<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg074.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="1"><head>ΓΑΛΗΝΟΥ ΤΩΙ ΕΠΙΛΗΠΤΩΙ ΠΑΙΔΙ <lb/>ΥΠΟΘΗΚΗ.</head><p>Ἐγὼ μὲν ὤμην, ὦ Καικιλιανὲ, μηδὲν δεήσεσθαί <lb/>σε τῶν ἡμετέρων ὑποθηκῶν εἰς
                        τὴν τοῦ παιδὸς <lb/>νόσον. ὁ γὰρ τεθεαμένος αὐτὸν ἤδη καὶ μέλλων ἅμα σοι
                        <lb/>πλευσεῖσθαι πάλιν ἐς Ἀθήνας, Διονύσιος, ἱκανός ἐστι καὶ <lb/>πρᾶξαι
                        παρὼν τὰ δέοντα καὶ χωριζόμενος, αὖθις ὑποθήκας <lb/>διδόναι τῇ τοῦ
                        νοσήματος ἕξει προσηκούσας. ἐγὼ δὲ μηδέπω <lb/>ποτὲ τεθεαμένος τὸν παῖδα
                        τάχ’ ἂν πολὺ καὶ σφαλείην, οὔθ’ <lb/>ὅπως ἐξ ἀρχῆς ἡ φύσις αὐτῷ πρὸ τοῦ
                        νοσήματος οὔθ’ ὅπως <lb/>νῦν ὑπὸ τοῦ νοσήματος γινώσκων, ἀλλ’ ἢ μόνον αὐτὸ
                        παρ’ <pb n="358"/> ὑμῶν ἀκούων, ἐπιληπτικοὺς αὐτῷ γίνεσθαι παροξυσμούς.
                        <lb/>ἐπεὶ δὲ ὀλιγωροῦντά με μᾶλλον ἢ ἀληθεύοντα νομίζεις ἀποδιδράσκειν
                        <lb/>τὴν γραφὴν, ὃ μηδέποτε πρότερον ἔπραξα, τοῦτο <lb/>νῦν ὑπομένω πρᾶξαι
                        σοὶ χαριζόμενος, ὑποθήκας τινὰς γράψαι <lb/>θεραπείας ἐπιλήπτου παιδός. ἐν
                        αἷς ἀνάγκη τι καὶ <lb/>παρακοῦσαι τὸν ἰδιώτην καὶ σφαλῆναι περὶ τὸ μέτρον ἢ <lb/>
                        <milestone unit="ed2page" n="488"/>τὸν καιρὸν τῆς χρήσεως. ἀποδέδεικται γὰρ
                        ἡμῖν ἐν <lb/>ἑτέροις ὡς οὐκ ἐνδέχεται χωρὶς τοῦ μέθοδόν τινα ἐκμαθεῖν
                        <lb/>θεραπευτικὴν ἰάσασθαί τι καλῶς οὐδὲ τῶν σμικροτάτων νοσημάτων, <lb/>μή
                        τί γε τῶν οὕτω μεγάλων ἡλίκον καὶ τὸ τῆς ἐπιληψίας <lb/>ἐστί. καὶ ὅ γε
                        Διονύσιος ἔφθανεν ἤδη κεκοινῶσθαί τε <lb/>ἐμοὶ καὶ συνδιεσκέφθαι περὶ τῆς
                        ὅλης θεραπείας τοῦ παιδὸς, <lb/>πρὶν καί σε κελεῦσαι γράψαι τὰς ὑποθήκας
                        τάσδε. ἀλλ’ <lb/>ἐκείνῳ μὲν ῥᾳδίως τὴν ἐμαυτοῦ γνώμην ἐδήλωσα, συνιέναι τε
                        <lb/>τῶν λεγομένων δυναμένῳ καὶ παρακοῦσαι μηδενὸς, ὡς ἱκανῶς <lb/>ἠσκημένῳ
                        περὶ τὴν θεραπευτικὴν μέθοδον. σοὶ δὲ οὐδ’ <lb/>ὅπως διέλθω τὸν λόγον οἶδα.
                        τὸ μὲν γὰρ ἀκριβὲς ὲν αὐτῷ <lb/>διορισμῶν τε δεῖται πολλῶν καὶ ἀσαφέστερον ἢ
                        κατὰ ἰδιώτην <pb n="359"/> ἐστὶ, τὸ δ’ αὖ σύντομόν τε καὶ σαφὲς οὐκ ἀκριβὲς
                        ὑπάρχει. <lb/>ταῦτά τοι καὶ γράφειν ὤκνουν τὰς ὑποθήκας, καίτοι πάνυ
                        <lb/>χαρίζεσθαί σοι προῃρημένος, ὅμοιόν τι πείσεσθαι προσδοκῶν, <lb/>οἷον ἂν
                        ἔπαθε καὶ Φειδίας, εἰ μετὰ τὸ τῆς Ἀθηνᾶς ἄγαλμα <lb/>πλάττειν ἠναγκάζετο
                        δάκτυλον μὲν ἰδίᾳ, ἰδίᾳ δὲ αὖ βραχίονα <lb/>καὶ πόδα καὶ ῥῖνα καὶ οὖς,
                        ἕκαστόν τε τῶν ἄλλων μορίων. <lb/>ἐμοὶ γὰρ οἷον ἄγαλμά τι γεγράφθαι νομίζω
                        τὴν θεραπευτικὴν <lb/>μέθοδον, ἐν ὑπομνήμασι πλείοσιν οὐχ ὅπως ἰδιώτας
                        <lb/>ὠφελεῖν δυναμένην, ἀλλ’ οὐδὲ τοὺς ἐπιτυχόντας τῶν ἰατρῶν. <lb/>ἐπεὶ δὲ
                        σὺ βιάζεις με περὶ μορίου ἑνὸς τῆς τέχνης ποιήσασθαι <lb/>τὸν λόγον, ἄνευ
                        τῆς ἄλλης ἁρμονίας, εἴκω τῇ βίᾳ καὶ <milestone unit="ed1page" n="29"/>
                        <lb/>πείθομαι, καὶ γράφω σοὶ μὲν αὐτάρκεις ὑποθήκας, ἱκανὸν <lb/>γὰρ ἰδιώτῃ
                        μὴ μέγα τι καὶ ἀνήκεστον ἐξαμαρτεῖν ἐν ταῖς τῶν <lb/>ἰατρῶν καὶ μάλιστα τῷ
                        νομίμως μεμαθηκότι τοιούτοις ὁμιλεῖν <lb/>ὑπομνήμασιν. ἐκείνοις μὲν οὖν ἡ
                        τῆς θεραπευτικῆς μεθόδου <lb/>πραγματεία γέγραπται, σοὶ δὲ καὶ τοῖς ἄλλοις
                        ὅσοι τεχνῶν <pb n="360"/> μὲν τινῶν ἐστὲ λογικῶν ἐπιστήμονες, ἰδιῶται δὲ τῆς
                        ἰατρικῆς, <lb/>γένοιτ’ ἂν ἴσως, οἶμαι, καὶ παρὰ τοῦδε τοῦ γράμματος ὠφέλεια.
                    </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="2"><p>Πειράσομαι δὲ ὡς οἷόν τε σαφέστατα διελθεῖν, <lb/>ᾧ χρώμενος ὁ παῖς τρόπῳ τῆς
                        διαίτης ὀνίναιτό τε ἂν οὐ <lb/>σμικρὰ καὶ ἥκιστα βλάπτοιτο πρὸς τῶν ἐφ’
                        ἡμέρᾳ συμπιπτόντων <lb/>ἀδοκήτως αὐτῷ. φυλάττεσθαι μὲν οὖν καὶ ταῦτα
                        προσήκει, <lb/>καθ’ ὅσον ἐγχωρεῖ. περιπίπτειν γε μὴν ἀναγκαῖον ἐνίοτε καὶ
                        <lb/>κρύει καὶ θάλπει σφοδρῷ καὶ ἀνέμοις ἰσχυροῖς καὶ λουτροῖς
                        <lb/>μοχθηροῖς καὶ τροφαῖς ἐκπληκτικαῖς καὶ τροχοῖς περιδινουμένοις <lb/>καὶ
                        ἀστραπαῖς καὶ βρονταῖς, ἀγρυπνίαις τε καὶ ἀπεψίαις <lb/>καὶ λύπῃ καὶ θυμῷ
                        καὶ κόπῳ καὶ ἄλλοις τοιούτοις, ὧν τὸ <lb/>κεφάλαιόν ἐστι, σφοδρῶς κινῆσαι
                        καὶ ταράξαι τὸ σῶμα καὶ <lb/>τοῦ πάθους ἀναμνῆσαι καὶ παροξυσμὸν γεννῆσαι.
                        ταῦτα δὲ <lb/>οὖν ἐκ πολλοῦ φυλάττεσθαι προσήκει, καὶ εἴποτε γεγεννημένων
                        <lb/>αὐτῶν παρακολουθήσει παροξυσμὸς, ἀποσχέσθαι μὲν τελέως <lb/>τηνικαῦτα
                        πάσης κινήσεως, ἐπὶ δὲ τῆς οἰκίας διατρῖψαι καὶ <lb/>πάνυ λεπτῶς
                        διαιτηθῆναι, μέχρι περ ἂν ἀπόθηται τὸ σῶμα <pb n="361"/>
                        <milestone unit="ed2page" n="489"/>τὸν ἐκ τοῦ παροξυσμοῦ κάματον. ἥτις δὲ ἡ
                        λεπτὴ <lb/>δίαιτα καὶ γνώσκειν μὲν οἶμαί σε καὶ διὰ τῶν ἐφεξῆς ἀναγνοὺς,
                        <lb/>οὐδὲν ἧττον ἀκούσει τί περὶ αὐτῆς. ἄρξασθαι γὰρ <lb/>οὖν ἤδη μοι τῶν
                        ὑποθηκῶν καιρός. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><p>Εἰσβάλλοντος τοῦ ἦρος, καὶ γάρ πως οὕτως <lb/>συμβαίνει κινεῖσθαι τὰ τῆς
                        ἐπανόδου, καθῆραι φημὶ χρῆναι <lb/>τὸν παῖδα μετρίᾳ καθάρσει. ταύτης δ’ ἂν
                        ἐπιστατήσειε <lb/>καὶ προσταίη παρὼν ὁ Διονύσιος, εἰδὼς ἀκριβῶς ὅπως τε
                        <lb/>χρὴ παρασκευάσαι πρὸς τὴν κάθαρσιν τὸ σῶμα, καὶ ᾧτινι <lb/>χρήσασθαι
                        φαρμάκῳ καὶ ἐν πόσῳ καὶ ὁποίῳ καιρῷ· καὶ <lb/>μὲν δὴ καὶ μεθ’ ἡμῶν ὑπὲρ
                        τούτων ἤδη διέσκεπται. ὥστε <lb/>τὸ μὲν σῶμα παρὸν ἔχεις Ἀθήνησι τοῦ
                        Διονυσίου, τὴν <lb/>ψυχήν τε καὶ τὴν γνώμην ἅμα ἐκείνῳ καὶ τὴν ἐμήν. μετὰ
                        <lb/>δὲ τὴν κάθαρσιν, ὅταν ὅ τε Διονύσιος οἴχηται καὶ ὁ παῖς
                        <lb/>ὑπολείπηται κατὰ τὰς Ἀθήνας, ὧδε χρὴ διαιτᾷν αὐτόν. <lb/>ἕωθεν μὲν ἐκ
                        τῆς κοίτης ἀναστὰς, πρὶν τοῖς διδασκάλοις <lb/>φοιτᾷν, περιπατείτω μετρία μὴ
                        σφόδρα συντόνῳ βαδίσματι. <lb/>τὸ δ’ ἀπὸ τοῦδε μέχρι τοῦ τῆς παλαίστρας
                        καιροῦ τοῖς ﻿<pb n="362"/> μαθήμασι σχολαζέτω, καθότι σύνηθες, ἐπειδὰν δὲ
                        πρῶτον <lb/>αὐτῶν ἀπαλλαγῇ, περιπατήσας αὖθις, οὕτως εἰς τὸν παιδοτρίβην
                        <lb/>ἀπίτω. χρὴ δὲ τοῦτον, εἴπερ τινα καὶ ἄλλον τῶν <lb/>προνοησομένων τοῦ
                        παιδὸς, ἱκανῶς εἶναι φρόνιμον. ἔστι <lb/>δὲ οὐ πάνυ τι ῥᾴδιον εὑρεθῆναι
                        τοιοῦτον, ὡς ἂν ἐξ ἀνθρώπων <lb/>τῆς ἐκλογῆς γινομένης ἀπαιδεύτων τοὐπίπαν
                        καὶ <lb/>οὕτως ὀνωδῶν τε καὶ παχέων τὴν ψυχὴν, ὥσπερ καὶ τὸ <lb/>σῶμα. μὴ
                        τοίνυν ὡς μικρὸν τοῦτο παρέλθοι σε, μηδὲ <lb/>ἐπιτρέψεις τὸν παῖδα τῷ
                        προστυχόντι, γινώσκων ὡς τὸ μὲν <lb/>κεφάλαιον τῆς θεραπείας ἐν δυοῖν
                        τούτοιν ἐστὶ τῇ χρήσει <lb/>τοῦ δοθέντος σοι πρὸς ἐμοῦ φαρμάκου καὶ τοῖς
                        γυμνασίοις. <lb/>τὰ δ’ ἄλλα πάντα παρασκευή τις ὑπάρχει πρὸς <lb/>ταῦτα. τὸν
                        μὲν δὴ παιδοτρίβην συνεκλέξοιτό σοι Διονύσιος. <lb/>ἔστωσαν δ’ αὐτῷ σκοποὶ
                        τῶν γυμνασίων, ἐν μὲν τῇ <lb/>ποσότητι τό τε πρὶν κάμνειν ἀναπαύειν τὸν
                        παῖδα καὶ τὸ <lb/>θερμῆναι σύμπαν τὸ σῶμα καὶ κενῶσαι συμμέτρως. ἄμφω
                        <lb/>δ’ εἰς ἕνα καιρὸν τὸν αὐτὸν συμβαίη· ἡνίκα γὰρ αὐτάρκως <lb/>ἐκκενοῦται
                        τὸ περιττὸν, ἐκτεθέρμανται δὲ ἱκανῶς ἤδη τὸ <pb n="363"/> σῶμα, τηνικαῦτα
                        καταπαύων τις τὰ γυμνάσια πρὶν ἄρχεσθαι <lb/>πονεῖν ἀναπαύσεται, τὸ δ’
                        ἐπέκεινα τοῦδε τοῦ καιροῦ <lb/>γυμνάσιον ἅπτεται μὲν ἤδη τῶν στερεῶν σωμάτων
                        καὶ <lb/>συντήκει τὴν ἕξιν, ἀθροίζει δ’ ἔν τε τοῖς ἄρθροις μάλιστα <lb/>καὶ
                        τοῖς μυσὶ τὰ συντήγματα. κἀντεῦθεν ὅ τε κάματος ἕπεται <lb/>τῆς δυνάμεως,
                        εἶθ’ ἑλκώδης αἴσθησις, ἐπειδὰν κινῆσαί <lb/>τι μόριον ἐπιχειρήσωσι, καὶ
                        τοῦτ’ ἐστὶν ὁ κόπος. οὐ μόνον <lb/>τοίνυν φρόνιμον, ἀλλὰ καὶ τρίβωνα μετρίου
                        γυμνασίου <lb/>εἶναι χρὴ τὸν παιδοτρίβην, ὡς μήτε θᾶττον τοῦ δέοντος
                        <lb/>καταπαύοι, δεδιὼς τὸν ἀκολουθήσοντα κάματον, μήτε θερμῆναι <lb/>καὶ
                        κενῶσαι τελέως ἅπαν τὸ περιττὸν ὀριγνώμενος <lb/>τῷ κόπῳ περιβάλλοι τὸν
                        παῖδα. τοῦ μὲν δὴ μετρίου τῶν <lb/>γυμνασίων οὗ<milestone unit="ed2page" n="490"/>τοι σκοποί· τῆς ποιότητος δὲ ῥῶσαι <lb/>σύμπαντα τὰ μόρια, καὶ
                        μάλιστα κεφαλὴν καὶ γαστέρα, καὶ <lb/>ταύτης ἐξαιρέτως τὰ κατὰ τὸ στόμα τῆς
                        γαστρός. ὅπως δ’ <lb/>ἄν τις καὶ τούτου τυγχάνοι καὶ δὴ φράσω. πρῶτον μὲν
                        <lb/>ἐπειδὴ τὰ σφοδρὰ γυμνάσια πληροῖ τὴν κεφαλὴν, ἀπέχεσθαι <lb/>τῶν
                        τοιούτων κελεύω. δεύτερον, εἰ καὶ δεήσειέ ποτε <pb n="364"/> χρήσασθαι, τῆς
                        κεφαλῆς ὀρθίας ἀνεστηκυίας κινείσθω τὰ <lb/>κάτω, καὶ τούτων μάλιστα τὰ
                        σκέλη, καὶ τρίτον ἐπὶ τούτοις <lb/>ἀπὸ σμικρῶν καὶ βραδέων κινήσεων
                        ἀρξάμενος ὁ παιδοτρίβης <lb/>ἐπὶ τὸ σφοδρότερόν τε καὶ θᾶττον οὕτως ἀναγέτω.
                        <lb/>τὸ δ’ ἀθρόως ἐπὶ τὸ σύντονον ἔρχεσθαι γυμνάσιον οὐ <lb/>τοῖς ἀσθενέσι
                        μόνον, ἀλλὰ καὶ τοῖς ἰσχυροῖς σώμασιν ἐσχάτως <lb/>βλαβερόν. ἡγεῖσθαι δὲ χρὴ
                        καὶ τὴν τρίψιν εἶναι γυμνάσιον <lb/>καὶ μάλιστα τοῖς ἀσθενεστέροις σώμασι,
                        καὶ πολλάκις <lb/>γε καὶ μόνη καλῶς γιγνομένη, τῶν γε ἄλλων κινήσεων
                        <lb/>οὐδὲν ἔτι προσδεῖται. χρὴ δὲ τὰ μὲν πρῶτα διὰ σινδόνων <lb/>ἀτρέμα
                        ἄνωθεν κάτω τῶν χειρῶν φερομένων ἐρυθραίνειν <lb/>τὸ σῶμα, τὴν ἀρχὴν ἀπὸ
                        βραχιόνων τε καὶ χειρῶν ποιουμένοις, <lb/>εἶθ’ οὕτως ἐπὶ τὰ στέρνα τε καὶ
                        γαστέρα προϊόντας, <lb/>ἑξῆς δὲ καὶ τὰ σκέλη τρίβειν ἱκανώτερον, ὡς ἐκ τῶν
                        <lb/>ἄνω τι μεταῤῥέοι τῇδε, κᾄπειθ’ οὕτως ἅπτεσθαι τῆς κεφαλῆς. <lb/>τὸ δ’
                        εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἐπὶ ταύτην ἰέναι σφαλερὸν, ἔτι <lb/>γὰρ μεστοῦ τοῦ σώματος
                        ὄντος ἐπὶ τὸ πρῶτον θερμανθὲν <lb/>ἕλκεται τὰ περιττώματα. χρὴ τοίνυν τῶν
                        ἄλλων ὑστάτην <pb n="365"/> μορίων τρίβεσθαι τὴν κεφαλὴν, ὡς εἴρηται νῦν,
                        χωρὶς τοῦ <lb/>λίπους. ἐπειδὰν δὲ καὶ τὸ ἔλαιον προσαγάγῃς, οὐδὲν κωλύει
                        <lb/>σὺν καὶ τοῖς ἄλλοις, ὥστε τὸν μέν τινα τὴν κεφαλὴν, <lb/>ἑτέρους δὲ δύο
                        τὰ περὶ τὰ στέρνα τε καὶ τὴν γαστέρα καὶ <lb/>τοὺς ἄλλους δύο τὰ σκέλη
                        τρίβειν. οὕτως δὲ καὶ μετὰ τὰ <lb/>γυμνάσια, καὶ μᾶλλόν γε τηνικαῦτα τρίβειν
                        ἅμα σύμπαντα <lb/>τὰ μέλη. θᾶττόν τε γὰρ οὕτως ἀναπαύεται τὸ σῶμα <lb/>καὶ
                        ἧττον περιψύχεται. χρὴ δὲ, εἴπερ τινος ἄλλου, καὶ τούτου <lb/>φροντίζειν.
                        ἀλουτεῖν δὲ προσήκει τὰ πολλὰ καὶ ταῖς <lb/>παλαίστραις μὴ εὐθὺς ἐξιέναι
                        μετὰ τὸ γυμνάσιον, ἀλλ’ <lb/>ἐπειδὰν ἀκριβῶς καταστῇ τὸ πνεῦμα καὶ παύσηται
                        τελέως <lb/>ἡ ἐκ τοῦ γυμνασίου ταραχὴ, τηνικαῦτα δή που καὶ τὴν <lb/>κεφαλὴν
                        ἐπιπλεῖστον τρίβειν σινδόνι, πολλάκις δὲ καὶ κτενὶ <lb/>προχρῆσθαι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><p>Μετὰ δὲ ταῦτα πρὸς τὸ ἄριστον ἰέναι, <lb/>καί τι πρό γε αὐτοῦ τῶν λαπαττόντων
                        τὴν γαστέρα λαχάνων, <lb/>ἢ καὶ ταρίχους, ἢ πτισάνης, ἢ ἐλαίων ἅμα τῷ τρίτῳ
                        <lb/>μέρει τοῦ ἄρτου προσενεγκάμενον, εἰς τὸ δεῖπνον ἀποθέσθαι <pb n="366"/>
                        τὰ λοιπὰ δύο μέρει μετὰ τῶν ἰσχυροτέρων ὄψων. εἰρήσεται δὲ <lb/>τὰ
                        ἰσχυρότερα μικρὸν ὕστερον, <milestone unit="ed1page" n="30"/>ἐπειδὰν
                        πρότερον ἅπαντα <lb/>διέλθω τὰ χωρὶς βλάβης λαμβανόμενα. λαχάνων οὔτε
                        θριδακίνης <lb/>οὔτε μαλάχης οὔτε ἀτραφάξυος οὔτε βλίτου τὸ σύμπαν
                        <lb/>εἴργεσθαι κελεύω, λαμβάνειν δ’ οὐκ ἀεὶ μὲν <milestone unit="ed2page" n="491"/>ταὐτὸ, <lb/>ἄλλοτε δὲ ἀπ’ ἄλλου τὸ μέτριον. ἐκ ταὐτοῦ δὲ γένους
                        ἐστὶ <lb/>καὶ τὸ τεῦτλον καὶ κράμβη. χρὴ γὰρ καὶ τούτων ἀπογεύσασθαι <lb/>τὰ
                        σύμμετρα. πράσου δὲ καὶ σελίνου καὶ σμυρνίου <lb/>προσάψασθαί ποτὲ συνοίσει
                        καὶ τῶν ὀπωρῶν ὅσαι μὴ παντάπασιν <lb/>ὠμαὶ καὶ δύσπεπτοι τὴν φύσιν εἰσίν.
                        ἴσχουσί τε γὰρ <lb/>τινα περιττώματα σφῶν αὐτῶν καὶ τῶν ἄλλων σιτίων. τά τε
                        <lb/>οὖν μόρα καὶ τὰ πραικόκκια καλούμενα καὶ τὰ σῦκα καὶ εἴ <lb/>τινα
                        τούτοις ἔοικεν, ἀλύπως διέξεισι, καὶ ἡ καλουμένη κολοκύνθη <lb/>τῶν
                        μαλακωτάτων λαχάνων οὐδενὸς ἀποδεῖ καὶ οἱ <lb/>πέπονες οἱ σίκυοι. μοχθηροὶ
                        γὰρ ὅσοι μὴ τοιοῦτοι. καὶ βοτρύων <lb/>πεπείρων ἅψασθαί ποτε συγχωρῆσαι τῷ
                        παιδὶ, μήλων <lb/>δὲ καὶ ἀπίων ἐλάχιστά τε καὶ σπανιάκις προσφέρεσθαι, καὶ
                            ﻿<pb n="367"/> ταῦτα μὴ μόνον ἐπὶ τοῦ δένδρου κατειργασμένα καλῶς, ἀλλὰ
                        <lb/>καὶ μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν ἐπὶ τῆς οἰκίας. εὖ γὰρ εἰδέναι χρὴ <lb/>περὶ τῶν
                        εἰς ἀπόθεσιν ἐπιτηδείων ἀκροδρύων ὡς οὐδὲν ὅμοιον <lb/>ἔχει τοῖς παλαιοῖς τὰ
                        πρόσφατα, δύναται δὲ ἀποτίθεσθαι <lb/>μῆλά τε καὶ ἄπια καὶ τὰ πλεῖστα τῶν
                        ἀκροδρύων καὶ τὰ <lb/>δαμασκηνὰ προσαγορευόμενα καὶ αἱ ἰσχάδες. τούτου τοῦ
                        <lb/>γένους εἰσὶ καὶ βάλανοι τῶν φοινίκων, ὧν οὐδ’ εἴργω <lb/>τελέως, ἀλλ’
                        ἐν καιρῷ τε καὶ μέτρια προσφέρεσθαι συγχωρῶ. <lb/>τὸ δὲ καθ’ ἑκάστην ἡμέραν
                        ἤ πολλὰ φυλάττεσθαι συμβουλεύω, <lb/>καθόλου δ’ εἰπεῖν ὅσα κακόχυμα τῶν
                        ἐδεσμάτων εἰσὶν, <lb/>ἢ ἐπέχοντα τὴν κοιλίαν, ἢ φυσώδη καὶ δύσπεπτα συνεχῶς,
                        ἢ <lb/>πλείω τοῦ καιροῦ προσφερόμενα, βλάπτειν εἴωθεν οὐ τοῦτο <lb/>τὸ
                        νόσημα μόνον, ἀλλὰ καὶ τἄλλα σύμπαντα. καὶ μέχρι γε <lb/>τοῦδ’ ἥκων ὁ περὶ
                        τῆς διαίτης λόγος ἑτέροις ἂν κοινὸς εἴη <lb/>πολλοῖς ἀῤῥωστήμασιν. ὁ δὲ τοῦ
                        πάθους ἴδιος καὶ ἐξαίρετος <lb/>ἐν τῷ φυλάττεσθαι μάλιστα τὰ φλεγματικὰ τῶν
                        ἐδεσμάτων. <pb n="368"/> ὅθεν οὐδὲ τοῖς ἄλλοις μὲν ἀλύποις, γλίσχρον δέ τινα
                        χυμὸν, <lb/>ἢ ψυχρὸν ἢ παχὺν ἔχουσιν, ἐγχρονίζειν προσήκει. τοιαῦτα δέ
                        <lb/>ἐστιν ἀτράφαξύς τε καὶ βλίτον καὶ μαλάχη, ὧν οὐκ εἴργομεν
                        <lb/>ἅπτεσθαι, διὰ παντὸς δ’ ἐν αὐτοῖς καταγίνεσθαι κωλύω. <lb/>τούτου δὲ
                        τοῦ γένους εἰσὶ καὶ αἱ κολόκυνθαι, καὶ <lb/>πολὺ δὲ μᾶλλον αὐτῶν οἵ τε
                        σικυοὶ καὶ τὰ μῆλα καὶ ἄπια <lb/>καὶ πάντων ὅσα φλεγματικὸν καὶ παχὺν ἢ
                        γλίσχρον ἔχει <lb/>χυμὸν, ἢ ἔδεσμα χείριστον, οἵ τε μύκητες ὀνομαζόμενοι.
                        τούτου <lb/>μέν γε τελέως ἀπέχεσθαι συμβουλεύω, καθάπερ καὶ <lb/>τῶν
                        γογγυλίδων, ὅσα τε ἄλλα τὴν ῥίζαν ἐδώδιμον ἔχει. <lb/>παχύχυμά τε γάρ ἐστι
                        καὶ δυσκατέργαστα τοὐπίπαν, ὅσα <lb/>τ’ ἄλλα τοιαῦτα, πλὴν εἴ τινα τούτων
                        ἔχει τι δριμὺ καὶ <lb/>θερμὸν ἐν ἑαυτοῖς, οἷον οἵ τε δαῦκοι καὶ αἱ
                        ῥαφανῖδες. <lb/>ἀλλὰ ῥαφανίδων μὲν ἐκ περιόδου τινος ἡμερῶν οὐ κωλύω
                        <lb/>γενέσθαι. δαύκων δὲ καὶ ἀπέχεσθαι πειρᾶται, καὶ τούτων <lb/>ἔτι μᾶλλον
                        γογγυλίδων. πλεονάζειν δὲ ἐν τῇ χρήσει τῶν <lb/>ἐδεσμάτων ὅσα δριμύ τι καὶ
                        τμητικὸν ἔχει χωρὶς ἐπισήμου <pb n="369"/> κακοχυμίας, ἤ τινος ὀδμῆς ἅψασθαι
                        τῆς κεφαλῆς δυναμένης. <lb/>ἐκ τούτου δὲ τοῦ γένους ἐστὶ καὶ ὅσα διὰ
                        θερμότητα <lb/>τὴν κεφαλὴν συμπληροῖ, καθάπερ οἶνός τε καὶ νᾶπυ καὶ
                        <lb/>πετροσέλινον καὶ δαῦκος καὶ κρόμμυον καὶ σμύρνιον. ταῦτα <lb/>μὲν καὶ
                        πέρα τοῦ δέοντος ἐστὶ καυ<milestone unit="ed2page" n="492"/>σώδη τε
                        κακόχυμα. <lb/>τὸ δὲ νᾶπυ καίτοι γ’ ἐπιτηδειότατον ὑπάρχον ὅσον ἐπὶ <lb/>τὸ
                        τέμνειν τοὺς χυμοὺς, ὡς ἁπτόμενον τῆς κεφαλῆς παραιτητέον. <lb/>ὀξυμέλιτι δὲ
                        χρηστέον θαῤῥοῦντα, κᾂν εἰ καθ’ <lb/>ἑκάστην ἡμέραν βούλοιο. δύναται δὲ ἥ τε
                        κάππαρις δι’ αὐτοῦ <lb/>λαμβάνεσθαι καί τινα ταρίχη τῶν μικρῶν, ἐλαίου
                        <lb/>δηλονότι παραχεομένου βραχέος, εἰς ὅσον ἡδῦναι προσήκει <lb/>τὸ ὄψον.
                        ἀλλὰ τοῦτο μὲν ὥσπερ τι φάρμακόν ἐστιν αὐτῆς <lb/>τῆς διαθέσεως. καὶ μᾶλλον
                        εἰ καὶ τὸ ὄξος ἐσκευασμένον <lb/>εἴη διὰ τῶν σκιλλῶν, ὃ δὴ καλοῦσι συνήθως
                        ἅπαντες ἤδη <lb/>σκιλλητικὸν, ὅπερ ἐγὼ μὲν, εἴπερ τι καὶ ἄλλο, καὶ τούτων·
                        <lb/>θάτερον ἐφ’ ἑκάστῃ κελεύω λαμβάνειν ἡμέρᾳ, λέγω δὲ τὴν <lb/>κάππαριν ἢ
                        τὸ τάριχος ὀξυμέλιτος ἔχον. εἰ δὲ καὶ πίνειν <lb/>ἐθελήσειεν ὁ παῖς ὀξύμελι,
                        ἔστω μὲν ἐσκευασμένον ἕτοιμον, <pb n="370"/> οὐκ αὐτοσχέδιον ἐπὶ τοῦ καιροῦ
                        συντιθέμενον ἐξ ὠμῶν <lb/>ἀμφοτέρων. ὡς δὲ χρὴ σκευάζειν αὐτὸ, γεγράψεται
                        μετ’ <lb/>ὀλίγον. ὕδατι δὲ κεραννύσθω πλείονι· καὶ γὰρ καὶ ἥδιον <lb/>οὕτω
                        γένοιτ’ ἄν· καὶ χειμῶνος μὲν θερμὸν λαμβανέσθω, <lb/>θέρους δὲ οὐδὲν ἂν
                        κωλύσειε καὶ ψυχρῷ χρῆσθαι πολλάκις, <lb/>εἰ θάλπος γε ὑπερβάλλον εἴη καὶ
                        δίψος σφοδρὸν καὶ <lb/>ὁ λαμβάνων μὴ παντάπασιν ἀήθης πόσεως ψυχροῦ. τά τε
                        <lb/>γὰρ ἄλλα καὶ ἀδιψότατόν ἐστιν ὀξύμελι τὸ μὴ λίαν γλυκὺ <lb/>καὶ μᾶλλον
                        εἰ ὕδατι ψυχρῷ κεραννύοιτο. καί μοι πολλάκις <lb/>ἤρκεσεν ἐπίληπτον παῖδα
                        τελέως ἐξιᾶσθαι μετὰ τὴν πρώτην <lb/>κάθαρσιν, οὐδὲν τῆς ἀρχαίας διαίτης
                        μεταποιήσαντι, πλὴν <lb/>τὰ περὶ τὴν δόσιν τοῦ ὀξυμέλιτος καὶ τὴν χρῆσιν τοῦ
                        <lb/>φαρμάκου. ἀλλ’ ἐπεὶ μήτε γινώσκω τὴν φύσιν τοῦ παιδός <lb/>σου, μήτ’
                        εἰς ὅσον ἰσχύος ἥκει τὸ πάθος οἶδα, μήτ’ <lb/>αὐτὸς ἐφεστάναι μέλλω παρὼν,
                        οὐκ ἔχω μαντεύσασθαι τίνων <lb/>ἐλαχίστων τὸν ἀριθμὸν δεῖται βοηθημάτων,
                        ἀλλ’ ἄμεινον <lb/>εἶναί μοι δοκεῖ περὶ πάντων ὑποτίθεσθαι. μετὰ τοίνυν τὰ
                        <lb/>γυμνάσια κατὰ τὸ ἄριστον ὀξυμέλιτί τε χρηστέον, ὡς εἴρηται, <pb n="371"/> καὶ λαχάνοις τισὶν ἐλαίαις τε καὶ καρύοις καὶ σύκοις καὶ <lb/>ἰσχάσιν,
                        οὐχ ἅμα πᾶσιν ἐφ’ ἑκάστης ἡμέρας. ἓν γάρ που καὶ <lb/>ἁπλοῦν ἔστω τὸ
                        λαμβανόμενον, ἀλλ’ ὑπὲρ τοῦ ποικίλλεσθαι <lb/>τὴν δίαιταν ὑπὲρ ἁπάντων
                        δίειμι. κατὰ δὲ τὸν καιρὸν <lb/>τοῦτον, ὡς ἐλέγετο, καὶ τῶν ἄλλων ἀκροδρύων
                        ἁπτέον ἐπιθυμοῦντος <lb/>τοῦ παιδὸς, ἐπεὶ ἄλλως γε κάλλιον ἀπέχεσθαι μὴ ὅτι
                        <lb/>νοσήματος ἰάσεως ἕνεκεν, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὴν ὅλην ὑγείαν, ὡς <lb/>καὶ
                        ἡμᾶς ὁρᾷς ἀπεχομένους ἁπάντων σχεδὸν τῶν ὡραίων <lb/>ἐδεσμάτων. ἀλλὰ γὰρ οὐ
                        φιλοσόφοις γράφομεν ὑποθήκας <lb/>διαίτης ὑγιεινῆς, ὡς ἔμοιγε τοῦτ’ ἂν ἦν
                        εὐκταιότατον, οὐκ <lb/>εἰς τὴν τοῦ πάθους ἴασιν μόνον, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὸν
                        σύμπαντα <lb/>τοῦ παιδός σου βίον. ἐπιτρεπτέον οὖν αὐτῷ προσφέρεσθαι
                        <lb/>φανερῶς τε καὶ κατὰ καιρὸν, ὅσα μὴ μεγάλας ἔχει <lb/>τὰς βλάβας, ἵνα μὴ
                        λαθραίως τε καὶ ἀκαίρως ἀπολαβὼν <lb/>αὐτῶν βλάπτηται μειζόνως. καὶ γὰρ
                        ἀθρόως καὶ πλειόνως <lb/>ἐμπίπλανται τῶν ἐπιθυμουμένων οἱ φανερῶς
                        ἐξειργόμενοι <lb/>μὴ χρῆσθαι. ταῦτά τοι καὶ συγχωρῶ τοῖς παισὶν ἐγὼ πολλὰ
                        <lb/>τῶν οὐκ ἐπιτηδείων ἐδεσμάτων, ὅσα γε μὴ μεγάλως βλάπτει <pb n="372"/>
                        φανερῶς τε καὶ κατὰ καιρὸν καὶ σὺν τῷ προσήκοντι μέτρῳ <lb/>προσφέρεσθαι
                        μᾶλλον ἢ ὥστε διὰ τὴν σφοδρὰν ἐπιθυμίαν <lb/>ἀκαίρως ἀναγκασθῆναι πλείω τε
                        ἅμα καὶ λάβρως <lb/>προσενέγκασθαι. τὰ μὲν δὴ κατὰ τὴν τροφὴν οὕτω
                        <lb/>διατετάχθω. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p><milestone unit="ed2page" n="493"/>Μετὰ δὲ ταῦτα διαλιπόντα χρόνον
                        <lb/>ὀλίγον ἀτρέμα περιπατῆσαι κελεύω πρὶν ἐπὶ τὰ μαθήματα
                        <lb/>παραγίνεσθαι. καὶ μὲν δὴ καὶ ἀπαλλαγέντα τῶν μαθημάτων, <lb/>αὖθις ἀξιῶ
                        περιπατῆσαι πρὸ τοῦ δείπνου, κἄπειθ’ οὕτως <lb/>τοῦ μὲν ἄρτου τὰς ὑπολοίπους
                        δύο μοίρας προσφέρεσθαι, <lb/>τῶν δ’ ἄλλων <milestone unit="ed1page" n="31"/>ἕκαστον ὡς εἴρηται, κρέας μὲν ἁπάντων <lb/>σχεδὸν τῶν πτηνῶν, πλὴν ὅσα
                        λιμναῖαι. τῶν τετραπόδων <lb/>δὲ μάλιστα μὲν ἁπάντων ἀπέχεσθαι· εἰ δ’ ἄρα
                        ποτὲ καὶ δεήσει <lb/>χρήσασθαι, τοῦ μὲν ἡμέρου συὸς τοῖς ἀκρέοις τε καὶ τῇ
                        <lb/>γαστρὶ, τοῦ δὲ ἀγρίου καὶ ταῖς σαρξὶ χρῆσθαι, γεύεσθαι δὲ <lb/>καὶ τῶν
                        ἐρίφων, ἔστι δ’ ὅτε καὶ τῶν λαγωῶν, ἁπάντων <lb/>ἠρτυμένων ἁπλῶς ἢ ὠπτημένων
                        ἄνευ κνίσης. τὸ δ’ ἁπλῶς ﻿<pb n="373"/> ἐστὶ δι’ ὕδατος ἄνηθον ἔχοντος
                        ἥδυσμα καὶ πράσον, ἔλαιόν <lb/>τε καὶ ἅλας. ὡς δ’ ἄνευ κνίσης ὀπτηθείη κρέας
                        καλῶς, <lb/>τὸν παρ’ ἡμῖν ἐθεάσω κλίβανον. ὅσα δὲ θαλάττια, τὰ μὲν
                        <lb/>ὄστρεια σύμπαντα μοχθηρὰ, τῶν δ’ ἰχθύων οἱ πετραῖοι <lb/>μὲν ἄριστοι
                        πάντων, ἅπτεσθαι δὲ δεήσει καὶ τῶν πελαγίων. <lb/>ἡ νάρκη δὲ μόνη σχεδόν τι
                        τῶν μαλακίων ἐπιτήδειος. <lb/>ὀσπρίων δὲ πτισάνη μὲν πρώτη, φακῆ δὲ καὶ
                        χόνδρος καὶ <lb/>πίσον ἐφεξῆς τῇδε, τὰ δ’ ἄλλα μοχθηρά. καθόλου δ’
                        <lb/>εἰπεῖν ὅσα γλίσχρα καὶ παχύχυμα καὶ φυσώδη καὶ περιττωματικὰ <lb/>καὶ
                        δύσπεπτα, καθότι καὶ πρόσθεν ἐλέγετο φυλάττεσθαι <lb/>πάντα. τὰ μὲν ὄστρεα
                        καὶ τὰ σελάχη καὶ οἱ <lb/>βολβοὶ καὶ κοχλίαι καὶ τυροὶ καὶ μύκητες καὶ τὰ
                        βόεια <lb/>κρέα καὶ τῶν ὠῶν τὰ κατεψηθέντα δύσπεπτα μέν ἐστι, ἀλλὰ <lb/>καὶ
                        παχεῖς ἐργάζεται τῶν ἐσθιόντων ταῦτα τοὺς χυμούς. <lb/>ὁ χόνδρος δὲ καὶ τὰ
                        χοίρεια κρέα χρηστοῦ μὲν αἵματός <lb/>ἐστι γεννητικὰ, ἀλλὰ γλίσχρου. τὰ δὲ
                        λιμναῖα πάντα περιττωματικὰ, <lb/>φυσώδη τε τὰ ὄσπρια, καὶ μάλιστα κύαμοί τε
                            <pb n="374"/> καὶ ἐρέβινθοι, καὶ ἡ πτισάνη δὲ μὴ ἀκριβῶς καθεψηθεῖσα
                        <lb/>φυσώδης ἐστὶν, ὥστε καὶ ταύτην ἑψεῖν ἢ μὴ χρῆσθαι. καὶ <lb/>ἡ φακῆ δὲ
                        καλῶς ἑψηθεῖσα πᾶν ἀποτίθεται τὸ φυσῶδες. <lb/>ἀλλ’ οὐ χρὴ πλεονάζειν ἐν
                        αὐτῇ, παχὺν ὑποτρεφούση χυμόν. <lb/>εἰς μὲν δὴ τὴν ἐφήμερον δίαιταν ἱκανὰ
                        καὶ ταῦτ’ <lb/>ἐστὶ παραγγέλματα. </p></div></div></body></text></TEI>