<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg093.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="2"><p>Ἵνα δὲ τοῖς μὲν ὑπ’ ἐκείνου λεγομένοις, ὑπ’ ἐμοῦ δὲ <lb/>μέλλουσι πρὸς αὐτὰ
                        ῥηθῆναι, ῥᾷον ἀκολουθήσωσιν οἱ δικάσοντες <lb/>ἡμῖν, ἀναγκαῖον ἔσται μοι
                        βραχέα προειπεῖν. ὅτι <lb/>μέν ἐστι θερμὸν ἐν ἡμῖν ἐναργῶς ἅπασι φαίνεται,
                        πότερα <lb/>δ’ ἐκ κινήσεως τοῦτο τῆς κατὰ τὴν καρδίαν <milestone unit="ed1page" n="330"/>καὶ <lb/>τὰς ἀρτηρίας ἔχει τὴν γένεσιν ἢ καθάπερ
                        αὐτὸ τὸ κινεῖσθαι <pb n="199"/> τῇ καρδίᾳ σύμφυτον ὑπάρχει, τὸν αὐτὸν τρόπον
                        καὶ <lb/>ἡ θερμασία, διαπεφώνηται τοῖς ἰατροῖς. ἀλλ’ ὅστις γε <lb/>βούλεται
                        μαθεῖν ἐπιστημονικῶς, ἀρχὰς τοῖς ζώοις ἅπασι γενέσεως <lb/>εἶναι τὸ θερμὸν
                        καὶ τὸ ψυχρὸν καὶ τὸ ξηρὸν καὶ <lb/>τὸ ὑγρὸν, ἓν ἔχει βιβλίον ὑπ’ ἐμοῦ
                        γεγραμμένον, ἐν ᾧ τὴν <lb/>Ἱπποκράτους γνώμην ἐξηγοῦμαι καὶ ἀποδεικνύω.
                        τοῦτο μὲν <lb/>δὴ τὸ βιβλίον ἐπιγέγραπται περὶ τῶν καθ’ Ἱπποκράτους
                        <lb/>στοιχείων. ἕτερα δὲ ἐφεξῆς ἐστιν αὐτοῦ τὰ περὶ κράσεων, <lb/>ἐν οἷς
                        δείκνυμι τίνα μὲν τῶν σωμάτων πλείονα μοῖραν ἐν <lb/>ἑαυτοῖς ἔχει τοῦ θερμοῦ
                        στοιχείου, τίνα δ’ ἐλάττονα. καὶ <lb/>ὡς διὰ τοῦτ’ αὐτὸ τὰ μὲν θερμότερα
                        φύσει, τὰ δὲ ψυχρότερα <lb/>γέγονεν. ἅπασι γὰρ ἡμῖν ὑπάρχει τὸ θερμὸν
                        στοιχεῖον <lb/>ἔμφυ<milestone unit="ed2page" n="360"/>τον ἐκ πρώτης ἀρχῆς,
                        ἣν ἐκ σπέρματός <lb/>τε καὶ καταμηνίου κεκτήμεθα. διαφέρομεν δ’ ἀλλήλων
                        <lb/>ἐν τῷ μᾶλλόν τε καὶ ἧττον εἶναι θερμοί· ἀλλ’ εἰσὶ γέ τινες <lb/>ὅροι
                        τούτου τοῦ πλάτους, ὧν ἐπέκεινα τῆς κράσεως ἐξικομένης <lb/>ἤτοι νοσεῖν ἡμῖν
                        ἀναγκαῖόν ἐστιν ἢ διαφθείρεσθαι. <lb/>καὶ γὰρ ἐπὶ πλέον ψυχθέντες ἐν
                        νοσήματι ψυχρῷ καθιστάμεθα <pb n="200"/> καὶ θερμανθέντες ἔξω τοῦ κατὰ τὴν
                        ὑγείαν πλάτους <lb/>εἰς πυρετὸν ἀγόμεθα. καὶ τοίνυν καὶ τῶν πυρετῶν αὐτῶν
                        <lb/>ἔνιοι μὲν ἀκριβῶς εἰσι ξηροὶ, καθάπερ οἱ ἀκριβῶς καῦσοι, <lb/>τινὲς δὲ
                        ἐσχάτως ὑγροὶ, καθάπερ οἱ τυφώδεις ὀνομαζόμενοι. <lb/>εἰ δ’ οὐ χαίρει τις
                        τοῖς οὕτω καλουμένοις ἢ κατ’ ἄλλου <lb/>πράγματος ἐπιφέρειν εἴθισται τὰς
                        εἰρημένας προσηγορίας, <lb/>ἐγὼ τούτῳ τῷ λόγῳ διηγήσομαι τοὺς ὑγροὺς
                        πυρετοὺς ὁποίους <lb/>εἶναί φημι. ἱδροῦσι μὲν οἱ κάμνοντες ἀπὸ πρώτης
                        ἡμέρας, <lb/>ἐν δ’ αὐτοῖς ἱδρῶσιν ἢ μετρίως ἢ οὐδὲν ὀνινάμενοι, τούτους
                        <lb/>ὑγροὺς ἐγὼ τοὺς πυρετοὺς ὀνομάζω, ξηροὺς δὲ ἔμπαλιν ἐκείνους <lb/>καλῶ
                        τῶν πυρετῶν, οἷς δίψα σφοδρὰ καὶ γλῶττα ξηρὰ <lb/>καὶ δέρμα σκληρὸν οἷόν περ
                        βύρσα καὶ πολὺς αὐχμὸς ἐν <lb/>ἅπαντι τῷ σώματι. καὶ μὴν καὶ ἕτεροί τινές
                        εἰσι πυρετοὶ <lb/>τὴν διαπνοὴν ὅλου τοῦ σώματος ἔχοντες ἀνιαρὰν τοῖς
                        ἁπτομένοις, <lb/>ὡς νύττεσθαί τε καὶ δάκνεσθαι δοκεῖν, διχῶς καὶ <lb/>τούτου
                        γινομένου, ποτὲ μὲν ἀερώδους ξηροῦ τοῦ προσπίπτοντος <lb/>ἡμῖν, ἔστι δ’ ὅτε
                        ὑγροῦ πως φαινομένου, καθάπερ <lb/>ἀτμοῦ τινος. τοιαύταις ἰδέαις ἀλλήλων
                        διαφέρουσι καὶ ﻿<pb n="201"/> τῶν ὑγιαινόντων αὐτῶν αἱ κράσεις, ἃς δὴ καὶ
                        δυσκράτους <lb/>εἶναί φαμεν, ἐπανορθούμεθά τε καθ’ ὅσον οἷόν τε τὴν φυσικὴν
                        <lb/>δυσκρασίαν αὐτῶν. ἔστι γὰρ καὶ τοῦτο μόριον οὐ <lb/>σμικρὸν τῆς
                        ὑγιεινῆς τέχνης. ὅσα δὲ εὔκρατα φύσει τῶν <lb/>σωμάτων ἐστὶν, οὐδὲν τοιοῦτον
                        ἁπτομένοις ἐμφαίνει. σύμμετρα <lb/>γὰρ ἀκριβῶς ἐστιν, ὡς μηδὲν ἐνδεῖν αὐτοῖς
                        τὸ θερμὸν, <lb/>οἷα γέρουσιν ἢ τοῖς ἐψυγμένοις, μήθ’ ὑπερβάλλειν, ὡς
                        <lb/>τοῖς ἀμετρότερον πονήσασιν ἢ διατρίψασιν ἐπὶ πλεῖον ἐν <lb/>ἡλίῳ
                        θερινῷ. πολὺ δὲ δὴ μᾶλλον οὐδὲ τὸ δάκνον ἢ ἀνιαρὸν <lb/>ἡ τούτων ἔχει
                        θερμασία. σαφηνείας δὲ ἕνεκα τῶν λεγομένων <lb/>οὐδὲν ἂν εἴη χεῖρον
                        ἀναμνησθῆναί σε βαλανείων, <lb/>ἐν οἷς ἓν μέν ἐστι δήπου τὸ τῶν εὐκράτων
                        εἶδος, αἱ δυσκρασίαι <lb/>δὲ πολλαί. μία μὲν γὰρ δυσκρασία βαλανείου,
                        <lb/>ψυχροτέρου τῆς χρείας ὑπάρχοντος, ἑτέρα δὲ εἰ μέχρι τοῦ <lb/>λυπεῖν ἤδη
                        θερμανθείη, τρίτη δ’ ἄλλη καθ’ ἣν οὔθ’ ὡς <lb/>ψυχρότερον οὔθ’ ὡς θερμότερον
                        αἰτιώμενοι πλῆρες ἀτμοῦ <lb/>φαμεν ὑπάρχειν καὶ κατὰ τοῦτο μεμφόμεθα. τίς
                        γὰρ οὐκ <lb/>οἶδεν, εἴ γε ὅλως ἄνθρωπός ἐστιν, ὡς εὔκρατόν ἐστι μὲν <pb n="202"/> ὕδωρ πολλάκις, ἔστι δ’ ὁμοίως αὐτῷ ὁ καὶ ἀὴρ καὶ ἀτμός.
                        <lb/>οὕτω γοῦν καὶ λίθος εὔκρατος ἐν αὐτοῖς τοῖς βαλανείοις <lb/>γίγνεται,
                        καθ’ οὗ κυλινδεῖσθαι δυνατὸν, οὕτε θερμασίαν <lb/>ὑπερβάλλουσαν οὔτε ψύξιν
                        αἰτιώμενον, οὔτ’ αὐχμὸν ἢ πλῆθος <lb/>ὑγρότητος. ὥσπερ οὖν ἐν ὕδατι καὶ λίθῳ
                        καὶ ἀέρι <lb/>σύμμετρος γίγνεται θερμότης, οὕτως καὶ κατὰ τὸν ἀτμὸν, <lb/>ὃς
                        ἐπειδὰν εὔκρατος ὢν ἐμπλήσει τὸ βαλανεῖον, οἱ λουόμενοι <lb/>δυσχεραίνουσι
                        μὲν καὶ μέμφονται τὸ τοιοῦτον λουτρὸν, <lb/>ψυχρότερον δὲ ἢ θερμότερον οὐκ
                        ὀνομάζουσιν, ὡς εἴ γε καὶ <lb/>τοιοῦτόν τι ποιεῖ, διττὴν ποιοῦνται τὴν
                        κατηγορίαν τοῦ βαλανείου, <lb/>ψυχρὸν εἶναι φάσκοντες αὐτὸ καὶ μεστὸν ἀτμοῦ,
                        <lb/>καθάπερ γε καὶ θερμὸν αὖθις ἀμέτρως σὺν ἀτμῷ δαψι<milestone unit="ed2page" n="361"/>λεῖ. <lb/>μὴ τοίνυν ἐπιλανθανώμεθα τούτων μηδὲ
                        τὰ <lb/>κοινῇ πᾶσιν ἀνθρώποις γιγνωσκόμενα διαφθείρωμεν ὑπὸ <lb/>περιττῆς
                        σοφίας, ἣν ἐπιδείκνυνταί τινες, ἀλλὰ μεμνημένοι <lb/>τῶν βαλανείων, ἐπειδὰν
                        ἀκούσωμέν τινος ἐπὶ ζώου λέγοντος, <lb/>ὡς ἔστι τούτου μὲν εὔκρατον τὸ
                        θερμὸν, τούτου δὲ δύσκρατον, <pb n="203"/> οὐκ ἐπ’ ἄλλο τι μεταφέρωμεν τὴν
                        διάνοιαν, ἀλλ’ ἐφ’ <lb/>ὅπερ ἅπαντες οἱ τὰς κοινὰς ἐννοίας διασώζοντες
                        ἄνθρωποι, <lb/>καθ’ ἑκάστην ἡμέραν ἐν ἄλλοις τε πολλοῖς καὶ μέντοι γε
                        <lb/>καὶ τοῖς βαλανείοις ὧν ἐμνημόνευσα. θερμὸν γοῦν εἷναί <lb/>φασι τὸ
                        βαλανεῖον καὶ ψυχρὸν, εἶτ’ αὖθις ἀτμοῦ πλῆρες ἢ <lb/>ξηρὸν καὶ αὐχμῶδες καὶ
                        ἑκάστῳ τῶν ὀνομάτων ἴδιόν τι δηλοῦντες <lb/>πρᾶγμα. πρὸς τοίνυν τοῖς
                        εἰρημένοις ἕτερόν τι βαλανεῖόν <lb/>ἐστι καπνοῦ πλῆρες καὶ ναὶ μὰ Δία γε
                        τούτου πολυειδεστάτου. <lb/>ἕτερος μὲν ὁ ἐκ δρυίνων ξύλων, ἕτερος δὲ ὁ
                        <lb/>ἐκ συκίνων ἢ ἐλαΐνων ἐστὶ καὶ καθ’ ἕκαστόν γε δένδρον <lb/>ἄλλος καὶ
                        ἄλλος. ἀλλ’ οὐδέπω δέομαι τῶν κατὰ μέρος διαφορῶν. <lb/>ἀρκεῖ γάρ μοι τήν γε
                        πρώτην ὅλον γε τὸ γένος <lb/>τοῦτο μιᾷ κλήσει καὶ νοήσει περιλαμβάνοντι
                        καπνώδη τὸν <lb/>ἀέρα φάναι τοῦ βαλανείου, μηδ’ ἐνταῦθα μεμφόμενον αὐτοῦ
                        <lb/>θερμασίαν ἢ ψύξιν ἢ ὥσπερ γε μεμφόμενον αὖθις, εἰ οὕτως <lb/>ἔτυχε κατ’
                        ἄμφω, καὶ ὡς θερμὸν τὸ βαλανεῖον καὶ ὡς <lb/>καπνῶδες. ἐάσης οὖν ἤδη τὰ
                        βαλανεῖα τῶν καθ’ ἑκάστην <pb n="204"/> ἡμέραν ἐν ταῖς οἰκίαις ἡμῖν
                        συμβαινόντων ἀναμνήσθητί μοι, <lb/>ποτὲ μὲν ὑγρότητα τῶν οἰκίων ἐν οἷς
                        ἔσμεν, ἔστι δ’ ὅτε <lb/>ἄμετρον ψύξιν ἢ θερμότητα μεμφόμεθα, πότερα μὲν οὖν
                        <lb/>ὁμοίως μεμφόμεθα τὸν κατὰ τὸν οἶκον ἀέρα τοῖς ὑπὸ κύνα <lb/>καύμασι,
                        κἀπειδὰν καπνοῦ πληρωθῇ, ἢ κἀνταῦθα ὥσπερ <lb/>ἐν ταῖς βαλανείοις ἔστιν ὅτε
                        κατὰ μὲν τὴν θερμασίαν διαλλάττουσιν <lb/>οὐδὲν, ἔστι δ’ αὐτῶν ὁ μὲν αὐτὸ δὴ
                        τοῦτο μόνον, <lb/>ἀὴρ θερμὸς, ὁ δὲ σὺν τούτῳ καπνώδης, εἶτα ὁ μέν γε
                        <lb/>θερμὸς ἀὴρ οὐδέποτε προκαλεῖται δάκρυον, τῷ καπνώδει <lb/>δ’ ἀεὶ
                        ὑπάρχει τοῦτο κἂν μετρίως θερμὸς ᾖ, ὥστε ἐναργῶς <lb/>ἐνταῦθα κατάδηλόν ἐστι
                        τὸ δακνῶδες θερμὸν οὐ τῷ <lb/>μᾶλλον θερμαίνειν, ἀλλ’ ἑτέρῳ τινὶ διαλλάττον.
                        ἐγγυτάτῳ <lb/>γοῦν φλογὸς μεγίστης ἀκάπνου στάντες θερμαινόμεθα <lb/>οὕτω
                        πολλάκις, ὡς ἐγγὺς μὲν ἥκειν τοῦ καίεσθαι, δάκνεται <lb/>δ’ οὐδεὶς οὐδὲ
                        δακρύει τοὺς ὀφθαλμοὺς ὡς ἀπὸ καπνοῦ. <lb/>θαυμαστὸν οὖν εἴ τις ἐπὶ καπνοῦ
                        καὶ φλογὸς αἰσθάνεται <pb n="205"/> τῆς διαφορᾶς, ἐπὶ δὲ τῶν ἡμετέρων
                        σωμάτων ἀναίσθητός <lb/>ἐστιν ἐνίοτε μὲν ἰσχυροτάτης θερμασίας οἷον φλογὸς,
                        <lb/>ἐνίοτε δὲ ἀνιαρᾶς καὶ δακνώδους οἷόν περ καπνοῦ. θαυμάζω <lb/>δὲ οὐδὲν
                        ἧττον, εἰ μὴ συγχωρεῖ τὰς κατὰ τὸ θερμὸν <lb/>ἐν τοῖς ζώοις δυσκρασίας
                        ἀνάλογον ἔχειν ταῖς κατὰ τὰ βαλανεῖα <lb/>καὶ τὰς οἰκίας· ὡς οὖν ἐν ταῖς
                        οἰκίαις ἄλλος μὲν ἀήρ <lb/>ἐστιν οἴκου καπνώδους, ἄλλος δὲ ἁπλῶς θερμοῦ,
                        κατὰ τὸν <lb/>αὐτὸν οἶμαι τρόπον ἕτερος τούτων ἐναργῶς <milestone unit="ed1page" n="331"/>ἐστὶν ἐν <lb/>ᾧ πλῆθός ἐστι καιομένων λύχνων ἢ
                        δᾳδὸς ἅμα λιγνύσι, καὶ <lb/>τοίνυν καὶ καλοῦμεν, ὥσπερ τὸν ἕτερον ἀέρα
                        καπνώδη, λιγνυώδη <lb/>τοῦτο, ἐξ ὑπεροπτήσεως ὕλης γενόμενον. ἡ γάρ τοι
                        <lb/>λιγνὺς ταύτῃ τοῦ καπνοῦ διενήνοχε, καίτοι γε ἀμφοῖν περιττωμάτων
                        <lb/>ὑπαρχόντων φλογὸς, ὅτι ἡ λιγνύς ἐστι μὲν κατωπτημένης <lb/>ὕλης γεώδης
                        ἀναθυμίασις, <milestone unit="ed2page" n="362"/>καπνὸς δὲ <lb/>οὔθ’
                        ὑπερωπτημένης οὔτε γεώδης, ἀλλ’ ἡμικαύστου τε καὶ <lb/>συμμιγοῦς ἔξ ὑγρᾶς
                        καὶ γεώδους οὐσίας. ὅστις οὖν ἐπαιδεύθη <lb/>νομίμως ἐν Ἱπποκρατείοις
                        δόγμασιν, ἔμαθεν οὗτος <lb/>ὡς τῆς ὀνομαζομένης ἤδη συνήθως ἅπασι τοῖς
                        ἰατροῖς ἀδήλου ﻿<pb n="206"/> διαπνοῆς, ἣν διαπνεῖται τὰ σώματα, τὸ μὲν
                        τοιοῦτόν <lb/>ἐστιν οἷον ἀτμὸς, ἕτερον δὲ οἷον ἀὴρ ξηρὸς, ἕτερον δὲ σὺν
                        <lb/>αἰσθηταῖς ὑγρότησιν ἐκπῖπτον. λείπει τινά. </p></div></div></body></text></TEI>