<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg093.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="1"><head>ΓΑΛΗΝΟΥ ΠΡΟΣ ΛΥΚΟΝ ΒΙΒΛΙΟΝ.</head><p><milestone unit="ed2page" n="358"/>Ἀνεμέσητον μὲν δήπου Λύκῳ καὶ παντὶ τῷ
                        <lb/>βουληθέντι πρὸς Ἱπποκράτην γράφειν. ἔτι δὲ ἀνεμεσητότερον <lb/>οἶμαι
                        τοῖς δυναμένοις ἀπολύσασθαι τὰ κακῶς εἰρημένα πρὸς <lb/>αὐτὸν ἐγκλήματα,
                        καθάπερ ἐν δικα<milestone unit="ed2page" n="359"/>στηρίῳ τοῖς
                        <lb/>ἀναγνωσομένοις ἀμφοτέρων τὰ γράμματα, τὴν ἀπολογίαν <lb/>ποιήσασθαι,
                        καὶ μάλιστα ὅταν ὁ μὲν ἐγκαλῶν πρὶν μαθεῖν <lb/>τὰ λεγόμενα θρασύνεται, τῷ
                        δ’ ἀπολογουμένῳ πεπαιδεῦσθαι <lb/>κατὰ τοῦ παλαιοῦ δόγματος. Λύκος τοίνυν
                        ἔγραψε <pb n="197"/> μὲν ἐξηγητικὰ τῶν Ἱπποκράτους ἀφορισμῶν ὑπομνήματα,
                        <lb/>λωβᾶται δὲ τοῖς δόγμασι τἀνδρὸς ἑκατέρωθεν οἷς τε ψέγειν <lb/>καὶ οἷς
                        ἐπαινεῖν τινα τῶν ἐπ’ αὐτοῦ λεγομένων οἴεται καὶ <lb/>δι’ ὧν ἀντιλέγειν
                        ἐπιχειρεῖ. τά τε γὰρ ἐπαινούμενα Λύκου <lb/>φαντάσματά ἐστιν, οὐχὶ
                        Ἱπποκράτους δόγματα, δι’ ὧν τε <lb/>ἀντιλέγει δῆλός ἐστι μηδὲ τὰ στοιχεῖα
                        τῆς Ἱπποκράτους <lb/>τέχνης ἐπιστάμενος. ὅτῳ δ’ οὐκ ἔστι τῶν στοιχείων
                        ἐπιστήμη, <lb/>σχολῇ γ’ ἂν οὗτος οὐ τὰς συλλαβὰς εἰδείη τῆς τέχνης
                        <lb/>ἐκείνης ἢ τῶν ἀπ’ αὐτῆς. εἰ μὲν οὖν ἐγὼ πρῶτος ἢ <lb/>μόνος ἔλεγον ἐκ
                        θερμοῦ καὶ ψυχροῦ καὶ ὑγροῦ καὶ ξηροῦ <lb/>τὰ τῶν ζώων σώματα συγκεῖσθαι
                        νομίζειν Ἱπποκράτην, <lb/>τάχα ἂν ἴσως εὐλαβέστερον ἐνεκάλουν Λύκῳ πρὶν
                        γνῶναι <lb/>τὰ στοιχεῖα τῆς Ἱπποκράτους τέχνης ἐπιχειροῦντι τῶν συγγραμμάτων
                        <lb/>αὐτοῦ γράφειν ἐξηγήσεις. οὔτε γὰρ ὅσοι δόγμασιν <lb/>ἐναντίοις
                        ἐνεγράφησαν οὔθ’ ὅσοι μήτε τὰ πρῶτα γινώσκουσι <lb/>τῆς τέχνης χρήσιμα
                        εὔλογον ἐξηγεῖσθαι τοὺς ἀφορισμοὺς, <lb/>ἀλλ’ ὥσπερ μεμαθήκασι μὲν ἐκ τῆς
                        παιδικῆς <lb/>ἡλικίας, ἐπαινοῦσι δὲ πάλιν ἢ ψέγουσιν αὐτοῦ τὰ δόγματα. <pb n="198"/> Λύκος δὲ εἰς τοσοῦτον ἄρα τῆς Ἱπποκράτους τέχνης ἀμαθής
                        <lb/>ἐστιν, ὡς ἐγὼ θεοὺς ἅπαντας ἐπόμνυμι, τὰς πρώτας <lb/>τῶν εἰς τοὺς
                        ἀφορισμοὺς ὑπομνημάτων αὐτοῦ ἐξηγήσεις <lb/>ἀναγνοὺς, οὐκέθ’ ὑπέμεινα τὸ
                        λοιπὸν τοῦ βιβλίου ἀναγνῶναι, <lb/>τοσοῦτον ἐφαίνετο τῆς γνώμης ἁμαρτάνειν
                        τοῦ παλαιοῦ. <lb/>τῶν ἑταίρων δέ τινος ἀξιώσαντος ἐπακοῦσαί με τῶν εἰς
                        <lb/>τόνδε τὸν ἀφορισμὸν ὑπ’ αὐτοῦ γεγραμμένων, ἐν ᾧ φησι τὰ <lb/>αὐξανόμενα
                        πλεῖστον ἔχει τὸ ἔμφυτον θερμὸν, εἶτα πολλῶν <lb/>καὶ ἄλλων παρακαλεσάντων
                        ἀπολογήσασθαι πρὸς τὰς κατηγορίας, <lb/>οὕτως ἀναγκασθεὶς ἐπὶ τόνδε τὸν
                        λόγον ἧκον. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="2"><p>Ἵνα δὲ τοῖς μὲν ὑπ’ ἐκείνου λεγομένοις, ὑπ’ ἐμοῦ δὲ <lb/>μέλλουσι πρὸς αὐτὰ
                        ῥηθῆναι, ῥᾷον ἀκολουθήσωσιν οἱ δικάσοντες <lb/>ἡμῖν, ἀναγκαῖον ἔσται μοι
                        βραχέα προειπεῖν. ὅτι <lb/>μέν ἐστι θερμὸν ἐν ἡμῖν ἐναργῶς ἅπασι φαίνεται,
                        πότερα <lb/>δ’ ἐκ κινήσεως τοῦτο τῆς κατὰ τὴν καρδίαν <milestone unit="ed1page" n="330"/>καὶ <lb/>τὰς ἀρτηρίας ἔχει τὴν γένεσιν ἢ καθάπερ
                        αὐτὸ τὸ κινεῖσθαι <pb n="199"/> τῇ καρδίᾳ σύμφυτον ὑπάρχει, τὸν αὐτὸν τρόπον
                        καὶ <lb/>ἡ θερμασία, διαπεφώνηται τοῖς ἰατροῖς. ἀλλ’ ὅστις γε <lb/>βούλεται
                        μαθεῖν ἐπιστημονικῶς, ἀρχὰς τοῖς ζώοις ἅπασι γενέσεως <lb/>εἶναι τὸ θερμὸν
                        καὶ τὸ ψυχρὸν καὶ τὸ ξηρὸν καὶ <lb/>τὸ ὑγρὸν, ἓν ἔχει βιβλίον ὑπ’ ἐμοῦ
                        γεγραμμένον, ἐν ᾧ τὴν <lb/>Ἱπποκράτους γνώμην ἐξηγοῦμαι καὶ ἀποδεικνύω.
                        τοῦτο μὲν <lb/>δὴ τὸ βιβλίον ἐπιγέγραπται περὶ τῶν καθ’ Ἱπποκράτους
                        <lb/>στοιχείων. ἕτερα δὲ ἐφεξῆς ἐστιν αὐτοῦ τὰ περὶ κράσεων, <lb/>ἐν οἷς
                        δείκνυμι τίνα μὲν τῶν σωμάτων πλείονα μοῖραν ἐν <lb/>ἑαυτοῖς ἔχει τοῦ θερμοῦ
                        στοιχείου, τίνα δ’ ἐλάττονα. καὶ <lb/>ὡς διὰ τοῦτ’ αὐτὸ τὰ μὲν θερμότερα
                        φύσει, τὰ δὲ ψυχρότερα <lb/>γέγονεν. ἅπασι γὰρ ἡμῖν ὑπάρχει τὸ θερμὸν
                        στοιχεῖον <lb/>ἔμφυ<milestone unit="ed2page" n="360"/>τον ἐκ πρώτης ἀρχῆς,
                        ἣν ἐκ σπέρματός <lb/>τε καὶ καταμηνίου κεκτήμεθα. διαφέρομεν δ’ ἀλλήλων
                        <lb/>ἐν τῷ μᾶλλόν τε καὶ ἧττον εἶναι θερμοί· ἀλλ’ εἰσὶ γέ τινες <lb/>ὅροι
                        τούτου τοῦ πλάτους, ὧν ἐπέκεινα τῆς κράσεως ἐξικομένης <lb/>ἤτοι νοσεῖν ἡμῖν
                        ἀναγκαῖόν ἐστιν ἢ διαφθείρεσθαι. <lb/>καὶ γὰρ ἐπὶ πλέον ψυχθέντες ἐν
                        νοσήματι ψυχρῷ καθιστάμεθα <pb n="200"/> καὶ θερμανθέντες ἔξω τοῦ κατὰ τὴν
                        ὑγείαν πλάτους <lb/>εἰς πυρετὸν ἀγόμεθα. καὶ τοίνυν καὶ τῶν πυρετῶν αὐτῶν
                        <lb/>ἔνιοι μὲν ἀκριβῶς εἰσι ξηροὶ, καθάπερ οἱ ἀκριβῶς καῦσοι, <lb/>τινὲς δὲ
                        ἐσχάτως ὑγροὶ, καθάπερ οἱ τυφώδεις ὀνομαζόμενοι. <lb/>εἰ δ’ οὐ χαίρει τις
                        τοῖς οὕτω καλουμένοις ἢ κατ’ ἄλλου <lb/>πράγματος ἐπιφέρειν εἴθισται τὰς
                        εἰρημένας προσηγορίας, <lb/>ἐγὼ τούτῳ τῷ λόγῳ διηγήσομαι τοὺς ὑγροὺς
                        πυρετοὺς ὁποίους <lb/>εἶναί φημι. ἱδροῦσι μὲν οἱ κάμνοντες ἀπὸ πρώτης
                        ἡμέρας, <lb/>ἐν δ’ αὐτοῖς ἱδρῶσιν ἢ μετρίως ἢ οὐδὲν ὀνινάμενοι, τούτους
                        <lb/>ὑγροὺς ἐγὼ τοὺς πυρετοὺς ὀνομάζω, ξηροὺς δὲ ἔμπαλιν ἐκείνους <lb/>καλῶ
                        τῶν πυρετῶν, οἷς δίψα σφοδρὰ καὶ γλῶττα ξηρὰ <lb/>καὶ δέρμα σκληρὸν οἷόν περ
                        βύρσα καὶ πολὺς αὐχμὸς ἐν <lb/>ἅπαντι τῷ σώματι. καὶ μὴν καὶ ἕτεροί τινές
                        εἰσι πυρετοὶ <lb/>τὴν διαπνοὴν ὅλου τοῦ σώματος ἔχοντες ἀνιαρὰν τοῖς
                        ἁπτομένοις, <lb/>ὡς νύττεσθαί τε καὶ δάκνεσθαι δοκεῖν, διχῶς καὶ <lb/>τούτου
                        γινομένου, ποτὲ μὲν ἀερώδους ξηροῦ τοῦ προσπίπτοντος <lb/>ἡμῖν, ἔστι δ’ ὅτε
                        ὑγροῦ πως φαινομένου, καθάπερ <lb/>ἀτμοῦ τινος. τοιαύταις ἰδέαις ἀλλήλων
                        διαφέρουσι καὶ ﻿<pb n="201"/> τῶν ὑγιαινόντων αὐτῶν αἱ κράσεις, ἃς δὴ καὶ
                        δυσκράτους <lb/>εἶναί φαμεν, ἐπανορθούμεθά τε καθ’ ὅσον οἷόν τε τὴν φυσικὴν
                        <lb/>δυσκρασίαν αὐτῶν. ἔστι γὰρ καὶ τοῦτο μόριον οὐ <lb/>σμικρὸν τῆς
                        ὑγιεινῆς τέχνης. ὅσα δὲ εὔκρατα φύσει τῶν <lb/>σωμάτων ἐστὶν, οὐδὲν τοιοῦτον
                        ἁπτομένοις ἐμφαίνει. σύμμετρα <lb/>γὰρ ἀκριβῶς ἐστιν, ὡς μηδὲν ἐνδεῖν αὐτοῖς
                        τὸ θερμὸν, <lb/>οἷα γέρουσιν ἢ τοῖς ἐψυγμένοις, μήθ’ ὑπερβάλλειν, ὡς
                        <lb/>τοῖς ἀμετρότερον πονήσασιν ἢ διατρίψασιν ἐπὶ πλεῖον ἐν <lb/>ἡλίῳ
                        θερινῷ. πολὺ δὲ δὴ μᾶλλον οὐδὲ τὸ δάκνον ἢ ἀνιαρὸν <lb/>ἡ τούτων ἔχει
                        θερμασία. σαφηνείας δὲ ἕνεκα τῶν λεγομένων <lb/>οὐδὲν ἂν εἴη χεῖρον
                        ἀναμνησθῆναί σε βαλανείων, <lb/>ἐν οἷς ἓν μέν ἐστι δήπου τὸ τῶν εὐκράτων
                        εἶδος, αἱ δυσκρασίαι <lb/>δὲ πολλαί. μία μὲν γὰρ δυσκρασία βαλανείου,
                        <lb/>ψυχροτέρου τῆς χρείας ὑπάρχοντος, ἑτέρα δὲ εἰ μέχρι τοῦ <lb/>λυπεῖν ἤδη
                        θερμανθείη, τρίτη δ’ ἄλλη καθ’ ἣν οὔθ’ ὡς <lb/>ψυχρότερον οὔθ’ ὡς θερμότερον
                        αἰτιώμενοι πλῆρες ἀτμοῦ <lb/>φαμεν ὑπάρχειν καὶ κατὰ τοῦτο μεμφόμεθα. τίς
                        γὰρ οὐκ <lb/>οἶδεν, εἴ γε ὅλως ἄνθρωπός ἐστιν, ὡς εὔκρατόν ἐστι μὲν <pb n="202"/> ὕδωρ πολλάκις, ἔστι δ’ ὁμοίως αὐτῷ ὁ καὶ ἀὴρ καὶ ἀτμός.
                        <lb/>οὕτω γοῦν καὶ λίθος εὔκρατος ἐν αὐτοῖς τοῖς βαλανείοις <lb/>γίγνεται,
                        καθ’ οὗ κυλινδεῖσθαι δυνατὸν, οὕτε θερμασίαν <lb/>ὑπερβάλλουσαν οὔτε ψύξιν
                        αἰτιώμενον, οὔτ’ αὐχμὸν ἢ πλῆθος <lb/>ὑγρότητος. ὥσπερ οὖν ἐν ὕδατι καὶ λίθῳ
                        καὶ ἀέρι <lb/>σύμμετρος γίγνεται θερμότης, οὕτως καὶ κατὰ τὸν ἀτμὸν, <lb/>ὃς
                        ἐπειδὰν εὔκρατος ὢν ἐμπλήσει τὸ βαλανεῖον, οἱ λουόμενοι <lb/>δυσχεραίνουσι
                        μὲν καὶ μέμφονται τὸ τοιοῦτον λουτρὸν, <lb/>ψυχρότερον δὲ ἢ θερμότερον οὐκ
                        ὀνομάζουσιν, ὡς εἴ γε καὶ <lb/>τοιοῦτόν τι ποιεῖ, διττὴν ποιοῦνται τὴν
                        κατηγορίαν τοῦ βαλανείου, <lb/>ψυχρὸν εἶναι φάσκοντες αὐτὸ καὶ μεστὸν ἀτμοῦ,
                        <lb/>καθάπερ γε καὶ θερμὸν αὖθις ἀμέτρως σὺν ἀτμῷ δαψι<milestone unit="ed2page" n="361"/>λεῖ. <lb/>μὴ τοίνυν ἐπιλανθανώμεθα τούτων μηδὲ
                        τὰ <lb/>κοινῇ πᾶσιν ἀνθρώποις γιγνωσκόμενα διαφθείρωμεν ὑπὸ <lb/>περιττῆς
                        σοφίας, ἣν ἐπιδείκνυνταί τινες, ἀλλὰ μεμνημένοι <lb/>τῶν βαλανείων, ἐπειδὰν
                        ἀκούσωμέν τινος ἐπὶ ζώου λέγοντος, <lb/>ὡς ἔστι τούτου μὲν εὔκρατον τὸ
                        θερμὸν, τούτου δὲ δύσκρατον, <pb n="203"/> οὐκ ἐπ’ ἄλλο τι μεταφέρωμεν τὴν
                        διάνοιαν, ἀλλ’ ἐφ’ <lb/>ὅπερ ἅπαντες οἱ τὰς κοινὰς ἐννοίας διασώζοντες
                        ἄνθρωποι, <lb/>καθ’ ἑκάστην ἡμέραν ἐν ἄλλοις τε πολλοῖς καὶ μέντοι γε
                        <lb/>καὶ τοῖς βαλανείοις ὧν ἐμνημόνευσα. θερμὸν γοῦν εἷναί <lb/>φασι τὸ
                        βαλανεῖον καὶ ψυχρὸν, εἶτ’ αὖθις ἀτμοῦ πλῆρες ἢ <lb/>ξηρὸν καὶ αὐχμῶδες καὶ
                        ἑκάστῳ τῶν ὀνομάτων ἴδιόν τι δηλοῦντες <lb/>πρᾶγμα. πρὸς τοίνυν τοῖς
                        εἰρημένοις ἕτερόν τι βαλανεῖόν <lb/>ἐστι καπνοῦ πλῆρες καὶ ναὶ μὰ Δία γε
                        τούτου πολυειδεστάτου. <lb/>ἕτερος μὲν ὁ ἐκ δρυίνων ξύλων, ἕτερος δὲ ὁ
                        <lb/>ἐκ συκίνων ἢ ἐλαΐνων ἐστὶ καὶ καθ’ ἕκαστόν γε δένδρον <lb/>ἄλλος καὶ
                        ἄλλος. ἀλλ’ οὐδέπω δέομαι τῶν κατὰ μέρος διαφορῶν. <lb/>ἀρκεῖ γάρ μοι τήν γε
                        πρώτην ὅλον γε τὸ γένος <lb/>τοῦτο μιᾷ κλήσει καὶ νοήσει περιλαμβάνοντι
                        καπνώδη τὸν <lb/>ἀέρα φάναι τοῦ βαλανείου, μηδ’ ἐνταῦθα μεμφόμενον αὐτοῦ
                        <lb/>θερμασίαν ἢ ψύξιν ἢ ὥσπερ γε μεμφόμενον αὖθις, εἰ οὕτως <lb/>ἔτυχε κατ’
                        ἄμφω, καὶ ὡς θερμὸν τὸ βαλανεῖον καὶ ὡς <lb/>καπνῶδες. ἐάσης οὖν ἤδη τὰ
                        βαλανεῖα τῶν καθ’ ἑκάστην <pb n="204"/> ἡμέραν ἐν ταῖς οἰκίαις ἡμῖν
                        συμβαινόντων ἀναμνήσθητί μοι, <lb/>ποτὲ μὲν ὑγρότητα τῶν οἰκίων ἐν οἷς
                        ἔσμεν, ἔστι δ’ ὅτε <lb/>ἄμετρον ψύξιν ἢ θερμότητα μεμφόμεθα, πότερα μὲν οὖν
                        <lb/>ὁμοίως μεμφόμεθα τὸν κατὰ τὸν οἶκον ἀέρα τοῖς ὑπὸ κύνα <lb/>καύμασι,
                        κἀπειδὰν καπνοῦ πληρωθῇ, ἢ κἀνταῦθα ὥσπερ <lb/>ἐν ταῖς βαλανείοις ἔστιν ὅτε
                        κατὰ μὲν τὴν θερμασίαν διαλλάττουσιν <lb/>οὐδὲν, ἔστι δ’ αὐτῶν ὁ μὲν αὐτὸ δὴ
                        τοῦτο μόνον, <lb/>ἀὴρ θερμὸς, ὁ δὲ σὺν τούτῳ καπνώδης, εἶτα ὁ μέν γε
                        <lb/>θερμὸς ἀὴρ οὐδέποτε προκαλεῖται δάκρυον, τῷ καπνώδει <lb/>δ’ ἀεὶ
                        ὑπάρχει τοῦτο κἂν μετρίως θερμὸς ᾖ, ὥστε ἐναργῶς <lb/>ἐνταῦθα κατάδηλόν ἐστι
                        τὸ δακνῶδες θερμὸν οὐ τῷ <lb/>μᾶλλον θερμαίνειν, ἀλλ’ ἑτέρῳ τινὶ διαλλάττον.
                        ἐγγυτάτῳ <lb/>γοῦν φλογὸς μεγίστης ἀκάπνου στάντες θερμαινόμεθα <lb/>οὕτω
                        πολλάκις, ὡς ἐγγὺς μὲν ἥκειν τοῦ καίεσθαι, δάκνεται <lb/>δ’ οὐδεὶς οὐδὲ
                        δακρύει τοὺς ὀφθαλμοὺς ὡς ἀπὸ καπνοῦ. <lb/>θαυμαστὸν οὖν εἴ τις ἐπὶ καπνοῦ
                        καὶ φλογὸς αἰσθάνεται <pb n="205"/> τῆς διαφορᾶς, ἐπὶ δὲ τῶν ἡμετέρων
                        σωμάτων ἀναίσθητός <lb/>ἐστιν ἐνίοτε μὲν ἰσχυροτάτης θερμασίας οἷον φλογὸς,
                        <lb/>ἐνίοτε δὲ ἀνιαρᾶς καὶ δακνώδους οἷόν περ καπνοῦ. θαυμάζω <lb/>δὲ οὐδὲν
                        ἧττον, εἰ μὴ συγχωρεῖ τὰς κατὰ τὸ θερμὸν <lb/>ἐν τοῖς ζώοις δυσκρασίας
                        ἀνάλογον ἔχειν ταῖς κατὰ τὰ βαλανεῖα <lb/>καὶ τὰς οἰκίας· ὡς οὖν ἐν ταῖς
                        οἰκίαις ἄλλος μὲν ἀήρ <lb/>ἐστιν οἴκου καπνώδους, ἄλλος δὲ ἁπλῶς θερμοῦ,
                        κατὰ τὸν <lb/>αὐτὸν οἶμαι τρόπον ἕτερος τούτων ἐναργῶς <milestone unit="ed1page" n="331"/>ἐστὶν ἐν <lb/>ᾧ πλῆθός ἐστι καιομένων λύχνων ἢ
                        δᾳδὸς ἅμα λιγνύσι, καὶ <lb/>τοίνυν καὶ καλοῦμεν, ὥσπερ τὸν ἕτερον ἀέρα
                        καπνώδη, λιγνυώδη <lb/>τοῦτο, ἐξ ὑπεροπτήσεως ὕλης γενόμενον. ἡ γάρ τοι
                        <lb/>λιγνὺς ταύτῃ τοῦ καπνοῦ διενήνοχε, καίτοι γε ἀμφοῖν περιττωμάτων
                        <lb/>ὑπαρχόντων φλογὸς, ὅτι ἡ λιγνύς ἐστι μὲν κατωπτημένης <lb/>ὕλης γεώδης
                        ἀναθυμίασις, <milestone unit="ed2page" n="362"/>καπνὸς δὲ <lb/>οὔθ’
                        ὑπερωπτημένης οὔτε γεώδης, ἀλλ’ ἡμικαύστου τε καὶ <lb/>συμμιγοῦς ἔξ ὑγρᾶς
                        καὶ γεώδους οὐσίας. ὅστις οὖν ἐπαιδεύθη <lb/>νομίμως ἐν Ἱπποκρατείοις
                        δόγμασιν, ἔμαθεν οὗτος <lb/>ὡς τῆς ὀνομαζομένης ἤδη συνήθως ἅπασι τοῖς
                        ἰατροῖς ἀδήλου ﻿<pb n="206"/> διαπνοῆς, ἣν διαπνεῖται τὰ σώματα, τὸ μὲν
                        τοιοῦτόν <lb/>ἐστιν οἷον ἀτμὸς, ἕτερον δὲ οἷον ἀὴρ ξηρὸς, ἕτερον δὲ σὺν
                        <lb/>αἰσθηταῖς ὑγρότησιν ἐκπῖπτον. λείπει τινά. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><p>Αὕτη μὲν ἡ ῥῆσίς ἐστι τῶν ὑπὸ τοῦ Λύκου γεγραμμένων <lb/>εἰς κατασκευὴν τοῦ
                        μηδὲν διαφέρειν ἕτερον ἑτέρου <lb/>θερμὸν οὐκ ἀναμένουσα τὸν ἔξωθεν ἔλεγχον,
                        ἀλλ’ ἑαυτὴν <lb/>καταβάλλουσα. τί γάρ δὴ καί φησι; τὸ θερμὸν ᾗ νενόηται
                        <lb/>θερμὸν, οὐδεμίαν ἔχει παραλλαγὴν πρὸς ἕτερον θερμόν. <lb/>εἰ μὲν οὖν
                        οὐδὲν ἐν τῷ λόγῳ σημαίνει τὸ ᾗ νενόηται <lb/>θερμὸν, ἐξαιρείσθω τελέως
                        αὐτοῦ. σημαίνων δ’ ἔτι σαφῶς <lb/>ἐνδείκνυται ταύτῃ μὲν μὴ διαφέρειν τὸ
                        θερμὸν τοῦ <lb/>θερμοῦ, καθ’ ἕτερον δέ τι διαφέρειν. εἰ μὲν γὰρ οὐδαμῇ
                        <lb/>διαφέρει, περιττῶς πρόσκειται τὸ ᾗ· εἰ δὲ ἄλλῃ μέν πη <lb/>διαφέρει,
                        ταύτῃ δ’ οὐ διαφέρει, καθ’ ὃ διαφέρει, κατὰ τοῦτο <pb n="207"/> νοείσθωσαν
                        αἱ διαφοραὶ. ὡς εἴ γε. καθ’ ὃ λέγεται μόνον <lb/>ἕκαστον σκοποῖτο, πάντων
                        τῶν πραγμάτων ἀναιρήσεις τὰς <lb/>διαφοράς. τὸ ζῶον ᾗ νενόηται ζῶον οὐδὲν
                        ἑτέρου διαφέρει <lb/>ζώου. τὸ φυτὸν ᾗ νενόηται φυτὸν, οὐδὲν ἑτέρου διαφέρει
                        <lb/>φυτοῦ. τὸ δένδρον ᾗ νενόηται δένδρον, οὐδὲν ἑτέρου διαφέρει
                        <lb/>δένδρου. ἆρ’ οὐκ εἰσὶ τοῦ ζώου διαφοραὶ, τὸ πτηνὸν <lb/>καὶ πεζὸν καὶ
                        νηκτὸν καὶ τὸ ἔνυδρον καὶ ἐγγεῖον καὶ ἀέριον <lb/>ἢ τὸ θνητὸν καὶ ἀθάνατον ἢ
                        τὸ λογικὸν καὶ ἄλογον ἢ τὸ <lb/>ἥμερον καὶ τὸ ἄγριον ἢ τὸ δειλὸν καὶ ἄλκιμον
                        ἢ τῶν ἄλλων <lb/>ὧν ἴσμεν ἕκαστον. τί γὰρ δεῖ μακρολογεῖν; οὕτω τῶν
                        <lb/>φυτῶν τὸ μὲν δένδρον, τὸ δὲ θάμνος, τὸ δὲ ἄκανθα, τὸ <lb/>δὲ πόα, τὸ δὲ
                        φρύγανον, ἢ τῶν πάντων, καθ’ ὃ νενόηται <lb/>ζῶα μηδεμίαν ἐχόντων διαφορὰν,
                        ὅμως καὶ ταύτας ἁπάσας <lb/>ἃς εἴρηκε καὶ πρὸς ταύτας ἑτέρας οὐκ ὀλίγας
                        ἀληθῶς ἄν <lb/>τις εἴποι ζώου διαφοράς; οὕτως δὲ κἀπὶ τῶν φυτῶν. οὐ <lb/>γὰρ
                        φυτόν γε φυτοῦ διενήνοχε τῷ τὸ μὲν εἶναι λογικὸν αὐτῶν <pb n="208"/> τὸ δὲ
                        ἄλογον, οὔτε τὸ πτηνὸν ἢ πεζὸν, οὐδὲ τῶν ἄλλων <lb/>τῶν εἰρημένων οὐδεμία
                        διαφορά. καθάπερ οὐδὲ ζῶον <lb/>ζώου διαφέρει τῷ τὸ μὲν εἶναι θάμνος, τὸ δὲ
                        ἄκανθα, τὸ <lb/>δὲ δένδρον, τὸ δὲ πόα, τὸ δὲ φρύγανον, τὸ δὲ κέδρος, ἀλλ’
                        <lb/>ἐν τῷ γένει τῶν φυτῶν ἡ τοιαύτη τομή. ἀλλὰ καὶ νοσημάτων <lb/>διαφορὰς
                        αὐτὸς ὁ Λύκος γράφει παμπόλλας, καίτοι <lb/>γε οὐδὲν διαφέρει νόσημα
                        νοσήματος ᾗ νόσημά ἐστιν, ὥσπερ <lb/>οὐδὲ σύμπτωμα συμπτώματος ᾗ σύμπτωμά
                        ἐστιν, ἀλλ’ ὅμως <lb/>καὶ τὰς τούτων διαφορὰς ὁ Λύκος ἐπιχειρεῖ γράφειν,
                        ὥσπερ <lb/>γε καὶ τὰς τῆς πλευρίτιδος, ἑκάστου τε <milestone unit="ed2page" n="363"/>τῶν ἄλλων <lb/>νοσημάτων. καίτοι γε πλευρῖτις πλευρίτιδος ᾗ
                        πλευρῖτίς <lb/>ἐστιν οὐδὲν διαφέρει, ἀλλ’ ὅμως ἡ μέν τις εἰς τὴν κλεῖν
                        <lb/>ἔχει περαινομένην τὴν ὀδύνην, ἡ δ’ εἰς τὸ ὑποχόνδριον. <lb/>οὕτω δὲ καὶ
                        μετὰ μὲν τοῦ κεχρῶσθαι τὸ πτύελον ἡ ἑτέρα <lb/>τῶν πλευριτίδων, ἑτέρα δ’
                        ἐναντία τῇδε καλουμένη πρὸς <lb/>ἐνίων ἄπτυστος, ἄλλαι τε πολλαὶ διαφοραὶ,
                        καθ’ ἃς ὑπαλλάττεσθαι <lb/>συμβαίνει καὶ τὴν θεραπείαν. ἀλλὰ ἐὰν καὶ <pb n="209"/> ταύτας τῶν πυρετῶν αὐτῶν τὰς διαφορὰς ὁ Λύκος ἐκδιδάσκειν
                        <lb/>πειρᾶται. καίτοι εἴτε κατὰ πλεονεξίαν θερμασίας ἡ <lb/>γένεσις αὐτοῖς
                        ἐστιν, εἴτε κατὰ τὸ δακνῶδες τῆς ποιότητος, <lb/>οὐδεμία γενήσεται διαφορὰ
                        πυρετοῦ πρὸς πυρετὸν ᾗ πυρετός <lb/>ἐστιν. οὕτως οὖν ἀπαίδευτον ἐρωτᾷ λόγον
                        ὁ Λύκος, <lb/>ὥστε οὐκ αἰσθάνεται τὰς τέχνας ἁπάσας ἀναιρῶν. ἐν γάρ <lb/>τοι
                        τῇ γνώσει τῶν διαφορῶν ἑκάστου τῶν ὄντων αἱ τέχναι <lb/>συνίστανται. καὶ
                        τοῦτο ἐπὶ πλεῖστον μὲν κἀν τῷ Φιλήβῳ <lb/>διῆλθεν ὁ Πλάτων εὐθὺς ἐν ἀρχῇ τοῦ
                        συγγράμματος· ἐφύλαξε <lb/>δ’ αὐτοῦ τὴν γνώμην Ἀριστοτέλης καὶ Θεόφραστος,
                        <lb/>Χρύσιππός τε καὶ Μνησίθεος καὶ οὐδεὶς ὅστις οὐ διῆλθεν <lb/>ἐν τῷ περὶ
                        τέχνης γράμματι τὸν αὐτὸν λόγον. ἔστι δ’ ἡ <lb/>μὲν πρώτη ῥῆσις ὑπὲρ τῆς
                        κατὰ τὰς τέχνας συστάσεως τοῦ <lb/>Πλάτωνος εἰρημένον τοιάδε. Σωκράτης. φωνὴ
                        μὲν ἡμῖν <lb/>ἐστί που μία διὰ τοῦ στόματος ἰοῦσα καὶ ἄπειρος αὖ πλήθει
                        <lb/>πάντων τε καὶ ἑκάστου. Πρώταρχος. τί μήν; Σωκράτης. <lb/>καὶ οὐδὲν
                        ἑτέρων γε τούτων ἐσμέν πω σοφοὶ, οὔθ’ <lb/>ὅτι τὸ ἄπειρον αὐτῆς ἴσμεν οὔθ’
                        ὅτι τὸ ἓν, ἀλλ’ ὅτι πόσα <pb n="210"/> τέ ἐστι καὶ ὁποῖα, τοῦτ’ ἔστι τὸ
                        γραμματικὸν ἕκαστον ποιοῦν <lb/>ἡμῶν; Πρώταρχος. ἀληθέστατα. Σωκράτης. καὶ
                        μὴν καὶ <lb/>τὸν μουσικὸν, ὃ τυγχάνει ποιοῦν, τοῦτ’ ἔστι ταὐτόν. Πρώταρχος.
                        <lb/>πῶς; Σωκράτης. φωνὴ μέν που τὸ κατ’ ἐκείνην <lb/>τὴν τέχνην ἐστὶ μία
                        μὲν αὐτῇ. Πρώταρχος. πῶς δὲ οὔ; <lb/>Σωκράτης. δύο δὲ θῶμεν βαρὺ καὶ ὀξὺ καὶ
                        τρίτονον ὁμότονον, <lb/>ἢ πῶς; Πρώταρχος. οὕτως. Σωκράτης. ἀλλ’ οὔπω
                        <lb/>σοφὸς ἂν εἴης τὴν μουσικὴν εἰδὼς ταῦτα μόνα, μὴ εἰδὼς <lb/>δὲ, ὥς γε
                        ἔπος εἰπεῖν, εἰς ταῦτα οὐδενὸς ἄξιος ἔσῃ. Πρώταρχος. <lb/>οὐ γὰρ οὖν.
                        Σωκράτης. ἀλλ’ ὦ φίλε ἐπειδὰν λάβῃς <lb/>τά τε διαστήματα ὁπόσα ἐστὶ τὸν
                        ἀριθμὸν τῆς φωνῆς, <lb/>ὀξύτητός τε περὶ καὶ βαρύτητος καὶ ὁποῖα καὶ τοὺς
                        ὅρους <lb/>τῶν διαστημάτων καὶ τὰ ἐκ τούτων ὅσα συστήματα γέγονεν, <lb/>ἃ
                        κατιδόντες οἱ πρόσθεν παρέδοσαν ἡμῖν τοῖς ἑπομένοις <lb/>ἐκείνοις καλεῖν
                        αὐτὰ ἁρμονίας, ἕν τε ταῖς κινήσεσιν αὖ τοῦ <lb/>σώματος ἕτερα τοιαῦτα ἐνόντα
                        πάθη γιγνόμενα, ἃ δι’ <lb/>ἀριθμῶν μετρηθέντα, δεῖν αὐτά φησι ῥυθ<milestone unit="ed1page" n="332"/>μοὺς καὶ ﻿<pb n="211"/> μέτρα ἐπονομάζειν καὶ
                        ἅμα ἐννοεῖν, ὡς οὕτω δεῖ περὶ παντὸς <lb/>ἑνὸς πολλῶν σκοπεῖν. ὅταν γὰρ αὐτὰ
                        ταῦτά τε λάβῃς <lb/>οὕτως, τότε ἐγένου σοφός. ὅταν δ’ ἄλλων τῶν ὄντων
                        <lb/>ὁτιοῦν ταύτῃ σκοπούμενος ἕλῃς, οὕτως ἔμφρων περὶ τούτου <lb/>γέγονας.
                        ἤρκει μὲν οὖν καὶ ταῦτα παρὰ Πλάτωνος ἀκοῦσαι <lb/>τοῖς ἔχουσι νοῦν
                        ἀκροαταῖς εἰς ἔνδειξιν ἁπασῶν τεχνῶν <lb/>συστάσεως. οὐ γὰρ οἷόν τε γενέσθαι
                        τεχνικὸν οὐδὲ περὶ <lb/>ἑνὸς ἄνευ τοῦ γνῶναι τὰς αὐτῶν διαφορὰς, ἀλλ’ οὐδὲν
                        χεῖρον <lb/>ὥσπερ ὁ Πλάτων αὐτὸς οὐκ ἠρκέσθη τῷ κεφαλαίῳ τῷ <lb/>λόγῳ μόνῳ,
                        παραδείγματα δὲ σαφηνείας ἕνεκεν προσέθηκε, <lb/>τὴν γραμματικήν τε καὶ
                        μουσικὴν, οὕτως καὶ ἡμᾶς ἓν ἔτι <lb/>προσθεῖναι παράδειγμα, τέχνης μὲν
                        γραφικῆς, ὕλης δ’ <lb/>
                        <milestone unit="ed2page" n="364"/>ὑποκειμένης αὐτῇ χρωμάτων. ἔξεστι γὰρ
                        δήπου <lb/>λέγειν κἀνταῦθα τὸ χρῶμα τοῦ χρώματος, ᾗ χρῶμά ἐστιν, <lb/>οὐδὲν
                        διαφέρει, καὶ κατὰ τοῦτ’ ἀναιρεῖν ἁπάσας τὰς ἐν αὐτοῖς <lb/>διαφορὰς, ὅπερ
                        ἀμέλει καὶ ὁ Πλάτων αὐτὸς ἐν ἀρχῇ <lb/>τοῦ Φιλήβου δεδήλωκε. διαιρουμένῳ γὰρ
                        τῷ Σωκράτει τὰς <lb/>ἡδονὰς, ὁ διαλεγόμενος οὐ συνεχώρει διαφέρειν ἀλλήλων
                            <pb n="212"/> ἁπάσας αὐτὰς, καθόσον εἰσὶν ἡδοναὶ, φάσκων ὁμοιοτάτας
                        <lb/>αὐτὰς ὑπάρχειν, ἀλλ’ ὅ γε Σωκράτης ἀπαντᾷ τῷ λόγῳ τῷδε. <lb/>καὶ γὰρ
                        χρῶμα, ὦ δαιμόνιε, χρώματι κατά γε αὐτὸ τοῦτο <lb/>οὐδὲν διοίσει, τῷ χρῶμα
                        εἶναι τὸ πᾶν. τό γε μὴν μέλαν <lb/>τῷ λευκῷ πάντες γινώσκομεν ὡς πρὸς τῷ
                        διάφορον εἶναι <lb/>καὶ ἐναντιώτατον ὂν τυγχάνει. καὶ δὴ καὶ σχῆμα σχήματι,
                        <lb/>κατὰ ταὐτὸν γένει μέν ἐστι πᾶν ἕν. τὰ δὲ μέρη τοῖς μέρεσιν <lb/>αὐτοῦ
                        τὰ μὲν ἐναντιώτατα ἀλλήλοις, τὰ δὲ διαφορότητα <lb/>ἔχοντα μυρίαν που
                        τυγχάνει. καὶ πολλὰ ἕτερα οὕτως <lb/>ἔχοντα εὑρήσομεν, ὥστε τούτῳ γε τῷ λόγῳ
                        μὴ πίστευε τῷ <lb/>πάντα τὰ ἐναντιώτατα ἓν ποιοῦντι. αὕτη μὲν ἡ περὶ
                        χρωμάτων <lb/>τε καὶ σχημάτων ῥῆσις. ἡ δὲ περὶ τῶν ἡδονῶν ἥδε· <lb/>ἥδεσθαι
                        μέν φαμεν τὸν ἀκολασταίνοντα, ἥδεσθαι δὲ καὶ τὸν <lb/>σωφρονοῦντα αὐτῷ τῷ
                        σωφρονεῖν, ἥδεσθαι δ’ αὖ καὶ τὸν <lb/>ἀνοηταίνοντα καὶ ἀνοήτων δοξῶν καὶ
                        ἐλπίδων μεστὸν, ἥδεσθαι <pb n="213"/> δ’ αὖ καὶ τὸν φρονοῦντα αὐτῷ τῷ
                        φρονεῖν, καὶ τούτων <lb/>τῶν ἡδονῶν ἑκατέρας πῶς ἄν τις ὁμοίας ἀλλήλαις
                        εἶναι <lb/>λέγων οὐκ ἂν ἀνόητος φαίνοιτ’ ἂν ἐνδίκως; ὥσπερ δὲ τῶν
                        <lb/>ἡδονῶν τὰς διαφορὰς ὁ Πλάτων ἐν μὲν τῇδε τῇ ῥήσει διὰ <lb/>βραχέων
                        ἐνεδείξατο, καθ’ ὅλον δὲ τὸ βιβλίον ἐπὶ πλεῖον <lb/>διῆλθεν, οὕτως τῶν
                        τεχνῶν ἐν δυοῖν βιβλίοιν, τῷ Σοφιστῇ <lb/>τε καὶ Πολιτικῷ. ἆρ’ οὖν ἐπιστημῶν
                        μὲν καὶ ἡδονῶν εἰσι <lb/>διαφοραὶ πολλαὶ καὶ χρωμάτων καὶ σχημάτων καὶ τῶν
                        ἐν <lb/>ταῖς φωναῖς τόνων, ὡσαύτως δὲ καὶ ἡλικιῶν καὶ ὡρῶν καὶ <lb/>χωρῶν
                        καὶ νόσων, ἁπάντων τε τῶν ἄλλων, ἐν μόνοις δὲ <lb/>τοῖς θερμοῖς ἤτοι γε οὐκ
                        εἰσὶν ὅλως ἢ ἀδύνατος γιγνώσκεσθαι <lb/>τοῖς ἀνθρώποις; καὶ μὴν ὅ γε τοῦ
                        Λύκου λόγος <lb/>ἀναιρεῖ τοῦ θερμοῦ τὰς διαφορὰς, ὡς οἴεται μὲν αὐτοῦ μόνου,
                        <lb/>κατὰ δὲ τὴν ἀλήθειαν, ἅμα τοῖς ἄλλοις ἅπασιν, εἴ γε ἡ <lb/>τοῦ λόγου
                        δύναμις ὁμοίως ἀντεπεκτείνασθαι δύναται. καὶ <lb/>γὰρ δὴ κἀπὶ τῶν ὑγρῶν
                        αὐτῶν ἐφεξῆς ἐρῶ τάδε, μηδὲ <lb/>ταῦτα διαφέρειν ἀλλήλων λέγων, καθόσον
                        ὑγρά. τὸ δὲ δὴ <lb/>μέγιστον αὐτοῦ τῶν ἁμαρτημάτων. ὅτι καὶ τὰς τέχνας
                        ἁπάσας <pb n="214"/> ἀναιρεῖ τὴν σύστασιν ἐχούσας ἐν ταῖς τῶν εἰδῶν
                        διαφοραῖς. <lb/>ὁ μὲν οὖν Πλάτων ἐν κεφαλαίῳ γε προειπὼν ὑπὲρ <lb/>τῆς τῶν
                        τεχνῶν συστάσεως, ἐπὶ παραδείγματός τε διῆλθε <lb/>τὸν λόγον, ἐπιδεικνὺς
                        ὅπως ἡ γραμματικὴ συνέστη τέχνη, <lb/>γνωσθείσης τῆς ἐν ταῖς φωναῖς
                        διαφορᾶς. ὁ δὲ τοῦ Λύκου <lb/>λόγος ἀναιρεῖ δηλονότι καὶ ταύτην τὴν τέχνην
                        καὶ τὴν <lb/>μουσικὴν ὁμοίως αὐτῇ καὶ τὰς ἀλλὰς ἁπάσας, ἀξιῶν τὸ ᾗ
                        <lb/>νενόηται, τὸ δέ τι μίαν ἔχειν ἐν αὐτῷ διαφοράν. θέασαι <lb/>γοῦν ὅπως
                        ἀναιρήσει πρώτην μὲν τὴν περὶ τὰ γράμματα <lb/>τέχνην ὁ λόγος αὐτοῦ, μετὰ δὲ
                        ταῦτα καὶ τὰς ἄλλας ἁπάσας. <lb/>δοκεῖ μοι ἀδύνατον καὶ ἀμήχανον εἶναι τὴν
                        φωνὴν <lb/>ταύτην γε σκοποῦντι ᾗ νενόηται, κατ’ αὐτὴν λέγω τὴν ἐκφώνησιν,
                        <lb/>πρὸς ἑτέραν ἂν φωνὴν παραλλαγὴν ἔχειν, κατά <lb/>τινα ἰδιότητα
                        παραλλάττουσαν κατὰ ποιό<milestone unit="ed2page" n="365"/>τητα ἐν <lb/>τῇ
                        ἐκφωνήσει κειμένην. οὗτος ὁ λόγος αὐτός ἐστι πάντῃ <lb/>τοῦ κατὰ τὴν ἀρχὴν
                        γεγραμμένου τῆς ῥήσεως τῷ Λύκῳ καὶ <lb/>δι’ αὐτῶν γε περαίνεται τῶν ἐκείνου
                        ῥημάτων ἁπάντων <lb/>ἑνὸς μόνου τοῦ κατὰ τὸ θερμὸν ὀνόματος εἰς τὸ τῆς φωνῆς
                            <pb n="215"/> μεταβεβλημένου, ὥστ’ εἴπερ ἐκεῖνος ὑγιὴς, καὶ οὗτος· ἀλλὰ
                        <lb/>μὴν οὐχ ὑγιὴς οὗτος, ὥστ’ οὐδ’ ἐκεῖνος, εἰ μή τι ἄρα <lb/>νομίζουσιν οἱ
                        τὰ τοῦ Λύκου φρονοῦντες οὔτε τὴν ε φωνὴν <lb/>ἑτέραν εἶναι τῆς ο, διαφέρειν
                        δὲ τὴν ο τῆς ω. εἰ δὲ καὶ <lb/>ταύτας ἑτέρας ἀλλήλων ὁμολογήσομεν εἶναι καὶ
                        πρὸς ταῦτα <lb/>καὶ τὴν α καὶ τὴν ι καὶ τὴν υ. καὶ τῶν ἄλλων ἁπάντων
                        <lb/>γραμμάτων, αὗται μὲν ἔσονται τέτταρες ἐπὶ ταῖς εἴκοσιν. <lb/>ἡ γνοῦσα
                        δ’ αὐτῶν τὴν διαφορὰν τέχνη γραμματικὴ, καθάπερ <lb/>γε καὶ μουσικὴ τέχνη
                        περὶ τὴν ἐν ταῖς φωναῖς ὀξύτητα <lb/>καὶ βαρύτητα, καίτοι καὶ ταύτας οὐδὲν
                        ἧττον ὁ τοῦ <lb/>Λύκου λόγος ἀναιρεῖ. φωνὴ γὰρ φωνῆς, ᾗ φωνὴ, διαφέρειν
                        <lb/>οὐδὲν, ἀλλ’ ὅμως ὁ μὲν τῆς μέσης φθόγγος ὀξύτερος μέν <lb/>ἐστι τόνῳ
                        τῆς λιχανοῦ τῶν μέσων, βαρύτερος δὲ τόνῳ τῆς <lb/>παραμέσης. αὐτῶν δ’
                        ἐκείνων πάλιν ὁ μὲν τῆς λιχανοῦ τῆς <lb/>παρυπάτου τῶν μέσων ὀξύτερος τόνῳ.
                        ὁ δὲ τῆς παραμέσης <lb/>βαρυτέρως ἡμιτόνῳ τῆς τρίτης τῶν διεζευγμένων. εἶτ’
                        <lb/>ἐκείνων αὖθις ὀξύτεροί τε καὶ βαρύτεροι, κἄπειτ’ ἐκείνων <lb/>αὖθις
                        ἕτεροι, μέχρις ἂν ἐπὶ τὸν ὀξύτατόν τε καὶ βαρύτατον ﻿<pb n="216"/> ἁπάντων
                        ἀφικνώμεθα φθόγγον. ἀλλ’ ὁ θαυμασιώτατος <lb/>Λύκος οὐκ αἰσθάνεται ταῦτα
                        πάντα ἀναιρῶν ἐν τῷ λέγειν· <lb/>δοκεῖ μοι ἀδύνατον καὶ ἀμήχανον εἶναι τὸ
                        θερμὸν ταῦτά <lb/>γε σκοποῦντι, ᾗ νενόηται, κατ’ αὐτὴν λέγω τὴν θάλψιν,
                        <lb/>πρὸς ἕτερον αὖθις παραλλαγὴν ἔχειν. καλὸν εἰ μηδὲ χρῶμα <lb/>χρώματος,
                        ᾗ χρῶμά ἐστι, διαφέρειν εἰπὼν, ἀναιρεῖ τὴν <lb/>γραφικὴν τέχνην, ἐρυθρόν γέ
                        τι παραθεμένην χρῶμα καὶ <lb/>λευκὸν καὶ μέλαν καὶ ξανθὸν, ὅσα τ’ ἄλλα
                        τοιαῦτα. πολὺ <lb/>γὰρ δήπου πιθανώτερος ὁ λόγος αὐτοῦ καὶ περὶ χρωμάτων
                        <lb/>ἐστὶν ὁ λεγόμενος, ᾗ νῦν εἴρηται περὶ τοῦ θερμοῦ· θερμὸν <lb/>μὲν γὰρ
                        θερμοῦ διαλλάττειν φαμὲν, οὐ μὴν ἐναντίου γε <lb/>ὑπάρχειν πάντῃ. χρῶμα δὲ
                        χρώματος οὐ διαφέρειν μόνον, <lb/>ἀλλὰ καὶ τὴν φύσιν ἐναντιώτατόν ἐστι τοῦ
                        λευκοῦ τὸ <lb/>μέλαν. </p></div><pb n="217"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><p>Καὶ πῶς ἐγχωρεῖ, φήσειεν ἂν ὁ Λύκος, ἐναντίον εἶναι <lb/>τῷ χρώματι καθ’ ὃ
                        νενόηται χρῶμα ὄν; καὶ ἀληθεύσει γε <lb/>ναὶ μὰ τοὺς θεοὺς, ὅσον ἐπὶ
                        χρώματος καὶ τὸ χρῶμα μηδὲν <lb/>ἡγούμενος ἕτερον ἑτέρου διαφέρειν, ἀλλ’
                        ὥσπερ τοῦτο <lb/>ἀληθὲς, οὕτω κἀκεῖνο τὸ λευκὸν τοῦ μέλανος οὐ μόνον
                        διαφέρον, <lb/>ἀλλὰ καὶ τοσοῦτον διαφέρον, ὡς ἐναντιώτατον εἶναι. <lb/>καὶ
                        πῶς ἐγχωρεῖ, τάχα φήσουσιν οἱ τὰ τοῦ Λύκου πρεσβεύοντες, <lb/>ἅμα μὲν εἶναι
                        ταὐτὸν, ἅμα δὲ ἐναντιώτατον εἶναι; <lb/>καὶ πῶς τῷ μέλανι λευκόν; οἷς ἡμεῖς
                        ἀποκρινούμεθά τί γε <lb/>τοσοῦτον, ὡς εἴπερ οὐκ ἐγχωρεῖ τὸ λευκὸν ἐναντίον
                        τε ἅμα <lb/>καὶ ταὐτὸν εἶναι τῷ μέλανι, τὸ ἕτερον αὐτοῦ αἱρείσθωσαν. <lb/>ὁ
                        μὲν γὰρ Πλάτων οἴεται δυνατὸν εἶναι, καθάπερ γε καὶ <lb/>Ἀριστοτέλης καὶ
                        Θεόφραστος, ἕτερον ἑτέρω ταὐτὸν ὂν τῷ <lb/>γένει, τοσαύτην ὅμως ἔχειν
                            <milestone unit="ed2page" n="366"/>τὴν ἐν εἴδει διαφορὰν, <lb/>ὡς
                            <milestone unit="ed1page" n="333"/>ἐναντιώτατον ὑπάρχειν. οὗτοι δ’ εἰ μὴ
                        νομίζουσιν <lb/>ἀληθεύειν ἄμφω τὸν λόγον τὸν ἐναργέστερον ἑλέσθωσαν. <pb n="218"/> ἐναργέστερον δέ ἐστιν, ὅσῳ καὶ πᾶσιν ἀνθρώποις ὁμολογούμενον,
                        <lb/>ἐναντίον εἶναι τὸ λευκὸν τῷ μέλανι. καὶ μὴν, <lb/>εἵπερ ἀληθές ἐστι
                        τοῦτο, νομίζουσι δὲ αὐτοὶ μὴ δύνασθαι <lb/>τοὺς λόγους ἀμφοτέρους
                        ἀληθεύεσθαι, τόν τε ἐναντίον εἶναι <lb/>φάσκοντα τὸ λευκὸν τῷ μέλανι καὶ τὸν
                        αὐτὸν οὐκ ὀρθῶς <lb/>ἐροῦσιν μηδὲν διαφέρειν ᾗ χρῶμά ἐστιν τὸ λευκὸν τοῦ
                        μέλανος. <lb/>ὁ μὲν οὖν ἐν τῷ τοῦ Πλάτωνος γράμματι διαλεγόμενος <lb/>τῷ
                        Σωκράτει, συγγνωστὸς ἦν ἴσως, κωλύων τὸν Σωκράτην <lb/>διαιρούμενον ἡδονὴν
                        ἡδονῆς διαφορᾷ. οὐ γὰρ ἦν <lb/>που βιβλίον οὐδὲν τοιοῦτο διδάσκων, ὡς
                        ἐγχωρεῖ πολλὰ πολλοῖς <lb/>ὄντα τῷ γένει ταὐτὰ διαφέρειν ὅμως εἰς τοσοῦτον,
                        ὡς <lb/>ἐναντιώτατον ἀλλήλοις ἰδέαν τε καὶ φύσιν ἔχειν. ἐπεὶ δ’ <lb/>ὑπὸ
                        Πλάτωνος ὁ Φίληβος ἐγράφη διδάσκων τἀληθὲς, εἰ <lb/>μὲν οὐδ’ ὅλως ἀνέγνω τὸ
                        βιβλίον ὁ Λύκος, ἄγαμαι τῆς <lb/>παιδείας τὸν Λύκον. εἰ δ’ ἀναγνοὺς οὐκ
                        ἐνόησε, θαυμάζω <lb/>τῆς συνέσεως. εἰ δὲ νοήσας οὐκ ἐπείσθη, μακαρίζω
                        <lb/>τῆς κρίσεως. ὦ πρὸς τοῦ Διὸς ἐρωτᾷ τίς λόγον οὐδὲ τὰ <pb n="219"/>
                        πρῶτα μαθὼν τῆς διαλεκτικῆς; ἔστι τίς ἂν ἄνθρωπος Ἕλλην <lb/>ἰατρὸς ἢ
                        γραμματικὸς ἢ ῥήτωρ ἢ φιλόσοφος ἢ ὅλως ὁστισοῦν <lb/>ἄλλος ἀντιποιούμενος
                        λόγων, ὡς οὐκ ἀνέγνω τὸν Πλάτωνος <lb/>Φίληβον; καίτοι τί λέγω τὸν Φίληβον;
                        οὐ γὰρ ἐν τούτῳ <lb/>μόνῳ τὸν προκείμενον λόγον Πλάτων ἐδίδαξεν, ἀλλὰ καὶ
                        δι’ <lb/>ἄλλων πολλῶν ἐπεμνήσθη βιβλίων, ὧν ἐχρῆν μόνον κἂν ἕν <lb/>γέ τι
                        τὸν θαυμασιώτατον Λύκον ἀνεγνωκέναι, ἀντιποιούμενον <lb/>λόγων
                        ἐπιστημονικῶν. αἰσχρὸν γὰρ Ἱπποκράτην διελέγχειν <lb/>ἐπιχειροῦντα καὶ
                        λόγους ἐπερωτῶντα περαντικοὺς, ὡς <lb/>νομίζει, μηδὲ τὰ πρῶτα φαίνεσθαι
                        μεμαθηκότα τῶν ἐν <lb/>ταῖς φιλοσόφων διατριβαῖς. ἀλλὰ νὴ Διὰ θαυμαστὸν
                        αὐτοῦ <lb/>τὸ περὶ τῶν ὑγρῶν ἐστι παράδειγμα. καὶ γὰρ τοῦτο <lb/>βούλεται,
                        μηδὲν ἀλλήλων διηφέρειν, εἰ πάντα ἐστὶν ὑγρὰ, <lb/>καθ’ ὃ μέντοι τὰ μὲν
                        ὀξέα, τὰ δὲ στρυφνὰ, τὰ δ’ ἁλμυρὰ, <lb/>τὰ δὲ γλυκέα, ταύτῃ διαλλάττει, οὐκ
                        ἀκούει δὲ ἐν τούτοις <lb/>αὐτὸς ἑαυτοῦ. λέγων γὰρ ᾗ διαφέρει τὰ ὑγρὰ
                        κατασκευάζειν <lb/>οἴεται μηδεμίαν ἐν αὐτοῖς εἶναι διαφορὰν, ἀλλὰ μάτην
                        <lb/>μὲν Ἱπποκράτην διαφορὰν εἰρηκέναι, μάτην δὲ Θεόφραστον <pb n="220"/>
                        ὅλην πραγματείαν γεγραφέναι περὶ χυλοῦ. καίτοι καὶ αὐτὸ <lb/>τοῦτο τοὔνομα ὁ
                        χυλὸς ὑγροῦ διαφοράν τινα ἐνδείκνυται, <lb/>ἀλλ’ ὅμως καίτοι διαφορά τις
                        οὖσα ὑγροῦ, πάλιν αὐτὴν <lb/>τέμνεσθαι πέφυκεν εἰς ἑτέρας διαφοράς. οὐ μὴν
                        θαυμαστὸν <lb/>εἰς τοσοῦτον ἀπαιδευσίας ἥκοντα Λύκον, ὡς νομίζειν <lb/>ἐν
                        ὄξει στύφουσαν εἶναι ποιότητα, τοιαύτην τολμῆσαι πρὸς <lb/>Ἱπποκράτην
                        γράφειν ἀντιλογίαν. τὰ γὰρ οὕτως ἐναργῆ καὶ <lb/>Διοσκορίδης ὁ Ἀναζαρβεὺς
                        ἐγίγνωσκεν, οἵ τ’ ἄλλοι πάντες <lb/>οἱ τὰ περὶ ὕλης ὑπομνήματα γράψαντες.
                        ὀνομάζουσι γοῦν <lb/>ἐν ταύταις τὰ μὲν ἁλυκὰ, τὰ δὲ ἁλμυρὰ τὰ δὲ πικρὰ, τὰ
                        <lb/>δὲ γλυκέα, τὰ δὲ αὐστηρὰ, τὰ δὲ στρυφνὰ, τὰ δὲ στύφοντα, <lb/>τὰ δὲ
                        δριμέα, τὰ δὲ ὀξέα. Λύκος δ’ ὁ θαυμασιώτατος <lb/>ἤτοι οὐδ’ ὅλως γινώσκει
                        διαφέρουσαν ὀξεῖαν ποιότητα στυφούσης <lb/>ἢ πεπήρωται τὴν γεῦσιν, ὃς μηδ’
                        ὅλως αἰσθάνεσθαι <lb/>τῶν ἐν τοῖς χυμοῖς διαφορῶν. ἔοικεν οὖν ὡς ἀπίου καὶ
                        <lb/>μεσπίλου καὶ μήλου καὶ κυδωνίου τοῦ <milestone unit="ed2page" n="367"/>ὄξους αἰσθάνεσθαι, <lb/>καίτοι γε πάντων ἀνθρώπων ἔνια μὲν τῶν μήλων ﻿<pb n="221"/> ὀξέα καλούντων, ἔνια δὲ στύφοντα, γλυκέα δὲ ἄλλα, καθάπερ,
                        <lb/>οἶμαι, καὶ ῥοιὰς ὀξείας τε καὶ στυφούσας καὶ γλυκείας. ἐν <lb/>μέν γε
                        τοῖς οἴνοις, ᾧ ἀρετὴ κακίας ἀφώρισται, στύψις <lb/>ὀξύτητος, εὐγενεῖς μὲν
                        γὰρ οἱ στύφοντες. ὀξὺς δ’ οὐδεὶς <lb/>κατὰ φύσιν, ἀλλ’ εἰ καὶ μικρὸν αὐτοῖς
                        προσέλθῃ τοιαύτης <lb/>ποιότητος, ὑποπτεύομεν αὐτίκα τὴν εἰς ὄξος αὐτῶν
                        μεταβολήν. <lb/>ἴσως οὖν ὁ Λύκος οὐδ’ ὀξυλάπαθον, οὐδ’ ὀξυαλίδα,
                        <lb/>λαπάθου τε καὶ θριδακίνης διεγίνωσκεν, οἷς στυφούσης <lb/>μὲν ποιότητος
                        οὐδὲ τοὐλάχιστον ὑπάρχει, τῆς δὲ ὀξείας <lb/>δαψιλῶς μετέσχηκεν ἄμφω.
                        θαυμαστὸν μὲν οὖν εἰ ταῦτα <lb/>μὲν ἀπὸ τῆς ὀξείας ποιότητος ὠνόμασται, τὸ
                        δὲ ὄξος αὐτὸ <lb/>οὐ μετέσχηκεν αὐτῆς. ἀλλ’ ὁ μηδὲ τὰς κοινὰς αἰσθήσεις
                        <lb/>ἀποσώζων Λύκος, ἐγκαλεῖν Ἱπποκράτει τολμᾷ. πάλιν οὖν <lb/>ἔγνω τὴν παρὰ
                        τοῖς φυσικοῖς ζήτησιν ὑπὲρ τοῦ τῶν χυμῶν <lb/>ἀριθμοῦ. κατὰ τοῦτο γὰρ οὐδὲν,
                        ὡς ἔοικε, διαφέρει χυμὸς <lb/>χυμοῦ, καθόσον χυμός ἐστιν. ἡδέως ἂν οὖν
                        ἤκουσα τίνος <lb/>τῶν ὄντων εἰσὶν αἱ τοιαῦται διαφοραὶ, γλυκὺς, ὀξὺς,
                        δριμὺς, <pb n="222"/> πικρὸς, ἁλμυρὸς, ἀλυκὸς, στρυφνὸς, αὐστηρὸς, στύφων,
                        <lb/>λιπαρός. εἰ μὴ γὰρ χυμῶν ἴσως ἤτοι φωνῶν ἢ χρωμάτων <lb/>ἢ ὀδμῶν ἢ διὰ
                        τῆς ἁφῆς εἰς γνῶσιν ἥκουσι. παρὰ <lb/>ταύτας γὰρ οὐκ ἔχομεν ἄλλην αἴσθησιν.
                        ἀλλ’ εἰσὶν αἱ πᾶσαι <lb/>πέντε, γεῦσις καὶ ἀκοὴ καὶ ὄψις καὶ ὄσφρησίς τε καὶ
                        ἁφή. <lb/>διαγινώσκομεν δὲ ὥσπερ καὶ ταῖς ἄλλαις ἄλλα τῶν αἰσθητῶν,
                        <lb/>οὕτως τῇ γεύσει καὶ τοὺς χυμούς. ὡς δὲ ἐν τοῖς <lb/>ὑγροῖς αἱ διαφοραὶ
                        πολλαὶ, κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον κἀν <lb/>ταῖς αἰσθήσεσιν. καίτοι γε ᾗ
                        αἰσθήσεις εἰσὶν, οὐ διαφέρουσιν, <lb/>ἀλλ’ ὁ διαλεκτικώτατος Λύκος οὐκ ἐάσει
                        λέγειν ἡμᾶς <lb/>οὔτ’ ἐν τοῖς χυμοῖς εἶναι τὰς εἰρημένας διαφορὰς, οὐδὲ ἐν
                        <lb/>ταῖς αἰσθήσεσιν, ἃς ἅπαντες γιγνώσκουσιν, οὔτ’ ἐν τοῖς χρώμασι <lb/>καὶ
                        λευκὸν καὶ μέλαν καὶ φαιὸν καὶ ξανθὸν καὶ πυῤῥὸν, <lb/>ἐρυθρόν τε καὶ
                        φοινικοῦν καὶ κυανοῦν. οὔτε γὰρ <lb/>χρῶμα χρώματος ᾗ χρῶμά ἐστι διαφέρει.
                        μαίνονται τοίνυν <lb/>ἅπαντες ἰατροὶ καὶ φιλόσοφοι χρωμάτων μὲν ἡγούμενοι
                        <lb/>διαφορὰς εἶναι τὰς εἰρημένας. χυμῶν δὲ τὸν ὀξὺν καὶ πικρὸν <lb/>καὶ
                        δριμὺν, ὅσους τ’ ἄλλους ὀλίγον ἔμπροσθεν εἶπον, <pb n="223"/> ὥσπερ καὶ τῶν
                        αἰσθήσεων αὐτῶν. οὔτε γὰρ χρῶμα χρώματος, <lb/>ᾗ χρῶμά ἐστι, διαφέρει, ὡς
                        οὔτ’ αἴσθησις αἰσθήσεως <lb/>οὔτε χυμὸς χυμοῦ, καθάπερ οὐδὲ πυρετὸς πυρετοῦ,
                        ὅτι μηδὲ <lb/>θερμὸν θερμοῦ. μαίνονται τοίνυν οἱ γράψαντες ἰατροὶ,
                        <lb/>πυρετῶν διαφορὰς πολλὰς καὶ τὸν καῦσον καὶ τὴν λειπυρίαν <lb/>καὶ τὸν
                        ἠπίαλον καὶ τὸν τυφώδη καὶ τὸν λοιμώδη καὶ <lb/>τὸν ἡμιτριταῖον, ἀμφημερινόν
                        τε καὶ τριταῖον καὶ τεταρταῖον. <lb/>ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ὁ Λύκος ἑτέρωθι γράφει
                        πυρετῶν <lb/>διαφορὰς, ὥσπερ γε καὶ τῶν ἄλλων σχεδὸν ἁπάντων <lb/>πραγμάτων.
                    </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p><milestone unit="ed2page" n="368"/>Τί ποτ’ οὖν δόξαν αὐτῷ νῦν ἐπελάθετο τοῦ
                        <lb/>τέμνειν ἕκαστον τῶν ἄλλων εἰς τὰς οἰκείας διαφορὰς, ὅς γε <lb/>καὶ περὶ
                        τοῦ τῶν ἀχύρων ἐξαπτομένου πυρὸς, ὡς χρῆσθαι <lb/>τοῖς τὸν χρυσὸν
                        ἐργαζομένοις ἔθος, οὐδεμίαν εἶναι νομίζει <lb/>διαφορὰν, ἀλλὰ πρὸς τὸ τὰς
                        ἄλλας ὕλας. οὐδὲ γὰρ τὸ πῦρ <lb/>τοῦ πυρὸς, ᾗ πῦρ ἐστιν, ἢ κατὰ τὸ μᾶλλόν τε
                        καὶ ἧττον, <pb n="224"/> ἰσχυρὸν γὰρ εἶναί τι καὶ ἀσθενὲς πῦρ ἐγχωρεῖ, καὶ
                        τό γε <lb/>τῶν ἀχύρων ἀσθενέστατον εἶναι νομίζων, ἐνταμίευτον εἶναί
                        <lb/>φησι πρὸς τὴν ἐργασίαν τοῦ χρυσοῦ. διατήκεσθαι γὰρ αὐτὸν <lb/>καὶ
                        διαῤῥεῖν ἰσχυροτέρᾳ πλησιάζοντα φλογί. ἀλλ’, ὦ <lb/>βέλτιστε Λύκε, φαίη τις
                        ἂν οἶμαι πρὸς αὐτὸν, εἰ τῶν φυσικῶν <lb/>φιλοσόφων ἠκηκόεις ζητούντων ὅπως
                        αἱ φλόγες γεννῶνται <lb/>κατανενόηκας ἂν οἶμαι τὰς ἐν αὐταῖς διαφοράς.
                        <lb/>ἐγὼ τοίνυν ὅσον οἷόν τε διὰ βραχυτάτων ἐπιτέμνεσθαι λόγον <lb/>οὐ
                        μικρὸν ἐξηγήσομαί σοι περὶ αὐτῶν. ὁρᾶς, οἶμαι, <lb/>τῆς καιομένης ὕλης
                        ἀναθυμίασίν τινα γιγνομένην ἐν διεσπασμένοις <lb/>ἀπ’ ἀλλήλων μορίοις, ὧν
                        μεταξύ τις ἀὴρ ἀπολαμβανόμενος, <lb/>ἐξ ἀνάγκης <milestone unit="ed1page" n="334"/>μὲν δήπου θερμαίνεται. παμπόλλην <lb/>δὲ ἴσχει διαφορὰν ἐν τῷ
                        μᾶλλόν τε καὶ ἧττον. ἀλλὰ <lb/>καὶ τὰ διαλείμματα τῶν ἀναφερομένων σωμάτων
                        οὐκ ἴσα <lb/>πάσαις ταῖς φλοξίν ἐστιν, ὥσπερ οὐδ’ αὐτῆς τῆς ἀναθυμιάσεως
                        <lb/>ἡ φύσις, ἀλλὰ καὶ μεγέθει καὶ σμικρότητι διενήνοχεν <pb n="225"/>
                        ἀλλήλων τὰ τῆς καιομένης ὕλης ἀναθέοντα μόρια καὶ πυκνότητι <lb/>καὶ
                        μανότητι καὶ τῷ τὰ μὲν ἡμίκαυτα, τὰ δ’ οἷον <lb/>ὁλόκαυτα ὑπάρχειν, ἢ ὅλως
                        τὰ μὲν μᾶλλον, τὰ δὲ ἧττον <lb/>ἐκπυροῦσθαι. ὅταν οὖν ταῦτα φαίνηται
                        τοσαύτην ἔχοντα <lb/>τὴν διαφορὰν, ὅ τε ἀὴρ ὁ δεδεγμένος αὐτὰ ποτὲ μὲν
                        μᾶλλον <lb/>ὑπ’ αὐτῶν ἐκτεθερμασμένος ᾖ, ποτὲ δ’ ἧττον, ἀναγκαῖον <lb/>εἶναι
                        παμπόλλην γε ποικιλίαν γίγνεσθαι καὶ διαφορὰν οὐκ <lb/>ὀλίγην τῆς φλογός. ἡ
                        γὰρ τῆς μίξεως ἀνομοιότης τὸ πλῆθος <lb/>τῶν διαφορῶν ἐργάζεται. </p></div></div></body></text></TEI>