποιηκέναι, διὰ τὸ μηδέπω θεωρίας
                        ἰατρικῆς <lb/>ἅπτεσθαι τὸν λόγον. ἀλλ’ ὅ γε προειρημένος ἀφορισμὸς <lb/>οὐ
                        περὶ μικρῶν τῆς τέχνης διαλέγεται, συμβουλεύων <lb/>τὸν ἰατρὸν τῶν αὐτομάτων
                        γιγνομένων κενώσεων, διά <lb/>τε τῆς ἄνω καὶ κάτω γαστρὸς μιμεῖσθαι τὰς
                        ὠφελούσας, <lb/>καὶ διδάσκει γε τίνες εἰσὶν αὗται καὶ πῶς αὐτὰς γνωριοῦμεν,
                        <lb/>ὥσπερ γε καὶ τίνες αἱ βλάπτουσαι σὺν τοῖς οἰκείοις <lb/>γνωρίσμασιν. εἰ
                        μὲν οὖν ἐμεμαθήκει τὴν τέχνην Ἰουλιανὸς <lb/>ὑπὸ διδασκάλων Ἱπποκρατείων,
                        οὐκ ἂν ἐτόλμησε τοῖς ἀληθέσιν <lb/>ἀντιλέγειν. ἐπεὶ δὲ οὔτ’ αὐτὸς οὔθ’ ὁ τῆς
                        τοιαύτης <lb/>ἐμπληξίας ἡγεμὼν αὐτοῦ Θεσσαλὸς ἐγνώκασι τὴν τῶν Ἀσκληπιαδῶν
                        <lb/>τέχνην, θαυμαστόν γ’ οὐδὲν ἀγνοεῖν αὐτοὺς ἃ μηδ’ <lb/>οἱ χωρὶς λόγου
                        φάσκοντες ἰατρεύειν ἠγνόησαν. ἀκοῦσαι <lb/>γοῦν ἐστιν ἐκείνων λεγόντων
                        αὐξηθῆναι μάλιστα τὴν τέχνην <lb/>ἐκ τῆς μιμητικῆς πείρας. ὅσα γὰρ ἐκ
                        περιπτώσεως γενόμενα <lb/>τοὺς κάμνοντας ὠφέλησε, ταῦθ’ ἡμεῖς, φασὶ,
                        μιμούμενοι <lb/>πολλάκις συνεστησάμεθα καὶ διαιρούμενοι ταῦτα <lb/>φυσικὰ
                        μὲν ὀνομάζουσιν ἐν ἐκ τοῦ σώματος ἡ αἰτία. κατὰ <pb n="250"/> τύχην δὲ
                        γίγνεσθαί φασιν ὧν ἔξωθεν, ὥστε μὴ μόνης φύσεως, <lb/>ἀλλὰ καὶ τύχης εἶναι
                        μιμητικὸν τὸν ἰατρόν. εἴρηται <lb/>γοῦν ὑπ’ ἐκείνων τῶν ἀνδρῶν ἄλλα τε πολλὰ
                        τῶν κατὰ τύχην <lb/>ὠφελησάντων παραδείγματα καὶ ὁ τὴν ἐν μετώπῳ <lb/>φλέβα
                        διακοπεὶς ἐκ τοῦ καταπεσεῖν. ἐπεὶ γὰρ ὁμοίως διακειμένου <lb/>τὴν αὐτὴν
                        φλέβα τεμεῖν ἐτόλμησαν, φασὶν, ἐλπίδι <lb/>τῆς αὐτῆς ὠφελείας. ἀλλὰ καὶ
                        γαστὴρ ἀξιολόγως ὑπελθοῦσα <lb/>φλεγμαινόντων ὀφθαλμῶν, εἶτ’ ὀνήσασα μεγάλως
                        ἐπὶ τὴν <lb/>τοῦ γενομένου μίμησιν ἡμᾶς προὐτρέψατο. ὡσαύτως δὲ <lb/>καὶ
                        τοὺς ἰκτεριῶντας ἀθρόα χολωδῶν διαχωρημάτων [ἔμετος] <lb/>ὤφθη πολλάκις
                        ὠφελοῦσα καὶ τοὺς ὑδεριῶντας ὑδατωδῶν <lb/>καὶ τοὺς τὸν καλούμενον ἐλέφαντα
                            νο<milestone unit="ed2page" n="378"/>σοῦντας ἡ <lb/>τῶν μελανῶν χυμῶν
                        κένωσις, καὶ ἐκ τούτων πρόδηλόν ἐστιν <lb/>ὅτι καὶ τοῖς ἰατροῖς προσήκει
                        μιμεῖσθαι. καὶ τί δεῖ λέγειν <lb/>αὐτομάτους κενώσεις, ὅπου καὶ τὰ τῶν
                        διδασκάλων ἔργα <lb/>μιμούμενοι μανθάνομεν τὴν τέχνην; ἢ Θεσσαλὸν μὲν, ἐὰν
                        <lb/>διὰ κλύσματος οὗτινος ὑπαγωγοῦ τὴν γαστέρα θεραπεύσῃ <lb/>τὸν κάμνοντα,
                        μιμητέον ἐστὶ τοὺς τούτου μαθητάς, ἐὰν δ’ ﻿<pb n="251"/> αὐτομάτως ὑπελθοῦσα
                        τύχῃ, φευκτέον; ἢ τῆς ἐμμήνου καθάρσεως <lb/>ἐχομένης, ἐὰν αἵματος μέγεθος
                        γένηται τῇ γυναικὶ, <lb/>κἄπειτα Θεσσαλὸς ἤιοι κινήσας τὴν κάθαρσιν ἢ φλέβα
                        τεμὼν <lb/>ἰάσηται τὸ πάθος, οὐκ ἂν ἁμάρτοιεν οἱ μαθηταὶ μιμούμενοι <lb/>τὸν
                        διδάσκαλον, ἐὰν δ’ αὐτομάτως ῥαγέντων τῶν <lb/>καταμηνίων ἡ κάμνουσα
                        ῥᾳστωνήσῃ, τοῦτο οὐκέτ’ αὐτοὺς <lb/>μιμητέον; καὶ μὴν οὐδὲν διαφέρει πρὸς
                        τὴν ἑκατέραν μίμησιν <lb/>ἄν θ’ ὑπὸ τῆς μαίας ἄν θ’ ὑπὸ τοῦ Θεσσαλοῦ
                        κινηθέντων <lb/>τῶν καταμηνίων ἄν τε καὶ χωρὶς τούτων αὐτομάτως
                        <lb/>ἐκκριθέντων ἡ κάμνουσα ῥᾳστωνήσῃ. διὰ γάρ τοι <lb/>τὴν κένωσιν, οὐ διὰ
                        τὸ ποιῆσαι αὐτὴν ἡ ὠφέλεια γίγνεται, <lb/>καὶ τοῦτο διδάσκων ὁ Ἱπποκράτης
                        ἔγραψε τὸν ἀφορισμὸν <lb/>ἐκεῖνον· γυναικὶ αἷμα ἐμεούσῃ τῶν καταμηνίων
                        ῥαγέντων <lb/>λύσις. ὅπως ἂν ῥαγῇ, φησὶ, τὰ καταμή<milestone unit="ed1page" n="338"/>νια λύσις <lb/>ἔσται τοῦ παθήματος, εἴτε φυσικῶς εἴτε καὶ ἡμῶν
                        τοῦτο <lb/>ἐργασαμένων. οὐ γὰρ τὰ ποιῆσαν αἴτιον, ἀλλὰ τὸ γινόμενον
                        <lb/>ὠφελεῖ τὴν νοσοῦσαν. ἓν μόνον ὑπαρχέτω τοῖς καταμηνίοις <lb/>τὸ ἀθρόως
                        ἐκκριθῆναι, ὅπως ὁ Ἱπποκράτης ὠνόμασε, <pb n="252"/> ῥαγέντων, ἔθος ὂν αὐτῷ
                        τὰς ἀθρόας κενώσεις οὕτω <lb/>προσαγορεύειν, ὡς εἰ καὶ κατὰ τήνδε τὴν λέξιν
                        εἰρῆσθαι, <lb/>γυναικὶ αἷμα ἐμεούσῃ τῶν καταμηνίων ἀθρόως ἐκκριθέντων
                        <lb/>λύσις. ἐπιλείποι δ’ ἄν με ἡ ἡμέρα διερχόμενον ὅσα μιμοῦνται <lb/>τῶν
                        αὐτομάτως γιγνομένων οἱ ἄνθρωποι, οὐ μὴν <lb/>οὐδ’ ἀμφισβητεῖ τις ἕτερος,
                        ἀλλ’ ὡς κοινήν ἔννοιαν δέχονται, <lb/>πλὴν τῶν μιαρῶν σοφιστῶν, ὅσοι περὶ
                        μὲν τὰ τῆς τέχνης <lb/>ἔργα καὶ τῶν ἰδιωτῶν εἰσι χείρους, ἱκανοὶ δ’
                        ἀπαναισχυντῆσαι <lb/>καὶ μακρὰς φλυαρίας συνθεῖναι κατὰ τῶν ἀρίστων
                        <lb/>ἰατρῶν, οἷος καὶ νῦν γέγονεν Ἰουλιανὸς οὗτος, ὃν οἱ <lb/>πάντες μὲν
                        ἴσασι μηδεπώποτε τῶν τῆς τέχνης ἔργων μεταχειρισάμενον, <lb/>ἀναισχύντως δ’
                        ὑβρίζοντα τοὺς παλαιοὺς <lb/>ἰατρούς. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="2"><p>Ἅ γ’ οὖν ἐτόλμησε γράψαι πρὸς τὸν ἀρτίως εἰρημένον <lb/>ἀφορισμὸν οὐδ’ εἰπεῖν
                        οἷόν τε πηλίκην ἤτοι γε ἀμαθίαν ἢ <lb/>ἀναισχυντίαν ἢ τόλμην ἐνδείκνυται,
                        μᾶλλον δ’ εἰ χρὴ <pb n="253"/> τἀληθὲς εἰπεῖν καὶ ταῦτα πάντα καὶ τούτων ἔτι
                        πλείω. τάχα <lb/>μὲν οὖν ἄμεινον ἦν μηδ’ ἀντιλογίας ἀξιοῦν αὐτὰ τῆς διὰ
                        <lb/>γραμμάτων, μηδ’ ἀπολλύναι τινὰ καὶ πρὸς τοῦτο χρόνον. <lb/>δεηθέντων δέ
                        μου λιπαρῶς πάνυ πολλῶν φίλων, ὅσα προκομισθέντος <lb/>μοι τοῦ βιβλίου, καθ’
                        ὃ τὸν προειρημένον ἀφορισμὸν <lb/>ἐξελέγχειν Ἰουλιανὸς ἐπεχείρει, διῆλθον ἐν
                        ὑπομνήμασιν <lb/>αὐτὰ παρασχεῖν, ὑπέμεινα καὶ τοῦτον οὐ σμικρὸν <lb/>ἆθλον,
                        ἀλλ’ εἰ <milestone unit="ed2page" n="379"/>χρὴ τἀληθὲς εἰπεῖν, πολὺ μείζω
                        τῶν <lb/>κατὰ τοὺς αὐτοσχεδίους, οὓς ἡμερῶν ἕξ ἢ πλεόνων ἐποιησάμην,
                        <lb/>ἐπιδεικνὺς τὸ πλῆθος τῶν λήρων τῶν Ἰουλιανοῦ <lb/>λόγων, ὧν ἐνέγραψε τῷ
                        βιβλίῳ. κυριώτατον γὰρ ἄν τις <lb/>εἴποι τοῦτο δὴ τὸ σύνηθες λεγόμενον, ὡς
                        οὐδέν ἐστιν ἀπεραντολογώτερον <lb/>τἀνθρώπου. Θερσίτης δέ τις μοῦνος
                        ἀμετροεπὴς <lb/>ἐλάλει, τούτῳ μᾶλλον ἂν ἢ Θερσίτῃ πρέπει, πάντας
                        ὑπερβάλλοντα <lb/>τοὺς πώποτε γεγονότας ἐν ἀμετροεπίαις. καὶ <lb/>τοίνυν οἱ
                        παραγενόμενοι τοῖς λόγοις ἀναγινωσκόμενοι αὐτοὺς, <pb n="254"/> δύο ταύτας
                        ἔθεντο προσηγορίας τἀνθρώπῳ, τὴν ἀμετροεπίαν <lb/>καὶ τὴν ἀπραντολογίαν,
                        ὥστ’ οὐκ ἐμοῦ σωφρονίζοντος, <lb/>ἀλλ’ Ὀδυσσέως τινὸς ἐδεῖτο τοῦ τῷ σκήπτρῳ
                        καθεζομένου. <lb/>σωφρονίσαι γὰρ τὸν οὕτως ἔμπληκτον οὐδ’ αὐτὸς <lb/>ὁ τῶν
                        Μουσῶν δύναται χορός. ἐπεὶ τοίνυν ἄκων ἠναγκάσθην <lb/>γράφειν, ταῦτα δ’
                        εἰσὶ μοι προοιμίου τινὸς, ὅπως μὴ <lb/>καταγνωσθῇ ὑπὸ τῶν ἀναγνωσομένων
                        αὐτά. μέλλων γὰρ <lb/>ἐλέγχειν ἄνθρωπον ἔμπληκτον, ἀμαθῆ, δοξόσοφον, ἐν
                        ἀπαιδεύτοις <lb/>μειρακίοις ἅπαντι τῷ βίῳ φλυαρήσαντα, παρ’ οἷς <lb/>ἐξ ὧν
                        ἐβλασφήμει τοὺς παλαιοὺς ἐπίστευσέ τις εἶναι. δέομαι <lb/>οὖν συγχωρῆσαί μοι
                        κολάσαι τὴν ἀπαιδευσίαν αὐτοῦ <lb/>λόγοις τραχυτέροις, ὧν οὐκ εἴθισμαι
                        χρῆσθαι. δεινὸν γὰρ <lb/>εἰ τοῦτον ἐξέσται λοιδορεῖσθαι τῶν παλαιῶν τοῖς
                        ἀρίστοις, <lb/>ἡμῖν δ’ οὐκ ἐξέσται δι’ ἀποδείξεων ἐναργῶν ἐξελέγχειν αὐτοῦ
                        <lb/>τὴν ἀπαιδευσίαν. εἰς τοσοῦτον γὰρ ἥκει μεγέθους ὡς <lb/>οὐδ’ ὅθεν
                        ἄρξηταί τις εὑρεῖν εὐπετές. </p></div><pb n="255"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><p>Κατὰ μὲν τὴν ἀρχὴν τοῦ βιβλίου τὰ πλείω πρὸς Σαβῖνον <lb/>ἀποτείνεται
                        καταλιπὼν τὸν Ἱπποκράτην, καὶ τοῦτο <lb/>μὲν, ὡς ἔοικεν, ἐν ἁπάσῃ ποιεῖ τῇ
                        πραγματείᾳ. καίτοι πρὸς <lb/>τοὺς Ἱπποκράτους ἀφορισμοὺς ἐπιγράφει αὐτὴν, οὐ
                        πρὸς <lb/>τὰς Σαβίνου ἐξηγήσεις, εἶτα φλυαρεῖ πολλὰ, καθάπερ ἔθος <lb/>αὐτῷ,
                        λῆρόν τινα ῥημάτων ἀσαφῶν συντιθεὶς, ὧν εἰ μὲν <lb/>ἐλέγχειν τις ἐπιχειροῖ,
                        φθάσει πληρώσας βιβλίον μέγιστον, <lb/>πρὶν ἅψασθαι δόξῃ, συγχωρῶν οὐ
                        λελέχθαι πάντα. γράφοντα <lb/>μὲν οὖν δυσδιάθετον καὶ τοῦτο, μᾶλλον δ’
                        ἄπορον <lb/>ἐσχάτως. ἐν μέντοι τοῖς αὐτοσχεδίοις λόγοις, οὓς πολλάκις
                        <lb/>ἐποιησάμεθα, παρόντων ἀνδρῶν πεπαιδευμένων ἐπιδέδεικταί <lb/>τις ἡμῖν
                        εὐπορία, καθ’ ὁμοιότητα τῶν εἰς τοὺς παλαιοὺς <lb/>ἐξηγήσεων εὑρεθεῖσα·
                        καθάπερ γὰρ ἐκείνων τὸ προβληθὲν <lb/>βιβλίον ἐν ταῖς δημοσίοις ἐπιδείξεσιν
                        ἐξηγούμεθα. * * <lb/>* * εἰ δὲ ὁ μεθοδικὸς φαίη λεληθότως φυσικευόμενος,
                        <lb/>ὅτι μὴ ἀλαζὼν μηδὲ μεγαληγόρος, μηδ’ εἰς μέσον φέρω <lb/>τὴν ἄνωθεν
                        ῥίζαν τοῦ κεκρυμμένου δόγματος, δύο εἶναι τὰ ﻿<pb n="256"/> σώματος πάθη. τῷ
                        γὰρ κατὰ φύσιν συνεστῶτι δύο ἂν ἐφεδρεύσειαν <lb/>τροπαὶ καὶ μεταβολαὶ
                        ἀλλήλαις ἐναντίαι, ἢ συναγομένου <lb/>πλείω ἢ χεομένου βίᾳ, διανοητὰ ἂν
                        δοκοίη λέγειν, <lb/>οὐ μὲν διαφυσικευομένοις τοῖς φιλοσόφοις καὶ περὶ τῆς
                        τῶν <lb/>ὅλων ὕλης διειλεγμένοις, ἀλλ’ ἰατροῖς φυσικοῖς. αὕτη μέν <lb/>σοι
                        μία ῥῆσίς ἐστι τῶν θαυμαστῶν Ἰουλιανοῦ λόγων, οἷς <lb/>
                        <milestone unit="ed2page" n="380"/>ἀποχωρῶν ὧν ὁ Ἀσκληπιάδης καὶ Θεμίσων καὶ
                        Θεσσαλὸς <lb/>ἔθεντο στοιχεῖα, ἐπὶ τοὺς προειρημένους ἥκει φιλοσόφους
                        <lb/>ἀναιροῦντας ἐκ τοῦδε τοῦ κόσμου παντάπασι τὸ κενόν. <lb/>ἑτέρα δ’
                        ἐφεξῆς αὐτῆς ἥδε· ἀλλ’ ἐπιχωρήσειν καὶ μήτ’ <lb/>ἐκείνης κατάσχοιμ’ αὐτὸ
                        λοιπὸν τῆς γλώττης, ὡς μὴ εἴποιμι. <lb/>τί γὰρ ἂν ἐμοὶ τόδε; ἢ ὅτι ταῖσδε
                        ταῖς τροπαῖς, ὥσπερ <lb/>ἠκολούθησεν ἡ τῶν στοιχείων γένεσις, οὕτω καὶ
                        θερμοῦ φύσις <lb/>καὶ ψυχροῦ καὶ ὑγροῦ καὶ ξηροῦ. ἐκείνων γὰρ πρώτων
                        <lb/>τῶν γόνων ἔγγονα ποιήματα ἂν εἴη. ὅρα πῶς ἐν ὑψηλοτάτοις <lb/>θρόνοις
                        καὶ μετεωροτάτοις καθημένη ἡ μέθοδος ἐλάνθανεν, <lb/>ἣν ὑπὸ ἐπιεικείας καὶ
                        μετριότητος βουλόμενος λανθάνειν. <pb n="257"/> ἐν οὐρανῷ ἔδειξα καὶ
                        ἐξεκάλυψα μόνος καὶ πρῶτος <lb/>ἐπισκοτοῦν νέφος παραγαγὼν καὶ ἐλευθερώσας.
                        ταῦτ’ οὖν ὁ <lb/>Ἰουλιανὸς λέγει καὶ τούτων ἑξῆς. ἄλλο τι μὴ νῦν ξυμφεροίμην
                        <lb/>Ἐπικούρῳ οὐχ ἑλόμενος αὐτοῦ τὰ στοιχεῖα, οὐχ <lb/>ἑνώσαντι τὴν οὐσίαν.
                        ἐν μὲν δὴ τῷ περὶ τῆς μεθόδου <lb/>ταῦτά τε καὶ ἄλλα πολλὰ γέγραπται, τὸ
                        βιβλίον ὅλον Ἰουλιανοῦ <lb/>ἐπιγράφοντος Φίλωνα. δι’ ἄλλου δ’ αὖθις, ἐν ᾧ
                        <lb/>περὶ τῶν ψυχικῶν καὶ σωματικῶν παθῶν ὁ λόγος ἐστὶν αὐτῷ, <lb/>γράφει
                        ταυτί· σύμμετρον μὲν δὴ κατάστασιν καὶ μεμετρημένην <lb/>συναγωγῆς τε καὶ
                        χύσεως ὑποστησάμενοι ἐπὶ <lb/>τῶν ἀνθρωπείων συγκριμάτων, ὄνομα αὐτῇ ἐθέμεθα
                        ὑγείαν. <lb/>ἥδε δὲ ἡ μεσότης ὑπὸ τῶν νόσων ἐπιβουλευθεῖσα ἐξ ἀνάγκης
                        <lb/>πάσχει τὰ σώματα συναγόμενα καὶ σκληρυνόμενα καὶ <lb/>ξηρότερα
                        γιγνόμενα ἢ χεόμενα καὶ μαλακυνόμενα καὶ <lb/>ὑγραινόμενα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><p>Αὗται μὲν οὖν αἱ ῥήσεις τοῦ λαμπροτάτου σοφιστοῦ, <lb/>Ζήνωνι καὶ Ἀριστοτέλει
                        καὶ Πλάτωνι τοὺς μεθοδικοὺς ἰατροὺς <pb n="258"/> ἕπεσθαι φάσκοντος. ἡμεῖς
                        δ’ αὖθις ἀναμνήσομεν <lb/>αὐτῶν ὡς ἕκαστος τούτων τῶν φιλοσόφων ἅμα πολλοῖς
                        τοῖς <lb/>μετ’ αὐτὸν εὐκρασίαν μὲν ἡγεῖται τὴν ὑγείαν εἶναι θερμοῦ <lb/>καὶ
                        ψυχροῦ καὶ ὑγροῦ καὶ ξηροῦ. νοσήματα δὲ γίγνεσθαι <lb/>τὰ γοῦν κατὰ δίαιταν
                        ὑπερβάλλοντος ἑκάστου τῶν εἰρημένων <lb/>ἢ ἐλλεί<milestone unit="ed1page" n="339"/>ποντος, εἶναι δὲ καὶ χυμοὺς ἐν τῷ σώματι, <lb/>τοὺς μὲν ὑγροὺς
                        καὶ ξηροὺς κατὰ δύναμιν, ἐνίους δὲ <lb/>θερμοὺς ἢ ψυχροὺς ἀναλογίζοντας
                        νοσήμασιν. οὕτω Πλάτων <lb/>ἅμα τοῖς ὑπ’ αὐτοῦ πᾶσιν, οὕτως Ἀριστοτέλης ἅμα
                        <lb/>τοῖς ἐκ τοῦ περιπάτου, οὕτω Ζήνων καὶ Χρύσιππος ἅμα <lb/>τοῖς ἄλλοις
                        στωϊκοῖς ἐγίνωσκον. Ἰουλιανὸς δ’ οὐδ’ ἀνέγνω <lb/>τι βιβλίον ὧν εἶπον
                        ἀνδρῶν, οὔθ’ ὅλως ἀκολούθου καὶ μαχομένου <lb/>σύνεσιν ἔχει, πάντως γὰρ ἂν
                        ᾔσθετο τῇ μὲν ἀναιρούσῃ <lb/>τὸ κενὸν αἱρέσει ταῦθ’ ἑπόμενα, τοῦθ’ ὑπάρχειν
                        εἰπούσῃ <lb/>συμμετρίαν μέν τινα πόρων εἶναι τὴν ὑγείαν. ἐν <lb/>στεγνώσει
                        δὲ καὶ ῥύσει τῶν δι’ αὐτὸ φερομένων συνίστασθαι <lb/>τὰ κατὰ διαίτην
                        νοσήματα. πότερον οὖν Ἀριστοτέλους <lb/>καὶ Χρυσίππου καὶ τῶν ἄλλων ἁπάντων
                        περιπατητικῶν <pb n="259"/> τε καὶ στωϊκῶν ἑξῆς παραγράψω τὰς ῥήσεις, ἐν αἷς
                        <lb/>φλέγμα καὶ χολὴν αἰτιῶνται καὶ τὰ πρῶτα νοσήματα τέτταρα <lb/>ὑπάρχειν
                            <milestone unit="ed2page" n="381"/>φασὶν, ὥσπερ καὶ τὰ στοιχεῖα τὸ
                        <lb/>θερμὸν καὶ τὸ ψυχρὸν καὶ τὸ ὑγρὸν καὶ τὸ ξηρόν. ἢ τοῦτο <lb/>μὲν ὡς ἂν
                        οὐχ ἓν ἢ δύο βιβλία πληρῶσαι δυνάμενον, ἀλλὰ <lb/>καὶ τρία καὶ τέτταρα καὶ
                        πλείω παραλιπεῖν ἄμεινον, ἀρκεσθῆναι <lb/>δὲ μόνον τοῖς ὑπὸ Πλάτωνος
                        εἰρημένοις. εἰς οὓς <lb/>ἅμεινον τοῦτο πρᾶξαι καὶ μὴ συναδολεσχεῖν τὰ πάντα
                        ληρώδει <lb/>σοφιστῇ. τοσοῦτον μόνον εἰπὼν ὑπὲρ τῶν ἐκ τοῦ <lb/>περιπάτου τε
                        καὶ τῆς στοᾶς τῶν φιλοσόφων ἀπαλλάξομεν. <lb/>οὐδὲν ἂν εὑροῖς οὔτ’
                        Ἀριστοτέλους οὔτε Θεοφράστου βιβλίον, <lb/>ἐν ᾧ περὶ νοσημάτων ἀναγκασθέντες
                        εἰπεῖν τι θερμοῦ <lb/>καὶ ψυχροῦ καὶ ὑγροῦ καὶ ξηροῦ μνημονεῦσαι διῆλθον
                        <lb/>τὸν λόγον, ἀλλὰ καὶ τούτων ἀεὶ μέμνηνται καὶ σὺν αὐτοῖς <lb/>πολλάκις
                        ἑκατέρας τῆς χολῆς, μελαίνης τε καὶ ξανθῆς, οὐκ <lb/>ὀλιγάκις δὲ καὶ
                        φλέγματος, οἵ γε τὰς διαφορὰς αὐτῶν διέρχονται, <lb/>τὸ μὲν ὀξὺ, τὸ δ’
                        ἁλμυρὸν ἢ ἁλυκὸν, ἄλλο δὲ <lb/>γλυκὺ προσαγορεύοντες. οὐ μὴν οὐδὲ Χρύσιππος
                        ἑτέρως, <pb n="260"/> ἀλλ’ οὕτως ἀεὶ καὶ περὶ νοσημάτων καὶ περὶ τῶν χυμῶν
                        <lb/>διαλέγεται. εἴ τις ἐθέλοι μόνων τῶν εἰρημένων τριῶν ἀνδρῶν
                        <lb/>ἐκλέγειν τὰς ῥήσεις, οὐκ ὀλίγα πληρώσει βιβλία, σχολάζων <lb/>δ’ οὕτως
                        τις ὥσπερ Ἰουλιανὸς ἐπὶ τῆς Ἀλεξανδρείας <lb/>ἐσχόλαζεν. ἐὰν δὲ καὶ τῶν
                        ἄλλων τῶν στωϊκῶν ἢ περιπατητικῶν <lb/>ἑκάστου ἐκλέγειν τὰς ῥήσεις, ὅλην
                        βιβλιοθήκην <lb/>πληρώσει· ἀλλ’ ὥσπερ ἔφην, ἐάσας τούτους, ἀρκεσθήσομαι
                        <lb/>μόνον τοῦ Πλάτωνος ῥήσεσιν, ἑπομένου κατὰ πάντα τοῖς <lb/>τοῦ
                        Ἱπποκράτους δόγμασιν. οὐ μὴν οὐδὲ παρὰ τούτων <lb/>τῶν ἄλλων ἐκλέξας βιβλίων
                        ὄντων πολλῶν, ἀλλ’ ἐξ ἑνὸς ἀρκεσθησόμενος <lb/>μόνου τοῦ Τιμαίου
                        περιγράφομαι ταῦτα. τὸ <lb/>δὲ τῶν νόσων ὃ ξυνίσταται, δῆλόν που καὶ παντί.
                        τεττάρων <lb/>γὰρ ὄντων γενῶν ἐξ ὧν συμπέπηγε τὸ σῶμα, γῆς καὶ <lb/>ὕδατός
                        τε καὶ πυρὸς καὶ ἀέρος, τούτων ἡ παρὰ τὴν φύσιν <lb/>πλεονεξία καὶ ἔνδεια
                        καὶ τῆς χώρας μετάστασις ἐξ οἰκείας <lb/>ἐπ’ ἀλλοτρίαν γινομένη. πυρός τε αὖ
                        καὶ τῶν ἑτέρων, ἐπειδὴ <lb/>πλέονα γένη ἑνὸς ὄντα τυγχάνει, τὸ μὴ προσῆκον
                        ἕκαστον <lb/>ἑαυτῷ προσλαμβάνει καὶ πάνθ’ ὅσα τοιαῦτα, εἰ στάσεις ﻿<pb n="261"/> καὶ νόσους παρέχει. παρὰ φύσιν γὰρ ἑκάστου γιγνομένου <lb/>καὶ
                        μεθισταμένου, θερμαίνειεν ὅσα ἄν περ πρότερον ψύχηται. <lb/>ξηρὰ δ’ ὄντα εἰς
                        ὕστερον γίνεται νοτερὰ καὶ κοῦφα <lb/>δὴ καὶ βαρέα καὶ πάσας πάντη μεταβολὰς
                        δέχεται. ἐν <lb/>ταύτῃ μὲν οὖν τῇ ῥήσει σαφῶς ὁ Πλάτων ἀκολουθεῖ τῷ
                        <lb/>Ἱπποκράτει κατὰ πρῶτα στοιχεῖα καὶ τὰς ποιότητας αὐτῶν. <lb/>ἐν δὲ τοῖς
                        μετὰ ταῦτα καὶ τοὺς χυμούς πως αἰτιώμενος τῶν <lb/>νοσημάτων ὡδί πως φησί·
                        τὸ δὲ λευκὸν φλέγμα διὰ τὸ τῶν <lb/>πομφολύγων πνεῦμα χαλεπὸν ἀποληφθὲν, ἔξω
                        δὲ τοῦ σώματος <lb/>ἀναπνοὰς ἴσχον ἠπιώτερον μὲν, καταποικίλλει δὲ τὸ
                        <lb/>σῶμα, λεύκας, ἀλφούς τε καὶ τὰ τούτων συγγενῆ νοσήματα <lb/>ἀποτῖκτον.
                        μετὰ δὲ χολῆς μελαίνης κερασθὲν ἐπὶ τὰς περιόδους <lb/>τὰς ἐν τῇ κεφαλῇ
                        θειοτάτας οὔσας ἐπισκεδαννύμενον <lb/>καὶ ξυνταράττον αὐτὰς, καθ’ ὕπνου μὲν
                        ἐὸν πρᾳότερον, <lb/>ἐγρηγορόσι δὲ ἐπιτιθέμενον δυσαπαλλακτότερον· νόσημα
                        <lb/>δ’ ἱερᾶς ὂν φύσεως ἐνδικώτατα ἱερὸν λέγεται. καὶ <lb/>ταύτῃ γε τῇ ῥήσει
                        πάλιν ἐπιφέρον ἑτέραν φησί· φλέγμα δ’ <lb/>ὀξὺ καὶ ἁλμυρὸν, πηγὴ πάντων
                        νοσημάτων ὅσα γίνεται καταῤῥοικὰ, <pb n="262"/> διὰ δὲ τοὺς τόπους εἰς οὓς
                        ῥεῖ παντοδαποὺς ὄντας, <lb/>παντοῖα ὀνόματα εἴληφεν. οὕτω μὲν οὖν ὁ Πλάτων
                        <lb/>περὶ τοῦ φλέγ<milestone unit="ed2page" n="382"/>ματος ἀπεφήνατο καὶ σὺν
                        αὐτῷ μελαίνης <lb/>χολῆς. ἐφεξῆς δ’ ἄκουσον ἃ λέγει περὶ τῆς ξανθῆς·
                        <lb/>ὅσα δὲ φλεγμαίνειν λέγεται τοῦ σώματος ἀπὸ τοῦ κάεσθαί <lb/>τε καὶ
                        φλέγεσθαι, διὰ χολὴν γέγονε πάντα. λαμβάνουσα <lb/>μὲν οὖν ἀναπνοὴν ἔξω
                        παντοῖα ἀναπέμπει φυσήματα ζέουσα, <lb/>καθειργνυμένη δὲ ἐντὸς πυρίκαυστα
                        νοσήματα πολλὰ ἐμποιεῖ. <lb/>μέγιστον δ’ ὅταν αἵματι καθαρῷ συγκερασθεῖσα τὸ
                        τῶν <lb/>ἰνῶν γένος ἐκ τῆς ἑαυτῶν διαφορῇ τάξεως, αἳ διεσπάρησαν <lb/>εἰς
                        αἷμα, ἵνα συμμέτρως λεπτότητος ἴσχοι καὶ πάχους καὶ <lb/>μήτε διὰ θερμότητα,
                        ὡς ὑγρὸν ἐκ μανοῦ τοῦ σώματος <lb/>ἐκρέοι, μήτ’ αὖ πυκνότερον δυσκίνητον ὂν
                        μόγις ἀντιστρέφοιτο <lb/>ἐν ταῖς φλεψί. καιρὸν δὴ τούτων ἶνες τῇ τῆς φύσεως
                        <lb/>γενέσει φυλάττουσιν, ἃς ὅταν τις καὶ τεθνεότος αἵματος <lb/>ἐν ψύχει τε
                        ὄντος πρὸς ἀλλήλας ξυναγάγοι, διαχεῖται <lb/>πᾶν τὸ λοιπὸν αἷμα. ἐαθεῖσαι δὲ
                        παχὺ μετὰ τοῦ <lb/>περιεστῶτος αὐτὸ ψύχους ξυμπηγνύασι. ταύτην δὴ τὴν <pb n="263"/> δύναμιν ἐχουσῶν ἰνῶν ἐν αἵματι, χολὴ φύσει παλαιὸν αἷμα
                        <lb/>γεγονυῖα καὶ πάλιν ἐκ τῶν σαρκῶν εἰς τοῦτο τετηκυῖα, θερμὴ <lb/>καὶ
                        ὑγρὰ, κατ’ ὀλίγον τὸ πρῶτον ἐμπίπτουσα, πήγνυται <lb/>διὰ τὴν τῶν ἰνῶν
                        δύναμιν. πηγνυμένη δὲ καὶ βίᾳ κατασβεννυμένη <lb/>χειμῶνα καὶ τρόμον ἐντὸς
                        παρέχει. πλεῖον <lb/>δ’ ἐπιῤῥέουσα, τῇ παρ’ αὐτῆς θερμότητι κρατήσασα, τὰς
                        <lb/>ἶνας εἰς ἀταξίαν ζέσασα διέσωσε. καὶ ἐὰν μὲν ἱκανὴ διὰ <lb/>τέλους
                        κρατῆσαι γένηται, πρὸς τὸ τοῦ μυελοῦ διαπεράσασα <lb/>γένος, καίουσα ἔλυσε
                        τὰ τῆς ψυχῆς αὐτόθεν οἷον νεὼς πείσματα, <lb/>μεθήκε δὲ ἐλευθέραν. ὅταν δὲ
                        ἐλάττων ᾖ, τό τε <lb/>σῶμα ἀντίσχῃ τηκόμενον, αὐτὴ κρατηθεῖσα ἢ κατὰ πᾶν τὸ
                        <lb/>σῶμα ἐξέπεσεν ἢ διὰ τῶν φλεβῶν εἰς τὴν κάτω ξυνωσθεῖσα <lb/>ἢ τὴν ἄνω
                        κοιλίαν, οἷον φυγὰς ἐκ πόλεως στασιασάσης ἐκ <lb/>τοῦ σώματος ἐκπίπτουσα,
                        διαῤῥοίας καὶ δυσεντερίας καὶ τὰ <lb/>τοιαῦτα νοσήματα πάντα παρέχετο. ταυτὶ
                        μὲν οὖν ἐν μόνῳ <lb/>τῷ Τιμαίῳ Πλάτων εἶπεν ἑπόμενος Ἱπποκράτει· τὰ δὲ
                        <lb/>τῶν ἄλλων αὐτοῦ βιβλίων εἴ τις ἐκλέγοι, πάντα δόξει μιμεῖσθαι
                        <lb/>μακρολογίας ἕνεκα τὸν Ἰουλιανόν. ἔτι δὲ δὴ μᾶλλον <pb n="264"/> εἰ τὰ
                        παρὰ Θεοφράστου καὶ Ἀριστοτέλους καὶ Χρυσίππου <lb/>καὶ πᾶσι τοῖς
                        περιπατητικοῖς τε καὶ στωϊκοῖς εἰρημένα, <lb/>περὶ θερμοῦ καὶ ὑγροῦ καὶ
                        ψυχροῦ καὶ ξηροῦ καὶ χολῆς <lb/>καὶ φλέγματος, ὑγείας τε καὶ νόσου παραγράφῃ
                        σύμπαντα. <lb/>καὶ γὰρ νῦν ἡγοῦμαι ἤδη τινὰς μέμφεσθαι τοῦ μήκους ἡμῖν
                        <lb/>τῶν λόγων εἰς ἔλεγχον ἀναισθήτου σοφιστοῦ συγκειμένων. <lb/>ὃς γὰρ οὐκ
                        ὤκνησεν, ὦ Ζεῦ καὶ θεοὶ, Πλάτωνα μὲν καὶ <lb/>Ἀριστοτέλην καὶ Ζήνωνα καὶ
                        τοὺς ἀπ’ αὐτῶν φιλοσόφους <lb/>ἐπαινεῖν, ἐξελέγχειν δὲ τὰ περὶ τῶν τοῦ
                        σώματος στοιχείων <lb/>ὑφ’ Ἱπποκράτους εἰρημένα, τί ἂν ἐπὶ τῶν πάντων ὁ
                        <lb/>τοιοῦτος εἰπεῖν αἰδεσθῇ; ἢ ταῦτα μὲν ἀφείσθω. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p><milestone unit="ed2page" n="383"/>Σκέψαι δ’ ἑξῆς ἃ γράφει μὴ συγχωρῶν, ὡς
                        <lb/>ἔοικε, μηδὲ τοὔνομά τινι σκέψασθαι τῆς φύσεως. ἔστι δ’ <lb/>ἀρχὴ τῆς
                        ῥήσεως ἥδε· οὐδ’ ἂν πείσειαν ἡμᾶς τε ἢ αὐτοὺς <lb/>ἐπ’ ἀληθείᾳ ὅτι ἴσασι τί
                        ἡ φύσις ἐστὶν, ἣν ἄνω τε <pb n="265"/> καὶ κάτω θρυλοῦσι τραγῳ<milestone unit="ed1page" n="340"/>δοῦντες πανταχοῦ ἤτοι <lb/>θερμὸν ἁπλοῦν ἢ κρᾶμα
                        κἀκ μίξεως ἢ ψυχροῦ οὐσίαν καὶ <lb/>πνεύματος. κἄπειτα ἑξῆς τούτῳ ἐπιφέρει
                        μὴ πολλὰ συγχωρῶν <lb/>ἐγγνῶναι φύσεως οὐσίαν, ὥσπερ Ἱπποκράτους γεγραφότος
                        <lb/>ὄνομα φύσεως ἐν τῷ προκειμένῳ νῦν ἡμῖν ἀφορισμῷ, <lb/>ἀλλ’ οὐκ ἐν τοῖς
                        αὐτομάτοις γιγνόμενον εἰρηκότος. πόθεν <lb/>ἐπεισῆλθε τὸ τῆς φύσεως ὄνομα;
                        πόθεν δ’ ἄλλοθεν ἢ ἐκ <lb/>τῆς συνήθους Ἰουλιανοῦ φλυαρίας ἀφορμὴν παρέξει
                        λόγου <lb/>μακροῦ, ὃν ἐάν τις ἀναπτύξῃ, προδήλως φωράσει τὸν λῆρον
                        <lb/>αὐτοῦ. ἐπεὶ τοίνυν ἅπαντες ἰατροὶ τῶν κενώσεων τὰς <lb/>μὲν ὑπὸ φύσεως,
                        τὰς δ’ ὑπὸ τύχης γίγνεσθαί φασιν, ἐνδεικνύμενοι <lb/>τὴν αἰτίαν αὐτῶν ἐνίοτε
                        μὲν ἐξ αὐτοῦ τοῦ τῶν <lb/>καμνόντων ὁρμᾶσθαι σώματος, ἔστι δ’ ὅτ’ ἔξωθεν
                        ἀφορμὴν <lb/>ταύτην εἶχε περὶ τοῦ ληρῆσαί τι περὶ τοῦ τῆς φύσεως ὀνόματος.
                        <lb/>ἔστι δ’ ὃ βούλεται λέγειν ἐν κεφαλαίῳ περιλαβόντι <lb/>τοιόνδε. φυσικὰς
                        κενώσεις οὐδὲ φθέγγεσθαι προσῆκεν, <lb/>ἀγνοοῦντας ὅ τι ποτ’ ἐστὶν ἡ φύσις.
                        ἀλλ’, ὦ γενναιότατε ﻿<pb n="266"/> σοφιστῶν οὐδ’ ὅτι ψυχὴν ἔχομεν ἢ αἴσθησιν
                        ἢ νοῦν ἢ λογισμὸν <lb/>ἢ μνήμην ὁ τοιοῦτος λόγος ἐπιτρέψει γιγνώσκειν,
                        <lb/>ὡς ἑκάστου γε καὶ τούτων δύσγνωστος ἡ οὐσία. καὶ τί θαυμαστόν;
                        <lb/>ὅπου γὰρ καὶ τὸν ἥλιον αὐτὸν, ὃν ἐναργέστατα <lb/>βλέπομεν, οὐκ ἴσμεν
                        ἀκριβῶς ὁποῖός ἐστι τὴν οὐσίαν, ἤ <lb/>πού τε περὶ φύσεως ἢ ψυχῆς ἢ μνήμης ἤ
                        τινος ἑτέρου <lb/>τῶν τοιούτων ἑτοίμως ἀποφανούμεθα. ἀλλ’ ὥσπερ καὶ ταῦτα
                        <lb/>αὐτῶν ὀρθῶς εἰρήκαμεν καὶ οὕτως ὅταν τὴν ἔννοιαν αὐτῶν <lb/>ἑκάστου καὶ
                        τὴν τῆς ὑπάρξεως διάγνωσιν ἔχωμεν ἐναργῆ, <lb/>προσθεῖναι χρὴ τῷ λόγῳ. ἅπαν
                        μὲν γὰρ φυτὸν ὑπὸ φύσεως <lb/>διοικεῖται, πᾶν δὲ ζῶον ὑπὸ φύσεώς τε ἅμα καὶ
                        ψυχῆς. <lb/>εἴ γε δὴ τὴν μὲν τοῦ τρέφεσθαί τε καὶ αὐξάνεσθαι <lb/>καὶ τῶν
                        τοιούτων ἔργων αἰτίαν ὀνομάζομεν ἅπαντες ἄνθρωποι <lb/>φύσιν, τὴν δὲ τῆς
                        αἰσθήσεώς τε καὶ τῆς ἕξεως αὐτῆς <lb/>κινήσεως ψυχὴν, ὥστ’ οὐδεὶς ἡμῶν οὔτε
                        καταψεύδεται <lb/>τῶν ἔργων τῆς φύσεως οὔτ’ ἐπειδὴ ταῦτα γιγνώσκει καὶ
                        <lb/>τὴν οὐσίαν αὐτῆς εὐθὺς οἷός τε, καθάπερ οὐδὲ τὴν τοῦ <pb n="267"/>
                        ἡλίου, <milestone unit="ed2page" n="384"/>ἀλλ’ ἀνατέλλοντα μὲν αὐτὸν ὁρῶμεν
                        ἐναργῶς, <lb/>ὥσπερ γε καὶ δυόμενον ἅπαντά τε τὸν μεταξὺ τόπον ἀμείβοντα
                        <lb/>τάξει καὶ χρόνῳ ἀφωρισμένῳ, τὴν δ’ οὐσίαν ὁποῖός <lb/>τίς ἐστιν ἐπὶ
                        χολῇ ζητοῦμεν. εἰ μὲν οὖν ἀδύνατον ἦν γνῶναι <lb/>τὰς φυσικὰς ἐκκρίσεις
                        ὁπότε γίνονται, χωρὶς τοῦ προγνῶναι <lb/>τὴν οὐσίαν αὐτῆς ἐργαζομένης αὐτὰς
                        φύσεως, εἰκότως <lb/>ἂν δείξας ἐκεῖνος ἄγνωστον, εὐθὺς αὐτῇ συνανῄρηκε
                        <lb/>τὴν τούτων γνῶσιν. ἐπεὶ δ’ ἐγχωρεῖ κἂν ἐκείνην τις ἀγνοῇ, <lb/>ταύτας
                        γοῦν γιγνώσκειν, ἐκ περιττοῦ φλυαρεῖ ταῦτα πάνθ’ <lb/>ὁ θαυμασιώτατος
                        Ἰουλιανός. ἡμεῖς γὰρ, ὅταν χωρὶς φαρμάκου <lb/>καθαίροντος ἔμετος ἢ συχνὴ
                        κάτω γένηται κένωσις, <lb/>εἴτε δι’ ἐντέρων εἴτε κατὰ τὰς μήτρας, ἅπαντα τὰ
                        τοιαῦτα <lb/>φύσει τε γεγονέναι φαμὲν ἢ ὑπὸ φύσεως ἢ φυσικῶς. οὐδὲν <lb/>γὰρ
                        διαφέρει, μιμούμεθά τε φανερῶς ὠφελήσαντες τοὺς κάμνοντας. <lb/>Ἰουλιανὸς δ’
                        ἔοικεν οὐδ’ ὃ πάντες ἄνθρωποι λέγουσί <lb/>τε καθ’ ἑκάστην ἡμέραν καὶ
                        γιγνώσκουσιν, οὐδὲ τοῦτ’ <lb/>ἐπίστασθαι, κατὰ φύσιν μὲν ἔχειν τοὺς
                        ὑγιαίνοντας, παρὰ <pb n="268"/> φύσιν δὲ τοὺς νοσοῦντας. εἰ γὰρ οὐκ ἔξεστιν
                        οὐδὲν τῶν <lb/>τοιούτων ὀνομάτων χρῆσθαι, μὴ πρότερον ἐπισταμένους τῆς
                        <lb/>φύσεως τὴν οὐσίαν, οὔτε τοὺς ὑγιαίνοντας ὅτι κατὰ φύσιν <lb/>ἔχουσιν
                        ἐροῦμεν οὔτε τοὺς νοσοῦντας ὅτι παρὰ φύσιν. <lb/>ἀλλὰ γὰρ εἰ βούλει καὶ
                        τοῦτ’ αὐτῷ δῶμεν ἐκ περιουσίας <lb/>καὶ συγχωρήσομεν, εἰ μὴ πρότερον
                        εἰδείημιν ὡς ἐκ θερμοῦ <lb/>καὶ ψυχροῦ καὶ ὑγροῦ καὶ ξηροῦ τὰ σώμαθ’ ἡμῶν
                        συνέστηκεν, <lb/>ἀμήχανον εἶναι μιμήσασθαι τὰ καλὰ ὑπὸ φύσεως <lb/>ἢ τύχης
                        γιγνόμενα. τί οὖν κωλύει γιγνώσκειν ἡμᾶς ἀκριβῶς <lb/>τοῦτο μέχρις ἂν ἡμεῖς
                        τε λέγειν ἔχωμεν ἀπόδειξιν δόγματος, <lb/>οἵ τ’ ἄριστοι τῶν φιλοσόφων, οὓς
                        καὶ σὺ θαυμάζεις <lb/>αὐτὸς, ὁμολογῶσιν Ἱπποκράτει τε καὶ ἀλλήλοις, εἰ μή
                        <lb/>τις τὴν διαφωνίαν ἱκανὸν οἴεται μάρτυρα εἶναι τῆς ἀγνοίας <lb/>τοῦ
                        δόγματος, ἐξαίφνης ἀπορητικός τις ἀντὶ στωϊκοῦ γεγονώς. <lb/>εἰ γὰρ δὴ τούτῳ
                        πέπεισαι τῷ λόγῳ, φάσκοντι μηδὲν <lb/>τῶν διαπεφωνημένων πᾶσι τοῖς
                        φιλοσόφοις εἰς γνῶσιν ἀνθρωπίνην <lb/>ἀφικέσθαι δύνασθαι, τί δή ποτε οὐ πολὺ
                        πρῶτον <pb n="269"/> ἁπάντων ἀπιστεῖς ταῖς καλαῖς σου κοινότησιν, ἃς ἡ κατὰ
                        τὸν <lb/>οὐρανὸν οἰκοῦσα μέθοδος ἐγέννησεν; ἀλλ’ οὐδεὶς τῶν ἄλλων
                        <lb/>ἰατρῶν εἶδεν αὐτὰς ἀμυδρῶς, ἐναργῶς δὲ, ὡς νομίζει ὁ <lb/>Θεσσαλὸς, καὶ
                        τό γε μεῖζον τούτου, ὅτι καίτοι θεασαμένου <lb/>καὶ δείξαντος αὐτὰς τοῦ
                        Θεσσαλοῦ τῷ λαμπροτάτῳ χορῷ <lb/>τῶν ἀμφ’ αὐτὸν ἰατρῶν, ὅμως οὐδεὶς οὐδενὶ
                        συνεφώνησαν, <lb/>ἀλλ’ ἄχρι δεῦρο πολεμοῦσι μείζονα πόλεμον, ὃν Θεσσαλὸς
                        <lb/>ἐπολέμησε τοῖς συμφοιτηταῖς. εἴπερ οὖν διαφωνία σημεῖόν <lb/>ἐστι τῆς
                        τῶν πραγμάτων ἀγνοίας, ἁπασῶν πρῶτον ἀπιστητέον <lb/>ταῖς τοῦ Θεσσαλοῦ
                        κοινότησι, ὅσον καὶ πλείστη γε περὶ αὐτῶν <lb/>ἐστιν ἡ διαφωνία. τὸ μέντοι
                        γε τὴν τοῦ σώματος ἡμῶν <lb/>φύσιν ἤτοι γε ἐξ ἀέρος καὶ πυρὸς καὶ ὕδατος καὶ
                        γῆς ἢ <lb/>ἐξ ὑγροῦ καὶ ξηροῦ καὶ θερμοῦ καὶ ψυχροῦ συμμέτρως ἀλλήλοις
                        <lb/>κεκραμένων γεγονέναι διαπεφώνηται μὲν, ἀλλ’ οὐκ <lb/>εἰς τοσοῦτον, ὅσον
                        αἱ Θεσσαλοῦ κοινότητες, εἴ γε καὶ Πλάτων <lb/>καὶ Ζήνων, Ἀριστοτέλης τε καὶ
                        Θεόφραστος, Εὔδημός <lb/>τε καὶ Κλεάνθης καὶ Χρύσιππος ἅμα πολλοῖς
                        φιλοσόφοις, <pb n="270"/>
                        <milestone unit="ed2page" n="385"/>ὧν οἱ μὲν στωϊκοὺς, οἱ δὲ περιπατητικοὺς,
                        οἱ <lb/>δὲ Πλατωνικοὺς ἑαυτοὺς ὠνόμασαν, ὁμολογοῦσιν ἀμφ’ αὐτάς· <lb/>αἱ δ’
                        ὑπὸ Θεσσαλοῦ κοινότητες εἰρημέναι, τοσούτου <lb/>δέουσιν ἀρέσκειν τοῖς
                        ἄλλοις ἰατροῖς, ὥστ’ οὐδ’ αὐταὶ τούτοις <lb/>ὁμολογοῦνται τοῖς ἀμεθόδοις μὲν
                        ὄντως, ὀνόματι δὲ <lb/>σεμνῷ τῷ τῆς μεθόδου, καθάπερ τινὶ προβλήματι
                        κεχρημένοις. <lb/>οὔτε γάρ Ἱπποκράτης οὔτε Διοκλῆς οὔτε Πλειστόνικος
                        <lb/>οὔτε Πραξαγόρας οὔτε Μνησίθεος οὔτε Φιλότιμος <lb/>οὔτε Ἐρασίστρατος
                        οὔτε Ἡρόφιλος οὔτε ἄλλος τις ἰατρὸς <lb/>οὔτε λογικὸς οὔτ’ ἐμπειρικὸς ἠρέσθη
                        ταῖς Θεσσαλοῦ κοινότησι. <lb/>καὶ μὴν εἰ χρὴ παραβαλεῖν ἀλλήλαις τὰς
                        διαφωνίας, <lb/>οὐ μικρῷ τινι προὔχουσαν εὑρήσεις τὴν περὶ τοῦ <lb/>Θεσσαλοῦ
                        κοινότητα. τριῶν γὰρ οὐσῶν ἐν ἰατρικῇ κατὰ <lb/>γένος αἱρέσεων, ὡς αὐτοὶ
                        λέγουσιν, ὅταν οἵ τ’ ἀπὸ τῆς ἐμπειρίας <lb/>ὄντες οἵ τε δογματίζοντες
                        ἀναιρῶσι τὰς Θεσσαλοῦ <lb/>κοινότητας, οὐ μικράν τινα χρὴ νομίζειν τὴν
                        τοιαύτην διαφωνίαν, <lb/>ἀνυπέρβλητον τὸ μέγεθος αὐτῆς γίγνεται, μήτ’ αὐτοῦ
                            ﻿<pb n="271"/> τοῦ γεννήσαντος τὰς κοινότητας Θεμίσωνος μήτε τῶν ἀπ’
                        <lb/>αὐτοῦ μηδενὸς, ἀλλὰ μήτε τῶν ἀμεθόδων Θεσσαλείων μηδενὸς
                        <lb/>φυλάξαντος αὐτάς. οὐδεὶς γοῦν ἐστιν ὃς οὐκ ἤτοι <lb/>προσέθηκεν αὐταῖς
                        ἄλλο ἢ ἀφεῖλεν ἢ μετεκόσμησέ πως. καίτοι <lb/>γε οὐδ’ εἰ πάντες οὗτοι
                        συνεφώνουν ἀλλήλοις, οὐδ’ <lb/>οὕτω σμικρά τις ἦν ἡ διαφωνία πρὸς τοὺς
                        ἄλλους αὐτοῖς. <lb/>ὁπότε δ’ ἐπ’ ἐκείνοις ἅπασιν οὐδ’ αὐτοὶ συμφέρονται,
                        μόνος <lb/>οὖν ἀπολείπεται ὁ Θεσσαλὸς ἔχων οὐδένα, πρὶν ἄχρι λόγου
                        <lb/>τοῦτον τὸν Ἰουλιανόν. ἔργῳ μὲν γὰρ ἐδείχθη καὶ οὗτος <lb/>ἐναντιώτατα
                        λέγων αὐτῷ καὶ ὅστις περὶ τούτου πεισθῆναι <lb/>βούλεται, τοῖς περὶ τῆς
                        μεθοδικῆς αἱρέσεως ὑπομνήμασιν <lb/>ἡμῶν ἐντυχέτω. ἀλλὰ καίτοι μόνος ὁ
                        Θεσσαλὸς εἰ <lb/>φαίη τοῖς ὑπὲρ ἀληθείας ἀγωνιζομένοις ἀπόδειξιν εἶναι τὸ
                        <lb/>κριτήριον καὶ συμφωνίαν τῶν τοῖς ἄλλοις δοκούντων, οὐδεὶς <lb/>αὐτοῦ
                        καταγνώσεται, εἶτα Θεσσαλοῦ μὲν οὐ προκαταγινώσκομεν, <lb/>ἅπασι τοῖς ἄλλοις
                        διαφωνοῦντος Ἱπποκράτους, ᾧ <lb/>πρὸς τοῖς ἀρίστοις ἰατροῖς οἱ κράτιστοι τῶν
                            <milestone unit="ed1page" n="341"/>φιλοσόφων <lb/>μαρτυροῦσιν,
                        ἀπιστήσομεν δ’ ἐκ μόνης διαφωνίας; <pb n="272"/> τίς ἂν τοῦτον ἀνασχέσθαι
                        δύναται; τίς περιμεῖναι τῷ λόγῳ <lb/>τοιούτῳ; τίς οὐκ ἂν ἀλγήσειεν ἀπολλὺς
                        τὸν χρόνον εἰς ἀντιλογίαν <lb/>ἀνθρώπου, μήθ’ ὧν αὐτὸς εἶπε μεμνημένου μήθ’
                        <lb/>ὧν γράφει συνιέντος; ἀλλὰ αὐτὸ δὴ τοῦτο τὸ κατὰ τὴν παροιμίαν <lb/>ὅ τι
                        περ ἂν ἐπὶ γλῶτταν ἔλθοι φλυαροῦντος. </p></div></div></body></text></TEI>