<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg093.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="6"><p>Ὥσπερ δὲ τὰ περὶ τοῦ πυρὸς ἀμαθῶς εἴρηται τῷ <lb/>Λύκῳ, κατὰ τὸν αὐτὸν,
                        οἶμαι, τρόπον κἀπειδὰν φάμενος τριχῶς <lb/>ἐννοεῖσθαι τὸ πολὺ θερμὸν,
                        ἕκαστον τῶν σημαινομένων <lb/>ἐπεξέρχεται. τὸ μὲν γάρ τι κατὰ τὴν οὐσίαν
                        φησὶν <lb/>ἐννοεῖσθαι τὸ πολὺ θερμὸν, τὸ δὲ τι κατὰ τὴν ἐπίστασιν <lb/>τῆς
                        ποιότητος, τὸ δέ τι κατὰ τὴν ἰσχὺν τῆς οἰκείας ἐνεργείας. ﻿<pb n="226"/>
                        ἀλλ’ οὐδὲ κατὰ τὴν οὐσίαν εἶναι τοῖς αὐξανομένοις <lb/>πολὺ θερμὸν ἐπὶ
                            σμι<milestone unit="ed2page" n="369"/>κρῷ γε τῷ τοῦ σώματος ὄγκῳ
                        <lb/>οὔτε κατὰ τὴν τῆς ποιότητος αὔξησιν, οὐ γὰρ φαίνεται <lb/>θερμότερον
                        τῶν ἀκμαζόντων. ἐν μὲν δὴ τῇ τῶν οἰκείων <lb/>ἔργων ἰσχύϊ συγχωρεῖ μὲν
                        ὑπερέχειν τὸ τῶν αὐξανομένων <lb/>θερμὸν, ἀλλ’ οὐ κυρίως λέγεσθαι. ἔστι μὲν
                        οὖν ἡ ῥῆσις <lb/>αὐτοῦ, δι’ ἧς ταῦτα δηλώσει, μεγίστη. ἀλλ’ ἐγώ μοι δοκῶ,
                        <lb/>καθάπερ ἐπὶ τῆς προγεγραμμένης ἔπραξα, καὶ νῦν οὕτω <lb/>ποιήσειν.
                        οὖσαν γὰρ κἀκείνην μακροτάτην οὐχ ὅλην ἔγραψα, <lb/>μόνον δὲ τὸ
                        ἐπικαιρότατον αὐτῆς ἐξέλεξα. γιγνέσθω <lb/>τοίνυν κἀπὶ ταύτης οὕτως καὶ
                        γραφέσθω τὸ χρησιμώτατον <lb/>εἰς τὸ προκείμενον μέρος αὐτῆς. ὁ μὲν ἕτερος
                        οὖν μοι τῶν <lb/>λόγων καὶ δὴ πέρας ἔχει, ἐπὶ δὲ τὸν λοιπὸν ἂν ἀφικοίμην,
                        <lb/>δύο γὰρ δήπου μεμνῆσθαί μου προθεμένας εὐθὺς ἐπιζητήσεις <lb/>ἐν ἀρχῇ,
                        μίαν μὲν τὴν εἰ ὀρθῶς προσέθηκεν Ἱπποκράτης <lb/>τὸ ἔμφυτον, ἄλλην δὲ εἰ
                        ὀρθῶς εἶπε, πλεῖστον εἶναι <lb/>τοῖς αὐξανομένοις τὸ θερμόν. τῆς δ’ ἑτέρας
                        οὖν ζητήσεως <pb n="227"/> ἐκτετελεσμένης, ἐπὶ ταύτην οὖν λοιπὸν τραποίμην
                        καὶ ἐπιχειρήσαιμι <lb/>ἀνασκοπεῖσθαι, εἰ ὀρθῶς λέλεκται, πλεῖστον εἶναι
                        <lb/>τοῖς αὐξανομένοις τὸ θερμόν. κατὰ δὴ τὸ ἐξετάζειν <lb/>ἕτερον θερμὸν,
                        τριττὰ τυγχάνει ὄντα τὰ ἐπιζητήσεως δεόμενα <lb/>καὶ μάλα πολὺ κεχωρισμένα
                        ἀλλήλων. ἓν μὲν τί ποτέ <lb/>ἐστι τὸ πλεῖον ἄλλο ἄλλου θερμὸν, ἕτερον δὲ τί
                        ποτέ ἐστιν <lb/>ἄλλο ἄλλου θερμότερον, καὶ τρίτον τί ποτέ ἐστιν ἄλλο ἄλλου
                        <lb/>θερμὸν ἰσχυρότερον. εἰ μὲν οὖν τύχῃ τις ἐρόμενος <lb/>῾μᾶς ποῖόν τί
                        ἐστι τὸ πλεῖον ἄλλο ἄλλου θερμὸν, τὸ ἀνάλογον <lb/>ὀφείλομεν ἀποκρίνεσθαι ὡς
                        καὶ πρὸς τὸν ἕτερον ἐρόμενον <lb/>ποῖόν τί ἐστιν ἕτερον ἑτέρου ὑγρὸν πλεῖον
                        ἀποκρινοίμεθα. <lb/>ὥσπερ γὰρ ἐνταῦθα πρῶτον τὸ ἐπερώτημα πρὸς <lb/>τὸ
                        εἰρημένον ἐστὶν, οὐκέτι ἄλλο τι ὀρθῶς ἀποκρίνεσθαι <lb/>ἀλλ’ ἢ μόνον τοῦτο
                        τὸ τῇ οὐσίᾳ ὑπερβάλλειν πλεῖον, ἀμέλει <lb/>ὑγρὸν ἄν τις εἴποι τὸν ἀμφορέα
                        τοῦ ἡμίσεως. οὕτω δὲ κἀπὶ <lb/>τοῦ θερμοῦ, εἰ τὴν αὐτήν τις ἐρώτησιν ἐρωτοίη
                        ταύτην, <lb/>ποῖόν ἐστι πλέον τοῦ ἑτέρου θερμὸν, οὐκ ἂν ἄλλο τι ὀρθῶς <pb n="228"/> ἀποκρινοίμεθα ἢ τὸ τῇ οὐσίᾳ πλέον διὰ τὸ οὐσίας ὑπάρχειν
                        <lb/>πλεῖον δηλονότι καὶ παρήκειν τόπῳ πλείονι. καὶ οὐδὲν ἄν <lb/>γε κωλύσει
                        ταὐτὸν καὶ πλεῖον εἶναι θερμὸν καὶ ἐπ’ ἔλαττον <lb/>θερμὸν, ὥσπερ γε καὶ τὸ
                        πλεῖον τῇ οὐσίᾳ ὑγρὸν, δύναιτ’ <lb/>ἂν ἐπ’ ἔλαττον εἶναι κεχυμένον. πρὸς μὲν
                        οὖν τό γε ἐπερώτημα <lb/>τοῦτο ὀρθῶς ἄν τις ἀπεκρίνατο· πρὸς δ’ αὖ
                        <lb/>ἐκεῖνο τὸ ποῖόν ἐστιν ἕτερον ἑτέρου θερμότερον ἀποκρίνασθαι <lb/>ὀρθῶς
                        ἐστι τὸ κατὰ τὴν θάλψιν ἐπιτεταμένον μᾶλλον, <lb/>κἂν ἐπὶ οὐσίας ἐλάττονος
                        τύχῃ ὂν. ὥσπερ γε πρὸς <lb/>τὸν ἐρόμενον ὁποῖόν τί ἐστιν ἕτερον ἑτέρου
                        λευκότερον ἔστιν <lb/>ἀποκρίνασθαι ὀρθῶς τὸ ἐπιτεταμένον μᾶλλον κατὰ τὴν
                        <lb/>ποιότητα τὴν λευκήν. κατὰ γοῦν τοῦτο κἂν ἐν βραχεῖ <lb/>ὄγκῳ τύχῃ οὖσα
                        χιὼν, λευκοτέραν τις φαίη αὐτὴν εἶναι οὑτινοσοῦν <lb/>ἄλλου λευκοῦ, ὥσπερ γε
                        καὶ πρὸς τὸν ἐρόμενον <lb/>ποῖόν ἐστι τὸ ἕτερον ἑτέρου ὑγρότερον
                        ἀποκρίνασθαι ἔστιν <lb/>ὀρθῶς τὸ μᾶλλον κεχυμένον, οἷον τὸ ὕδωρ τοῦ μέλιτος
                        καὶ <lb/>τῆς πίττης, κἂν τὸ μὲν ὕδωρ ἐν πάνυ βραχείᾳ οὐσίᾳ θεωρῆται, <lb/>τὸ
                        δὲ μέλι καὶ ἡ πίττα ἐν ὑπερβολῇ. οὕτω δὲ καὶ <pb n="229"/> πρὸς τὸν περὶ
                        θερμοῦ ἐρόμενον ποῖόν τί ἐστιν ἕτερον ἑτέρου <lb/>θερμότερον ὀρθῶς ἔστιν
                        ἀποκρίνασθαι τὸ μάλιστα ἐπιτεταμένον <lb/>
                        <milestone unit="ed2page" n="370"/>κατὰ τὴν θάλψιν, οἷον τὸ πῦρ οὐκ ἂν ἐπ’
                        <lb/>ὀλίγης οὐσίας θεωρεῖται, ἕτερον δὲ τί που θερμὸν καὶ <lb/>χλιαρὸν
                        ἀντεξεταζόμενον τούτου τυγχάνον ἐπὶ πλείονος οὐσίας <lb/>ὑπάρχον. πρὸς μὲν
                        οὖν ταῦτα αἵδ’ ἀποκρίσεις εἰσὶ, <lb/>πρὸς δὲ τὸν ἀναπυνθανόμενον, ποῖόν τί
                        ἐστι τὸ ἕτερον τοῦ <lb/>ἑτέρου ἰσχυρότερον θερμὸν οὐκέθ’ ὁμοία ταῖς πρόσθεν
                        <lb/>ἀπόκρισις. οὔτε γὰρ τὸ κατὰ θάλψιν ἐπιτεταμένον μᾶλλον
                        <lb/>ἀποκρινούμεθα οὔτε τὸ ἐπ’ οὐσίας θεωρούμενον πλείονος, <lb/>ἀλλὰ τὸ
                        κατὰ τὴν ἄνυσιν τοῦ ἔργου ὑπερβάλλον. συνίσταται <lb/>δ’ ἂν ὅπερ λέγω οὕτως·
                        ἔργα δήπου τὰ τοῦ θερμοῦ <lb/>πολλά ἐστι. χεῖται γάρ τινα τούτῳ καὶ ἄλλα
                        συνίστησι <lb/>καὶ μεταβάλλει μάλα πολλὰ καὶ ὡς κατὰ μέρος εἰπεῖν ἐπὶ
                        <lb/>τῶν ἡμετέρων σωμάτων πέττει τὴν τροφὴν ἐν γαστρὶ καὶ <lb/>τοῖς ἐντέροις
                        καὶ εἰς τὸ σῶμα ἀνάγει τὴν κατεργασίαν καὶ <lb/>πρὸς σῶμα ἀλλοιοῖ καὶ
                        προσφύει τοῖς ἡμετέροις σώμασιν <lb/>αὐτὴν, κατά γε τὴν θρέψιν καὶ τὴν
                        αὔξησιν. ἔστιν οὖν <lb/>ἰσχυρότερον ἕτερον ἑτέρου θερμὸν τὸ μᾶλλον
                        παρέχεσθαι <pb n="230"/> ταῦτα δυνησόμενον. τὸ δὲ τυγχάνον ὂν οὐχὶ πάντως,
                        τὸ <lb/>ἤτοι κατὰ τὴν ποιότητα ἐπιτεταμένον ἢ κατὰ τὴν οὐσίαν <lb/>πλεῖον.
                        πολλάκις γὰρ τὸ ἔλαττον τῇ οὐσίᾳ καὶ τὸ ἔλαττον <lb/>τῇ θάλψει ἀνυσιμώτατον
                        πρὸς τὸ ἔργον ἐστίν. ὡς γὰρ τὸ <lb/>πρότερον εἴπομεν ἡμῖν πρὸς τὴν ἀπόδοσιν
                        τῶν οἰκείων ἔργων, <lb/>οὐ τὸ μάλιστα ἐπιτεταμένον ἐστὶν ἰσχυρότερον, ἀλλὰ
                        <lb/>τὸ μάλιστα σύμμετρον. ὡς τό γε ἐπιταθὲν κατ’ αὐτὴν τὴν <lb/>θάλψιν,
                        ἐνίοτε καὶ βλάβος τοῖς ἔργοις γίνεται, καί μοι τούτου <lb/>πιστότατα ἱκανὰ,
                        ἃ πρόσθεν ἡμῖν ἐγὼ διεξῆλθον περὶ <lb/>τῆς ἰδιότητος τοῦ θερμοῦ λέγων.
                        τούτων ὧδε ἐχόντων καὶ <lb/>τριῶν ὄντων, ὥσπερ προείρηκα, τῶν ἐπιζητουμένων
                        κατὰ <lb/>τὸ ἀντεξετάζειν, ἕτερον πρὸς ἕτερον θερμὸν, ἐπειδὰν Ἱπποκράτης
                        <lb/>φησὶν ἐνταῦθα ἔχειν τὰ αὐξανόμενα τὸ θερμὸν <lb/>πλεῖστον τὸ ἔμφυτον,
                        τῶν τριῶν ἓν ἢ κυρίως χρώμενος <lb/>ταύτῃ τῇ φωνῇ, ψεῦδός τε εἴρηκεν ἢ κακῶς
                        κέχρηται τῇ <lb/>φωνῇ καὶ ψεῦδός τι εἴρηκεν ἢ ἵνα ἀληθές τι δόξῃ εἰρηκέναι,
                            ﻿<pb n="231"/> χρὴ γὰρ αὐτὸν οὐ καλῶς τῇ φωνῇ κεχρῆσθαι. εἰ μὲν <lb/>γὰρ
                        λέγει πλεῖστον εἶναι τὸ θερμὸν τοῖς αὐξανομένοις, οἷον <lb/>κατὰ τὴν οὐσίαν,
                        ὡς ἂν καὶ τὸ ὑγρόν τις φαίη πλεῖστον <lb/>εἶναι τοῦ ἀμφορέως, οὐ τὸ
                        διπλάσιον τούτου, τῇ μὲν φωνῇ <lb/>ὀρθῶς δόξει κεχρῆσθαι, ψεῦδος δέ τι πολὺ
                        ἀνάγκη ἐστὶν <lb/>αὐτὸν εἰρηκέναι. οὐ γάρ ἐστι τῇ οὐσίᾳ τὸ ἐπὶ τῶν
                        αὐξανομένων <lb/>θερμὸν πλεῖστον, ὅτι οὐδὲ ὁ τοῦ σώματος ὄγκος <lb/>μείζων
                        ἐστὶν ἐπὶ τούτων ἢ ἐπὶ τῶν ἀκμαζόντων τε καὶ γερόντων. <lb/>τὸ δ’ ἔμφυτον
                        θερμὸν παντὶ παρεκτέταται τῷ <lb/>σώματι. εἰ δ’ αὖ πλείονα λέγει τοῖς
                        αὐξανομένοις καὶ ταύτην <lb/>τὴν θάλψιν ἐπιτεταμένην ἴσως τούτου θερμοτέραν,
                        ὡς <lb/>ἂν <milestone unit="ed1page" n="335"/>καὶ φαίη τις βουλόμενος εἰπεῖν
                        τὴν χιόνα λευκοτέραν <lb/>εἶναι ἄλλου του τῶν λευκῶν, μὴ λευκοτέραν εἶναι
                        <lb/>αὐτὴν μηδὲ μᾶλλον λευκὴν, ἀλλὰ πλεῖον εἶναι τὸ λευκὸν <lb/>τοῦδε
                        λευκοῦ, κατ’ ἀμφότερα δόξει ἁμαρτάνειν Ἱπποκράτην, <lb/>κατά τε τὸ μὴ καλῶς
                        κεχρῆσθαι τῇ φωνῇ καὶ κατὰ τὸ ἄλλως <lb/>ψεῦδός τι λέγειν· κατὰ μὲν τὸ μὴ
                        καλῶς κεχρῆσθαι τῇ <pb n="232"/> φωνῇ διαμαρτάνειν ἂν δοκοίη, ὅτι τὴν ἐπ’
                        οὐσίας πλείονος <lb/>ταττομένην φωνὴν ταύτην ἔταξεν, ἐθέλων σημῆναι ποιότητα
                        <lb/>ἐπιτεταμένην μᾶλλον ὑπάρχειν τῇ θάλψει. ψεῦδος δέ τι <lb/>ἂν δοκῇ
                        εἰρηκέναι, ὅτι οὐ μάλιστα ἐπιτεταμένον τὸ θερμὸν <lb/>τοῖς αὐξανομένοις κατὰ
                        τὴν ποιότητα, <milestone unit="ed2page" n="371"/>οὐ δεόντως, <lb/>θερμότερον
                        ἐπὶ τῆσδε τῆς ἡλικίας τοῦ θερμοῦ ἢ ἐπ’ <lb/>ἄλλης τινός. ὁ δὲ ἔφη εἶναι
                        μάλιστα ἐπιτεταμένον ἐπὶ τῶν <lb/>αὐξανομένων· ὅτι δὲ τοῦτο ψεῦδος τυγχάνει
                        ὂν τὸ μάλιστα <lb/>ἐπιτετάσθαι τοῖς αὐξανομένοις τὸ θερμὸν, ῥᾴδιόν ἐστι
                        παντὶ <lb/>ἐπιστῆσαι. οὐδὲν γὰρ ἂν εὑρέθη γνώρισμα κατὰ τὸ σῶμα <lb/>ὑπάρχον
                        ἐπὶ τῶν αὐξανομένων τῆς μάλιστα κατὰ τὴν θάλψιν <lb/>ἐπιτάσεως τοῦ θερμοῦ.
                        τὸ γὰρ εἰρημένον ὑπὸ τούτου <lb/>ἐν τῷ περὶ φύσεως ἀνθρώπου συγγράμματι, εἰς
                        τέκμαρσιν <lb/>τοῦ πλεῖστον εἶναι τοῖς αὐξανομένοις τὸ θερμὸν, ἠλίθιον
                        <lb/>παντελῶς. τῷ γὰρ πρώτῳ χρόνῳ θερμότερον ἀποφαίνειν <lb/>εἶναι τὸν
                        ἄνθρωπον, τεκμαιρόμενος τῇ αὐξήσει πλείστῃ τηνικαῦτα <lb/>συντελουμένῃ. οὐ
                        γὰρ ἂν πρὸς βίαν, φησὶ, καὶ <lb/>παρὰ φύσιν ἀνεφέρετο ἡ τροφὴ πρὸς ἐναντίον
                        τῷ αὐτῆς <pb n="233"/> τῆς βάρει ἐν τῷ αὔξεσθαι τὸ σῶμα, εἰ μή τι ἰσχυρὸν τὸ
                        <lb/>ἐπαναγκάζον ᾖ. τῷ γὰρ τοιούτῳ οὐ τὸ μᾶλλον ἐπιτετάσθαι <lb/>κατὰ τὴν
                        θάλψιν τὸ θερμόν ἐστι γνώρισμα, ἀλλὰ τὸ ἰσχυρότερον <lb/>εἶναι. τὸ δὲ
                        ἰσχυρότερον, ὡς ὀλίγον ἔμπροσθεν εἶπον, <lb/>οὐ τοιοῦτον ἦν, οἷον τὸν
                        μάλιστα ἐπιτεταμένον κατὰ <lb/>αὐτοῦ ποιότητα, ἀλλὰ τὸ μάλιστα σύμμετρον
                        πρὸς τὸ ἔργον· <lb/>ὅτε δὴ οὖν ταῦτα ταύτῃ ἔχει, εἴπερ οὕτως λέγει
                        Ἱπποκράτης, <lb/>τὰ αὐξανόμενα τὸ θερμὸν ἔχει πλεῖστον τὸ ἔμφυτον, <lb/>κατ’
                        ἀμφότερα διαμαρτάνει, κατά τε τὸ μὴ καλῶς κεχρῆσθαι <lb/>τῇ φωνῇ καὶ κατὰ τὸ
                        ψεῦδός τι ἄλλως εἰρηκέναι· εἰ <lb/>δ’ ὡς τὸ τρίτον εἶπον λέγει, πλεῖστον
                        εἶναι τοῖς αὐξανομένοις <lb/>τὸ θερμὸν ἐν ἴσῳ τοῦ τε ἰσχυροτάτου πρὸς τὴν
                        ἄνυσιν <lb/>τοῦ ἔργου, ὅπερ γίνεται ἐκ τοῦ μάλιστα σύμμετρον εἶναι,
                        <lb/>οὐχὶ δέ γε ἐκ τοῦ ἤτοι τῇ οὐσίᾳ πλεῖον ὑπάρχειν ἢ <lb/>αὐτῇ τῇ θάλψει
                        ἐπιτετάσθαι μάλιστα. τῇ μὲν οὖν φωνῇ <lb/>δοκοίη ἂν καλῶς κεχρῆσθαι, ὅτι
                        πλεῖστον εἶπεν εἶναι τὸ <lb/>θερμὸν, δέον φάναι ἰσχυρότατον, τὸ μέντοι
                        εἰρημένον ὀρθῶς <lb/>λελέχθαι δοκοίη ἄν. ὥσπερ γὰρ αἱ αὐξήσεις ὑπὸ τοῦ <pb n="234"/> ἐμφύτου γίνονται θερμοῦ, ὥσπερ οὖν ἐρεῖ ὁ λόγος, ἀμήχανον
                        <lb/>καὶ ἀδύναντον μὴ ἰσχυρότατον εἶναι αὐτὸ ἐπὶ τῶν αὐξανομένων. <lb/>καί
                        μοι εἰς τοῦτο καλῶς ἂν εἴη λελεγμένον τὸ <lb/>ἐκ τοῦ περὶ φύσεως ἀνθρώπου
                        συγγράμματος. ἀνάγκη γὰρ <lb/>αὐξανόμενον καὶ χωρέον τὸ σῶμα πρὸς βίην
                        ἰσχυρότατον <lb/>ἔχειν τὸ θερμὸν αὐτῆς, οἵα καὶ ἡ τοῦ Λύκου ῥῆσις εἰς
                        <lb/>μῆκος μὲν ἐκτεταμένη, πλέον δὲ οὐδὲν ἑρμηνεύουσα τῶν <lb/>ὑπ’ ἐμοῦ
                        προειρημένων. εἰ μὲν γὰρ τῷ τῆς οὐσίας ὄγκῳ <lb/>παραμετρῶν ὁ Ἱπποκράτης,
                        πλέον ἔφησεν εἶναι τοῖς αὐξανομένοις <lb/>τὸ θερμὸν ἁμαρτάνειν αὐτὸν οἴεται,
                        μικροτέρου <lb/>σαφῶς τοῖς παιδίοις ὑπάρχοντος τοῦ σώματος. εἰ δὲ τὸ
                        <lb/>κατὰ τὴν θάλψιν ἐπιτεταμένον, πάλιν αὖ καὶ τούτου μάχεσθαί <lb/>φησι τὸ
                        φαινόμενον. εἰ δὲ τὸ κατὰ τὴν ἐνέργειαν <lb/>ἰσχυρότερον, ἀληθὲς μέν τι
                        λέγεσθαι συγχωρεῖ, κεχρῆσθαι <lb/>δὲ οὐ καλῶς αὐτὸν ἀποφαίνει τῇ λέξει.
                        χρῆναι γὰρ οὐ <lb/>πλέον, ἀλλ’ ἰσχυρότερον ὡς πρὸς τὴν ἐνέργειαν εἰρῆσθαι τὸ
                        <lb/>τῶν αὐξανομένων θερμόν. </p></div><pb n="235"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="7"><p><milestone unit="ed2page" n="372"/>Ἀλλ’, ὦ βέλτιστε Λύκε, φαίη τις ἂν,
                        οἶμαι, <lb/>πρὸς αὐτὸν ἀπολογούμενος ὑπὲρ ὧν ἐπηρεάζει τὸν Ἱπποκράτην
                        <lb/>μὴ ταῦτα εἶναι μοχθηρὰ τὰ λεγόμενα. εὐθὺς οὖν τὸ <lb/>κατὰ τὴν οὐσίαν
                        πλέον θερμὸν, οὐχ ἁπλῶς κρίνεται τῷ <lb/>τοῦ παντὸς ὄγκῳ σώματος, ἀλλ’ ὡς
                        αὐτὸς ὁ Λύκος ἔλεγεν <lb/>ἑτέρωθι, μέγιστον ἐγκέφαλον ἔχειν τὸν ἄνθρωπον οὐχ
                        ἁπλῶς <lb/>λαμβάνων τὸ μέγεθος, ἀλλὰ κατὰ τὴν ἀναλογίαν τοῦ ζώου <lb/>πρὸς
                        τὸ ζῶον. ὥσπερ οὖν οὕτω σμικρὸν παιδίον ἐλέφαντος <lb/>τοῦ μεγίστου μείζονα
                        τὸν ἐγκέφαλον ἔχειν φησὶν, οὐ τῷ <lb/>τοῦ σώματος ὄγκῳ μόνῳ προσέχων τὸν
                        νοῦν, ἀλλὰ προστιθεὶς <lb/>αὐτοῦ τὸ κατὰ τὴν ἀναλογίαν, οὕτω κἀπὶ τοῦ θερμοῦ
                        <lb/>σώματος ἐχρῆν πεποιηκέναι, σκεψάμενον ὁποῖόν τι τῶν ἐν <lb/>ἡμῖν
                        σωμάτων ἔμφυτον ὑπάρχει, τουτέστιν ἀρχέγονον. αὐτὸς <lb/>γὰρ ἐπίσταται
                        τοὔνομα καὶ γεγραμμένον ἐν τοῖς Ἱπποκρατείοις <lb/>βιβλίοις καὶ συνημμένον
                        ἐκεῖνο τὸ σῶμα τὸ ἐξ <lb/>ἀρχῆς ὑπάρχον τοῖς γεννωμένοις, τουτέστιν ἐξ οὗ
                        τὴν πρώτην <lb/>ἔσχηκε γένεσιν. ἆρ’ οὖν ἄλλο τι τοῦτ’ ἐστὶ πλὴν καταμηνίου
                            ﻿<pb n="236"/> καὶ σπέρματος; ἐγὼ μὲν οὐδὲν οἶδα τρίτον, ἀλλ’ <lb/>ἐπεὶ
                        περ ἡ τοῦ σώματος οὐσία τοῖς γεννωμένοις ἐκ τούτων <lb/>ἐστὶ τῶν ἀρχῶν, ἡ
                        μὲν ἀκριβῶς πρώτη σύστασις οὐκ ἐκ <lb/>πλείστων ἂν εἶναι λέγοιτο τῶν
                        εἰρημένων σωμάτων, ἀλλ’ <lb/>ἐκ μόνων. καίτοι τί λέγω τὴν πρώτην ἀκριβῶς; εἰ
                        γὰρ <lb/>ἀναμνησθείημεν ὁποίαν τινὰ διηγήσατο τὴν ἑκταίαν γονὴν
                        <lb/>Ἱπποκράτης, εἰσόμεθα σαφῶς ἔτι διαμένον ἐν αὐτῇ τὸ ἔμφυτον <lb/>σῶμα.
                        πρὶν γὰρ ὀστοῦ τινα φύσιν ἢ φλεβὸς ἢ ἀρτηρίας <lb/>ἢ νεύρου ἢ χόνδρου ἢ
                        συνδέσμου ἐν τῷ κυήματι <lb/>φαίνεσθαι, μόνον αὐτοῖς ὑπάρχει θερμὸν σῶμα τὸ
                        ἔμφυτον. <lb/>ἀδιάπλαστος γάρ τις σὰρξ μαλακὴ παραπλήσιος αἵματος
                        <lb/>θρόμβῳ διαδέχεται τὴν πρώτην τοῦ κυήματος ἰδέαν, ἐν <lb/>αὐτῇ τινας
                        ἔχουσαν, καθάπερ Ἱπποκράτης ὠνόμασεν, οἶον <lb/>αἱμάλωπας ἐκ τῆς τοῦ
                        σπέρματος οὐσίας, τῆς ἐν αὐτῇ λευκότητος <lb/>ὑπαρχούσης, ὕστερον δ’ ἐκ
                        πολλῆς τῆς ἀλλοιώσεως <lb/>συνεχῶς γιγνομένης, ὀστοῦ τις ὑπογραφὴ καὶ
                        χόνδρου καὶ <lb/>συνδέσμου καὶ νεύρου καὶ ἀρτηρίας καὶ φλεβὸς ἀποτελεῖται,
                        <lb/>καθ’ ὃν ἤδη χρόνον μένον ἔτι τὸ ἔμφυτον θερμὸν σῶμα <pb n="237"/> τοῖς
                        κυουμένοις ἐστὶν, ἀλλὰ πλεῖστον ἀεί τε καὶ μᾶλλόν ἐστιν <lb/>ὅσον αὔξεται τὰ
                        κυούμενα. τὸ μὲν ἔμφυτον αὐτῶν σῶμα <lb/>θερμὸν, ὅπερ ἦν αἷμα καὶ σπέρμα
                        μεῖον γίγνεται. ποικιλία <lb/>δὲ ἐπικτήτων προσγίνεται σωμάτων. οὐδὲν γὰρ
                        τῶν εἰρημένων <lb/>τοῖς ζώοις ἔμφυτόν ἐστιν, ἀλλ’ ἐπίκτητα πάντα καὶ
                        <lb/>εἴπερ ὅλον τ’ ἦν γενέσθαι ποτε ζῶον ὄστινον ἢ νεύρινον, <lb/>ἐφθείρετ’
                        ἂν οὕτως τὸ ἔμφυτον θερμόν. ἀλλὰ τοῦτο μὲν <lb/>ἀδύνατον, ἐπικρατεῖν δὲ τὴν
                        τῶν ὀστῶν καὶ χόνδρων καὶ <lb/>συνδέσμων καὶ νεύρων καὶ ἀρτηριῶν οὐσίαν
                        ἐγχωρεῖ. τὰ <lb/>γοῦν εἰς ἔσχατον γῆρας ἀφι<milestone unit="ed2page" n="373"/>κόμενα τῶν ζώων ἐλαχίστην <lb/>ἔχοντα τὴν αἱματώδη φύσιν ὀλίγου δεῖν, ἐξ
                        ὀστῶν <lb/>μόνων καὶ νεύρων, ὑμένων τε καὶ συνδέσμων, ἀρτηριῶν τε <lb/>καὶ
                        φλεβῶν καὶ χόνδρων σύγκειται. ἐκ γὰρ μὲν ὅλων τῶν <lb/>τοῦ ζώου μορίων ἡ
                        μόνη σὰρξ αἱματώδης ἐστὶν, ἣν ἐλαχίστην <lb/>ἔχει τὰ γεγηρακότα, καὶ ταύτην
                        ὀλίγαιμόν τε καὶ σκληράν. <lb/>τῶν δ’ ἄλλων τῶν εἰρημένων μορίων οὐδὲν
                        αἱματῶδες <lb/>ὑπάρχει. οὔκουν ἁπλῶς χρὴ τῷ τῆς οὐσίας ὄγκῳ μετρεῖν <lb/>τὸ
                        ποσὸν τοῦ συμφύτου σώματος, ὅπερ ἐπὶ τῆς δραστικωτάτης <pb n="238"/> τῶν ἐν
                        αὐτῷ ποιοτήτων ἔμφυτον ὠνόμασται <lb/>θερμὸν, ἀλλὰ παραβάλλοντας τοῖς οὐκ
                        ἐμφύτοις σκοπεῖσθαι <lb/>τὴν ἀναλογίαν. ὡς γὰρ ἐν τῷ βαλανείῳ πολὺν ἀτμὸν ἢ
                        νὴ <lb/>Δία καπνὸν ἤ τι τοιοῦτον ἕτερον εἶναί φαμεν, οὐ πρὸς τὸ <lb/>μέγεθος
                        ἀναφέροντες ἁπλῶς τῶν οἰκιῶν, ἀλλὰ πρὸς τὸν οἰκεῖον <lb/>ἀέρα τοῦ βαλανείου,
                        οὕτως καὶ κατὰ τὸν ἄνθρωπον <lb/>ἐροῦμεν ἤτοι πλείστην εἶναι τὴν οὐσίαν ἢ
                        ὀλίγην τοῦ <milestone unit="ed1page" n="336"/>
                        <lb/>ἐμφύτου θερμοῦ, παραβάλλοντες τοῖς οὐκ ἐμφύτοις σώμασιν.
                        <lb/>αἱματωδέστατα γὰρ ἅπαντα ἔχει τὸ βρέφος, ἄχρι καὶ τοῖς <lb/>ὀστοῖς
                        ἐμφαίνεσθαί τι τοιοῦτον. ἔμπαλιν δὲ οἱ γέροντες <lb/>ἀναιμότατα πάντ’
                        ἔχουσιν ἄχρι τῶν σαρκῶν· καὶ γὰρ ταύταις <lb/>ἐλάχιστον αἵματος ὑπάρχει.
                        ἀλλ’ ἢν ἔμφυτον σῶμα <lb/>θερμὸν τὸ αἷμα περαίνοιτ’ ἂν οὖν ἐκ τῶνδε πλεῖστον
                        μὲν <lb/>εἶναι τὸ ἔμφυτον θερμὸν σῶμα τοῖς αὐξανομένοις, ἐλάχιστον <lb/>δὲ
                        τοῖς γεγηρακόσιν. οὕτως δὲ καὶ τὸ σπέρμα συγκείμενον <lb/>ἔκ τε τῆς ὀῤῥώδους
                        ὑγρότητος καὶ τοῦ πνεύματος <lb/>τοῦ κατ’ αὐτὴν, ἐλάχιστον μὲν ἐν τοῖς
                        γεγηρακόσι, πλεῖστον <lb/>δ’ ἐστὶν ἐν τοῖς τῶν αὐξανομένων σώμασι, καὶ
                        τούτων μάλιστα <pb n="239"/> ἐν τοῖς νεωτάτοις, ὡς ἐν τοῖς περὶ σπέρματος
                        ὑπομνήμασιν <lb/>ἀπεδείξαμεν. εἰ γοῦν ἀπορήσεις, εἰ ῥᾳδίως ἀναλίσκεται
                        <lb/>καὶ διαῤῥεῖ τὸ σῶμα τῶν αὐξανομένων; καὶ μὴν <lb/>ἐπὶ γε τῶν ἄλλων οὐκ
                        ἀγνοεῖς ὕδωρ μὲν θερμὸν ἢ ἔλαιον <lb/>ἤ τι τῶν οὕτως ὑγρῶν ἐλαχίστῳ
                        διαφορούμενον ὅλον. οὔτε <lb/>γὰρ γῆν οὔτε λίθον οὔτ’ ἄλλο τῶν ψυχρῶν φύσει
                        καὶ ξηρῶν. <lb/>δύο μὲν γάρ εἰσιν ἐν ἅπασι τοῖς οὖσιν ἐπιτηδειόταται
                        <lb/>ποιότητες εἰς διαφόρησιν, ὑγρότης καὶ θερμότης, δύο <lb/>δὲ ἔμπαλιν εἰς
                        διαμονὴν, ξηρότης καὶ ψυχρότης, ὥστ’ οὐδὲν <lb/>θαυμαστὸν, εἰ τὰ μὲν τῶν
                        παιδίων σώματα διά τε τὴν <lb/>ὑγρότητα καὶ θερμότητα ῥᾳδίως διαπνεῖται, τὰ
                        δὲ τῶν γερόντων <lb/>οὐ ῥᾳδίως ὑπὸ ξηρότητος καὶ ψύξεως πεπηγυῖαν
                        <lb/>ἐχόντων τὴν οὐσίαν δὲ ὥστ’, ὦ βέλτιστε Λύκε, περὶ ὧν <lb/>ἐχρῆν
                        ἐπιτιμηθῆναί σε, περὶ τούτων ἐγκαλεῖς. ἀγνοῶν οὖν <lb/>ἐφάνης ἕν τι τῶν
                        πρώτων μαθημάτων, ὃ μηδεὶς τῶν εἰσηγμένων <lb/>νομίμως ἀγνοεῖ. πολλὴν μὲν
                        γὰρ οὐσίαν ἁπλῆν ὁ <lb/>τοῦ σώματος ὄγκος κρίνει, σύνθετον δὲ ἐκ διαφερόντων
                            <pb n="240"/> ὑπάρχουσαν ἡ τῶν μιχθέντων ἀναλογία, καθάπερ καὶ τὸν
                        <lb/>ἐγκέφαλον ἤ τι τῶν ἄλλων μορίων. οὕτω γοῦν καὶ μιγνύντες <lb/>οἶνον
                        ὕδατι τοῦ πιεῖν ἕνεκεν ἤτοι πλείονα τὸν οἶνον <lb/>λέγουσιν ἢ τὸ ὕδωρ ἢ οὔθ’
                        ἕτερον, ὅταν εἰς συμμετρίαν <lb/>κράσεως ἥκωσιν. ἔμπληκτος δ’ οὐδεὶς οὕτως
                        ἐστὶν, ὡς ἐμβαλὼν <lb/>εἰς οἴνου πίθον ὕδατος κοτύλην πλεῖον εἷναι λέγει
                        <lb/>ἐν τῷ πίθῳ τὸ ὕδωρ τοῦ κατὰ τὸ μικρὸν ποτήριον, ὅταν <lb/>οὕτως ἔτυχεν,
                        ἐν ἐκείνῳ τριῶν ὄντων κυάθων, ὁ μὲν εἶς <lb/>ὕδατος, οἱ δὲ δύο ὑπάρχουσιν
                        οἴνου. Λύκος δὲ, ὡς οἶμαι, <lb/>καὶ τὴν τετραφάρμακον ὀνομαζομένην δύναμιν,
                        ἐκ κηροῦ <lb/>καὶ στέατος καὶ πίττης καὶ ῥητίνης, ἴσων ἁπάντων
                        συντεθειμένων, <lb/>οὐ φήσει πλείονα μὲν πίτταν ἔχειν, ἐὰν διπλασίαν
                        <lb/>τις ἐμβάλλῃ τῶν ἄλλων, <milestone unit="ed2page" n="374"/>ἀλλὰ κἀνταῦθα
                        ἐπισκέψασθαι, <lb/>πότερον πίθος ὅλος ἐστὶ μεστὸς τῆς τετραφαρμάκου
                        <lb/>δυνάμεως ἢ μικρόν τι λεκάριον, εἴτα τὸν πίθον ἐρεῖ <lb/>πολὺ πλείονα
                        τὴν πίτταν ἔχειν τοῦ λεκαρίου, κἂν ὁ μὲν ἐξ <lb/>ἴσων ἦν τῶν τεττάρων, ἡ
                        πίττα δὲ ὑπάρχει διπλασία τῶν <lb/>ἅλλων ἐν τῷ λεκαρίῳ. εἴπερ οὖν ἅπαντα τὰ
                        τοιαῦτα ἁμαρτήματα ﻿<pb n="241"/> τῶν ἄλλων μὴ δυναμένων ἐστὶ διακρῖναι τὸ
                        κατ’ <lb/>ἀναλογίαν καὶ μίξιν πολὺ τοῦ κατὰ τὸ κοινὸν μέτρον <lb/>ἁπλῶς οὕτω
                        λεγομένου, οὐ κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον ἐφ’ ὃν <lb/>ὁ Λύκος ἐνεκάλεσεν
                        Ἱπποκράτει· ἥ τε γὰρ οὐσία τοῦ ἐμφύτου <lb/>θερμοῦ πλείστη τοῖς αὐξανομένοις
                        ἐστὶν, ὡς πρὸς τὴν <lb/>τῶν ἄλλων ἀναλογίαν, ἥ τε σὺν αὐτῇ ποιότης ὡσαύτως,
                        <lb/>ἐπειδήπερ ἀχώριστοι τῶν οὐσιῶν εἰσιν αἱ οἰκεῖαι ποιότητες, <lb/>ὥσπερ
                        γε τῷ καὶ αἱ δυνάμεις. οὕτω γοῦν κἂν εἰς <lb/>τὴν τετραφάρμακον ἐμβάλῃς
                        πλέονα τῆς τῶν ἄλλων ἀναλογίας <lb/>τὴν πίτταν, οὐ τὴν οὐσίαν μόνον αὐτῆς,
                        ἀλλὰ καὶ τὴν <lb/>ποιότητα καὶ τὴν δύναμιν ἐρεῖς ἐνδεῖξαι πλείονα καὶ διὰ
                        <lb/>τοῦτο καὶ τὸ ὑγρὸν ὅπερ ἂν τῆς πίττης ηὐξῆσθαι. δῆλον <lb/>οὖν ὅτι κατὰ
                        τὰ τρία τοῦ πολλοῦ σημαινόμενα τὰ πρὸς <lb/>τοῦ Λύκου γεγραμμένα πλείων ἥ τε
                        πίττα λεχθήσεται κατὰ <lb/>τὴν τετραφάρμακον εἶναι τό τ’ ἔμφυτον θερμὸν τοῖς
                        ζώοις. <lb/>ἔτι δὲ μᾶλλον ἐφ’ ὧν οὐ κέκραται δι’ ὅλων ἀλλήλων ὅλα τὰ
                        <lb/>μιγνύμενα, κατάδηλόν ἐστι κατὰ τοὺς τρεῖς τρόπους, οὓς <lb/>ὁ Λύκος
                        εἶπεν, ἕτερον ἑτέρου λέγεσθαι πλέον, ὥσπερ ἐπὶ <pb n="242"/> τοῦδε τοῦ
                        φαρμάκου τῶν συνηθεστάτων ὄντος, ὃ σύγκειται <lb/>μὲν ἐξ ἴρεως καὶ
                        ἀριστολοχίας καὶ τοῦ τῶν ὀρόβων ἀλεύρου <lb/>καὶ λιβανωτοῦ, πάντων ἀλλήλοις
                        ἴσων τῷ σταθμῷ, <lb/>δύναιτό τις τὸ ἓν ἐξ αὐτῶν διπλάσιον ἐργασάμενον
                        ἀναμίξαι <lb/>τοῖς ἄλλοις ἴσοις, οἷον εἰ τύχοι τὴν ἀριστολοχίαν. ἀληθὲς
                        <lb/>οὖν ἐστι κατὰ τὴν αὐτῶν μίξιν εἰπεῖν, ὅτι καὶ τῇ οὐσίᾳ <lb/>καὶ τῇ
                        ποιότητι καὶ τῇ ἐνεργείᾳ πλεῖόν ἐστι καὶ κρατεῖ <lb/>τῶν ἄλλων ἡ
                        ἀριστολοχία. ταὐτὸν δὴ τοῦτο κἀπὶ τοῦ <lb/>βαλανείου τις εἴποι, μὴ μόνον
                        ἔχοντος ἐν αὐτῷ τὸν εὔκρατον <lb/>ἀέρα, προσειληφότα δὲ τι καὶ καπνοῦ καὶ
                        ἀτμοῦ. δύναται <lb/>γὰρ ἐκ τούτων ποτὲ μὲν ὁ καπνὸς εἶναι πλείων, ποτὲ
                        <lb/>δὲ ὁ ἀτμὸς, ὥσπερ γε καὶ ὁ κατὰ φύσιν ἀὴρ τοῦ βαλανείου. <lb/>τὸ δ’
                        ἁπλῶς οὐ τῷ πλείονι κατὰ τὴν τῆς οὐσίας <lb/>ὑπεροχὴν λέγομεν, ᾧ καὶ τὴν
                        ποιότητα συναύξεσθαι καὶ <lb/>τὴν ἀπ’ αὐτῆς ἐνέργειαν ἀναγκαῖόν ἐστιν
                        ὑποκείσθω γοῦν <lb/>εἶναι τὴν οὐσίαν τοῦ καπνοῦ πλείονα τῆς τῶν ἄλλων δυοῖν,
                        <lb/>ὀρθῶς ἐρεῖς τηνικαῦτα καὶ τὴν ποιότητα τοῦ καπνοῦ τῆς <lb/>τῶν ἄλλων
                        ποιότητος εἶναι πλείονα καὶ τὴν ἐνέργειαν. ὁμολογούμενον <pb n="243"/> δὲ οὐ
                        πλείονα γίγνεσθαι ποιότητα ποιότητος, <lb/>ἀλλὰ σφοδροτέραν, ὥσπερ γε καὶ
                        ἀμυδροτέραν, οὐκ ἐλάττω, <lb/>παμπόλλης οὕσης τῆς τοιαύτης χρήσεως τῶν
                        ὀνομάτων ἐν <lb/>ὅλῳ τῷ βιβλίῳ καὶ κατὰ πάσας τὰς τέχνας. καὶ τί δεῖ
                        <lb/>τῶν ἄλλων μνημονεύειν ἔχοντας ἐναργῶς τοῦ λόγου μαρτύριον <lb/>ἐπ’
                        αὐτῶν τῶν πυρετῶν, οὓς ὁσημέραι πάντες ποτὲ <lb/>μὲν μείζονας ἢ ἐλάττονας
                        ἀλλήλων γεγονέναι φασὶ, ποτὲ δὲ <lb/>ἔλαττον ἢ πλέον πυρέττειν, τὸν δὲ τοῦδε
                        κατὰ τὸν αὐτὸν <lb/>χθὲς ἢ σήμερον. οὕτως οὖν ὑποκειμένου λέγεσθαι τοῦ κατὰ
                        <lb/>τὴν ποιότητα πλέονος οὐδὲν θαυμαστὸν, ἐν ᾧ βαλανείῳ <lb/>πλείων ἐστὶν
                        οὐσία καπνοῦ καὶ τὴν ποιότητα φάναι γεγονέναι <lb/>πλείονα καὶ τὴν
                        ἐνέργειαν, εἰ μὲν κυρίως ὀνομάζομεν <lb/>ἰσχυράν τε καὶ σφοδροτέραν, εἰ δὲ
                        καταχρώμενοι μείζονά τε <lb/>καὶ πλείονα. δήξεται γὰρ δηλονότι τοὺς
                        ὀφθαλμοὺς ὁ καπνὸς <lb/>εἰς ὅσον <milestone unit="ed2page" n="375"/>αὐξάνεται καὶ τὴν οὐσίαν, ὥστ’ ἀεὶ ταῖς οὐσίαις <lb/>συναυξανομένων τῶν
                        οἰκείων αὐταῖς ποιοτήτων καὶ τῶν <lb/>ἐνεργειῶν, ἀληθῶς ἂν εἴποι τις ἐν τῷ
                        τοιούτῳ βαλανείῳ πλεῖστον <lb/>εἶναι τὸν καπνόν. ὑποκείσθω δὲ πάλιν, ὡς
                        ἐλέγομεν, <pb n="244"/> ἀτμοῦ τε καὶ καπνοῦ κατὰ τὸ βαλανεῖον ὑπάρχειν, ἡ δ’
                        οἰκεία <lb/>τοῦ ἀέρος οὐσία, πλείστη κατὰ τὴν ἀναλογίαν οὖσά τε <lb/>καὶ
                        γιγνομένη τοῦ τοῖς ζώοις ἐμφύτου θερμοῦ λεχθήσεται <lb/>γὰρ καὶ νῦν ἐν τῷ
                        βαλανείῳ πλεῖστον εἶναι τὸ οἰκεῖον θερμόν. <lb/>ἆρ οὖν ἀποδεῖ τι τούτου τὸ
                        καὶ τοὺς ἐν τῷ ζώῳ <lb/>χυμοὺς, ἐξ ὧν ἀτμιζόντων ἡ προσπίπτουσα θερμασία
                        τοῖς <lb/>ἁπτομένοις ἔξωθέν ἐστιν; ἄλλη μὲν γὰρ ἀπὸ τοῦ αἵματος
                        <lb/>ἀνάπτεται θερμότης, ἄλλη δὲ ἀπὸ τοῦ φλέγματος, ἄλλη δὲ <lb/>ἀπὸ τῆς
                        ξανθῆς ἢ μελαίνης χολῆς. ἐπὶ μὲν οὖν τῶν παιδίων <lb/>ἡ οὐσία τοῦ αἵματος
                        πλείστη κατὰ τὴν τῆς μίξεως <lb/>ἀναλογίαν. τούτου γὰρ ἀναμιμνήσκειν ἀεὶ
                        δεῖ, καθάπερ <lb/>ὑπὸ ληθάργου κατεχομένους, τοὺς τὰ τοιαῦτα ληροῦντας
                        <lb/>ὁποῖα Λύκος ἔγραψεν, ἥ τε συναυξανομένη ποιότης οὖσα χρηστὴ <lb/>καὶ
                        φίλιος, οὐκ ἀνιαρὰ καὶ δακνώδης τοῖς ἁπτομένοις, <lb/>ἤ τ’ ἐνέργεια, καθ’ ἣν
                        αἱ πέψεις οὐ κνισώδεις γίνονται <lb/>οὐδ’ ὀξώδεις ὡς ἐπὶ <milestone unit="ed1page" n="337"/>φλέγματος. κατὰ πάντας οὖν <lb/>τοὺς τρόπους, ὦ
                        γενναιότατε Λύκε, τοῖς αὐξανομένοις πλέον <lb/>ἐστὶ τὸ ἔμφυτον θερμὸν, ὥστ’
                        οὐδὲν Ἱπποκράτης ἥμαρτεν, <pb n="245"/> ἀλλὰ σὺ μᾶλλον ἐξηλέγχθης ἐπηρεάζων.
                        ἐνεδείξω γὰρ ἐξ ὧν <lb/>ἔγραψας οὐδ’ ὅλως εἰσηγμένος ὑπὸ διδασκάλων τῶν
                        Ἱπποκρατείων <lb/>ἐπαΐειν τι δογμάτων ἐγκαλῶν τε προφανῶς οἷς <lb/>οὐδ’ ὅλως
                        οἶσθα, τήν τ’ ἀντιλογίαν ἀμαθεστάτην ποιούμενος <lb/>ἐφωράθης, τὴν δι’ αὐτῆς
                        ἀνατρέπειν ἐγχειρῶν ἁπάσης <lb/>τέχνης σύστασιν, ἀγνοῶν δὲ ἃ περὶ τούτων
                        ἔγραψε Πλάτων <lb/>πολλάκις ἐναντία λέγεις σαυτῷ, λυμαινόμενος τοῖς νέοις,
                        <lb/>ὅσοι καθάπερ σὺ λογικῆς θεωρίας ἀγυμνάστως ἔχοντες <lb/>ἀγνοοῦσι
                        διακρίνειν ἀληθεῖς λόχους ψευδῶν. ἐφ’ ἅπασι δὲ <lb/>τούτοις τολμηρότατός τε
                        ἅμα καὶ φλύαρος ὤφθης, ἐπιχειρήσας <lb/>γράφειν ἐξηγήσεις τῶν ὑφ’
                        Ἱπποκράτους εἰρημένων <lb/>ἄνευ τοῦ μεμαθηκέναι πρότερον αὐτά. </p></div></div></body></text></TEI>