<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg077.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p>[Περὶ τῶν διὰ λιθαργύρου σκευαζομένων <lb/>ἐμπλάστρων.] Ἐπειδὴ κατὰ
                            σύνθεσιν τῆς ἐμῆς φοινικίνης <lb/>ἐμπλάστρου διαφορητικὴν μὲν ἔφην
                            δύναμιν εἶναι ἔν τε <lb/>τῷ στέατι τῷ παλαιῷ καὶ τῷ ἐλαίῳ, συνακτικὴν δὲ
                            καὶ ἀποκρουστικὴν, <lb/>ἔν τε τῇ χαλκίτιδι καὶ τῷ φοίνικι, ταῦτα δ’
                            <lb/>ἄνευ τῆς λιθαργύρου ποιῆσαι φάρμακον ἐμπλαστὸν οὐ δύναται, <lb/>διὰ
                            τοῦτ’ ἔδοξέ μοι περὶ τῆς κατὰ τὴν λιθάργυρον <lb/>χρείας ἐφεξῆς
                            διελθεῖν. εἰς μὲν γὰρ τὴν δύναμιν τῆς φοινικίνης <pb n="395"/> οὔτ’
                            ἀντιπράττειν τι νομιστέον αὐτὴν οὔτε συντελεῖν, <lb/>ὕλης δὲ λόγον ἔχειν
                            μόνον ἐπιτηδείου πρὸς ἐμπλαστοῦ φαρμάκου <lb/>ποίησιν. εὔλογον οὖν ἔδοξέ
                            μοι τὸν περὶ τῶν τοιούτων <lb/>φαρμάκων λόγον ὡς ἐπὶ παραδείγματος τῆς
                            λιθαργύρου <lb/>διελθεῖν. ἔστι δὲ οὐκ ὀλίγα δύναμιν μὲν ἢ οὐδεμίαν <lb/>
                            <milestone unit="ed2page" n="651"/>ἢ πάνυ σμικρὰν τῷ σκευαζομένῳ
                            συνεισφερόμενα, <lb/>χρείαν δ’ ὕλης παρέχοντα πρὸς τὸ γενέσθαι φάρμακον
                            ἐμπλαστὸν <lb/>ἢ κηρωτῶδες. οὔτε γὰρ θερμαίνουσα σαφῶς ἡ λιθάργυρος,
                            <lb/>καθάπερ οὐδὲ ψύχουσα οὐδ’ ὑγραίνουσα βραχεῖαν <lb/>ἔχει δύναμιν
                            ξηραντικὴν κατὰ τὴν πρώτην ἀπόστασιν τῶν <lb/>ἀκριβῶς μέσων, τοῦθ’
                            ὑγραίνειν καὶ ξηραίνειν· οὐ μὴν οὐδ’ <lb/>ἐμπλαστικῆς ἐστι δυνάμεως,
                            ὥσπερ οὐδ’ ἐκφρακτικῆς, ὡσαύτως <lb/>δὲ οὐδὲ ῥυπτικῆς, ὥσπερ οὐδὲ
                            ῥυπαινούσης σαφῶς, <lb/>ἠρέμα δέ πως ἀποκεχώρηκε τῶν μέσων ἐπὶ τὸ
                            παχυμερέστερον. <lb/>ἀλλὰ κατὰ τὴν ἐπὶ πλέον ἕψησιν ἀποτίθεται καὶ
                            τοῦτο, <lb/>χεομένη τε καὶ ἀλλοιουμένη διὰ τῆς τοῦ πυρὸς δυνάμεως.
                            <lb/>μόνη δὲ καθ’ ἑαυτὴν ὠμὴ παρατρίμματα μηρῶν ἐξ ὁδοιπορίας
                            <lb/>ὀνίνησιν, ᾧ καὶ δῆλον ὅτι βραχέως ξηραίνει. τοῦ δὲ <pb n="396"/>
                            μήτε δριμεῖαν ἔχειν αὐτὴν ἢ γλυκεῖαν ποιότητα μήτ’ ὀξεῖαν <lb/>ἢ πικρὰν
                            ἢ αὐστηρὰν ἢ στρυφνὴν ἢ ὅλως στυπτικὴν, ἡ γεῦσις <lb/>ἱκανὴ μάρτυς,
                            ὥσπερ καὶ τὰ ἕλκη, μήτε δακνόμενα πρὸς <lb/>αὐτῆς μήτε θερμαινόμενα μήτε
                            ψυχόμενα μήτε καθαιρούμενα <lb/>μήτε σαρκούμενα μήθ’ ὅταν ὑπερσαρκώσῃ
                            καθαιρούμενα. <lb/>πάρεστιν οὖν ἡμῖν εἰς πολλὰ κεχρῆσθαι λιθαργύρῳ,
                            <lb/>ποτὲ μὲν ἐλαίῳ καὶ ὕδατι τὴν ἕψησιν αὐτῆς ποιουμένοις <lb/>ἄχρι
                            συστάσεως ἐμπλαστρώδους, ἔστι δ’ ὅτε ἐν ἐλαίῳ καὶ <lb/>ὄξει καί ποτε ἐν
                            ἐλαίῳ καὶ οἴνῳ. ἐν οἷς δ’ ἂν ἕψηται τούτων, <lb/>ἄμεινον γίγνεται τὸ
                            φάρμακον ἐπὶ πλέον ἑψηθέν. ἔσται <lb/>δὲ τοῦτο τῷ πλήθει τῶν μιγνυμένων
                            ὑγρῶν. ἔστι μὲν γὰρ <lb/>τῶν τηκτῶν φαρμάκων καὶ ἡ λιθάργυρος ὅλη
                            χεομένη, καθάπερ <lb/>ἥ τε ῥητίνη καὶ ὁ κηρὸς, ἀλλ’ οὐκ εὐθέως ἅμα τῷ
                            <lb/>ψαῦσαι τοῦ πυρὸς, ὅθεν καὶ λανθάνει πολλοὺς καὶ νομίζουσιν
                            <lb/>αὐτὴν οὐδ’ ὅλως χεῖσθαι. σὺν ὀξελαίῳ μὲν οὖν <milestone unit="ed1page" n="318"/>
                            <lb/>ἑψομένη τήκεται θᾶττον, ὥσπερ γε καὶ σὺν ἰῷ καὶ αὐτοῦ <lb/>δηλονότι
                            τοῦ ἰοῦ χεῖσθαι πεφυκότος, ὥσπερ ἥ τε χαλκῖτις ﻿<pb n="397"/> καὶ τὸ
                            μίσυ. τάχιστα μὲν οὖν αὐτῶν ἡ χαλκῖτις τοῦτο πάσχει, <lb/>βραδύτατα δ’ ὁ
                            λιθάργυρος· ἐν δὲ τῷ μεταξὺ τούτων <lb/>ὅ τε ἰός ἐστι καὶ τὸ μίσυ.
                            χεῖται καὶ τὸ σῶρυ χρόνῳ πλέονι, <lb/>γεωδέστερόν τε γάρ ἐστι καὶ
                            λιθωδέστερον τῆς χαλκίτεώς τε <lb/>καὶ τοῦ μίσυος. ἀλλὰ περὶ μὲν τούτων
                            αὖθις εἰρήσεται. τὴν <lb/>λιθάργυρον δὲ δι’ ὀξελαίου μὲν ἕψων θᾶττον
                            τήξῃς, δι’ <lb/>ὑδρελαίου δὲ βραδύτερον, ὅμως μὲν χεῖται καὶ οὕτως, ἐὰν
                            ᾖ <lb/>διπλάσιον αὐτῆς ἑκάτερον τῶν ὑγρῶν. ἐγὼ δὲ καὶ πλέον ἢ
                            <lb/>διπλάσιον ἔμιξα πολλάκις, ὡς ὀλίγον ὕστερον εἰρήσεται. <lb/>κάλλιον
                            δ’ ἐστὶν εὐθέως ἐξ ἀρχῆς ἐν θυείᾳ μιγνύειν τὰ τρία, τήν <lb/>τε
                            λιθάργυρον καὶ τὸ ὕδωρ καὶ τὸ ἔλαιον. εἰ δὲ τοῦ λευκὸν <lb/>γίνεσθαι τὸ
                            φάρμακον φροντίζεις, ἔλαιόν τε καθαρώτερον καὶ <lb/>διαυγέστερον ἔμβαλλε
                            καὶ ὕδωρ ὁμοίως καθαρόν τε καὶ λευκὸν, <lb/>ἑψέσθω τε κατὰ χωρίον
                            ὑπαίθριον ἡλιούμενον. ὁ μὲν <lb/>γὰρ ζοφώδης ἀὴρ μελαίνει τὸ φάρμακον, ὁ
                            δὲ καθαρὸς εἰς <lb/>λευκότητα μεγάλως συντελεῖ, καθάπερ γε καὶ τὸ
                            καταῤῥαινόμενον <lb/>ὕδωρ ἐν ἀέρι τοιούτῳ. φυλάττου δὲ καὶ τὸ διὰ ξύλων
                            <lb/>ποιεῖσθαι τὴν ἕψησιν ἢ ἀνθράκων ἀρχομένων διακάεσθαι, <pb n="398"/>
                            μελαίνει γὰρ αὐτὸ ῥᾳδίως ὁ καπνός. προδιακαύσας <lb/>οὖν τοὺς ἄνθρακας,
                            ὅταν ἀκριβῶς ὦσι διάπυροι, τότε ἕψειν <lb/>ἄρξαι. καὶ εἰ μὴ φθάσοιεν
                            οὗτοι συμπληρῶσαι τὴν ἕψησιν, <lb/>ἐφ’ ἑτέρας ἑστίας ὁμοίως παρασκευάσας
                            ἄνθρακας ἐπιτίθει <lb/>κατ’ ἐκείνην τὴν κακκάβην. ἕνεκα μὲν οὖν τοῦ
                            λευκὸν γενέσθαι <lb/>τὸ φάρμακον, ὅσα χρὴ παραφυλάττειν αὐτάρκως
                            εἴρηται. <lb/>γίγνεται δὲ ἐχεκολλότερον εἰς τοσοῦτον, εἰς ὅσον ἂν ἔχῃ
                            <lb/>πλέον, ὡς εἴρηται, τὸ ὑγρόν. ὡς ἐάν γε τῶν τριῶν ἀνὰ λίτραν
                            <lb/>α΄. ἐμβάλῃς, δυσαπόπτωτον ἔσται. καὶ μέντοι καὶ ἄτηκτος <lb/>ἡ
                            λιθάργυρος μένει, καὶ τοῦτό γέ ἐστιν αὐτὸ μάλιστα <lb/>αἴτιον τοῦ ῥᾳδίως
                            ἀποπίπτειν αὐτὸ, καθάπερ γε καὶ τὸ <lb/>προσμένειν μέχρι πλέονος, εἰ ἡ
                            λιθάργυρος ἑψηθεῖσα χυθείη <lb/>τε καὶ ἀλλοιωθείη. <milestone unit="ed2page" n="652"/>λευκότερον δ’ ἔσται καὶ θᾶττον
                            <lb/>ἑψηθήσεται βληθεισῶν δύο λιτρῶν ὕδατος εἰς τρεῖς ἑκατέρου
                            <lb/>λιθαργύρου τε καὶ ἐλαίου. καὶ τούτῳ συνήθως ἐπὶ τῶν μικρῶν
                            <lb/>ἑλκῶν χρῶμαι. πρόδηλος δὲ ἡ δύναμίς ἐστι τοῦ δι’ <lb/>ὕδατος
                            ἑψομένου φαρμάκου μεμνημένοις ἡμῖν τῶν εἰρημένων <lb/>ἐν τῇ περὶ τῶν
                            ἁπλῶν φαρμάκων πραγματείᾳ. </p></div></div></div></body></text></TEI>