τὸ μὲν οὖν τῆϲ ἀναπαύϲεωϲ δῆλον· ὡϲ γὰρ τὰ γυμνάϲια ξηραίνειν πέφυκεν, οὕτω καὶ ἡ ἀνάπαυϲιϲ, ὅπερ ἐϲτὶν ἡϲυχία τε καὶ ἀγυμναϲία, φυλάττει τὰϲ ὑγρότηταϲ· τροφὴ δ᾿ οὐχ ἁπλῶϲ ἡ | πλείων ὑγραίνειν πέφυκεν, ἀλλ᾿ ἥτιϲ ἄνευ ποιότητοϲ ἰϲχυρᾶϲ ᾖ, τουτέϲτι μήτε ϲτρυφνὴ μήτε δριμεῖα 5—8 Orib. Syn. I 16, 2 13—16 Gal. ibid. 119 (XVII 2,465 K.); Orib Syn. I 16,3 20—22 Gal. ibid II 9 (XVII 2,465 K.) 22—p. 223,1 Gal. ibid. IV 13 (XVII 2,672—673K.) 1 ὐτῆϲ codd.: corr. C2Dg 3. 4 ἐκλειφθείϲηϲ C e corr.: ἐλλειφθείϲηϲ Dg 4 πιϲημαίνει. τὰ Dg: ἐπιϲημαίνεται codd. 5 μελανοῦν AN: μέλαν οὖν C: corr. Dg χυμὸν codd.: corr. Dg 8 ἀεὶ C 17 τῶν (posteriore loco)] τῶ N 18 δύϲλυτοϲ codd.: corr. C² Dg 19 τὰ] δὲ C 20 προλελυπτυϲμένων A 21 ϲτρόφων C²Dg: ϲφοδρῶν codd ἀϲτῆϲ A 22 κακοϲφυγξίαϲ A: κακοϲφιγξίαϲ CN: corr. Dg 23 ἐλλέβορο N λή ήψεται A1 C προπειρᾶϲθαι om. N ἔχῃ codd.: corr. Dg 27 τοιοῦτον A 28 μὲν om. C λειψομένου AN 30 πλείω codd.: corr. C2Dg 31 πύφυκεν A 31— 33 οὕτω πέφυκεν add. Dg e Gal., et τροφὴ πέφυκεν add. iam C² 33. 34 ἄλλῃ τιϲ codd.: ἀλλ᾿ εἴ τιϲ Dg: correxi 34 ἰϲχυράϲη A. μήτε ἁλυκὴ μήτε πικρά.