<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg077.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="13"><p>[Λευκὴ ἡ διὰ τοῦ λευκοῦ πεπέρεως, ὡς <lb/>Ἄτταλος καὶ Ἥρας.] Ὠφελεῖ
                            γερόντων ἕλκη καὶ ἁπαλοχρώτων <lb/>καὶ πᾶν ἕλκος ἰᾶται, ὅσα ὑγρότερα καὶ
                            δυσεπούλωτα <lb/>καὶ ἀποσύρματα, ὡς ἀποκρέμασθαι τὸ δέρμα, ἐνίοτε <pb n="415"/> μελαινόμενον ἐπ’ ὠλεκράνου καὶ ἀντικνημίου καὶ γόνατος,
                            <lb/>ἐφ’ ὧν οὐδὲ σὰρξ, ἀλλ’ ὁ περιόστιος ὑμὴν ὑπόκειται μόνος.
                            <lb/>γέγονε τοίνυν πάντα ἐφεξῆς καταλέγοντι τὸ φάρμακον ἐκ <lb/>τῶνδε
                            συγκείμενον. λιθαργύρου μὲν καὶ ψιμυθίου, λίτρας <lb/>ἑκατέρου σταθμῷ,
                            δυοῖν δὲ λιτρῶν ἐλαίου μέτρῳ. καλεῖται <lb/>γὰρ <milestone unit="ed1page" n="321"/>ὑπὸ Ῥωμαίων ὁμωνύμως ὁ λιτραῖος σταθμὸς τῶν
                            <lb/>στεῤῥῶν σωμάτων τῷ λιτραίῳ μέτρῳ τῶν ὑγρῶν, ὃ πάμπολυ <lb/>καθ’
                            ὅλην τὴν πόλιν ἐστὶν, ἐξ ὕλης κερατίνης γιγνόμενον. <lb/>ἐπὶ τούτοις δὲ
                            τοῦ κηροῦ μὲν ἡμίλιτρον τῷ σταθμῷ, <lb/>τριῶν δὲ οὐγγιῶν τῆς τερμινθίνης
                            ῥητίνης, λιβανωτοῦ δὲ <lb/>ἤτοι τοῦ ἡμίσεος ἢ τοῦ ἴσου ταύτῃ, καὶ
                            στυπτηρίας μὲν ἓξ <lb/>δραχμῶν, τριῶν δὲ τοῦ πεπέρεως. ἡ δὲ ἕψησις
                            εὔδηλος ἀπ’ <lb/>ἀρχῆς μὲν ἑψομένων τῶν μεταλλικῶν ἐν ἡλίῳ, μέχρι τοῦ
                            <lb/>γενέσθαι τελέως ἀμόλυντον ἢ καὶ βραχὺ σκληρότερον. ἐμβαλλομένων
                            <lb/>δὲ τηνικαῦτα κηροῦ καὶ ῥητίνης, εἶθ’ ὅταν ἑνωθῇ <lb/>πάντα, τοῦ
                            λιβανωτοῦ μὲν πρῶτον, ἐπ’ αὐτῷ δὲ τῆς στυπτηρίας <lb/>τε καὶ τοῦ
                            πεπέρεως. ἐμβάλλειν δὲ χρὴ τὸ ῥοδιακὸν <lb/>καλούμενον ψιμύθιον, εἰ
                            βούλοιτό τις πάνυ λευκὴν τὴν <pb n="416"/> ἔμπλαστρον γενέσθαι. ἀλλὰ καὶ
                            κατὰ τὴν πάλαι μὲν Δικαιαρχίαν <lb/>ὀνομαζομένην, νυνὶ δὲ Ποτιόλους,
                            ἔνιοι τῶν σκευαζόντων <lb/>τὸ ψιμύθιον ὁμοίως τῷ ῥοδιακῷ λευκὸν εἰώθασι
                            <lb/>ποιεῖν. ὅτι δὲ ἐν ἡλίῳ τε χρὴ σκευάζειν τὴν ἔμπλαστρον, <lb/>ὕδατός
                            τε μιγνύειν, ὡς λευκοτέραν τε ἅμα καὶ ψυκτικωτέραν <lb/>γενέσθαι,
                            λέλεκται πρόσθεν. εἰ δ’ ἐπουλωτικωτέραν ἐθέλοι <lb/>τις αὐτὴν
                            ἐργάσασθαι, τοῦ μὲν ὕδατος οὐδ’ ὅλως μικτέον <lb/>ἐστὶ, δι’ ἐλαίου δὲ
                            παλαιοῦ μόνον σκεναστέον γο β΄. <lb/>ἥμισυ, ἀλλὰ καὶ τρεῖς ἐμβάλλοντα.
                            τοῦτο τὸ φάρμακον οὐ <lb/>τῶν ὑπ’ ἐμοῦ πρώτου συντεθέντων ἐστὶν, ἀλλ’
                            ἤδη πρὸ <lb/>πολλῶν ἐτῶν ὑπὸ τοῦ βασιλεύσαντος ἡμῶν τῶν Περγαμηνῶν
                            <lb/>Ἀττάλου σπουδάσαντος ἀνδρὸς περὶ φάρμακα παντοῖα, <lb/>καὶ
                            σύγκειται λόγῳ <milestone unit="ed2page" n="658"/>τῷ προειρημένῳ καὶ
                            κρεῖττον αὐτοῦ <lb/>θαυμάζοιμεν ἂν, εἴ τι δύναται τῶν ὁμοειδῶν
                            συντεθῆναι. <lb/>μέμνηται δὲ αὐτοῦ καὶ ὁ Ἥρας ἐν τῷ βιβλίῳ τῶν φαρμάκων,
                            <lb/>ὃ τινὲς μὲν ἐπιγράφουσι νάρθηκα, τινὲς δὲ τόνον <lb/>δυνάμεων,
                            ἀξιῶν τὸ μὲν ἔλαιον εἶναι παλαιὸν, ὕδατος δ’ <lb/>αὐτῷ μίγνυσθαι τὸ ἴσον
                            ἢ τὸ ἥμισυ. τὰ δ’ ἄλλα τῆς συμμετρίας, ﻿<pb n="417"/> ὡς ὑπ’ ἐμοῦ
                            γέγραπται, πλὴν ὅτι κοτύλας ἐκεῖνος, <lb/>οὐ λίτρας ἔγραψε, τοῦ τε
                            ὕδατος καὶ τοῦ ἐλαίου μὴ δηλώσας <lb/>ὁπόσων οὐγγιῶν βούλεται εἶναι τὴν
                            κοτύλην, ἤτοι σταθμικῶν <lb/>ἢ μετρικῶν. αἱ μὲν γὰρ σταθμικαὶ τὸ βάρος
                            κρίνουσι <lb/>τῶν σωμάτων, αἱ δὲ μετρικαὶ τὸν ὄγκον. θεραπεύειν <lb/>μὲν
                            οὖν λέγων τὸ φάρμακον τοῦτο γερόντων ἕλκη καὶ ἁπαλοχρώτων <lb/>ἀληθεύει·
                            πλέον δὲ ἢ δεῖ χαρίζεται, πᾶν ἕλκος ἰᾶσθαι <lb/>φάσκων. ὅσα μὲν γὰρ
                            ὑγρότερα καὶ διὰ τοῦτο δυσεπούλωτα <lb/>θεραπεύει ταῦτα, τῶν κακοήθων δ’
                            οὐδὲν, ὥσπερ <lb/>οὐδὲ τῶν ἐναίμων τι τραυμάτων· ὁ δέ γε καὶ ταῦτα πάντα
                            <lb/>φησίν. ἀποσύρματα μέντοι λέγων αὐτὸ θεραπεύειν ἀληθεύει,
                            <lb/>πολλάκις γὰρ οὕτως ἀποσεσυρμένου, ὡς ἀποκρέμασθαι τὸ <lb/>δέρμα
                            μετὰ τῆς ὑποκειμένης ἐπί τινος σαρκὸς, ἐπιθεὶς τὸ <lb/>φάρμακον
                            ἐθεασάμην ἑνωθὲν αὐτῇ τὸ ἀποσεσυρμένον, καὶ <lb/>τό γε τούτου μεῖζον,
                            ἐνίοτε μελαινόμενον ἤδη. καὶ πάλιν γε <lb/>ἕτερον ἔτι τοῦδε μεῖζον, ἐπ’
                            ὠλεκράνου τε καὶ ἀντικνημίου <lb/>καὶ γόνατος, ἐφ’ ὧν οὐδὲ σὰρξ, ἀλλ’ ὁ
                            περιόστιος ὑμὴν ἢ <lb/>τένων πλατὺς ὑπόκειται μόνος, ὥστε πρὸς
                            ἀποσύρματα μὲν <pb n="418"/> ἄριστον ἂν ἔχοιτε τὸ φάρμακον τοῦτο, κόλπων
                            δὲ καὶ ἀποστημάτων <lb/>οὔτ’ ἄριστον ἁπάντων οὔτ’ ἀρετῇ τῶν ἀρίστων
                            <lb/>δεύτερον, ἀλλ’ ἐπὶ μετρίων τῷ μεγέθει τούτων τῶν παθῶν, <lb/>ἐν
                            ἁπαλοχρῶσι καὶ γυναιξὶ καὶ παισὶ καὶ γέρουσιν ἀγαθὸν <lb/>φάρμακον, ὥστε
                            κᾀνταῦθα πλέον ἢ δεῖ μεμαρτύρηκεν ὁ <lb/>Ἥρας τῷ φαρμάκῳ. πολὺ δὲ μᾶλλον
                            ἡνίκα ἐπῄνεσεν αὐτὸ <lb/>πρὸς δήγματα πάντα φάσκων ἁρμόττειν. τί γὰρ
                            βούλεται <lb/>τὸ πάντα προσκείμενον τῷ λόγῳ; πότερον εἰ καὶ θηρίον
                            <lb/>εἴη τὸ δακὸν ἢ μόνα τὰ τῶν ἁπάντων ἀνθρώπων λέγει; <lb/>καὶ μὴν
                            ψεῦδός ἐστιν ἑκάτερον. ἐπὶ μὲν τῶν θηρίων ἄντικρυς· <lb/>ἃ γὰρ ὑπὸ
                            δραστηρίων φαρμάκων θεραπεύεται μόγις, <lb/>οὐκ ἄν τις ταῦτα φαίη διὰ
                            τοῦδε κατορθοῦσθαι δύνασθαι· <lb/>περὶ δὲ τῶν ἀνθρώπων εἰ λέγει, καὶ
                            οὕτως ἀδιόριστος ὁ <lb/>λόγος, ὡς βλάπτειν μᾶλλον ἢ ὠφελεῖν τοὺς
                            ἀκούσαντας. ἀνέπεισε <lb/>γοῦν τίς τινα τῶν ἰατρῶν, ἐπιτιθέναι τὴν
                            ἔμπλαστρον <lb/>ταύτην ἐν παγκρατίῳ δηχθέντι νεανίσκῳ τὸν λιχανὸν
                            δάκτυλον, <lb/>ὃς οὕτως ἔσχε κακῶς, ὡς κινδυνεῦσαι μὲν ἀποσαπῆναι
                            <lb/>τὸ δηχθὲν μόριον ὅλον, ἐπιγενομένης σηπεδόνος αὐτῷ. μόλις <pb n="419"/> δ’ ἐν χρόνῳ πλέονι θεραπευθεὶς ἐκολλήθη. γενομένου τοῦδε
                            <lb/>τοῦ δήγματος οὐκ εἰς νεῦρον, ἀλλ’ εἰς σάρκα, θαυμαστὸν <lb/>οὐδὲν
                            ὑπὸ τοῦ τοιούτου φαρμάκου θεραπευθῆναι. τὰ γὰρ <lb/>τῶν ἀνθρώπων δήγματα
                            παραπλήσια τοῖς ἄλλοις ἐστὶν ἕλκεσιν, <lb/>εἰ μὴ πάνυ κακόχυμος ὁ δακὼν
                            εἴη ἢ νενηστευκώς γε <lb/>μέχρι καὶ πλέονος ἢ τεθυμωμένος, ὡς
                            ἐκκεχολῶσθαι τό τε <lb/>σύμπαν σῶμα καὶ τὰ περὶ τοὺς ὀδόντας. οὐ μὴν
                            οὐδ’ ἐπὶ <lb/>τούτων τὶ τοιοῦτον ἀξιόλογον φανεῖται ποιοῦν τὸ φάρμακον,
                            <lb/>ἀλλ’ ἀρκέσει τῷ παραχρῆμα χρησαμένῳ μηδὲν ἀδικηθῆναι, <lb/>πρίν τι
                            τῶν ἰδίως ἐπιτηδείων εἰς τὰ τοιαῦτα φαρμάκων <lb/>ἐπιβληθῆναι κατὰ τοῦ
                            δηχθέντος μορίου, περὶ ὧν <lb/>αὖθις εἰρήσεται. νυνὶ δ’ ἀποχρήσει
                            τοσοῦτον εἰπεῖν, ὡς ἐφ’ <lb/>ὧν ἤτοι γε ἄνθρωπος ὁποῖον εἴπομεν εἴτε
                            πίθηκος εἴτε <lb/>κύων εἴτ’ ἄλλο τι τοιοῦτον ζῶον εἴη δακόν. </p></div></div></div></body></text></TEI>