<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg093.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="7"><p><milestone unit="ed2page" n="372"/>Ἀλλ’, ὦ βέλτιστε Λύκε, φαίη τις ἂν,
                        οἶμαι, <lb/>πρὸς αὐτὸν ἀπολογούμενος ὑπὲρ ὧν ἐπηρεάζει τὸν Ἱπποκράτην
                        <lb/>μὴ ταῦτα εἶναι μοχθηρὰ τὰ λεγόμενα. εὐθὺς οὖν τὸ <lb/>κατὰ τὴν οὐσίαν
                        πλέον θερμὸν, οὐχ ἁπλῶς κρίνεται τῷ <lb/>τοῦ παντὸς ὄγκῳ σώματος, ἀλλ’ ὡς
                        αὐτὸς ὁ Λύκος ἔλεγεν <lb/>ἑτέρωθι, μέγιστον ἐγκέφαλον ἔχειν τὸν ἄνθρωπον οὐχ
                        ἁπλῶς <lb/>λαμβάνων τὸ μέγεθος, ἀλλὰ κατὰ τὴν ἀναλογίαν τοῦ ζώου <lb/>πρὸς
                        τὸ ζῶον. ὥσπερ οὖν οὕτω σμικρὸν παιδίον ἐλέφαντος <lb/>τοῦ μεγίστου μείζονα
                        τὸν ἐγκέφαλον ἔχειν φησὶν, οὐ τῷ <lb/>τοῦ σώματος ὄγκῳ μόνῳ προσέχων τὸν
                        νοῦν, ἀλλὰ προστιθεὶς <lb/>αὐτοῦ τὸ κατὰ τὴν ἀναλογίαν, οὕτω κἀπὶ τοῦ θερμοῦ
                        <lb/>σώματος ἐχρῆν πεποιηκέναι, σκεψάμενον ὁποῖόν τι τῶν ἐν <lb/>ἡμῖν
                        σωμάτων ἔμφυτον ὑπάρχει, τουτέστιν ἀρχέγονον. αὐτὸς <lb/>γὰρ ἐπίσταται
                        τοὔνομα καὶ γεγραμμένον ἐν τοῖς Ἱπποκρατείοις <lb/>βιβλίοις καὶ συνημμένον
                        ἐκεῖνο τὸ σῶμα τὸ ἐξ <lb/>ἀρχῆς ὑπάρχον τοῖς γεννωμένοις, τουτέστιν ἐξ οὗ
                        τὴν πρώτην <lb/>ἔσχηκε γένεσιν. ἆρ’ οὖν ἄλλο τι τοῦτ’ ἐστὶ πλὴν καταμηνίου
                            ﻿<pb n="236"/> καὶ σπέρματος; ἐγὼ μὲν οὐδὲν οἶδα τρίτον, ἀλλ’ <lb/>ἐπεὶ
                        περ ἡ τοῦ σώματος οὐσία τοῖς γεννωμένοις ἐκ τούτων <lb/>ἐστὶ τῶν ἀρχῶν, ἡ
                        μὲν ἀκριβῶς πρώτη σύστασις οὐκ ἐκ <lb/>πλείστων ἂν εἶναι λέγοιτο τῶν
                        εἰρημένων σωμάτων, ἀλλ’ <lb/>ἐκ μόνων. καίτοι τί λέγω τὴν πρώτην ἀκριβῶς; εἰ
                        γὰρ <lb/>ἀναμνησθείημεν ὁποίαν τινὰ διηγήσατο τὴν ἑκταίαν γονὴν
                        <lb/>Ἱπποκράτης, εἰσόμεθα σαφῶς ἔτι διαμένον ἐν αὐτῇ τὸ ἔμφυτον <lb/>σῶμα.
                        πρὶν γὰρ ὀστοῦ τινα φύσιν ἢ φλεβὸς ἢ ἀρτηρίας <lb/>ἢ νεύρου ἢ χόνδρου ἢ
                        συνδέσμου ἐν τῷ κυήματι <lb/>φαίνεσθαι, μόνον αὐτοῖς ὑπάρχει θερμὸν σῶμα τὸ
                        ἔμφυτον. <lb/>ἀδιάπλαστος γάρ τις σὰρξ μαλακὴ παραπλήσιος αἵματος
                        <lb/>θρόμβῳ διαδέχεται τὴν πρώτην τοῦ κυήματος ἰδέαν, ἐν <lb/>αὐτῇ τινας
                        ἔχουσαν, καθάπερ Ἱπποκράτης ὠνόμασεν, οἶον <lb/>αἱμάλωπας ἐκ τῆς τοῦ
                        σπέρματος οὐσίας, τῆς ἐν αὐτῇ λευκότητος <lb/>ὑπαρχούσης, ὕστερον δ’ ἐκ
                        πολλῆς τῆς ἀλλοιώσεως <lb/>συνεχῶς γιγνομένης, ὀστοῦ τις ὑπογραφὴ καὶ
                        χόνδρου καὶ <lb/>συνδέσμου καὶ νεύρου καὶ ἀρτηρίας καὶ φλεβὸς ἀποτελεῖται,
                        <lb/>καθ’ ὃν ἤδη χρόνον μένον ἔτι τὸ ἔμφυτον θερμὸν σῶμα <pb n="237"/> τοῖς
                        κυουμένοις ἐστὶν, ἀλλὰ πλεῖστον ἀεί τε καὶ μᾶλλόν ἐστιν <lb/>ὅσον αὔξεται τὰ
                        κυούμενα. τὸ μὲν ἔμφυτον αὐτῶν σῶμα <lb/>θερμὸν, ὅπερ ἦν αἷμα καὶ σπέρμα
                        μεῖον γίγνεται. ποικιλία <lb/>δὲ ἐπικτήτων προσγίνεται σωμάτων. οὐδὲν γὰρ
                        τῶν εἰρημένων <lb/>τοῖς ζώοις ἔμφυτόν ἐστιν, ἀλλ’ ἐπίκτητα πάντα καὶ
                        <lb/>εἴπερ ὅλον τ’ ἦν γενέσθαι ποτε ζῶον ὄστινον ἢ νεύρινον, <lb/>ἐφθείρετ’
                        ἂν οὕτως τὸ ἔμφυτον θερμόν. ἀλλὰ τοῦτο μὲν <lb/>ἀδύνατον, ἐπικρατεῖν δὲ τὴν
                        τῶν ὀστῶν καὶ χόνδρων καὶ <lb/>συνδέσμων καὶ νεύρων καὶ ἀρτηριῶν οὐσίαν
                        ἐγχωρεῖ. τὰ <lb/>γοῦν εἰς ἔσχατον γῆρας ἀφι<milestone unit="ed2page" n="373"/>κόμενα τῶν ζώων ἐλαχίστην <lb/>ἔχοντα τὴν αἱματώδη φύσιν ὀλίγου δεῖν, ἐξ
                        ὀστῶν <lb/>μόνων καὶ νεύρων, ὑμένων τε καὶ συνδέσμων, ἀρτηριῶν τε <lb/>καὶ
                        φλεβῶν καὶ χόνδρων σύγκειται. ἐκ γὰρ μὲν ὅλων τῶν <lb/>τοῦ ζώου μορίων ἡ
                        μόνη σὰρξ αἱματώδης ἐστὶν, ἣν ἐλαχίστην <lb/>ἔχει τὰ γεγηρακότα, καὶ ταύτην
                        ὀλίγαιμόν τε καὶ σκληράν. <lb/>τῶν δ’ ἄλλων τῶν εἰρημένων μορίων οὐδὲν
                        αἱματῶδες <lb/>ὑπάρχει. οὔκουν ἁπλῶς χρὴ τῷ τῆς οὐσίας ὄγκῳ μετρεῖν <lb/>τὸ
                        ποσὸν τοῦ συμφύτου σώματος, ὅπερ ἐπὶ τῆς δραστικωτάτης <pb n="238"/> τῶν ἐν
                        αὐτῷ ποιοτήτων ἔμφυτον ὠνόμασται <lb/>θερμὸν, ἀλλὰ παραβάλλοντας τοῖς οὐκ
                        ἐμφύτοις σκοπεῖσθαι <lb/>τὴν ἀναλογίαν. ὡς γὰρ ἐν τῷ βαλανείῳ πολὺν ἀτμὸν ἢ
                        νὴ <lb/>Δία καπνὸν ἤ τι τοιοῦτον ἕτερον εἶναί φαμεν, οὐ πρὸς τὸ <lb/>μέγεθος
                        ἀναφέροντες ἁπλῶς τῶν οἰκιῶν, ἀλλὰ πρὸς τὸν οἰκεῖον <lb/>ἀέρα τοῦ βαλανείου,
                        οὕτως καὶ κατὰ τὸν ἄνθρωπον <lb/>ἐροῦμεν ἤτοι πλείστην εἶναι τὴν οὐσίαν ἢ
                        ὀλίγην τοῦ <milestone unit="ed1page" n="336"/>
                        <lb/>ἐμφύτου θερμοῦ, παραβάλλοντες τοῖς οὐκ ἐμφύτοις σώμασιν.
                        <lb/>αἱματωδέστατα γὰρ ἅπαντα ἔχει τὸ βρέφος, ἄχρι καὶ τοῖς <lb/>ὀστοῖς
                        ἐμφαίνεσθαί τι τοιοῦτον. ἔμπαλιν δὲ οἱ γέροντες <lb/>ἀναιμότατα πάντ’
                        ἔχουσιν ἄχρι τῶν σαρκῶν· καὶ γὰρ ταύταις <lb/>ἐλάχιστον αἵματος ὑπάρχει.
                        ἀλλ’ ἢν ἔμφυτον σῶμα <lb/>θερμὸν τὸ αἷμα περαίνοιτ’ ἂν οὖν ἐκ τῶνδε πλεῖστον
                        μὲν <lb/>εἶναι τὸ ἔμφυτον θερμὸν σῶμα τοῖς αὐξανομένοις, ἐλάχιστον <lb/>δὲ
                        τοῖς γεγηρακόσιν. οὕτως δὲ καὶ τὸ σπέρμα συγκείμενον <lb/>ἔκ τε τῆς ὀῤῥώδους
                        ὑγρότητος καὶ τοῦ πνεύματος <lb/>τοῦ κατ’ αὐτὴν, ἐλάχιστον μὲν ἐν τοῖς
                        γεγηρακόσι, πλεῖστον <lb/>δ’ ἐστὶν ἐν τοῖς τῶν αὐξανομένων σώμασι, καὶ
                        τούτων μάλιστα <pb n="239"/> ἐν τοῖς νεωτάτοις, ὡς ἐν τοῖς περὶ σπέρματος
                        ὑπομνήμασιν <lb/>ἀπεδείξαμεν. εἰ γοῦν ἀπορήσεις, εἰ ῥᾳδίως ἀναλίσκεται
                        <lb/>καὶ διαῤῥεῖ τὸ σῶμα τῶν αὐξανομένων; καὶ μὴν <lb/>ἐπὶ γε τῶν ἄλλων οὐκ
                        ἀγνοεῖς ὕδωρ μὲν θερμὸν ἢ ἔλαιον <lb/>ἤ τι τῶν οὕτως ὑγρῶν ἐλαχίστῳ
                        διαφορούμενον ὅλον. οὔτε <lb/>γὰρ γῆν οὔτε λίθον οὔτ’ ἄλλο τῶν ψυχρῶν φύσει
                        καὶ ξηρῶν. <lb/>δύο μὲν γάρ εἰσιν ἐν ἅπασι τοῖς οὖσιν ἐπιτηδειόταται
                        <lb/>ποιότητες εἰς διαφόρησιν, ὑγρότης καὶ θερμότης, δύο <lb/>δὲ ἔμπαλιν εἰς
                        διαμονὴν, ξηρότης καὶ ψυχρότης, ὥστ’ οὐδὲν <lb/>θαυμαστὸν, εἰ τὰ μὲν τῶν
                        παιδίων σώματα διά τε τὴν <lb/>ὑγρότητα καὶ θερμότητα ῥᾳδίως διαπνεῖται, τὰ
                        δὲ τῶν γερόντων <lb/>οὐ ῥᾳδίως ὑπὸ ξηρότητος καὶ ψύξεως πεπηγυῖαν
                        <lb/>ἐχόντων τὴν οὐσίαν δὲ ὥστ’, ὦ βέλτιστε Λύκε, περὶ ὧν <lb/>ἐχρῆν
                        ἐπιτιμηθῆναί σε, περὶ τούτων ἐγκαλεῖς. ἀγνοῶν οὖν <lb/>ἐφάνης ἕν τι τῶν
                        πρώτων μαθημάτων, ὃ μηδεὶς τῶν εἰσηγμένων <lb/>νομίμως ἀγνοεῖ. πολλὴν μὲν
                        γὰρ οὐσίαν ἁπλῆν ὁ <lb/>τοῦ σώματος ὄγκος κρίνει, σύνθετον δὲ ἐκ διαφερόντων
                            <pb n="240"/> ὑπάρχουσαν ἡ τῶν μιχθέντων ἀναλογία, καθάπερ καὶ τὸν
                        <lb/>ἐγκέφαλον ἤ τι τῶν ἄλλων μορίων. οὕτω γοῦν καὶ μιγνύντες <lb/>οἶνον
                        ὕδατι τοῦ πιεῖν ἕνεκεν ἤτοι πλείονα τὸν οἶνον <lb/>λέγουσιν ἢ τὸ ὕδωρ ἢ οὔθ’
                        ἕτερον, ὅταν εἰς συμμετρίαν <lb/>κράσεως ἥκωσιν. ἔμπληκτος δ’ οὐδεὶς οὕτως
                        ἐστὶν, ὡς ἐμβαλὼν <lb/>εἰς οἴνου πίθον ὕδατος κοτύλην πλεῖον εἷναι λέγει
                        <lb/>ἐν τῷ πίθῳ τὸ ὕδωρ τοῦ κατὰ τὸ μικρὸν ποτήριον, ὅταν <lb/>οὕτως ἔτυχεν,
                        ἐν ἐκείνῳ τριῶν ὄντων κυάθων, ὁ μὲν εἶς <lb/>ὕδατος, οἱ δὲ δύο ὑπάρχουσιν
                        οἴνου. Λύκος δὲ, ὡς οἶμαι, <lb/>καὶ τὴν τετραφάρμακον ὀνομαζομένην δύναμιν,
                        ἐκ κηροῦ <lb/>καὶ στέατος καὶ πίττης καὶ ῥητίνης, ἴσων ἁπάντων
                        συντεθειμένων, <lb/>οὐ φήσει πλείονα μὲν πίτταν ἔχειν, ἐὰν διπλασίαν
                        <lb/>τις ἐμβάλλῃ τῶν ἄλλων, <milestone unit="ed2page" n="374"/>ἀλλὰ κἀνταῦθα
                        ἐπισκέψασθαι, <lb/>πότερον πίθος ὅλος ἐστὶ μεστὸς τῆς τετραφαρμάκου
                        <lb/>δυνάμεως ἢ μικρόν τι λεκάριον, εἴτα τὸν πίθον ἐρεῖ <lb/>πολὺ πλείονα
                        τὴν πίτταν ἔχειν τοῦ λεκαρίου, κἂν ὁ μὲν ἐξ <lb/>ἴσων ἦν τῶν τεττάρων, ἡ
                        πίττα δὲ ὑπάρχει διπλασία τῶν <lb/>ἅλλων ἐν τῷ λεκαρίῳ. εἴπερ οὖν ἅπαντα τὰ
                        τοιαῦτα ἁμαρτήματα ﻿<pb n="241"/> τῶν ἄλλων μὴ δυναμένων ἐστὶ διακρῖναι τὸ
                        κατ’ <lb/>ἀναλογίαν καὶ μίξιν πολὺ τοῦ κατὰ τὸ κοινὸν μέτρον <lb/>ἁπλῶς οὕτω
                        λεγομένου, οὐ κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον ἐφ’ ὃν <lb/>ὁ Λύκος ἐνεκάλεσεν
                        Ἱπποκράτει· ἥ τε γὰρ οὐσία τοῦ ἐμφύτου <lb/>θερμοῦ πλείστη τοῖς αὐξανομένοις
                        ἐστὶν, ὡς πρὸς τὴν <lb/>τῶν ἄλλων ἀναλογίαν, ἥ τε σὺν αὐτῇ ποιότης ὡσαύτως,
                        <lb/>ἐπειδήπερ ἀχώριστοι τῶν οὐσιῶν εἰσιν αἱ οἰκεῖαι ποιότητες, <lb/>ὥσπερ
                        γε τῷ καὶ αἱ δυνάμεις. οὕτω γοῦν κἂν εἰς <lb/>τὴν τετραφάρμακον ἐμβάλῃς
                        πλέονα τῆς τῶν ἄλλων ἀναλογίας <lb/>τὴν πίτταν, οὐ τὴν οὐσίαν μόνον αὐτῆς,
                        ἀλλὰ καὶ τὴν <lb/>ποιότητα καὶ τὴν δύναμιν ἐρεῖς ἐνδεῖξαι πλείονα καὶ διὰ
                        <lb/>τοῦτο καὶ τὸ ὑγρὸν ὅπερ ἂν τῆς πίττης ηὐξῆσθαι. δῆλον <lb/>οὖν ὅτι κατὰ
                        τὰ τρία τοῦ πολλοῦ σημαινόμενα τὰ πρὸς <lb/>τοῦ Λύκου γεγραμμένα πλείων ἥ τε
                        πίττα λεχθήσεται κατὰ <lb/>τὴν τετραφάρμακον εἶναι τό τ’ ἔμφυτον θερμὸν τοῖς
                        ζώοις. <lb/>ἔτι δὲ μᾶλλον ἐφ’ ὧν οὐ κέκραται δι’ ὅλων ἀλλήλων ὅλα τὰ
                        <lb/>μιγνύμενα, κατάδηλόν ἐστι κατὰ τοὺς τρεῖς τρόπους, οὓς <lb/>ὁ Λύκος
                        εἶπεν, ἕτερον ἑτέρου λέγεσθαι πλέον, ὥσπερ ἐπὶ <pb n="242"/> τοῦδε τοῦ
                        φαρμάκου τῶν συνηθεστάτων ὄντος, ὃ σύγκειται <lb/>μὲν ἐξ ἴρεως καὶ
                        ἀριστολοχίας καὶ τοῦ τῶν ὀρόβων ἀλεύρου <lb/>καὶ λιβανωτοῦ, πάντων ἀλλήλοις
                        ἴσων τῷ σταθμῷ, <lb/>δύναιτό τις τὸ ἓν ἐξ αὐτῶν διπλάσιον ἐργασάμενον
                        ἀναμίξαι <lb/>τοῖς ἄλλοις ἴσοις, οἷον εἰ τύχοι τὴν ἀριστολοχίαν. ἀληθὲς
                        <lb/>οὖν ἐστι κατὰ τὴν αὐτῶν μίξιν εἰπεῖν, ὅτι καὶ τῇ οὐσίᾳ <lb/>καὶ τῇ
                        ποιότητι καὶ τῇ ἐνεργείᾳ πλεῖόν ἐστι καὶ κρατεῖ <lb/>τῶν ἄλλων ἡ
                        ἀριστολοχία. ταὐτὸν δὴ τοῦτο κἀπὶ τοῦ <lb/>βαλανείου τις εἴποι, μὴ μόνον
                        ἔχοντος ἐν αὐτῷ τὸν εὔκρατον <lb/>ἀέρα, προσειληφότα δὲ τι καὶ καπνοῦ καὶ
                        ἀτμοῦ. δύναται <lb/>γὰρ ἐκ τούτων ποτὲ μὲν ὁ καπνὸς εἶναι πλείων, ποτὲ
                        <lb/>δὲ ὁ ἀτμὸς, ὥσπερ γε καὶ ὁ κατὰ φύσιν ἀὴρ τοῦ βαλανείου. <lb/>τὸ δ’
                        ἁπλῶς οὐ τῷ πλείονι κατὰ τὴν τῆς οὐσίας <lb/>ὑπεροχὴν λέγομεν, ᾧ καὶ τὴν
                        ποιότητα συναύξεσθαι καὶ <lb/>τὴν ἀπ’ αὐτῆς ἐνέργειαν ἀναγκαῖόν ἐστιν
                        ὑποκείσθω γοῦν <lb/>εἶναι τὴν οὐσίαν τοῦ καπνοῦ πλείονα τῆς τῶν ἄλλων δυοῖν,
                        <lb/>ὀρθῶς ἐρεῖς τηνικαῦτα καὶ τὴν ποιότητα τοῦ καπνοῦ τῆς <lb/>τῶν ἄλλων
                        ποιότητος εἶναι πλείονα καὶ τὴν ἐνέργειαν. ὁμολογούμενον <pb n="243"/> δὲ οὐ
                        πλείονα γίγνεσθαι ποιότητα ποιότητος, <lb/>ἀλλὰ σφοδροτέραν, ὥσπερ γε καὶ
                        ἀμυδροτέραν, οὐκ ἐλάττω, <lb/>παμπόλλης οὕσης τῆς τοιαύτης χρήσεως τῶν
                        ὀνομάτων ἐν <lb/>ὅλῳ τῷ βιβλίῳ καὶ κατὰ πάσας τὰς τέχνας. καὶ τί δεῖ
                        <lb/>τῶν ἄλλων μνημονεύειν ἔχοντας ἐναργῶς τοῦ λόγου μαρτύριον <lb/>ἐπ’
                        αὐτῶν τῶν πυρετῶν, οὓς ὁσημέραι πάντες ποτὲ <lb/>μὲν μείζονας ἢ ἐλάττονας
                        ἀλλήλων γεγονέναι φασὶ, ποτὲ δὲ <lb/>ἔλαττον ἢ πλέον πυρέττειν, τὸν δὲ τοῦδε
                        κατὰ τὸν αὐτὸν <lb/>χθὲς ἢ σήμερον. οὕτως οὖν ὑποκειμένου λέγεσθαι τοῦ κατὰ
                        <lb/>τὴν ποιότητα πλέονος οὐδὲν θαυμαστὸν, ἐν ᾧ βαλανείῳ <lb/>πλείων ἐστὶν
                        οὐσία καπνοῦ καὶ τὴν ποιότητα φάναι γεγονέναι <lb/>πλείονα καὶ τὴν
                        ἐνέργειαν, εἰ μὲν κυρίως ὀνομάζομεν <lb/>ἰσχυράν τε καὶ σφοδροτέραν, εἰ δὲ
                        καταχρώμενοι μείζονά τε <lb/>καὶ πλείονα. δήξεται γὰρ δηλονότι τοὺς
                        ὀφθαλμοὺς ὁ καπνὸς <lb/>εἰς ὅσον <milestone unit="ed2page" n="375"/>αὐξάνεται καὶ τὴν οὐσίαν, ὥστ’ ἀεὶ ταῖς οὐσίαις <lb/>συναυξανομένων τῶν
                        οἰκείων αὐταῖς ποιοτήτων καὶ τῶν <lb/>ἐνεργειῶν, ἀληθῶς ἂν εἴποι τις ἐν τῷ
                        τοιούτῳ βαλανείῳ πλεῖστον <lb/>εἶναι τὸν καπνόν. ὑποκείσθω δὲ πάλιν, ὡς
                        ἐλέγομεν, <pb n="244"/> ἀτμοῦ τε καὶ καπνοῦ κατὰ τὸ βαλανεῖον ὑπάρχειν, ἡ δ’
                        οἰκεία <lb/>τοῦ ἀέρος οὐσία, πλείστη κατὰ τὴν ἀναλογίαν οὖσά τε <lb/>καὶ
                        γιγνομένη τοῦ τοῖς ζώοις ἐμφύτου θερμοῦ λεχθήσεται <lb/>γὰρ καὶ νῦν ἐν τῷ
                        βαλανείῳ πλεῖστον εἶναι τὸ οἰκεῖον θερμόν. <lb/>ἆρ οὖν ἀποδεῖ τι τούτου τὸ
                        καὶ τοὺς ἐν τῷ ζώῳ <lb/>χυμοὺς, ἐξ ὧν ἀτμιζόντων ἡ προσπίπτουσα θερμασία
                        τοῖς <lb/>ἁπτομένοις ἔξωθέν ἐστιν; ἄλλη μὲν γὰρ ἀπὸ τοῦ αἵματος
                        <lb/>ἀνάπτεται θερμότης, ἄλλη δὲ ἀπὸ τοῦ φλέγματος, ἄλλη δὲ <lb/>ἀπὸ τῆς
                        ξανθῆς ἢ μελαίνης χολῆς. ἐπὶ μὲν οὖν τῶν παιδίων <lb/>ἡ οὐσία τοῦ αἵματος
                        πλείστη κατὰ τὴν τῆς μίξεως <lb/>ἀναλογίαν. τούτου γὰρ ἀναμιμνήσκειν ἀεὶ
                        δεῖ, καθάπερ <lb/>ὑπὸ ληθάργου κατεχομένους, τοὺς τὰ τοιαῦτα ληροῦντας
                        <lb/>ὁποῖα Λύκος ἔγραψεν, ἥ τε συναυξανομένη ποιότης οὖσα χρηστὴ <lb/>καὶ
                        φίλιος, οὐκ ἀνιαρὰ καὶ δακνώδης τοῖς ἁπτομένοις, <lb/>ἤ τ’ ἐνέργεια, καθ’ ἣν
                        αἱ πέψεις οὐ κνισώδεις γίνονται <lb/>οὐδ’ ὀξώδεις ὡς ἐπὶ <milestone unit="ed1page" n="337"/>φλέγματος. κατὰ πάντας οὖν <lb/>τοὺς τρόπους, ὦ
                        γενναιότατε Λύκε, τοῖς αὐξανομένοις πλέον <lb/>ἐστὶ τὸ ἔμφυτον θερμὸν, ὥστ’
                        οὐδὲν Ἱπποκράτης ἥμαρτεν, <pb n="245"/> ἀλλὰ σὺ μᾶλλον ἐξηλέγχθης ἐπηρεάζων.
                        ἐνεδείξω γὰρ ἐξ ὧν <lb/>ἔγραψας οὐδ’ ὅλως εἰσηγμένος ὑπὸ διδασκάλων τῶν
                        Ἱπποκρατείων <lb/>ἐπαΐειν τι δογμάτων ἐγκαλῶν τε προφανῶς οἷς <lb/>οὐδ’ ὅλως
                        οἶσθα, τήν τ’ ἀντιλογίαν ἀμαθεστάτην ποιούμενος <lb/>ἐφωράθης, τὴν δι’ αὐτῆς
                        ἀνατρέπειν ἐγχειρῶν ἁπάσης <lb/>τέχνης σύστασιν, ἀγνοῶν δὲ ἃ περὶ τούτων
                        ἔγραψε Πλάτων <lb/>πολλάκις ἐναντία λέγεις σαυτῷ, λυμαινόμενος τοῖς νέοις,
                        <lb/>ὅσοι καθάπερ σὺ λογικῆς θεωρίας ἀγυμνάστως ἔχοντες <lb/>ἀγνοοῦσι
                        διακρίνειν ἀληθεῖς λόχους ψευδῶν. ἐφ’ ἅπασι δὲ <lb/>τούτοις τολμηρότατός τε
                        ἅμα καὶ φλύαρος ὤφθης, ἐπιχειρήσας <lb/>γράφειν ἐξηγήσεις τῶν ὑφ’
                        Ἱπποκράτους εἰρημένων <lb/>ἄνευ τοῦ μεμαθηκέναι πρότερον αὐτά. </p></div></div></body></text></TEI>