<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg073.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="1"><head>ΓΑΛΗΝΟΥ ΤΙΝΑΣ ΔΕΙ ΕΚΚΑΘΑΙΡΕΙΝ ΚΑΙ <lb/>ΠΟΙΟΙΣ ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟΙΣ ΚΑΙ ΠΟΤΕ.</head><p>Τοὺς ὑγιεινὰ τὰ σώματα ἔχοντας ἐργῶδες <lb/>καθαίρειν· καὶ γὰρ ἰλιγγιῶσι καὶ
						στροφοῦνται καὶ δυσχερῶς <lb/>αὐτοῖς ἡ κάθαρσις προχωρεῖ, καὶ πρὸς τούτοις ἔτι
						<lb/>ταχέως ἐκλύονται. γίνεται δὲ ταῦτα πάντα τοῦ καθαρτικοῦ <lb/>φαρμάκου τὸν οἰκεῖον
						ἕλκειν ἐφιεμένου χυμὸν, τῷ δ’ ἀπορεῖν <lb/>αὐτοῦ τὸ αἷμα καὶ τὰς σάρκας συντήκοντος, ἵν’
						ἐξ ἐκείνων <lb/>ἕλξῃ τὸ οἰκεῖον. τοὺς δ’ ὑγιαίνοντας μὲν ἔτι, νοσήσοντας <pb n="344"/>
						δ’ ἂν, εἰ μὴ κενωθεῖεν, φθάνειν δεῖ κενοῦν εἰσβάλλοντος ἦρος <lb/>ἤτοι διὰ φλεβοτομίας,
						εἰ τοῖς πληθωρικοῖς ἁλίσκονται νοσήμασιν, <lb/>ἢ διὰ καθάρσεως, εἰ τοῖς κατὰ διαφθοράν.
						ἡμεῖς γοῦν <lb/>καὶ ποδάγραν καὶ ἀρθρῖτιν ἀρχομένην καὶ μήπω περὶ τοῖς <lb/>ἄρθροις
						εἰργασμένην πώρους ἐκ τῆς τοιαύτης κενώσεως ἐτῶν <lb/>δὴ πολλῶν ἐκωλύσαμεν γίνεσθαι.
						κατὰ δὲ τὸν αὐτὸν τρόπον <lb/>ἀποπληξίαν, ἐπιληψίαν, μελαγχολίαν, ἄλλα τε τοιαῦτα χρόνια
						<lb/>πάθη διὰ τῆς εἰρημένης κενώσεως ἐπὶ πολλῶν ἀνθρώπων <lb/>ἐπαύσαμεν. ἐνίοις μὲν οὖν
						συμφέρει τοὺς φλεγματώδεις <lb/>κενοῦσθαι χυμοὺς, ἐνίοις δὲ τοὺς πικροχόλους, ἐνίοις δὲ
						<lb/>τοὺς μελαγχολικοὺς, ἐνίοις δὲ τὸ ὀῤῥῶδες περίττωμα κατὰ <lb/>τὴν τῶν εἰθισμένων
						αὐτοῖς γίνεσθαι παθῶν οὐσίαν. αὐτίκα <lb/>καὶ μελαγχολίᾳ τις ἁλίσκεται καθ’ ἕκαστον
						ἔτος, εἰ μὴ καθαρθείη, <lb/>καὶ καθαίρω γε αὐτὸν οὐκ ἦρος μόνον, ἀλλὰ καὶ
						<lb/>φθινοπώρου. οὕτω δὲ καὶ γυναῖκα τινὰ καθ’ ἕκαστον ἔτος <lb/>εἰσβάλλοντος ἦρος
						ὁμοίως κενῶ, καρκινώδη διάθεσιν ἐν τῷ <lb/>μασθῷ ἔχουσαν, ἣν ἰασάμην ἰσχυρῶς κενώσας διὰ
						φαρμάκου <lb/>καθαίροντος μέλαιναν χολήν. καὶ εἰ μὴ παραληφθείη ποτὲ <pb n="345"/> ἡ
						κάθαρσις, ὀδύνη διὰ βάθους αὐτῇ ἐγγίνεται. ἐλέφαντα δὲ <lb/>ἀρχόμενον ἑτέρῳ τὰ μὲν πρῶτα
						διὰ φλεβοτομίας καὶ καθάρσεως <lb/>ἰασάμην, ἑκάστου δ’ αὐτῷ ἔτους αὖθις ἀρκεῖ μία
						<lb/>καὶ <milestone unit="ed2page" n="471"/>τούτῳ κάθαρσις, ἐκλειφθείσης δὲ αὐτῆς,
						αὐτίκα <lb/>τὸ πάθος ἐπισημαίνει. τὰ μὲν οὖν τοιαῦτα νοσήματα καθάρσεως <lb/>χρῄζει
						μελάνων χυμῶν· ἐπιληπτικὰ δὲ καὶ ἀποπληκτικὰ <lb/>καὶ ἀσθματικὰ τῶν φλεγματωδῶν·
						ἀρθριτικὰ δὲ <lb/>τὰ μὲν ἅμα θερμασίᾳ πολλῇ τῶν πικροχόλων, τὰ δὲ σὺν <lb/>ὄγκοις
						ψυχροῖς τῶν φλεγματικῶν. ἄλλος δέ τις ὥρᾳ θέρους <lb/>ἀεὶ τριταίοις ἁλισκόμενος
						πυρετοῖς, ἤδη πολλῶν ἐτῶν οὐκ <lb/>ἐπύρεξε, χολὴν ὠχρὰν φθάνων ὑφ’ ἡμᾶς καθαίρεσθαι κατὰ
						<lb/>τήν τελευτὴν τοῦ ἦρος. οὕτως γὰρ ἄμεινόν ἐστι τοὺς τοιούτους <lb/>κενοῦν, ὡς τούς
						γε ἐπιληπτικοὺς, ἀρθριτικοὺς καὶ <lb/>μελαγχολικοὺς καὶ ὅσοι τ’ ἄλλοι διὰ παχεῖς χυμοὺς
						νοσοῦσιν, <lb/>εἰσβάλλοντος ἦρος ἄμεινον κενοῦσθαι. χρὴ δὲ προλεπτύνειν <lb/>καὶ τέμνειν
						τοὺς παχεῖς χυμοὺς καὶ γλίσχρους καὶ <lb/>τοὺς πόρους δι’ ὧν οὗτοι μεταλαμβάνονταί τε
						καὶ ἕλκονται <lb/>πρὸ τῶν καθαρτικῶν φαρμάκων ἀναστομοῦν, εἰ ἡ <pb n="346"/> κάθαρσις
						ἀρίστη μέλλει γίνεσθαι κατὰ πάντα καὶ μάλιστα <lb/>ἐπὶ τῶν ἑλλέβορον λαμβανόντων. ἡ γὰρ
						συντονία τῶν σπαραγμῶν <lb/>ἐκβάλλουσα τοὺς ἐσφηνωμένους δυσλύτως τοῖς πεπονθόσι
						<lb/>μέρεσι χυμοὺς καὶ κατὰ τοῦτο τὰ χρόνια τῶν <lb/>παθῶν ὠφελοῦσα, ῥᾷον ἀπεργάσεται
						τοῦτο προλελεπτυσμένων <lb/>αὐτῶν. εἰ δὲ ἀμελήσουσι τούτων, δυσχερεῖς ἀπαντῶσιν <lb/>αἱ
						καθάρσεις, μετὰ στρόφων ἐνίοτε καί τινων ἰλίγγων, <lb/>ἄσης τε πολλῆς καὶ κακοσφυξίας,
						ἐκλύσεώς τε καὶ <lb/>δυσκολίας. τοὺς μέλλοντας δὲ ἑλλέβορον λήψεσθαι προπειρᾶσθαι
						<lb/>χρὴ τῆς φύσεως, ὅπως ἔχῃ πρὸς τὰς ἄνω καθάρσεις, <lb/>τουτέστι τὰς δι’ ἐμέτων.
						γενέσθω δὲ ἡ πεῖρα διὰ <lb/>τῶν ἐμετικῶν φαρμάκων, ὅσα μέτρια. ἐὰν γὰρ μὴ ῥᾳδίως
							<lb/>φαί<milestone unit="ed1page" n="488"/>νηται καθαιρόμενος, οὐ χρὴ τὸν τοιοῦτον
						ἄνθρωπον <lb/>ἐπὶ τὸν ἑλλέβορον ἄγειν, ἄνευ τοῦ προπαρασκευάσαι. <lb/>γένοιτο δ’ ἂν
						τοῦτο καὶ δι’ αὐτῶν καὶ συνεχῶν ἐμέτων, <lb/>ἐθισθέντος ἑτοίμως ἐμεῖν τοῦ ληψομένου τὸν
						ἑλλέβορον. <lb/>γένοιτο δ’ ἂν ἄμεινον καὶ διὰ τοῦ προϋγρᾶναι τὰ σώματα.
						<lb/>προϋγραίνεται δὲ πλείονι τροφῇ καὶ ἀναπαύσει. τὸ μὲν οὖν <pb n="347"/> τῆς
						ἀναπαύσεως δῆλον. ὡς γὰρ τὰ γυμνάσια ξηραίνειν <lb/>πέφυκεν, οὕτως ἡ ἀνάπαυσις, ὅπερ
						ἐστὶν ἡσυχία τε καὶ <lb/>ἀγυμνασία, φυλάττειν τὰς ὑγρότητας. τροφὴ δ’ οὐχ ἁπλῶς <lb/>ἡ
						πλείων ὑγραίνειν πέφυκεν, ἀλλ’ ἥτις ἄνευ ποιότητος ἰσχυρᾶς <lb/>ᾖ, τουτέστι μήτε στρυφνὴ
						μήτε δριμεῖα μήθ’ ἁλυκὴ <lb/>μήτε πικρά. δεδώκαμεν δὲ ἐνίοτε ῥαφανῖδας δι’ ὀξυμέλιτος
						<lb/>πήξαντες αὐτὰς δι’ ὅλης ἡμέρας καὶ νυκτὸς ἑλλεβόρου κλῶνας <lb/>λευκοῦ, καὶ εἴη ἂν
						ἀσθενὴς ἀφ’ ἑλλεβόρου κάθαρσις ἡ <lb/>τοιαύτη. οἱ δὲ στέρνον ἔχοντε τὸν θώρακα καὶ διὰ
						τοῦτο <lb/>καὶ συντεθλιμμένον, ἀνεπιτηδειότατοι τυγχάνουσιν εἰς τὰς <lb/>διὰ τῶν
						ἐμετικῶν φαρμάκων καθάρσεις, τάς τε ἄλλας καὶ <lb/>μάλιστα τὰς δι’ ἑλλεβόρου τοῦ λευκοῦ.
						ῥήγνυται γὰρ αὐτοῖς <lb/>ἀγγεῖόν τι τῶν ἐν τοῖς ἀναπνευστικοῖς ὀργάνοις. χρὴ δὲ <lb/>καὶ
						τὸν πικρόχολον χυμὸν ἄνω, τὸ δὲ φλέγμα κάτω κενοῦν· <lb/>ἔστιν ὅτε μὴν ἔμπαλιν, εἰ κατὰ
						μὲν τὴν γαστέρα <lb/>φλεγματικὸς, ἐν δὲ τοῖς ἐντέροις πικρόχολος ἀθροισθείη, <lb/>τὸν
						μέντοι μελαγχολικὸν ἀεὶ κάτω. γέγραπται δὲ κατὰ τοὺς <lb/>Ἱπποκράτους ἀφορισμοὺς περὶ
						τῶν ὡρῶν· θέρεος φαρμακεύειν ﻿<pb n="348"/> τὰς ἄνω κοιλίας, χειμῶνος δὲ τὰς κάτω. τὸ δὲ
						ἀνάλογον <lb/>ταῖς ὥραις ἐπὶ τῶν χωρῶν σκοπεῖσθαι χρὴ, θερμότητί <lb/>τε καὶ ψυχρότητι
						διαιρουμένους· οὕτω δὲ κᾀπὶ τῶν ἡλικιῶν. <lb/>καὶ μὴν καὶ τὸ ἔθος οὐ σμικρὰ μοῖρα πρὸς
						ἔνδειξιν κενώσεως. <lb/>οἱ μὲν γὰρ ἐμεῖν εἰθισμένοι φέρουσιν ἀλυπότερον τὰς διὰ <lb/>τῆς
						ἄνω κοιλίας καθάρσεις, οἱ δὲ ἀήθεις οὐκ ἄνευ κινδύνου, <lb/>
						<milestone unit="ed2page" n="472"/>καὶ μᾶλλον ἐπὶ ἑλλεβόρου. καὶ τὸ τοῦ νοσήματος δὲ
						<lb/>εἶδος σκοπεῖσθαι προσήκει. ἐπὶ μὲν γὰρ τοῦ φλεγματίου <lb/>ὑδέρου φλέγματος ἀγωγῷ
						δεῖσθαι τῷ φαρμάκῳ πρότερον <lb/>μὲν διὰ τῆς κάτω γαστρὸς, εἶτα δι’ ἐμέτων, εἶτα δι’
						ἀποφλεγματισμῶν. <lb/>δι’ ὅλου γὰρ τοῦ σώματος ἐκτεταμένου τοῦ <lb/>πλεονάζοντος ἁπάσας
						κενώσεις παραληψόμεθα. ἐπὶ δὲ τοῦ <lb/>ἀσκίτου ὑδέρου τῶν ὑδραγωγῶν τι δώσομεν φαρμάκων,
						ὥσπερ <lb/>γε κᾀπὶ τῶν ἰκτερικῶν τῶν χολαγωγῶν. ἐκκαθαίρειν δὲ χρὴ <lb/>καὶ τούτων
						πολυειδῶς τὴν χολὴν ἄνω τε καὶ κάτω καὶ διὰ <lb/>οὔρων καὶ ὑπερώας καὶ διὰ ῥινῶν. οὕτω
						δὲ κᾂν ὁ μελαγχολικὸς <lb/>πλεονάσῃ χυμὸς, ὡς ἐν μελαγχολίᾳ καὶ καρκίνῳ καὶ <pb n="349"/> ἐλέφαντι, τὸ τῆς μελαίνης χολῆς κενωτικὸν φάρμακον διδόαμεν, <lb/>ἐπιληψίας δὲ
						φλεγμαγωγοῖς καθαίρομεν. ἐξ ὧν δῆλον <lb/>ὅτι ἡ κατάστασις τῆς νόσου καὶ τὸν
						κενωθησόμενον δηλοῖ <lb/>χυμὸν καὶ τὸν τόπον δι’ οὗ χρὴ κενοῦν αὐτόν. ἀμέλει καὶ
						<lb/>τῶν κατὰ τὸ ἧπαρ φλεγμαινόντων, ὅταν πεφθῶσι, τὴν ἀποκάθαρσιν <lb/>ποιούμεθα· διὰ
						μὲν τῆς κάτω γαστρὸς, ὅταν ἐν <lb/>τοῖς σιμοῖς αὐτοῦ γίνηται τὸ πάθημα, δι’ οὔρων δὲ
						ὅταν <lb/>ἐν τοῖς κυρτοῖς. οὕτω δὲ κᾀπὶ τῶν ἄλλων ἐπισκέψῃ, τόν τε <lb/>πλεονάζοντα
						χυμὸν καὶ τὸν πεπονθότα τόπον, ἐξ οὗ καθάπερ <lb/>αἰτίας ὁρμᾶται τὸ νόσημα. ταῦτα γάρ
						σοι καὶ τὸν <lb/>κενωθησόμενον ἐνδείξεται χυμὸν καὶ τὸν τρόπον τῆς κενώσεως <lb/>καὶ τὸν
						τόπον δι’ οὗ χρὴ κενοῦσθαι, καὶ πρὸς τούτοις <lb/>ἅπασι τὸν καιρόν. ἐν ἀρχῇ μὲν γὰρ τοὺς
						ὀῤῥώδεις τε καὶ <lb/>λεπτοὺς κενώσεις χυμούς. ἀναμενεῖς δὲ πέψιν ἐπὶ τῶν παχέων <lb/>καὶ
						γλίσχρων, οἷοι τὴν φύσιν εἰσὶν ὅ τε τοῦ φλέγματος καὶ <lb/>ὁ τῆς μελαίνης χολῆς. καὶ ἀπὸ
						τῶν παροξυσμῶν δὲ σκοπὸν <lb/>εἰς ἔνδειξιν τοῦ τρόπου τῆς κενώσεως ἕξεις, ἐκ μὲν τῶν ἄνω
						<lb/>ποιούμενος τὰς κενώσεις ἐν τοῖς παροξυσμοῖς, ἐκ δὲ τῶν <pb n="350"/> κάτω κατὰ τὰς
						καλουμένας ἀνέσεις. καὶ γὰρ αὐτόματα οὕτως <lb/>ὠφελεῖ, ἐν μὲν τοῖς παροξυσμοῖς ἐμούντων
						τε πολλῶν καὶ <lb/>διὰ ῥινῶν αἱμοῤῥαγούντων, ἐν δὲ ταῖς ἀνέσεσιν οὔρων τε καὶ
						<lb/>διαχωρημάτων ἀποκρινομένων. φυλάττεσθαι δὲ χρὴ μάλιστα <lb/>τὸν χρόνον τῶν
						παροξυντικῶν καὶ κριτικῶν ἡμερῶν, ὁπόταν <lb/>ἐπιχειρῇς κάτω καθαίρειν πολλά. τῆς γὰρ
						ῥοπῆς τῶν χυμῶν <lb/>ἄνω γενομένης ἡ τοῦ καθαίροντος φαρμάκου δύναμις ἐμποδιασθήσεται.
						<lb/>ἐπὶ δὲ τῶν ἤδη νοσούντων ἐν μὲν τοῖς χρονίοις <lb/>ἀεὶ δεῖ τὸν πεπασμὸν ἀναμένειν,
						ἐν δὲ τοῖς ὀξέσιν, ὅταν <lb/>ὀργᾷ, κατ’ ἀρχὰς οἷόν τε φαρμακεύειν· καὶ αὐτὸ τοῦτο μετὰ
						<lb/>πολλῆς εὐλαβείας καὶ περισκέψεως ποιεῖν. κίνδυνος γὰρ οὐ μικρὸς <lb/>ἐν ὀξεῖ
						νοσήματι κακῶς φαρμακεῦσαι τῷ πάντα μὲν τὰ <lb/>καθαίροντα φάρμακα θερμὰ ταῖς δυνάμεσιν
						εἶναι, δεῖσθαι δὲ <lb/>τὸν πυρετὸν ᾗ πυρετός ἐστι κατὰ τὸν αὐτοῦ λόγον οὐχ <lb/>ὅπως τῶν
						ξηραινόντων καὶ θερμαινόντων, ἀλλὰ καὶ τῶν <lb/>ἐναντιωτάτων αὐτοῖς, τῶν ὑγραινόντων τε
						καὶ ψυχόντων. <lb/>οὔκουν οὐδ’ αὐτῆς ἕνεκα πυῤῥώδους θερμότητος ἡ κάθαρσις <lb/>ἡμῖν
						παραλαμβάνεται. ταύτην γὰρ ἴσμεν ὅσον ἐφ’ ἑαυτῇ <pb n="351"/> βλαπτομένην, ἀλλὰ τῶν
						ἐργαζομένων αὐτὴν ἕνεκα χυμῶν. χρὴ <lb/>τοίνυν μείζονα τὴν ὠφέλειαν ἐκ τῆς τῶν λυπούντων
						χυμῶν <lb/>κενώσεως γίνεσθαι τῆς βλάβης, ἣν ἐξ ἀνάγκης βλάπτεσθαι τὸ <lb/>σῶμα πρὸς τῶν
						καθαρτικῶν φαρμάκων. ἔστι δὲ ἡ ὠφέλεια μείζων, <lb/>ἐὰν ἀλύπως τε καὶ πᾶς ὁ βλάπτων
						κενωθῇ χυμός. ἵνα δὲ <lb/>τοῦτο γένηται, πρῶτον μὲν δεῖ περισκέψασθαι εἰ ἐπιτηδείως
						<lb/>ὁ κάμνων ἔχει πρὸς τὴν τοιαύτην κάθαρσιν. οἵ τε γὰρ ἐξ <lb/>ἀπεψιῶν πολλῶν ἢ
						γλίσχρων ἢ παχέων ἐδεσμάτων ὄντες, <lb/>ὡσαύτως δὲ οἷς ὑποχόνδρια τέταται καὶ πεφύσηται,
						ἢ <lb/>ὑπερβαλλόντως ἐστὶ θερμὰ καὶ πυῤῥώδη, ἢ καί τις αὐτόθι <lb/>σπλάγχνων <milestone unit="ed2page" n="473"/>φλεγμονὴ, πάντες οὗτοι πρὸς τὰς καθάρσεις <lb/>ἀνεπιτήδειοι.
						χρὴ τοίνυν ἀπεῖναί τε ταῦτα καὶ τοὺς <lb/>χυμοὺς ὡς ἔνι μάλιστα τοῦ κάμνοντος
						εὐρουστάτους εἶναι, <lb/>τουτέστι λεπτούς τε καὶ ἧττον μετέχοντας γλισχρότητός
						<lb/>τινος, ἀναπεπταμένους τε τοὺς πόρους δι’ ὧν ἡ κάθαρσις <lb/>μέλλει γενήσεσθαι.
						ταῦτα γὰρ καὶ ἡμεῖς προπαρασκευάζομεν, <lb/>ἐπειδὰν μέλλομεν τινὰ καθαίρειν. ἀλλ’ ἔν γε
						τοῖς ὀξέσι <lb/>νοσήμασι κατ’ ἀρχὰς εὐθὺς, ἤτοι κατὰ τὴν πρώτην ἡμέραν, <lb/>ἢ οὐκ
						ἐξωτέρω τῆς δευτέρας, μέλλοντων ἡμῶν χρῆσθαι <pb n="352"/> ταῖς καθάρσεσιν ὅταν ὀργᾷ,
						τὴν τοιαύτην παρασκευὴν οὐκ <lb/>ἐγχωρεῖ γενέσθαι, πλὴν εἰ ἄρα σχοίη τις καιρὸν
						μελίκρατον ἄκρατον <lb/>δοῦναι ποιεῖν, ἐναφεψήσας ὑσσώπου τι ἢ θύμου, ἢ ὀριγάνου, <lb/>ἢ
						τραγοριγάνου, ἢ γλήχωνος, ἤ τινος τῶν οὕτω λεπτυνόντων, <lb/>ὥστ’ εὐλόγως ὀλιγάκις ἐν
						τοῖς ὀξέσιν νοσήμασι κατ’ <lb/>ἀρχὰς γενήσεται ἡμῖν χρεία φαρμάκων, τῷ μήτε πολλάκις
						<lb/>ὀργᾷν ἐν ἀρχῇ τοὺς λυποῦντας, μήτε εἰ καὶ τοῦτο ὑπάρχει, <lb/>τοῦ νοσοῦντος ἂν
						ἐπιτηδείου πρὸς τὴν κάθαρσιν ὄντος, ἀλλὰ <lb/>μηδὲ καιρὸν ἡμῖν παρέχοντος ἐπιτήδειον
						παρασκευάσαι. ὀργᾷν <lb/>δ’ οἱ χυμοὶ λέγονται, ὅταν ἐν κινήσει σφοδροτέρᾳ γενόμενοι
						<lb/>καὶ μεταῤῥέοντες ἀπὸ μορίων εἰς μόρια, κατὰ τὴν ἀρχὴν τοῦ <lb/>νοσήματος ὀχλῶσι τὸν
						ἄνθρωπον, ἀλγοῦντες καὶ ἀσῶντες καὶ <lb/>γαργαρίζοντες καὶ ἡσυχάζειν οὐκ ἐπιτρέποντες.
						τοὺς οὖν τοιούτους <lb/>ἐκκενοῦν προσήκει, τουτέστι τοὺς ἐν κινήσει καὶ φορᾷ καὶ
						<lb/>ῥύσει. τοὺς δὲ ἤδη καθ’ ἕν τι μόριον ἐστηριγμένους, οὔτ’ ἄλλῳ <lb/>τινὶ βοηθήματι
						χρὴ κινεῖν, οὔτε φαρμακεύειν πρὶν πεφθῆναι. <lb/>τηνικαῦτα γὰρ καὶ τὴν φύσιν ἕξομεν
						βοηθοῦσαν τῇ κενώσει. <lb/>φαίνεται γὰρ αὕτη μετὰ τὰς πέψεις, διακρίνουσά τε τοὺς ﻿<pb n="353"/> χυμοὺς, ἀποθεμένη τε τὸ περιττὸν, ἐν ᾧ δὴ καιρῷ καὶ κρίσεις <lb/>γίνονται.
						ἀλλὰ τελέως μὲν αὐτῆς κινουμένης, οὐδὲν δεῖ φαρμακείας· <lb/>μετριώτερον δὲ καὶ
						ἀσθενέστερον ἐνεργούσης, τὸ <lb/>λεῖπον αὐτοὺς χρὴ προστιθέναι φαρμακεύοντας, ἵν’ ἐξ
						ἀμφοῖν <lb/>ἡ τοῦ λυποῦντος χυμοῦ γένηται κένωσις, ἀπωθουμένης μὲν τῆς <lb/>φύσεως,
						ἕλκοντος δὲ τοῦ φαρμάκου. χρὴ δ’ εἰδέναι <milestone unit="ed1page" n="489"/>
						<lb/>ὡς αἱ μεταῤῥύσεις ἄλλοτε εἰς ἄλλο μόριον τῶν χυμῶν ὀλιγάκις <lb/>γίνονται, τὰ δὲ
						πλείω ἡσυχάζει καὶ μένει καθ’ ἕν τι <lb/>μόριον, ἐν ᾧ καὶ πέττεται καθ’ ὅλον τοῦ
						νοσήματος τὸν <lb/>χρόνον ἄχρι λύσεως. ὅταν οὖν μὴ μόνον ὀξὺ πάθος ᾖ, ἀλλὰ <lb/>καὶ μετὰ
						σφοδροτάτου πυρετοῦ, εὐλαβητέον εἰς τὴν δόσιν <lb/>τοῦ καθαρτικοῦ φαρμάκου, καὶ μάλισθ’
						ὅταν ἀπείρως ἔχῃ τις <lb/>τῆς τοῦ κάμνοντος φύσεως. ἔνιοι μέν εἰσι φύσει δυσκάθαρτοι,
						<lb/>τινὲς δ’ ἐπὶ βραχείᾳ πόσει φαρμάκου καθαίρονται δαψιλῶς. <lb/>ὅταν οὖν ὁ πυρετὸς ᾖ
						μὴ σφοδρὸς, ἔμπειρός τε ἦς τῆς τοῦ <lb/>κάμνοντος φύσεως, ἐπὶ τὴν τοῦ φαρμάκου δόσιν
						ἀφίξῃ χρώμενος <lb/>ἑλλεβόρῳ μέλανι ἤ τινι τῶν ὁμοιοτρόπων, ὧν ἐστι καὶ <lb/>τὸ διὰ τῆς
						κολοκυνθίδος, ἱερὰν δ’ αὐτὴν συνήθως ὀνομάζουσιν. <pb n="354"/> ποικίλως δ’ αὐτῆς
						σκευαζομένης, ἡ τὸν ἑλλέβορον εἰληφυῖα, <lb/>τὴν σκαμμωνίαν δ’ οὐκ ἔχουσα, κάλλιστόν
						ἐστι φάρμακον <lb/>ὑπήλατον. μετὰ δὲ τὸ ληφθῆναι τὸ καθαρτήριον συμφέρει <lb/>τῆς
						πτισάνης ἐπιῤῥοφεῖν, ὥς φησιν Ἱπποκράτης. αὐτὸ <lb/>μὲν γὰρ τὸ καθαρτικὸν φάρμακον, ὡς
						ἂν ὀλίγον ὂν, εἰς τὸν <lb/>πυθμένα τῆς κοιλίας ἀφικνεῖται, κατὰ δὲ τὴν δίοδον ὅ τε
						<lb/>στόμαχος ὅσον περὶ τῆς γαστρὸς ὑψηλὸν, οὐ μόνον τῆς ποιότητος <lb/>τοῦ καθαίροντος,
						ἀλλὰ καὶ τῆς οὐσίας προσιζούσης ἐν <lb/>τῇ διόδῳ μεταλαμβάνων μεγάλως βλάπτεται.
						χρήσιμος οὖν <lb/>ὁ χυλὸς τῆς πτισάνης ἐπιῤῥοφούμενος, ὡς ἂν ἀποῤῥῦψαι μὲν <lb/>καὶ
						κατασῦραι κάτω τὸ προσπεπλασμένον ἐν τῇ διόδῳ δυνάμενος, <lb/>ἐπικεράσαι δὲ καὶ
						ὑπαλλάξαι τὴν ἐνιζηκυῖαν τοῖς μορίοις <lb/>
						<milestone unit="ed2page" n="474"/>ποιότητα τοῦ φαρμάκου. διὰ ταῦτα μὲν οὖν ἐπὶ <lb/>τῇ
						τοῦ καθαρτικοῦ φαρμάκου πόσει κελεύει τῆς πτισάνης <lb/>ἐπιῤῥοφεῖν. ἀρξαμένης δὲ τῆς
						καθάρσεως γίνεσθαι οὐκέτι <lb/>βούλεται δίδοσθαι πτισάνης, εὐλαβούμενος ἐκλυθῆναι τὴν
						<lb/>ἐνέργειαν τοῦ καθαίροντος φαρμάκου. οὐκ ἐκκρίνει δ’ ἡ γαστὴρ <lb/>ἐνίοτε
						καθαρτηρίου δοθέντος, ἤτοι διὰ τὴν ἰδιότητα <pb n="355"/> τῆς τοῦ κάμνοντος φύσεως ἢ διὰ
						τὴν βραχύτητα τοῦ δοθέντος <lb/>φαρμάκου. πολλάκις δὲ καὶ κόπρος ἐσφηνωμένη σκληρὰ
						<lb/>κατά τινα τῶν ἐντέρων, ἐκκενωθῆναι δυναμένη διὰ κλυστῆρος, <lb/>πρὶν δίδοσθαι τὸ
						καθαῖρον φάρμακον κωλύει τὴν <lb/>κένωσιν. δύναται δὲ καὶ τῆς φύσεως ἐπὶ οὖρα τὴν ὁρμὴν
						<lb/>πεποιημένης τὸ καθαρτικὺν μηδὲν ἀνύειν. ἐνίοτε μὲν ὅταν <lb/>ἀποτύχῃ καθαίροντα,
						πρὸς τὸ βλάπτειν μηδὲν τὸ σῶμα <lb/>καὶ τροφὴ γίνεται τοῦ ζώου, τὰ δὲ ἐπὶ τὸ φθαρτικὸν
						καὶ <lb/>δηλητήριον ἐκτρέπεται. πάντων δὲ τῶν καθαιρόντων φαρμάκων <lb/>κακούντων τὴν
						γαστέρα καὶ μάλιστα αὐτῆς τὸ <lb/>στόμα, διὰ τὸ νευρωδέστατον εἶναι καὶ αἰσθητικώτατον ἡ
						<lb/>μίξις ἐπενοήθη τῶν εὐωδῶν, ὅπως μὴ μόνη μηδὲ ἀκραιφνὴς <lb/>ἡ δύναμις αὐτῶν ἅπτεται
						τοῦ σώματος τῆς γαστρός. <lb/>χρὴ δὲ εἶναι τὰ μιγνύμενα σπέρματα τοιαῦτα, ἃ καὶ τὴν
						<lb/>κακίαν πέφυκεν ἀμβλύνειν καὶ τὴν ἐνέργειαν αὐτῶν μὴ κωλύειν, <lb/>λεπτυντικῆς τε
						καὶ τμητικῆς ὄντα δυνάμεως, ὥστε <lb/>καὶ τοὺς παχεῖς χυμοὺς τέμνειν καὶ τὰς ὁδοὺς
						αὐτῶν, δι’ <lb/>ὧν ἐκκενοῦνται, διανοίγειν τε καὶ ἀναστομοῦν. δεῖ δὲ <pb n="356"/>
						ὁμοειδῆ ἀλλήλοις τὰ μιγνύμενα καθαρτικὰ καὶ κατὰ μηδὲν <lb/>στασιάζειν. ἡ δὲ στάσις
						αὐτῶν γίνεται, οὐχ ὅταν τὸ μὲν χολῆς, <lb/>εἰ τύχοι, τὸ δὲ φλέγματος κενωτικὸν, ἀμφότερα
						γὰρ <lb/>ἐκκενοῦσθαι δύναται κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον, ἀλλ’ ὅταν τὸ <lb/>μὲν εὐθέως, τὸ δὲ
						μετὰ πολὺ τῆς προσφορᾶς πεφύκῃ κινεῖν <lb/>τὴν κάθαρσιν. ἀνώμαλος γὰρ ἡ κένωσις οὕτω
						γίνεται, προσενεχθέντων <lb/>ἅμα. λέγω δὲ ἀνώμαλον, ὅταν ἤδη παύεσθαι <lb/>δοκούσης
						αὐτῆς ἀρχὴ πάλιν ἑτέρας κενώσεως γίνηται. </p></div></div></body></text></TEI>