<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg074.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><p>Μετὰ δὲ ταῦτα πρὸς τὸ ἄριστον ἰέναι, <lb/>καί τι πρό γε αὐτοῦ τῶν λαπαττόντων
                        τὴν γαστέρα λαχάνων, <lb/>ἢ καὶ ταρίχους, ἢ πτισάνης, ἢ ἐλαίων ἅμα τῷ τρίτῳ
                        <lb/>μέρει τοῦ ἄρτου προσενεγκάμενον, εἰς τὸ δεῖπνον ἀποθέσθαι <pb n="366"/>
                        τὰ λοιπὰ δύο μέρει μετὰ τῶν ἰσχυροτέρων ὄψων. εἰρήσεται δὲ <lb/>τὰ
                        ἰσχυρότερα μικρὸν ὕστερον, <milestone unit="ed1page" n="30"/>ἐπειδὰν
                        πρότερον ἅπαντα <lb/>διέλθω τὰ χωρὶς βλάβης λαμβανόμενα. λαχάνων οὔτε
                        θριδακίνης <lb/>οὔτε μαλάχης οὔτε ἀτραφάξυος οὔτε βλίτου τὸ σύμπαν
                        <lb/>εἴργεσθαι κελεύω, λαμβάνειν δ’ οὐκ ἀεὶ μὲν <milestone unit="ed2page" n="491"/>ταὐτὸ, <lb/>ἄλλοτε δὲ ἀπ’ ἄλλου τὸ μέτριον. ἐκ ταὐτοῦ δὲ γένους
                        ἐστὶ <lb/>καὶ τὸ τεῦτλον καὶ κράμβη. χρὴ γὰρ καὶ τούτων ἀπογεύσασθαι <lb/>τὰ
                        σύμμετρα. πράσου δὲ καὶ σελίνου καὶ σμυρνίου <lb/>προσάψασθαί ποτὲ συνοίσει
                        καὶ τῶν ὀπωρῶν ὅσαι μὴ παντάπασιν <lb/>ὠμαὶ καὶ δύσπεπτοι τὴν φύσιν εἰσίν.
                        ἴσχουσί τε γὰρ <lb/>τινα περιττώματα σφῶν αὐτῶν καὶ τῶν ἄλλων σιτίων. τά τε
                        <lb/>οὖν μόρα καὶ τὰ πραικόκκια καλούμενα καὶ τὰ σῦκα καὶ εἴ <lb/>τινα
                        τούτοις ἔοικεν, ἀλύπως διέξεισι, καὶ ἡ καλουμένη κολοκύνθη <lb/>τῶν
                        μαλακωτάτων λαχάνων οὐδενὸς ἀποδεῖ καὶ οἱ <lb/>πέπονες οἱ σίκυοι. μοχθηροὶ
                        γὰρ ὅσοι μὴ τοιοῦτοι. καὶ βοτρύων <lb/>πεπείρων ἅψασθαί ποτε συγχωρῆσαι τῷ
                        παιδὶ, μήλων <lb/>δὲ καὶ ἀπίων ἐλάχιστά τε καὶ σπανιάκις προσφέρεσθαι, καὶ
                            ﻿<pb n="367"/> ταῦτα μὴ μόνον ἐπὶ τοῦ δένδρου κατειργασμένα καλῶς, ἀλλὰ
                        <lb/>καὶ μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν ἐπὶ τῆς οἰκίας. εὖ γὰρ εἰδέναι χρὴ <lb/>περὶ τῶν
                        εἰς ἀπόθεσιν ἐπιτηδείων ἀκροδρύων ὡς οὐδὲν ὅμοιον <lb/>ἔχει τοῖς παλαιοῖς τὰ
                        πρόσφατα, δύναται δὲ ἀποτίθεσθαι <lb/>μῆλά τε καὶ ἄπια καὶ τὰ πλεῖστα τῶν
                        ἀκροδρύων καὶ τὰ <lb/>δαμασκηνὰ προσαγορευόμενα καὶ αἱ ἰσχάδες. τούτου τοῦ
                        <lb/>γένους εἰσὶ καὶ βάλανοι τῶν φοινίκων, ὧν οὐδ’ εἴργω <lb/>τελέως, ἀλλ’
                        ἐν καιρῷ τε καὶ μέτρια προσφέρεσθαι συγχωρῶ. <lb/>τὸ δὲ καθ’ ἑκάστην ἡμέραν
                        ἤ πολλὰ φυλάττεσθαι συμβουλεύω, <lb/>καθόλου δ’ εἰπεῖν ὅσα κακόχυμα τῶν
                        ἐδεσμάτων εἰσὶν, <lb/>ἢ ἐπέχοντα τὴν κοιλίαν, ἢ φυσώδη καὶ δύσπεπτα συνεχῶς,
                        ἢ <lb/>πλείω τοῦ καιροῦ προσφερόμενα, βλάπτειν εἴωθεν οὐ τοῦτο <lb/>τὸ
                        νόσημα μόνον, ἀλλὰ καὶ τἄλλα σύμπαντα. καὶ μέχρι γε <lb/>τοῦδ’ ἥκων ὁ περὶ
                        τῆς διαίτης λόγος ἑτέροις ἂν κοινὸς εἴη <lb/>πολλοῖς ἀῤῥωστήμασιν. ὁ δὲ τοῦ
                        πάθους ἴδιος καὶ ἐξαίρετος <lb/>ἐν τῷ φυλάττεσθαι μάλιστα τὰ φλεγματικὰ τῶν
                        ἐδεσμάτων. <pb n="368"/> ὅθεν οὐδὲ τοῖς ἄλλοις μὲν ἀλύποις, γλίσχρον δέ τινα
                        χυμὸν, <lb/>ἢ ψυχρὸν ἢ παχὺν ἔχουσιν, ἐγχρονίζειν προσήκει. τοιαῦτα δέ
                        <lb/>ἐστιν ἀτράφαξύς τε καὶ βλίτον καὶ μαλάχη, ὧν οὐκ εἴργομεν
                        <lb/>ἅπτεσθαι, διὰ παντὸς δ’ ἐν αὐτοῖς καταγίνεσθαι κωλύω. <lb/>τούτου δὲ
                        τοῦ γένους εἰσὶ καὶ αἱ κολόκυνθαι, καὶ <lb/>πολὺ δὲ μᾶλλον αὐτῶν οἵ τε
                        σικυοὶ καὶ τὰ μῆλα καὶ ἄπια <lb/>καὶ πάντων ὅσα φλεγματικὸν καὶ παχὺν ἢ
                        γλίσχρον ἔχει <lb/>χυμὸν, ἢ ἔδεσμα χείριστον, οἵ τε μύκητες ὀνομαζόμενοι.
                        τούτου <lb/>μέν γε τελέως ἀπέχεσθαι συμβουλεύω, καθάπερ καὶ <lb/>τῶν
                        γογγυλίδων, ὅσα τε ἄλλα τὴν ῥίζαν ἐδώδιμον ἔχει. <lb/>παχύχυμά τε γάρ ἐστι
                        καὶ δυσκατέργαστα τοὐπίπαν, ὅσα <lb/>τ’ ἄλλα τοιαῦτα, πλὴν εἴ τινα τούτων
                        ἔχει τι δριμὺ καὶ <lb/>θερμὸν ἐν ἑαυτοῖς, οἷον οἵ τε δαῦκοι καὶ αἱ
                        ῥαφανῖδες. <lb/>ἀλλὰ ῥαφανίδων μὲν ἐκ περιόδου τινος ἡμερῶν οὐ κωλύω
                        <lb/>γενέσθαι. δαύκων δὲ καὶ ἀπέχεσθαι πειρᾶται, καὶ τούτων <lb/>ἔτι μᾶλλον
                        γογγυλίδων. πλεονάζειν δὲ ἐν τῇ χρήσει τῶν <lb/>ἐδεσμάτων ὅσα δριμύ τι καὶ
                        τμητικὸν ἔχει χωρὶς ἐπισήμου <pb n="369"/> κακοχυμίας, ἤ τινος ὀδμῆς ἅψασθαι
                        τῆς κεφαλῆς δυναμένης. <lb/>ἐκ τούτου δὲ τοῦ γένους ἐστὶ καὶ ὅσα διὰ
                        θερμότητα <lb/>τὴν κεφαλὴν συμπληροῖ, καθάπερ οἶνός τε καὶ νᾶπυ καὶ
                        <lb/>πετροσέλινον καὶ δαῦκος καὶ κρόμμυον καὶ σμύρνιον. ταῦτα <lb/>μὲν καὶ
                        πέρα τοῦ δέοντος ἐστὶ καυ<milestone unit="ed2page" n="492"/>σώδη τε
                        κακόχυμα. <lb/>τὸ δὲ νᾶπυ καίτοι γ’ ἐπιτηδειότατον ὑπάρχον ὅσον ἐπὶ <lb/>τὸ
                        τέμνειν τοὺς χυμοὺς, ὡς ἁπτόμενον τῆς κεφαλῆς παραιτητέον. <lb/>ὀξυμέλιτι δὲ
                        χρηστέον θαῤῥοῦντα, κᾂν εἰ καθ’ <lb/>ἑκάστην ἡμέραν βούλοιο. δύναται δὲ ἥ τε
                        κάππαρις δι’ αὐτοῦ <lb/>λαμβάνεσθαι καί τινα ταρίχη τῶν μικρῶν, ἐλαίου
                        <lb/>δηλονότι παραχεομένου βραχέος, εἰς ὅσον ἡδῦναι προσήκει <lb/>τὸ ὄψον.
                        ἀλλὰ τοῦτο μὲν ὥσπερ τι φάρμακόν ἐστιν αὐτῆς <lb/>τῆς διαθέσεως. καὶ μᾶλλον
                        εἰ καὶ τὸ ὄξος ἐσκευασμένον <lb/>εἴη διὰ τῶν σκιλλῶν, ὃ δὴ καλοῦσι συνήθως
                        ἅπαντες ἤδη <lb/>σκιλλητικὸν, ὅπερ ἐγὼ μὲν, εἴπερ τι καὶ ἄλλο, καὶ τούτων·
                        <lb/>θάτερον ἐφ’ ἑκάστῃ κελεύω λαμβάνειν ἡμέρᾳ, λέγω δὲ τὴν <lb/>κάππαριν ἢ
                        τὸ τάριχος ὀξυμέλιτος ἔχον. εἰ δὲ καὶ πίνειν <lb/>ἐθελήσειεν ὁ παῖς ὀξύμελι,
                        ἔστω μὲν ἐσκευασμένον ἕτοιμον, <pb n="370"/> οὐκ αὐτοσχέδιον ἐπὶ τοῦ καιροῦ
                        συντιθέμενον ἐξ ὠμῶν <lb/>ἀμφοτέρων. ὡς δὲ χρὴ σκευάζειν αὐτὸ, γεγράψεται
                        μετ’ <lb/>ὀλίγον. ὕδατι δὲ κεραννύσθω πλείονι· καὶ γὰρ καὶ ἥδιον <lb/>οὕτω
                        γένοιτ’ ἄν· καὶ χειμῶνος μὲν θερμὸν λαμβανέσθω, <lb/>θέρους δὲ οὐδὲν ἂν
                        κωλύσειε καὶ ψυχρῷ χρῆσθαι πολλάκις, <lb/>εἰ θάλπος γε ὑπερβάλλον εἴη καὶ
                        δίψος σφοδρὸν καὶ <lb/>ὁ λαμβάνων μὴ παντάπασιν ἀήθης πόσεως ψυχροῦ. τά τε
                        <lb/>γὰρ ἄλλα καὶ ἀδιψότατόν ἐστιν ὀξύμελι τὸ μὴ λίαν γλυκὺ <lb/>καὶ μᾶλλον
                        εἰ ὕδατι ψυχρῷ κεραννύοιτο. καί μοι πολλάκις <lb/>ἤρκεσεν ἐπίληπτον παῖδα
                        τελέως ἐξιᾶσθαι μετὰ τὴν πρώτην <lb/>κάθαρσιν, οὐδὲν τῆς ἀρχαίας διαίτης
                        μεταποιήσαντι, πλὴν <lb/>τὰ περὶ τὴν δόσιν τοῦ ὀξυμέλιτος καὶ τὴν χρῆσιν τοῦ
                        <lb/>φαρμάκου. ἀλλ’ ἐπεὶ μήτε γινώσκω τὴν φύσιν τοῦ παιδός <lb/>σου, μήτ’
                        εἰς ὅσον ἰσχύος ἥκει τὸ πάθος οἶδα, μήτ’ <lb/>αὐτὸς ἐφεστάναι μέλλω παρὼν,
                        οὐκ ἔχω μαντεύσασθαι τίνων <lb/>ἐλαχίστων τὸν ἀριθμὸν δεῖται βοηθημάτων,
                        ἀλλ’ ἄμεινον <lb/>εἶναί μοι δοκεῖ περὶ πάντων ὑποτίθεσθαι. μετὰ τοίνυν τὰ
                        <lb/>γυμνάσια κατὰ τὸ ἄριστον ὀξυμέλιτί τε χρηστέον, ὡς εἴρηται, <pb n="371"/> καὶ λαχάνοις τισὶν ἐλαίαις τε καὶ καρύοις καὶ σύκοις καὶ <lb/>ἰσχάσιν,
                        οὐχ ἅμα πᾶσιν ἐφ’ ἑκάστης ἡμέρας. ἓν γάρ που καὶ <lb/>ἁπλοῦν ἔστω τὸ
                        λαμβανόμενον, ἀλλ’ ὑπὲρ τοῦ ποικίλλεσθαι <lb/>τὴν δίαιταν ὑπὲρ ἁπάντων
                        δίειμι. κατὰ δὲ τὸν καιρὸν <lb/>τοῦτον, ὡς ἐλέγετο, καὶ τῶν ἄλλων ἀκροδρύων
                        ἁπτέον ἐπιθυμοῦντος <lb/>τοῦ παιδὸς, ἐπεὶ ἄλλως γε κάλλιον ἀπέχεσθαι μὴ ὅτι
                        <lb/>νοσήματος ἰάσεως ἕνεκεν, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὴν ὅλην ὑγείαν, ὡς <lb/>καὶ
                        ἡμᾶς ὁρᾷς ἀπεχομένους ἁπάντων σχεδὸν τῶν ὡραίων <lb/>ἐδεσμάτων. ἀλλὰ γὰρ οὐ
                        φιλοσόφοις γράφομεν ὑποθήκας <lb/>διαίτης ὑγιεινῆς, ὡς ἔμοιγε τοῦτ’ ἂν ἦν
                        εὐκταιότατον, οὐκ <lb/>εἰς τὴν τοῦ πάθους ἴασιν μόνον, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὸν
                        σύμπαντα <lb/>τοῦ παιδός σου βίον. ἐπιτρεπτέον οὖν αὐτῷ προσφέρεσθαι
                        <lb/>φανερῶς τε καὶ κατὰ καιρὸν, ὅσα μὴ μεγάλας ἔχει <lb/>τὰς βλάβας, ἵνα μὴ
                        λαθραίως τε καὶ ἀκαίρως ἀπολαβὼν <lb/>αὐτῶν βλάπτηται μειζόνως. καὶ γὰρ
                        ἀθρόως καὶ πλειόνως <lb/>ἐμπίπλανται τῶν ἐπιθυμουμένων οἱ φανερῶς
                        ἐξειργόμενοι <lb/>μὴ χρῆσθαι. ταῦτά τοι καὶ συγχωρῶ τοῖς παισὶν ἐγὼ πολλὰ
                        <lb/>τῶν οὐκ ἐπιτηδείων ἐδεσμάτων, ὅσα γε μὴ μεγάλως βλάπτει <pb n="372"/>
                        φανερῶς τε καὶ κατὰ καιρὸν καὶ σὺν τῷ προσήκοντι μέτρῳ <lb/>προσφέρεσθαι
                        μᾶλλον ἢ ὥστε διὰ τὴν σφοδρὰν ἐπιθυμίαν <lb/>ἀκαίρως ἀναγκασθῆναι πλείω τε
                        ἅμα καὶ λάβρως <lb/>προσενέγκασθαι. τὰ μὲν δὴ κατὰ τὴν τροφὴν οὕτω
                        <lb/>διατετάχθω. </p></div></div></body></text></TEI>