<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg093.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><p>Καὶ πῶς ἐγχωρεῖ, φήσειεν ἂν ὁ Λύκος, ἐναντίον εἶναι <lb/>τῷ χρώματι καθ’ ὃ
                        νενόηται χρῶμα ὄν; καὶ ἀληθεύσει γε <lb/>ναὶ μὰ τοὺς θεοὺς, ὅσον ἐπὶ
                        χρώματος καὶ τὸ χρῶμα μηδὲν <lb/>ἡγούμενος ἕτερον ἑτέρου διαφέρειν, ἀλλ’
                        ὥσπερ τοῦτο <lb/>ἀληθὲς, οὕτω κἀκεῖνο τὸ λευκὸν τοῦ μέλανος οὐ μόνον
                        διαφέρον, <lb/>ἀλλὰ καὶ τοσοῦτον διαφέρον, ὡς ἐναντιώτατον εἶναι. <lb/>καὶ
                        πῶς ἐγχωρεῖ, τάχα φήσουσιν οἱ τὰ τοῦ Λύκου πρεσβεύοντες, <lb/>ἅμα μὲν εἶναι
                        ταὐτὸν, ἅμα δὲ ἐναντιώτατον εἶναι; <lb/>καὶ πῶς τῷ μέλανι λευκόν; οἷς ἡμεῖς
                        ἀποκρινούμεθά τί γε <lb/>τοσοῦτον, ὡς εἴπερ οὐκ ἐγχωρεῖ τὸ λευκὸν ἐναντίον
                        τε ἅμα <lb/>καὶ ταὐτὸν εἶναι τῷ μέλανι, τὸ ἕτερον αὐτοῦ αἱρείσθωσαν. <lb/>ὁ
                        μὲν γὰρ Πλάτων οἴεται δυνατὸν εἶναι, καθάπερ γε καὶ <lb/>Ἀριστοτέλης καὶ
                        Θεόφραστος, ἕτερον ἑτέρω ταὐτὸν ὂν τῷ <lb/>γένει, τοσαύτην ὅμως ἔχειν
                            <milestone unit="ed2page" n="366"/>τὴν ἐν εἴδει διαφορὰν, <lb/>ὡς
                            <milestone unit="ed1page" n="333"/>ἐναντιώτατον ὑπάρχειν. οὗτοι δ’ εἰ μὴ
                        νομίζουσιν <lb/>ἀληθεύειν ἄμφω τὸν λόγον τὸν ἐναργέστερον ἑλέσθωσαν. <pb n="218"/> ἐναργέστερον δέ ἐστιν, ὅσῳ καὶ πᾶσιν ἀνθρώποις ὁμολογούμενον,
                        <lb/>ἐναντίον εἶναι τὸ λευκὸν τῷ μέλανι. καὶ μὴν, <lb/>εἵπερ ἀληθές ἐστι
                        τοῦτο, νομίζουσι δὲ αὐτοὶ μὴ δύνασθαι <lb/>τοὺς λόγους ἀμφοτέρους
                        ἀληθεύεσθαι, τόν τε ἐναντίον εἶναι <lb/>φάσκοντα τὸ λευκὸν τῷ μέλανι καὶ τὸν
                        αὐτὸν οὐκ ὀρθῶς <lb/>ἐροῦσιν μηδὲν διαφέρειν ᾗ χρῶμά ἐστιν τὸ λευκὸν τοῦ
                        μέλανος. <lb/>ὁ μὲν οὖν ἐν τῷ τοῦ Πλάτωνος γράμματι διαλεγόμενος <lb/>τῷ
                        Σωκράτει, συγγνωστὸς ἦν ἴσως, κωλύων τὸν Σωκράτην <lb/>διαιρούμενον ἡδονὴν
                        ἡδονῆς διαφορᾷ. οὐ γὰρ ἦν <lb/>που βιβλίον οὐδὲν τοιοῦτο διδάσκων, ὡς
                        ἐγχωρεῖ πολλὰ πολλοῖς <lb/>ὄντα τῷ γένει ταὐτὰ διαφέρειν ὅμως εἰς τοσοῦτον,
                        ὡς <lb/>ἐναντιώτατον ἀλλήλοις ἰδέαν τε καὶ φύσιν ἔχειν. ἐπεὶ δ’ <lb/>ὑπὸ
                        Πλάτωνος ὁ Φίληβος ἐγράφη διδάσκων τἀληθὲς, εἰ <lb/>μὲν οὐδ’ ὅλως ἀνέγνω τὸ
                        βιβλίον ὁ Λύκος, ἄγαμαι τῆς <lb/>παιδείας τὸν Λύκον. εἰ δ’ ἀναγνοὺς οὐκ
                        ἐνόησε, θαυμάζω <lb/>τῆς συνέσεως. εἰ δὲ νοήσας οὐκ ἐπείσθη, μακαρίζω
                        <lb/>τῆς κρίσεως. ὦ πρὸς τοῦ Διὸς ἐρωτᾷ τίς λόγον οὐδὲ τὰ <pb n="219"/>
                        πρῶτα μαθὼν τῆς διαλεκτικῆς; ἔστι τίς ἂν ἄνθρωπος Ἕλλην <lb/>ἰατρὸς ἢ
                        γραμματικὸς ἢ ῥήτωρ ἢ φιλόσοφος ἢ ὅλως ὁστισοῦν <lb/>ἄλλος ἀντιποιούμενος
                        λόγων, ὡς οὐκ ἀνέγνω τὸν Πλάτωνος <lb/>Φίληβον; καίτοι τί λέγω τὸν Φίληβον;
                        οὐ γὰρ ἐν τούτῳ <lb/>μόνῳ τὸν προκείμενον λόγον Πλάτων ἐδίδαξεν, ἀλλὰ καὶ
                        δι’ <lb/>ἄλλων πολλῶν ἐπεμνήσθη βιβλίων, ὧν ἐχρῆν μόνον κἂν ἕν <lb/>γέ τι
                        τὸν θαυμασιώτατον Λύκον ἀνεγνωκέναι, ἀντιποιούμενον <lb/>λόγων
                        ἐπιστημονικῶν. αἰσχρὸν γὰρ Ἱπποκράτην διελέγχειν <lb/>ἐπιχειροῦντα καὶ
                        λόγους ἐπερωτῶντα περαντικοὺς, ὡς <lb/>νομίζει, μηδὲ τὰ πρῶτα φαίνεσθαι
                        μεμαθηκότα τῶν ἐν <lb/>ταῖς φιλοσόφων διατριβαῖς. ἀλλὰ νὴ Διὰ θαυμαστὸν
                        αὐτοῦ <lb/>τὸ περὶ τῶν ὑγρῶν ἐστι παράδειγμα. καὶ γὰρ τοῦτο <lb/>βούλεται,
                        μηδὲν ἀλλήλων διηφέρειν, εἰ πάντα ἐστὶν ὑγρὰ, <lb/>καθ’ ὃ μέντοι τὰ μὲν
                        ὀξέα, τὰ δὲ στρυφνὰ, τὰ δ’ ἁλμυρὰ, <lb/>τὰ δὲ γλυκέα, ταύτῃ διαλλάττει, οὐκ
                        ἀκούει δὲ ἐν τούτοις <lb/>αὐτὸς ἑαυτοῦ. λέγων γὰρ ᾗ διαφέρει τὰ ὑγρὰ
                        κατασκευάζειν <lb/>οἴεται μηδεμίαν ἐν αὐτοῖς εἶναι διαφορὰν, ἀλλὰ μάτην
                        <lb/>μὲν Ἱπποκράτην διαφορὰν εἰρηκέναι, μάτην δὲ Θεόφραστον <pb n="220"/>
                        ὅλην πραγματείαν γεγραφέναι περὶ χυλοῦ. καίτοι καὶ αὐτὸ <lb/>τοῦτο τοὔνομα ὁ
                        χυλὸς ὑγροῦ διαφοράν τινα ἐνδείκνυται, <lb/>ἀλλ’ ὅμως καίτοι διαφορά τις
                        οὖσα ὑγροῦ, πάλιν αὐτὴν <lb/>τέμνεσθαι πέφυκεν εἰς ἑτέρας διαφοράς. οὐ μὴν
                        θαυμαστὸν <lb/>εἰς τοσοῦτον ἀπαιδευσίας ἥκοντα Λύκον, ὡς νομίζειν <lb/>ἐν
                        ὄξει στύφουσαν εἶναι ποιότητα, τοιαύτην τολμῆσαι πρὸς <lb/>Ἱπποκράτην
                        γράφειν ἀντιλογίαν. τὰ γὰρ οὕτως ἐναργῆ καὶ <lb/>Διοσκορίδης ὁ Ἀναζαρβεὺς
                        ἐγίγνωσκεν, οἵ τ’ ἄλλοι πάντες <lb/>οἱ τὰ περὶ ὕλης ὑπομνήματα γράψαντες.
                        ὀνομάζουσι γοῦν <lb/>ἐν ταύταις τὰ μὲν ἁλυκὰ, τὰ δὲ ἁλμυρὰ τὰ δὲ πικρὰ, τὰ
                        <lb/>δὲ γλυκέα, τὰ δὲ αὐστηρὰ, τὰ δὲ στρυφνὰ, τὰ δὲ στύφοντα, <lb/>τὰ δὲ
                        δριμέα, τὰ δὲ ὀξέα. Λύκος δ’ ὁ θαυμασιώτατος <lb/>ἤτοι οὐδ’ ὅλως γινώσκει
                        διαφέρουσαν ὀξεῖαν ποιότητα στυφούσης <lb/>ἢ πεπήρωται τὴν γεῦσιν, ὃς μηδ’
                        ὅλως αἰσθάνεσθαι <lb/>τῶν ἐν τοῖς χυμοῖς διαφορῶν. ἔοικεν οὖν ὡς ἀπίου καὶ
                        <lb/>μεσπίλου καὶ μήλου καὶ κυδωνίου τοῦ <milestone unit="ed2page" n="367"/>ὄξους αἰσθάνεσθαι, <lb/>καίτοι γε πάντων ἀνθρώπων ἔνια μὲν τῶν μήλων ﻿<pb n="221"/> ὀξέα καλούντων, ἔνια δὲ στύφοντα, γλυκέα δὲ ἄλλα, καθάπερ,
                        <lb/>οἶμαι, καὶ ῥοιὰς ὀξείας τε καὶ στυφούσας καὶ γλυκείας. ἐν <lb/>μέν γε
                        τοῖς οἴνοις, ᾧ ἀρετὴ κακίας ἀφώρισται, στύψις <lb/>ὀξύτητος, εὐγενεῖς μὲν
                        γὰρ οἱ στύφοντες. ὀξὺς δ’ οὐδεὶς <lb/>κατὰ φύσιν, ἀλλ’ εἰ καὶ μικρὸν αὐτοῖς
                        προσέλθῃ τοιαύτης <lb/>ποιότητος, ὑποπτεύομεν αὐτίκα τὴν εἰς ὄξος αὐτῶν
                        μεταβολήν. <lb/>ἴσως οὖν ὁ Λύκος οὐδ’ ὀξυλάπαθον, οὐδ’ ὀξυαλίδα,
                        <lb/>λαπάθου τε καὶ θριδακίνης διεγίνωσκεν, οἷς στυφούσης <lb/>μὲν ποιότητος
                        οὐδὲ τοὐλάχιστον ὑπάρχει, τῆς δὲ ὀξείας <lb/>δαψιλῶς μετέσχηκεν ἄμφω.
                        θαυμαστὸν μὲν οὖν εἰ ταῦτα <lb/>μὲν ἀπὸ τῆς ὀξείας ποιότητος ὠνόμασται, τὸ
                        δὲ ὄξος αὐτὸ <lb/>οὐ μετέσχηκεν αὐτῆς. ἀλλ’ ὁ μηδὲ τὰς κοινὰς αἰσθήσεις
                        <lb/>ἀποσώζων Λύκος, ἐγκαλεῖν Ἱπποκράτει τολμᾷ. πάλιν οὖν <lb/>ἔγνω τὴν παρὰ
                        τοῖς φυσικοῖς ζήτησιν ὑπὲρ τοῦ τῶν χυμῶν <lb/>ἀριθμοῦ. κατὰ τοῦτο γὰρ οὐδὲν,
                        ὡς ἔοικε, διαφέρει χυμὸς <lb/>χυμοῦ, καθόσον χυμός ἐστιν. ἡδέως ἂν οὖν
                        ἤκουσα τίνος <lb/>τῶν ὄντων εἰσὶν αἱ τοιαῦται διαφοραὶ, γλυκὺς, ὀξὺς,
                        δριμὺς, <pb n="222"/> πικρὸς, ἁλμυρὸς, ἀλυκὸς, στρυφνὸς, αὐστηρὸς, στύφων,
                        <lb/>λιπαρός. εἰ μὴ γὰρ χυμῶν ἴσως ἤτοι φωνῶν ἢ χρωμάτων <lb/>ἢ ὀδμῶν ἢ διὰ
                        τῆς ἁφῆς εἰς γνῶσιν ἥκουσι. παρὰ <lb/>ταύτας γὰρ οὐκ ἔχομεν ἄλλην αἴσθησιν.
                        ἀλλ’ εἰσὶν αἱ πᾶσαι <lb/>πέντε, γεῦσις καὶ ἀκοὴ καὶ ὄψις καὶ ὄσφρησίς τε καὶ
                        ἁφή. <lb/>διαγινώσκομεν δὲ ὥσπερ καὶ ταῖς ἄλλαις ἄλλα τῶν αἰσθητῶν,
                        <lb/>οὕτως τῇ γεύσει καὶ τοὺς χυμούς. ὡς δὲ ἐν τοῖς <lb/>ὑγροῖς αἱ διαφοραὶ
                        πολλαὶ, κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον κἀν <lb/>ταῖς αἰσθήσεσιν. καίτοι γε ᾗ
                        αἰσθήσεις εἰσὶν, οὐ διαφέρουσιν, <lb/>ἀλλ’ ὁ διαλεκτικώτατος Λύκος οὐκ ἐάσει
                        λέγειν ἡμᾶς <lb/>οὔτ’ ἐν τοῖς χυμοῖς εἶναι τὰς εἰρημένας διαφορὰς, οὐδὲ ἐν
                        <lb/>ταῖς αἰσθήσεσιν, ἃς ἅπαντες γιγνώσκουσιν, οὔτ’ ἐν τοῖς χρώμασι <lb/>καὶ
                        λευκὸν καὶ μέλαν καὶ φαιὸν καὶ ξανθὸν καὶ πυῤῥὸν, <lb/>ἐρυθρόν τε καὶ
                        φοινικοῦν καὶ κυανοῦν. οὔτε γὰρ <lb/>χρῶμα χρώματος ᾗ χρῶμά ἐστι διαφέρει.
                        μαίνονται τοίνυν <lb/>ἅπαντες ἰατροὶ καὶ φιλόσοφοι χρωμάτων μὲν ἡγούμενοι
                        <lb/>διαφορὰς εἶναι τὰς εἰρημένας. χυμῶν δὲ τὸν ὀξὺν καὶ πικρὸν <lb/>καὶ
                        δριμὺν, ὅσους τ’ ἄλλους ὀλίγον ἔμπροσθεν εἶπον, <pb n="223"/> ὥσπερ καὶ τῶν
                        αἰσθήσεων αὐτῶν. οὔτε γὰρ χρῶμα χρώματος, <lb/>ᾗ χρῶμά ἐστι, διαφέρει, ὡς
                        οὔτ’ αἴσθησις αἰσθήσεως <lb/>οὔτε χυμὸς χυμοῦ, καθάπερ οὐδὲ πυρετὸς πυρετοῦ,
                        ὅτι μηδὲ <lb/>θερμὸν θερμοῦ. μαίνονται τοίνυν οἱ γράψαντες ἰατροὶ,
                        <lb/>πυρετῶν διαφορὰς πολλὰς καὶ τὸν καῦσον καὶ τὴν λειπυρίαν <lb/>καὶ τὸν
                        ἠπίαλον καὶ τὸν τυφώδη καὶ τὸν λοιμώδη καὶ <lb/>τὸν ἡμιτριταῖον, ἀμφημερινόν
                        τε καὶ τριταῖον καὶ τεταρταῖον. <lb/>ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ὁ Λύκος ἑτέρωθι γράφει
                        πυρετῶν <lb/>διαφορὰς, ὥσπερ γε καὶ τῶν ἄλλων σχεδὸν ἁπάντων <lb/>πραγμάτων.
                    </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p><milestone unit="ed2page" n="368"/>Τί ποτ’ οὖν δόξαν αὐτῷ νῦν ἐπελάθετο τοῦ
                        <lb/>τέμνειν ἕκαστον τῶν ἄλλων εἰς τὰς οἰκείας διαφορὰς, ὅς γε <lb/>καὶ περὶ
                        τοῦ τῶν ἀχύρων ἐξαπτομένου πυρὸς, ὡς χρῆσθαι <lb/>τοῖς τὸν χρυσὸν
                        ἐργαζομένοις ἔθος, οὐδεμίαν εἶναι νομίζει <lb/>διαφορὰν, ἀλλὰ πρὸς τὸ τὰς
                        ἄλλας ὕλας. οὐδὲ γὰρ τὸ πῦρ <lb/>τοῦ πυρὸς, ᾗ πῦρ ἐστιν, ἢ κατὰ τὸ μᾶλλόν τε
                        καὶ ἧττον, <pb n="224"/> ἰσχυρὸν γὰρ εἶναί τι καὶ ἀσθενὲς πῦρ ἐγχωρεῖ, καὶ
                        τό γε <lb/>τῶν ἀχύρων ἀσθενέστατον εἶναι νομίζων, ἐνταμίευτον εἶναί
                        <lb/>φησι πρὸς τὴν ἐργασίαν τοῦ χρυσοῦ. διατήκεσθαι γὰρ αὐτὸν <lb/>καὶ
                        διαῤῥεῖν ἰσχυροτέρᾳ πλησιάζοντα φλογί. ἀλλ’, ὦ <lb/>βέλτιστε Λύκε, φαίη τις
                        ἂν οἶμαι πρὸς αὐτὸν, εἰ τῶν φυσικῶν <lb/>φιλοσόφων ἠκηκόεις ζητούντων ὅπως
                        αἱ φλόγες γεννῶνται <lb/>κατανενόηκας ἂν οἶμαι τὰς ἐν αὐταῖς διαφοράς.
                        <lb/>ἐγὼ τοίνυν ὅσον οἷόν τε διὰ βραχυτάτων ἐπιτέμνεσθαι λόγον <lb/>οὐ
                        μικρὸν ἐξηγήσομαί σοι περὶ αὐτῶν. ὁρᾶς, οἶμαι, <lb/>τῆς καιομένης ὕλης
                        ἀναθυμίασίν τινα γιγνομένην ἐν διεσπασμένοις <lb/>ἀπ’ ἀλλήλων μορίοις, ὧν
                        μεταξύ τις ἀὴρ ἀπολαμβανόμενος, <lb/>ἐξ ἀνάγκης <milestone unit="ed1page" n="334"/>μὲν δήπου θερμαίνεται. παμπόλλην <lb/>δὲ ἴσχει διαφορὰν ἐν τῷ
                        μᾶλλόν τε καὶ ἧττον. ἀλλὰ <lb/>καὶ τὰ διαλείμματα τῶν ἀναφερομένων σωμάτων
                        οὐκ ἴσα <lb/>πάσαις ταῖς φλοξίν ἐστιν, ὥσπερ οὐδ’ αὐτῆς τῆς ἀναθυμιάσεως
                        <lb/>ἡ φύσις, ἀλλὰ καὶ μεγέθει καὶ σμικρότητι διενήνοχεν <pb n="225"/>
                        ἀλλήλων τὰ τῆς καιομένης ὕλης ἀναθέοντα μόρια καὶ πυκνότητι <lb/>καὶ
                        μανότητι καὶ τῷ τὰ μὲν ἡμίκαυτα, τὰ δ’ οἷον <lb/>ὁλόκαυτα ὑπάρχειν, ἢ ὅλως
                        τὰ μὲν μᾶλλον, τὰ δὲ ἧττον <lb/>ἐκπυροῦσθαι. ὅταν οὖν ταῦτα φαίνηται
                        τοσαύτην ἔχοντα <lb/>τὴν διαφορὰν, ὅ τε ἀὴρ ὁ δεδεγμένος αὐτὰ ποτὲ μὲν
                        μᾶλλον <lb/>ὑπ’ αὐτῶν ἐκτεθερμασμένος ᾖ, ποτὲ δ’ ἧττον, ἀναγκαῖον <lb/>εἶναι
                        παμπόλλην γε ποικιλίαν γίγνεσθαι καὶ διαφορὰν οὐκ <lb/>ὀλίγην τῆς φλογός. ἡ
                        γὰρ τῆς μίξεως ἀνομοιότης τὸ πλῆθος <lb/>τῶν διαφορῶν ἐργάζεται. </p></div></div></body></text></TEI>