<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg077.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="16"><p>[Λευκὴ Ἥρα πρὸς τοὺς ὑδροφόβους.] Πάλιν <lb/>οὖν ἐπὶ τὸν Ἥραν ἀφικόμεθα,
                            γράφοντα μετὰ τὴν Ἀτταλικὴν <lb/>ἔμπλαστρον ἑτέραν λευκὴν, αὐτοῖς
                            ὀνόμασι τοῖσδε· <lb/>λευκὴ πρὸς τοὺς λυσσοδήκτους. ποιεῖ δ’ ἀκριβῶς καὶ
                            πρὸς <lb/>τοὺς ὑδροφόβους. ῥύεται γὰρ εὐθὺς τοῦ κινδύνου ἐπιτεθεῖσα
                            <lb/>τῷ τραύματι. τοῖς μέντοι κεκρατημένοις ἄγαν καὶ καταπότιον
                            <lb/>ὅσον καρύου Ποντικοῦ ἐξ αὐτῆς ποιήσαντα διδόναι καὶ ﻿<pb n="432"/>
                            τοῦτο ποιεῖν ἐφ’ ἡμέρας μ΄. μεταβάλλει μέντοι τὴν χρόαν <lb/>ἐπὶ τῶν
                            σπληνῶν καὶ γίνεται μέλαινα. ποιεῖ δὲ καὶ πρὸς <lb/>ἀνθρωπόδηκτα,
                            κυνόδηκτα, ἀποσύρματα, δυσκατούλωτα, αἴρει <lb/>καὶ ὑπώπια κεράτιον α΄
                            καὶ τραύματα κολλᾷ. ποιεῖ καὶ <lb/>πρὸς φύματα καὶ ῥαγάδας. ἔστι δὲ καὶ
                            πεσσὸς μαλακτικός. <lb/>δεῖ μέντοι παρὰ μίαν ἡμέραν λύειν καὶ
                            ἀποσπογγίζειν τὴν <lb/>ἐπιγινομένην τοῖς ἕλκεσι μελανίαν. καὶ τοῦτο
                            ποιεῖν, ἕως ἂν <lb/>μηκέτι φαίνηται ἡ μελανία. <milestone unit="ed2page" n="663"/>ἡ αὐτὴ καὶ κατουλωτική <lb/>ἐστι καὶ πρὸς πάντα ἀγαθή.
                            ταῦτα προειπὼν Ἥρας ἐφεξῆς <lb/>ἔγραψε τὴν συμμετρίαν τῆς ἐμπλάστρου
                            κατὰ τήνδε τὴν λέξιν. <lb/>λευκή. ♃ κηροῦ λευκοῦ Ποντικοῦ λίτρας β΄.
                            λιθαργύρου <lb/>χρυσίτιδος λίτραν α΄. ψιμυθίου λίτραν α΄. σμύρνης
                            οὐγγίας <lb/>β΄. μυελοῦ ἐλαφείου οὐγγίας β΄. λιβάνου ἀτόμου οὐγγίαν
                            <lb/>α΄. ἐλαίου παλαιοῦ ξε. α΄. συμμετρία μὲν ἥδε τῶν συντιθέντων
                            <lb/>τὴν ἔμπλαστρον. ἐφεξῆς δὲ τὴν ἕψησιν οὕτως <lb/>ἔγραψε. λιθάργυρον
                            ἐλαίῳ ἕψε, ὅταν δὲ δοκῇ γλοιοῦσθαι <lb/>κατὰ τὴν σύστασιν κηρὸν, εἶτα τὸ
                            ψιμύθιον ἔμπασσε καὶ <lb/>κίνει. ὅταν δ’ ἑνωθῇ καὶ ἀμόλυντος γένηται,
                            ἀφελὼν τὴν <pb n="433"/> ἀνθρακιὰν, τὸν μυελὸν ἀποδίδου. ψύξας δὲ
                            ἀποδίδου τὴν <lb/>σμύρναν καὶ τὸν λιβανωτὸν καὶ μαλάξας χρῶ. καὶ κατὰ
                            <lb/>τοῦτο οὖν ἐπαινεῖν χρὴ τὸν Ἥραν, οὐκ ἐφ’ ἡμῖν ἀπολιπόντα <lb/>τὴν
                            ἔμπλαστρον ἕψειν ὅπως ἂν βουληθῶμεν, ἀλλ’ αὐτὸν <lb/>προσγράψαντα.
                            πρόχειρον γὰρ ἦν ἅμα τῇ λιθαργύρῳ τὸ ψιμύθιον <lb/>εὐθέως ἀπ’ ἀρχῆς
                            ἕψειν, ὡς ἐπὶ τῶν ἄλλων λευκῶν, <lb/>ἡμεῖς τε τοῦτο ὡς ἐπίπαν εἰώθαμεν
                            ποιεῖν, ἀλλ’ αὐτός τε <lb/>ἐκεῖνος ἐπ’ ἄλλων ἔγραψεν. ἀλλ’ ἐπί γε ταύτης
                            ὕστερον ἐμβάλλειν <lb/>αὐτὸ κελεύει μὴ προσγράψας μὲν τὴν αἰτίαν δι’ ἣν
                            <lb/>τοῦτο ποιεῖν ἄμεινον, ἐνδεικνύμενός γε μὴν ὡς οὐχ εἷς τρόπος
                            <lb/>ἑψήσεως ἐπὶ πάντων ἐστὶν ὁμοίως χρήσιμος, ἀλλ’ ἐπ’ <lb/>ἐνίων καὶ
                            δύο καὶ τρεῖς ποιήσασθαι δυνατόν ἐστιν, οὐ μόνον <lb/>ὑπαλλάττοντας τὴν
                            χροιὰν, ἀλλὰ καὶ τὴν δύναμιν τῶν <lb/>φαρμάκων. ὥσπερ ἐπὶ τῆσδε τῆς νῦν
                            προκειμένης οὐκ ἐβουλήθη <lb/>τὸ ψιμύθιον ἑψηθῆναι μετὰ τῆς λιθαργύρου,
                            γινώσκων <lb/>αὐτὸ καὶ τὴν ἀκριβῆ λευκότητα μὴ φυλάττον ἐν τῷ καθέψεσθαι
                            <lb/>καὶ τὴν στύψιν ἣν ἔχει μετὰ τῆς ψύξεως ἀποτιθέμενον. <lb/>ἴσως οὖν
                            τις ζητήσει καὶ τί <milestone unit="ed1page" n="324"/>διαφορητικὸν εἶναι
                                <pb n="434"/> βουλόμενος τὸ φάρμακον ὁ συνθεὶς πρῶτον, ὅστις ποτ’
                            ἦν, <lb/>ὅμως ἐπειράθη διαφυλάξαι τὸ ψιμύθιον ὠμὸν ἐν αὐτῷ; δοκεῖ
                            <lb/>δέ μοι τούτου χάριν ἐπὶ τὴν τοιαύτην ἐλθεῖν σκευασίαν, <lb/>ἵν’ ἔχῃ
                            τι καὶ τῆς ἀποκρουστικῆς δυνάμεως τὸ φάρμακον. <lb/>τὰ γὰρ οὐδεμίαν
                            ἔχοντα τοιαύτην οὐκ ἀσφαλῆ τοῖς πληθωρικοῖς <lb/>σώμασιν. ὅπως οὖν
                            ἁρμόττῃ καὶ τούτοις, εἰκὸς μεμίχθαι <lb/>τὸ ψιμύθιον ὠμόν. εὔδηλον δ’
                            ὅτι μεγάλας ἐπαγγελίας <lb/>τὸ προκείμενον ἐπαγγέλλεται φάρμακον, ἐκ τοῦ
                            προσειληφέναι <lb/>τήν τε σμύρναν καὶ τὸν ἐλάφειον μυελὸν, ὡς τά <lb/>τε
                            ἄλλα ταῖς κοιναῖς ταύταις ἐμπλάστροις ἔχει τὰ αὐτά. <lb/>μεμαθήκαμεν δὲ
                            τὴν μὲν σμύρναν ἰσχυρῶς ξηραῖνον εἶναι <lb/>φάρμακον, ἱκανῶς τε
                            λεπτομερὲς, τὸν δὲ μυελὸν οὐδενὸς <lb/>ἥττονα τῶν μαλακτικῶν
                            ὀνομαζομένων. εἴρηται δὲ περὶ τῆς <lb/>δυνάμεως ταύτης, ὥσπερ καὶ τῶν
                            ἄλλων ἁπασῶν τῶν δευτέρων, <lb/>ἐν τῷ ε΄. τῆς περὶ τῶν ἁπλῶν φαρμάκων
                            πραγματείας. <lb/>ἔοικέ γε μὴν οὐ τούτοις μόνοις ὁ συνθεὶς τὸ φάρμακον,
                            <lb/>ἀλλὰ καὶ τῷ λευκῷ κηρῷ τῷ Ποντικῷ θαῤῥῆσαι, <lb/>φαρμακώδη δύναμιν
                            ἔχοντι καὶ διὰ τοῦτο πλεῖστον αὐτὸν <pb n="435"/> ἐμβάλλειν. ξέστου δὲ
                            νομίζω μεμνῆσθαι τὸν Ἥραν τοῦ Ῥωμαϊκοῦ. <lb/>παρὰ μὲν γὰρ τοῖς Ἀθηναίοις
                            οὔτε τὸ μέτρον ἦν <lb/>οὔτε τοὔνομα τοῦτο. νυνὶ δὲ ἀφ’ οὗ Ῥωμαῖοι
                            κρατοῦσι, τὸ <lb/>μὲν ὄνομα τοῦ ξέστου παρὰ πᾶσίν ἐστι τοῖς Ἑλληνικῇ
                            διαλέκτῳ <lb/>χρωμένοις ἔθνεσιν, αὐτὸ δὲ τὸ μέτρον οὐκ ἴσον τῷ
                            <lb/>Ῥωμαϊκῷ. χρῶνται γὰρ ἄλλος ἄλλῳ ξεστιαίῳ μέτρῳ. παρὰ <lb/>γοῦν τοῖς
                            Ῥωμαϊκοῖς ὁ ξέστης ἔχει μίαν λίτραν καὶ ἡμίσειαν <lb/>καὶ ἕκτον, ὡς
                            εἶναι τὰς πάσας οὐγγίας κ΄. ἃς ὡς τὸ <lb/>πολὺ τοῖς κέρασι μετροῦσιν,
                            ἐπιτετμημένοις ἔξωθεν γραμμαῖς <lb/>τισι κυκλοτερέσιν. ἔνιοι δὲ ψευδῶς
                            ὑπειλήφασι τὸν Ῥωμαϊκὸν <lb/>ξέστην ὀκτωκαίδεκα μετρικὰς ἔχειν οὐγγίας.
                            ἔοικεν οὖν <lb/>καὶ ὁ Ἥρας ὅταν κοτύλην γράφῃ, τὸ μὲν ἥμισυ τοῦ ξέστου
                            <lb/>σημαίνειν. ἤτοι δὲ τὰς θ΄. δηλοῦσιν οὐγγίας ἐκ τοῦ λιτραίου
                            <lb/>κέρατος ἢ τὰς δέκα, τοῦτο γὰρ ἄδηλον. <milestone unit="ed2page" n="664"/>εἰ δὲ <lb/>καὶ πρὸς λυσσοδήκτους ἐπιτήδειόν ἐστι φάρμακον,
                            εἴτ’ οὖν <lb/>καταπινόμενον εἴτ’ ἔξωθεν ἐπιτιθέμενον, ἐκ λόγου μὲν οὐχ
                            <lb/>οἷόν τε γνῶναι. δέδεικται γὰρ ἡμῖν ὅλῃ τῇ τῆς οὐσίας ἰδιότητι
                            <lb/>τὰ τοιαῦτα φάρμακα τὴν ἐνέργειαν ἔχοντα καὶ διὰ <pb n="436"/> τοῦτο
                            τῇ πείρᾳ κρινόμενα. πειραθῆναι δὲ οὐδέποτε ἐτόλμησα <lb/>τοῦ φαρμάκου
                            τοῦδε, τίνα δύναμιν ἐν τοῖς λυσσοδήκτοις <lb/>ἐπιδείκνυται, διὰ τὸ
                            βεβαίως θεραπεῦον ἔχειν φάρμακον <lb/>τὸ διὰ τῶν καρκίνων, ὅταν δὲ τοῦτο
                            μὴ παρῇ, καὶ ἄλλα <lb/>τινὰ μηδέποτε ἀποτυχόντα. τὸ τοίνυν ἐν οὕτως
                            ἐπικινδύνῳ <lb/>πάθει καταλιπόντα τὰ βέβαια, πολυπράγμονος ἕνεκα πείρας
                            <lb/>προδοῦναι τὴν σωτηρίαν τοῦ δεδηγμένου, δεινὸν καὶ ἄδικον
                            <lb/>ἐφαίνετό μοι. περὶ μὲν δὴ τῶν λυσσοδήκτων ἀρκεῖ καὶ ταῦτα
                            <lb/>εἰρῆσθαι. τὰ δ’ ἄλλα τὰ περὶ τῆσδε τῆς ἐμπλάστρου γεγραμμένα
                            <lb/>τῷ Ἥρᾳ, καθάπερ ἐπὶ τῆς Ἀτταλικῆς, ἔνια μὲν ἀληθεύεσθαί <lb/>φημι,
                            τινὰ δὲ ἐπὶ τὸ μεῖζον ἐξαίρεσθαι. κάλλιστον <lb/>μὲν γάρ ἐστι φάρμακον,
                            ὡς ἐν ἐμπλάστροις, τῶν ὀνομαζομένων <lb/>ὑπωπίων, ἐναίμων δὲ τραυμάτων
                            κολλητικὸν, οὐκ ἐν <lb/>τοῖς πρώτοις καὶ ἀρίστοις. ὅλως δὲ περὶ τοῦ
                            γένους τούτου <lb/>τῶν ἐμπλάστρων εὑρίσκω παμπόλλους τῶν ἰατρῶν οὐ
                            <lb/>μόνον τῶν νῦν, ἀλλὰ καὶ τῶν γεγραφότων συγγράμματα, <lb/>μείζονας
                            τῶν ἀληθῶν ἐπαίνους πεποιημένους, ὑπὲρ ὧν ἐν <lb/>τῷ μετὰ ταῦτα λόγῳ
                            ῥηθήσεται. νῦν δὲ ἐπὶ τὴν προκειμένην ﻿<pb n="437"/> ἐλθόντες, αὖθις
                            ἐπισκεψόμεθα περὶ τῶν εἰρημένων τῷ <lb/>Ἥρᾳ. φησὶ γὰρ αὐτὴν ἰᾶσθαι
                            φύματα, μηδένα προσθεὶς <lb/>διορισμὸν ὧν ἐγὼ περὶ τῆς φοινικίνης
                            ἔγραψα. τινὰ μὲν γὰρ <lb/>πάνυ θερμὰ τῶν φυμάτων ἐστὶ καὶ σφοδρῶς
                            ἐξορμῶντα, <lb/>τινὰ δὲ καὶ ψυχρὰ καὶ ξηρά. πάμπολλα δ’ ἄλλα μεταξὺ
                            <lb/>τούτων, ἔνια μὲν ἀκριβῶς μέσα τῶν εἰρημένων, ἔνια δὲ ὀλίγον
                            <lb/>ἀφιστάμενα τῆς μεσότητος ἑκατέρωσε καί τινα πλέον <lb/>ὡσαύτως ἐφ’
                            ἑκάτερα, καί τινα τῶν ἄκρων ἐγγὺς ἢ μεταξύ <lb/>πως ἐξ ἴσου τῶν τε μέσων
                            καὶ τῶν ἄκρων, ἐφ’ ὧν ἁπάντων <lb/>ἀδύνατόν ἐστι τὴν ἔμπλαστρον ταύτην
                            ἐφαρμόττειν, εἰ <lb/>μὴ ἄρα βούλοιτο τήκειν αὐτὴν ὑγροῖς τισιν, ὡς
                            γίγνεσθαι <lb/>τρόπους πολλοὺς τῆς χρήσεως, οὓς ἐχρῆν αὐτὸν εἰρηκέναι,
                            <lb/>καθάπερ ἐπ’ ἄλλων ἐποίησε. διὸ καὶ δίκαιον εἶναί φημι <lb/>τοῦτον
                            μὲν ἐπαινεῖν ἐφ’ οἷς οὕτως ἔγραψε, μέμφεσθαι δὲ <lb/>Ἀνδρομάχῳ. περὶ δὲ
                            τοῦ τὴν ἔμπλαστρον ταύτην ἐπ’ ἀνθρωποδήκτων <lb/>καὶ κυνοδήκτων
                            ἁρμόττειν, τοὺς αὐτοὺς νόμιζε <lb/>παρ’ ἐμοῦ λόγους ἀκούειν, οὓς καὶ
                            περὶ τῆς Ἀτταλικης <lb/>εἶπον, ὁμοίως δὲ καὶ περὶ τῶν ἄλλων, ὅσα
                            μαρτυρεῖ τῷ <pb n="438"/> φαρμάκῳ, καθάπερ ἐπ’ ἐκείνης οὕτω κᾀπὶ ταύτης
                            λέγων <lb/>καλὸν εἶναι τὸ φάρμακον, ἀλλὰ πολὺ λείπεσθαι τῶν εἰς ἕκαστον
                            <lb/>ἐκείνων ἄριστα ποιούντων, ὡς χρήσασθαί τινα αὐτῷ <lb/>θαῤῥούντως
                            μηδενὸς τῶν ἀρίστων παρόντος. οὐ σμικρὸν δὲ <lb/>οὐδὲ τοῦτ’ ἔστιν ἐν
                            τοῖς φαρμάκοις, ὥσπερ κᾀν τοῖς διαιτήμασι <lb/>καὶ πᾶσι τοῖς κατὰ τὴν
                            τέχνην, οὗ κατεφρόνουν μὲν <lb/>ἐγὼ τὸ πρῶτον, ὡς μηδ’ ἄξιον Ἱπποκράτει
                            εἶναι νομίζειν <lb/>παραινοῦντι ἡμῖν οὕτω πάντα τὰ κατὰ τέχνην πράττειν,
                            ὡς <lb/>ὠφελεῖν ἢ μὴ βλάπτειν. ὕστερον δ’ ἔγνων αὐτὸ μεγίστην
                            <lb/>δύναμιν ἔχον, ὡς ἑώρων ἐνίους τῶν ἰατρῶν, οἷς κατώρθωσαν
                            <lb/>ἔμπροσθεν φαρμάκοις, ὡς θαυμασθῆναι, τούτοις ὕστερον <lb/>ἐπ’ ἄλλων
                            ἀποτυχόντας, ὡς καταγελασθῆναι. καὶ διὰ <lb/>τοῦτ’ ἐπειράθην ἀεὶ
                            τοιούτοις χρῆσθαι βοηθήμασιν, ἐφ’ οἷς <lb/>ἡ μὲν τῆς ὠφελείας ἐλπὶς
                            ἐνίοτε ἀμφιβολίαν ἔχει, τὸ δὲ μηδεμίαν <lb/>ἀπαντῆσαι βλάβην ἀκριβῆ
                            γνῶσιν. ἅπερ οὖν ἐπῄνεσε <lb/>τῆς Ἀτταλικῆς ἐμπλάστρου καὶ ταύτης ὁ
                            Ἥρας, ἔστι μὲν, <lb/>ὡς ἔφην, οὐ μεγάλα. οὐ παρόντων δὲ τῶν μεγάλως αὐτὰ
                                <pb n="439"/> δρώντων, οὐκ ἄν τις τούτοις χρώμενος ἐργάσεται βλάβην
                            <lb/>σαφῆ, κᾂν μηδὲν ὠφελήσῃ. χρῆσθαι μέντοι τις τῷ φαρμάκῳ <lb/>τούτῳ
                            βουλόμενος ἐπὶ φυμάτων, <milestone unit="ed2page" n="665"/>ἐξ ὧν εἶπον
                            ἐπὶ τῆς <lb/>φοινικίνης, αὐτὸς ἐξευρήσει τήκων ἄλλοτε ἄλλως αὐτήν.
                            εἰρήσεται <lb/>δὲ ἐπὶ πλέον ἐν τοῖς ἑξῆς καὶ τῶν φυμάτων ἐπιμέλεια
                            <lb/>πᾶσα, δι’ ἧς ἐλπίζω τὴν μέθοδον ὑμᾶς ἕξειν ἀκριβῆ <lb/>τε καὶ
                            τελείαν τῶν δυναμένων φαρμάκων ὠφελεῖν φύματα. <lb/>καλείσθω δὲ ὑμῖν ἡ
                            ἔμπλαστρος αὕτη λευκὴ πρὸς λυσσοδήκτους, <lb/>ὥσπερ ἡ διὰ τοῦ λευκοῦ
                            πεπέρεως Ἀτταλική. γράφει <lb/>δ’ ἐφεξῆς τῇδε καὶ ἄλλην ἔμπλαστρον ὁ
                            Ἥρας κατὰ <lb/>τήνδε τὴν λέξιν. λευκὴ ἡ Ἀριοβαρζάνειος, ᾗ Ξενοκράτης τὸ
                            <lb/>περὶ τὸν ταρσὸν ἀπόστημα διεφόρησεν ἤδη μεταβεβληκός. <lb/>εἶτα τήν
                            τε συμμετρίαν τῶν ἐμβαλλομένων εἰς αὐτὴν εἰπὼν <lb/>καὶ μετὰ ταῦτα τὴν
                            ἕψησιν, ἐπὶ τέλει προσέγραψε κατὰ λέξιν <lb/>οὕτως. ποιεῖ μάλιστα πρὸς
                            τὰ κακοήθη καὶ νεμόμενα <lb/>καὶ δυσαλθῆ, καθόλου τε πρὸς. πᾶν ἕλκος.
                            αὐτὴν δὲ τὴν <lb/>συμμετρίαν τῶν συντιθέντων τὸ φάρμακον οὐκ οἶδ’ ὅπως
                            <lb/>ἐκ τρίτου μέρους ἔγραψε, τῆς ὁλοκλήρως ὑπ’ ἄλλων γεγραμμένης <pb n="440"/> κατὰ τόνδε τὸν τρόπον. (X) λιθαργύρου δραχ. σ΄. κηροῦ
                            <lb/>δραχ. ν΄. παλαιοῦ ἐλαίου κο. γ΄. ψιμυθίου δραχ. π΄. τερμινθίνης
                            <lb/>δραχ. λβ΄. κηρύκων κεκαυμένων δραχ. ι΄. λιβανωτοῦ δραχ. ιθ΄. ὕδατος
                            <lb/>κυ. ιβ΄. ταῦτα πάντα τὰ νῦν ὑπ’ ἐμοῦ λελεγμένα φάρμακα <lb/>κατὰ τὸ
                            τρίτον μέρος ἔγραψεν ὁ Ἥρας. ♃ λιθαργύρου <lb/>δραχ. ξστ΄. ὀβολοὺς δ΄.
                            κηροῦ δραχ. ιστ΄. ὀβολοὺς δ΄. ἐλαίου <lb/>δὲ παλαιοῦ κοτύλην α΄. καὶ
                            ψιμυθίου μὲν <milestone unit="ed1page" n="325"/>δραχ. κστ΄. <lb/>καὶ
                            τετρώβολον· τῆς δὲ τερμινθίνης ῥητίνης δραχ. ι΄. καὶ τετρώβολον,
                            <lb/>κηρύκων κεκαυμένων δραχ. γ΄. καὶ διώβολον καὶ λιβανωτοῦ <lb/>δραχ.
                            στ΄. καὶ διώβολον, ὕδατος κυάθους δ΄. εἶτ’ ἐφεξῆς <lb/>τὴν ἕψησιν οὑτωσὶ
                            γράφει. τὴν λιθάργυρον καὶ τὸ ψιμύθιον <lb/>σὺν τῷ ὕδατι καὶ τῷ ἐλαίῳ
                            τρῖβε, εἶτα ἕψε ἐν καινῇ <lb/>χύτρᾳ ἐπὶ μαλακοῦ πυρὸς, κινῶν σιδηρᾷ
                            σπάθῃ ἐπιμελῶς, <lb/>ἵνα μὴ καυθήσῃ. ὅταν δὲ ἡμίεφθος ᾖ, ἐπέμβαλλε
                            κηρὸν, τακέντος <lb/>δὲ ῥητίνην καὶ λιβανωτὸν, καὶ ἕψε ἕως ἀμόλυντον
                            <lb/>γένηται ποσῶς, εἶθ’ ὅταν δοκῇ ἐγγὺς εἶναι τοῦ καλῶς ἔχειν,
                            <lb/>ἐπεμβαλὼν τοὺς κήρυκας, συνέψησον τὸν λοιπὸν χρόνον. <lb/>ὅταν δὲ
                            τελέως συστραφῇ, κατέρασον εἶς θυείαν, ὕδατος ὀλίγου <pb n="441"/>
                            προϋποκειμένου καὶ μαλάξας χρῶ. τοῦτο τὸ φάρμακον <lb/>εἰς τὸ διαφορεῖν
                            ἀδήκτως παρεσκεύασται, τό τε ψιμύθιον <lb/>ὀλίγον ἔχον, ὡς πρὸς τὴν
                            ἀναλογίαν τῆς λιθαργύρου καὶ <lb/>μετὰ ταύτης ἀπ’ ἀρχῆς ἑψόμενον ἰσχυρῶς
                            τε ξηραῖνον φάρμακον <lb/>διὰ τοὺς κεκαυμένους κήρυκας. ἡ δ’ αὕτη πώς
                            ἐστι <lb/>δύναμις καὶ ταῖς πορφύραις καὶ τοῖς ὀστρέοις κεκαυμένοις.
                            <lb/>εὔδηλον δ’ ὅτι χωρὶς τῶν σαρκῶν καίεται τὰ τῶν ζώων τούτων
                            <lb/>ὄστρακα. καὶ Ἥρας μὲν ἓν ἔγραψε βιβλίον τῶν δυνάμεων.
                            <lb/>Ἀσκληπιάδης δὲ ὁ ἐπικληθεὶς φαρμακίων δέκα χωρὶς <lb/>τῶν θηριακῶν
                            καὶ γυναικείων προσθεὶς καὶ αὐτὸς ἑκάστου <lb/>φαρμάκου τὴν ἐπαγγελίαν,
                            ἐπὶ πολλῶν δὲ καὶ τὴν ἕψησιν, <lb/>ἐπ’ ἐνίων δὲ καὶ τὸν τρόπον τῆς
                            χρήσεως. ὁ δὲ Ἀνδρόμαχος <lb/>πολλὰς ἤθροισε δυνάμεις καὶ σχεδὸν οὐκ
                            ἐλάττους τῶν <lb/>ἐν τοῖς δέκα τοῦ φαρμακίωνος Ἀσκληπιάδου. τρισὶ δ’
                            αὐτὰς <lb/>περιέλαβε βίβλοις· ἑνὶ μὲν ἐν ᾧ τὰ ἔξωθεν ἐπιτιθέμενα
                            <lb/>φάρμακα γράφει, δευτέρῳ δὲ ἐν ᾧ τὰ εἴσω τοῦ σώματος
                            <lb/>λαμβανόμενα, καὶ τρίτῳ τῷ κατὰ τοὺς ὀφθαλμούς. μέμψαιτο <lb/>δ’ ἄν
                            τις, ὡς ἔφην, αὐτῷ μήτε τὰς σκευασίας προσγράφοντι ﻿<pb n="442"/> μήτε
                            τοὺς τρόπους τῶν χρήσεων μήτε τὰς δυνάμεις <lb/>μήτε τὰς ἐπαγγελίας.
                        </p></div></div></div></body></text></TEI>