<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg071.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="1"><head>ΓΑΛΗΝΟΥ ΠΕΡΙ ΒΔΕΛΛΩΝ, ΑΝΤΙΣΠΑΣΕΩΣ, <lb/>ΣΙΚΥΑΣ ΚΑΙ ΕΓΧΑΡΑΞΕΩΣ <lb/>ΚΑΙ
                        ΚΑΤΑΣΧΑΣΜΟΥ.</head><p>Θηρῶντές τινες τὰς βδέλλας κατακλείουσι <lb/>καὶ ἐπὶ πολλοῖς αὐταῖς χρῶνται.
                        αὗται γὰρ ἐκμειλίττουσαι <lb/>ῥᾳδίως ἅπτονται τῶν σαρκῶν. τὰς δὲ νέον
                        εἰλημμένας φυλάττειν <lb/>χρὴ ἡμέραν μίαν, αἷμα ὀλίγον εἰς διατροφὴν
                        ἐμβάλλοντας. <lb/>οὕτως γὰρ διαπιεσθήσεται τὸ ἰῶδες αὐτῶν. ἐπὶ δὲ τῆς
                        <lb/>χρείας τὸ βδελλισθησόμενον μέρος προεκνιτρούσθω καὶ καταχριέσθω <lb/>ἢ
                        κνάσθω τοῖς ὄνυξι, ἑτοιμότερον γὰρ ἅψονται. δεῖ δὲ <pb n="318"/> ἐμβαλεῖν
                        αὐτὰ εἰς ὕδωρ χλιαρὸν καὶ καθαρὸν ἀγγεῖον εὐρὺ, <lb/>ἔπειτα σπόγγῳ
                        περιλαβόντες αὐτὰς καὶ τὸ γλοιῶδες ἀποκαθάραντες <lb/>διὰ τῶν χειρῶν
                        προσέξομεν. μετὰ δὲ τὸ ἐμφῦναι <lb/>ἔλαιον χλιαρὸν ἐπιχέομεν τῷ μορίῳ, ὥστε
                        μὴ ψυγῆναι. ἐπὶ <lb/>δὲ χειρῶν ἢ ποδῶν αὐτὸ τὸ μέρος ἐμβαλεῖν χρὴ τῷ ὕδατι,
                        <lb/>ἔνθα εἰσὶν αἱ βδέλλαι. εἰ δὲ ὀλίγον ἅψοιντο, ψαλίζειν χρὴ <lb/>τὰς
                        οὐρὰς αὐτῶν. ἐκχεομένου γὰρ τοῦ αἵματος, ἕλκουσαι <lb/>οὐ παύονται, μέχρις
                        ἂν ἡμεῖς ἅλας ἢ σποδὸν προσπάσσωμεν <lb/>αὐτῶν τοῖς στόμασι. μετὰ δὲ τὸ
                        ἀποπεσεῖν σικύᾳ χρὴ τὸ <lb/>ἰῶδες ἐξέλκειν· εἰ δὲ μὴ, πυριατέον σπόγγοις. τὰ
                        δὲ σώματα, <lb/>εἰ μὲν ὑποδακρύει, κύμινον ἢ ἄλευρον προσπαστέον, ἔπειτα
                        <lb/>ἐρίῳ ἔλαιον βραχὺ κατειλικτέον. εἰ δὲ αἱμοῤῥαγείη, ὀθόνια
                        <lb/>ἐπιβλητέον ἐξ ὄξους <milestone unit="ed2page" n="454"/>ἢ κηκίδα
                        κεκαυμένην, ἢ σπόγγον <lb/>δεύσας ὑγροπίσσῃ καὶ καύσας ἐπιθετέον. γινώσκειν
                        δὲ χρὴ <lb/>ὡς αἱ βδέλλαι οὐ τὸ ἐν τῷ βάθει ἕλκουσιν αἷμα, ἀλλ’ αὐτὸ <lb/>τὸ
                        παρακείμενον τῇ σαρκὶ εἰσμύζουσιν. χρώμεθα δὲ αὐταῖς <lb/>ἀντὶ σικυῶν,
                        ἀποσπῶμεν δὲ αὐτὰς, ὁπόταν εἰκάσωμεν τὸ <pb n="319"/> ἥμισυ μέρος εἱλκύσθαι
                        τοῦ αἵματος. ἐκκωλύομεν δὲ καὶ οὐκ <lb/>ἐῶμεν ἀποῤῥεῖν ἕως ἂν αὔταρκες
                        ἀποκριθῇ, ἐπειδὴ τὸ μόριον <lb/>ψύχεται ὑπό τε τῶν βδελλῶν φύσει ψυχρῶν
                        οὐσῶν καὶ ὑπὸ <lb/>τοῦ περιέχοντος. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="2"><p>Περὶ ἀντισπάσεως.</p><p>Τὰς σφοδροτάτας ἐπιῤῥοὰς τῶν χυμῶν <lb/>ἀντισπαστικοῖς βοηθήμασι κωλύομεν
                        ἀθρόως κατασκήπτειν. <lb/>ἀντισπαστικὰ δέ ἐστι βοηθήματα ἐπὶ τῆς εἰς θώρακα
                        καὶ <lb/>γαστέρα ῥοπῆς εἰς χεῖρας· ἔμετοι δὲ ἐπὶ τῆς εἰς τὰ κάτω,
                        <lb/>καθάπερ καὶ ἡ διὰ τῶν δριμυτέρων κλυσμῶν τῆς ἐπὶ τοὺς <lb/>ἐμέτους.
                        ἄμφω δὲ ταύτας τὰς ῥοπὰς, λέγω δὲ τὰς <milestone unit="ed1page" n="28"/>διὰ
                        <lb/>τῆς ἄνω καὶ κάτω γαστρὸς, εἰς οὖρα καὶ ἱδρῶτας ἀντισπάσεις· <lb/>καὶ
                        μέντοι γε καὶ τὰ οὖρα πρὸς ἱδρῶτάς τε καὶ διαχωρήσεις <lb/>γαστρὸς.
                        ἀντισπαστικὸν δὲ βοήθημα καὶ ἡ παρὰ <lb/>τοὺς τιτθοὺς προβαλλομένη σικύα.
                        ταῖς δὲ καθ’ ὑποχόνδριον <lb/>ἐρειδομέναις ἀντισπάσεις τὴν ἐπὶ τοὺς μυκτῆρας
                        ὁρμὴν τοῦ <lb/>αἵματος, ὥσπερ γε καὶ τὴν διὰ μήτρας ἄμετρον φοράν.
                        <lb/>ἀντισπᾷ δὲ καὶ τὰ δριμέα φάρμακα τοῖς κόλποις ἐπιτιθέμενα <pb n="320"/>
                        τὰς ἐπὶ κεφαλὴν καὶ σπλάγχνα ῥοπὰς τῶν χυμῶν. καὶ ἁπλῶς <lb/>τὴν ἀντίσπασιν
                        ποιητέον ἐπὶ μὲν τοῖς ἄνω ῥέουσι χυμοῖς <lb/>εἰς τὰ κάτω, ἐπὶ δὲ τοῖς εἰς τὰ
                        κάτω τοὐναντίον, καὶ ἐπὶ <lb/>μὲν ταῖς ἔσω ῥοπαῖς ἔξω, καὶ πάλιν ἐπὶ ταῖς
                        ἐκτὸς εἴσω, <lb/>κᾂν πρὸς τὰ δεξιὰ ῥέπῃ, ἐπὶ τὰ ἀριστερὰ, καὶ εἰ πρὸς τὰ
                        <lb/>εὐώνυμα, πρὸς τὰ ἐναντία. οὕτω δὲ καὶ τὰς μὲν ὀπίσω ῥοπὰς <lb/>πρόσω,
                        τὰς δ’ εἰς πρόσω ὄπισθεν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><p>Περὶ σικύας.</p><p>Σικύαι προκενωθέντων χρήσιμοι. πληθωρικῶν <lb/>γὰρ ὑπαρχόντων οὐ χρησόμεθα
                        ταύταις. τῷ δὲ αὐτῷ <lb/>λόγῳ κἀπὶ τῶν κατ’ ἐγκέφαλον καὶ μήνιγγας φλεγμονῶν
                        οὐ <lb/>χρησόμεθα σικύαις ἐν ἀρχῇ τῶν παθῶν, ὥσπερ οὐδ’ ἐπ’ <lb/>ἄλλου
                        μορίου φλεγμαίνοντος οὐδενὸς, ἀλλ’ ὅταν μὴ ἐπιῤῥῇ <lb/>μηδὲν ἔτι καὶ
                        προκενώσωμεν ὅλον τὸ σῶμα, χρεία τε γένηται <lb/>ἢ κινῆσαί τε καὶ
                        ἐκμοχλεῦσαι τὸ καταφλεγμαῖνον, ἢ πρὸς <lb/>τοὐκτὸς ἐπισπάσασθαι. γενομένων
                        δὲ ἔτι τῶν παθῶν, οὐκ <lb/>αὐτοῖς τοῖς ἀρχομένοις κάμνειν μέλεσιν, ἀλλὰ τοῖς
                        συνεχέσιν <lb/>αὐτῶν ἐπιθετέον τὴν σικύαν ἀντισπάσεως ἕνεκεν. κατὰ τὴν <pb n="321"/> ἀρχὴν δὲ τοῖς ἀποκρουστικοῖς χρηστέον. σικύα δύναται τὴν
                        <lb/>ὕλην κενῶσαι, ὀδύνην λῦσαι, φλεγμονὴν μειῶσαι, ἐμπνευμάτωσιν
                        <lb/>διαφορῆσαι, ὀρέξεις ἀνακτήσασθαι, ἄτονον στόμαχον <lb/>τονώδη
                        ποιήσασθαι, λειποθυμίας ἀπαλλάξαι, τὰ ἐκ τῶν βάθεων <lb/>μεταφέρειν ῥεύματα
                        καὶ ξηρᾶναι καὶ αἱμοῤῥαγίας ἐπισχεῖν, <lb/>καὶ ἐμμήνων φθοροποιοὺς δυνάμεις
                        ἑλκύσαι, καὶ ἔμμηνα κουφίσαι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><p><milestone unit="ed2page" n="455"/>Περὶ ἐγχαράξεως καὶ κατασχασμοῦ.</p><p>Ἐγχαράξομεν μέρη τοῦ σώματος, ἤτοι φλεγμαίνοντα, <lb/>ἢ σκιῤῥούμενα, ἢ
                        τεταμένα, ἢ ἐπωδύνως ἔχοντα, <lb/>ἢ ῥευματισθέντα, ἤδη στάσιν εἰληφότος τοῦ
                        ῥευματισμοῦ, ἢ <lb/>δριμείας ὕλης παρακειμένης, ἢ ἰώδους δυνάμεως ἔξωθεν
                        ἐμπεσούσης, <lb/>ἢ βουλόμενοι μεταγαγεῖν ἐξ ἑτέρων μερῶν εἰς ἄλλο <lb/>τὴν
                        ὕλην. οἷον σκέλη κατασχάζομεν κεφαλῆς πεπονθυίας ἢ <lb/>πλεοναζούσης ὕλης ἐν
                        τῷ σώματι μειῶσαι θέλοντες. καὶ <lb/>μάλισθ’ ὅταν ὁ πλεονασμὸς γένηται δι’
                        ἐποχὴν ὕλης εἰωθυίας <lb/>ἀποκρίνεσθαι συνήθως. οἷον αἱμοῤῥοΐδων
                        ἐπισχεθεισῶν <lb/>ἐγχαράσσομεν σκέλη προλουσάμενοι ἢ ἐν θερμῷ πυριᾷν ἢ <pb n="322"/> σπόγγῳ. τὸ μὲν γὰρ φλέβα διελεῖν πολλάκις τοῦ ἔτους οὐκ
                        <lb/>ἐπιτήδειον ἐνόμισα. ἅμα γὰρ αἵματι πολλῷ συνεκκρίνεται τὸ <lb/>ζωτικὸν
                        πνεῦμα. τούτου δὲ ἀναλισκομένου πυκνότερον ὅ τε <lb/>ὅλος ὄγκος καταψύχεται
                        καὶ πάντα τὰ ψυχικὰ ἔργα χεῖρον <lb/>γίνεται. διὰ τοῦτο ἀπὸ τῶν ἀκυρωτέρων,
                        οἷον σκελῶν, τὴν <lb/>ἀφαίρεσιν δεῖ ποιεῖσθαι. ὠφελεῖ δὲ ἡ ἐγχάραξις καὶ
                        ὀφθαλμοὺς <lb/>χρονίως ῥευματιζομένους καὶ κεφαλῆς διαθέσεις καὶ <lb/>τὰ
                        περὶ θώρακα καὶ μετάφρενα καὶ συνάγχας καὶ <lb/>σφηνώσεις. </p></div></div></body></text></TEI>