<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg070.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="21"><p>Ὅτι δ’ ἐν αὐτῇ πάλιν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ, <lb/>καθ’ ἣν φλεβοτομοῦμεν, ἐπιτηρῆσαι
                        χρὴ τὴν παρακμὴν τοῦ <lb/>πυρετοῦ, πρόδηλον εἶναι νομίζω. καίτοι γ’ ἐνίοις
                        ἐστὶν <lb/>οὐδὲ τοῦτο πρόδηλον, ὅσοι κελεύουσιν ἕωθεν μόνον φλεβοτομεῖν,
                        <lb/>ἢ τὸ μακρότατον ἄχρι πέντε ἢ ἓξ ὠρῶν. ἀλλ’ εἰ <lb/>τῶν ἔμπροσθεν
                        εἰρημένων ἐν ὅλῳ τῷ γράμματι μνημονεύει ﻿<pb n="311"/> τις, οὐδὲν τοιούτων
                        σφαλήσεται φλεβοτομῶν ἐν ἁπάσῃ μὲν <lb/>ἡμέρας ὥρᾳ, πάσης δὲ νυκτὸς, σκοπὸν
                        ἔχων ἐπὶ μὲν τῶν <lb/>πυρεττόντων τὴν παρακμὴν τῶν κατὰ μέρος παροξυσμῶν,
                        <lb/>ἐπὶ δὲ τῶν ἤτοι δι’ ὀφθαλμίαν ἢ δι’ ἄλλο τι τοιοῦτον <lb/>δεομένων τοῦ
                        βοηθήματος χωρὶς πυρετοῦ, οὐ τὴν παρακμὴν, <lb/>οὐκ ὄντος γε ὅλως τοῦ
                        πυρετοῦ, τὸ μέγεθος δ’ <lb/>αὐτῆς τῆς ὀδύνης ἢ φλεγμονῆς ἢ ὅλης τῆς
                        διαθέσεως, ἐν <lb/>ᾗ τῆς φλεβοτομίας ἐστὶ χρεία. μηδενὸς δὲ τοιούτου
                        κατεπείγοντος <lb/>ἢ κωλύοντος ἄμεινόν ἐστιν ἔωθεν φλεβοτομεῖν, <lb/>οὐκ
                        εὐθέως ἅμα τῷ τῶν ὕπνων ἐξαναστῆναι, προγρηγορήσαντες <lb/>δὲ χρόνον ὡς ὥρας
                        μιᾶς, εἴρηται δὲ ὅτι καὶ λούειν <lb/>τινὰς ἄμεινον, εἰ δὲ τοῦτο, καὶ
                        προπεριπατήσαντας ἐνίους, <lb/>ἐφ’ ὧν δὲ ἦρος εἰσβαλόντος ἐπὶ φλεβοτομίαν
                        ἔρχεσθαι. διὰ <lb/>προσδοκίαν πυρετῶν οἶδα φλεβοτομήσας ἐνίους καὶ μετὰ
                        <lb/>τὸ πρᾶξαί τινα τῶν συνήθων ἔργων, ἢ ἐν διδασκαλείοις, <lb/>ἢ
                        ἐργαστηρίοις, ἢ κατ’ ἀγορὰν, ἢ ἐπὶ τῆς οἰκίας. ὅ γε <lb/>μὴν τῆς
                        ἐπαφαιρέσεως καιρὸς, ἐφ’ ὧν μὲν ἁπλῶς κενῶσαι, <pb n="312"/> κᾂν δύο ταῖς
                        ἐφεξῆς ἡμέραις γένηται, βέλτιον ἐστί. προσέχειν <lb/>δ’ ἐν ἅπασι τοῖς
                        τοιούτοις σε χρὴ τὴν δύναμιν τοῦ <lb/>κάμνοντος, ἁπτόμενον τῶν αὐτοῦ
                        ἀρτηριῶν. ἔνιοι γὰρ <lb/>εὐπαθεῖς εἰσι τὴν δύναμιν, ὡς μὴ φέρειν ἀθρόαν
                        κένωσιν, <lb/>ἐφ’ ὧν ἀνακτησάμενος ἐν τῇ πρώτῃ τῶν ἡμερῶν τὸν κάμνοντα,
                        <lb/>ἐπαφαιρεῖν ἐν τῇ δευτέρᾳ προσήκει. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="22"><p>Ὅτι καὶ τὰς ἀρτηρίας φλέβας ὀνομάζουσιν <lb/>οἱ παλαιοὶ καὶ ἡμῖν ἑτέρωθι
                        δέδεικται καὶ πρὸ ἡμῶν <lb/>ἄλλοις ὡμολόγηται. διά τε οὖν αὐτὸ καὶ προσέτι
                        τὴν οἰκειότητα <lb/>τῶν διδασκαλιῶν καὶ βραχύτητα τοῦ λόγου, κάλλιον
                        <lb/>ἔδοξέ μοι μὴ γράφειν ἕτερον βιβλίον ὑπὲρ ἀρτηριοτομίας, <lb/>ἀλλὰ τῷ
                        τῆς φλεβοτομίας συνάψαι λόγῳ, καὶ τοῦτό <lb/>γε αὐτὸ κατὰ τόδε τὸ μέρος, ἐν
                        ᾧ σκοπούμεθα τίνας ἐπὶ <lb/>τίσι μέρεσι πεπονθόσι προσήκει διαιρεῖσθαι
                        φλέβας. ὡς γὰρ <lb/>ἄλλας ἐπ’ ἄλλοις ἐδείξαμεν, οὕτω δὴ καὶ τὰς κατὰ τοὺς
                        <lb/>κροτάφους ἀρτηρίας καὶ τὰς τῶν ὤτων ὄπισθεν ἔθος ἐστὶ <lb/>τοῖς ἰατροῖς
                            <milestone unit="ed2page" n="451"/>διαιρεῖν, τὰς μὲν ἐν τοῖς κροτάφοις
                        ἐπὶ <lb/>τοῖς ἐν ὀφθαλμοῖς <milestone unit="ed1page" n="27"/>ῥεύμασιν, ὅσα
                        θερμὰ καὶ πνευματώδη, <pb n="313"/> τὰς δὲ ὄπισθεν τῶν ὤτων ἐπὶ
                        σκοτωματικοῖς μάλιστα <lb/>καὶ ὅσοι χρονίοις ἀλγήμασι κεφαλῆς θερμοῖς καὶ
                        <lb/>πνευματώδεσι κάμνουσιν. ἤδη δὲ καὶ δι’ ἄλλα πάθη περὶ <lb/>τὴν κεφαλὴν
                        συνιστάμενα χρόνια κέχρηνται τινὲς ἀρτηριοτομίᾳ <lb/>τῶν ὤτων ὄπισθεν. οὐ
                        μὴν ἐφ’ ἑτέρου γέ τινος <lb/>μορίου πάσχοντος ἐχρήσαντο τῷ βοηθήματι, καίτοι
                        τῶν <lb/>πολλῶν δεομένων αὐτοῦ μᾶλλον ἢ φλεβοτομίας. ἔνθα γὰρ <lb/>ἐνοχλεῖ
                        θερμὸν αἷμα καὶ πνευματῶδες ἐν ταῖς ἀρτηρίαις <lb/>ἠθροισμένον, ἐνταῦθα
                        χρεία τῶν κοινῶν τῶ πάσχοντι μορίῳ <lb/>τεμνομένων ἀρτηριῶν. ἀλλὰ διὰ τὸ
                        δυσεπίσχετον τῆς ἀρτηρίας <lb/>οὐ τολμῶσιν οἱ ἰατροὶ διαιρεῖν τὰς ἀρτηρίας,
                        ὅπου <lb/>γε καὶ φλεβοτομοῦντες τινὲς, ὅταν ἀρτηρίαν τρώσωσιν ἐν <lb/>τῷ
                        παραχρῆμα, δυσχερῶς ἱστῶσι τὴν αἱμοῤῥαγίαν, καὶ ὅταν <lb/>τὰ βέλτιστα
                        πράξωσιν, εἰς οὐλὴν τῆς διαιρέσεως ἰούσης <lb/>ἀνεύρυσμα γίνεται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="23"><p>Καὶ μέντοι καὶ ἀποθανόντας τινὰς <lb/>ἴσμεν ἐκ τῆς ὑποκειμένης ἀρτηρίας τῇ
                        κατ’ ἀγκῶνα φλεβὶ <lb/>τῇ ἔνδον. ἐνίους μὲν ἐν τῷ παραχρῆμα διὰ τὸν
                        περιβληθέντα <pb n="314"/> βρόχον, ἐθελησάντων τε τῶν ἰατρῶν ἐπέχειν, ὡς
                        <lb/>τὴν αἱμοῤῥαγίαν εἰς γάγγραιναν ἐλθεῖν, ἐνίους δ’ ὕστερον <lb/>ἐν τῇ τῶν
                        ἀνευρυσμάτων χειρουργίᾳ διαφθαρέντας. ἀναγκαῖον <lb/>γὰρ ἐν ταύτῃ βρόχῳ
                        διαλαμβάνεσθαι τὸ ἀγγεῖον. τὰς <lb/>μὲν οὖν ἀξιολόγους κατὰ τὸ μέγεθος
                        ἀρτηρίας διὰ ταῦτα <lb/>φεύγουσιν οἱ ἰατροὶ, τὰς δὲ μικρὰς ὡς οὐδὲν μέγα
                        δυναμένας <lb/>ἀνύσαι. καίτοι καὶ αὗται πολλάκις ἡμῖν ὤφθησαν <lb/>οὐ μικρὰν
                        ὠφέλειαν ἐπιφέρουσαι μετὰ καὶ τοῦ συνουλοῦσθαι <lb/>χωρὶς ἀνευρύσματος. καὶ
                        μέντοι κᾂν μείζων ἀρτηρία <lb/>ᾖ, καὶ αὐτὴ χωρὶς ἀνευρύσματος συνουλοῦται
                        διαιρεθεῖσα <lb/>πᾶσα. καὶ πολλάκις τοῦτο αὐτὸ τὸν ἐκ τῆς αἱμοῤῥαγίας
                        <lb/>κίνδυνον ἰάσατο. φαίνεται γὰρ σαφῶς ὅθ’ ὅλη δι’ ὅλης <lb/>ἑαυτῆς
                        ἐγκαρσίως διακοπῇ, τῶν μερῶν ἑκατέρων ἀνασπωμένων <lb/>ἑκατέρωσε, τὸ μὲν ἄνω
                        τοῦ μορίου, τὸ δὲ κάτω. <lb/>τοῦτο μέν γε καὶ ταῖς φλεψὶν, ἀλλὰ μετρίου
                        ὑπάρχει, ταῖς <lb/>δ’ ἀρτηρίαις ἀεὶ μᾶλλον τῶν φλεβῶν. ἔγωγ’ οὖν ὅθεν
                        <lb/>ὁρμηθεὶς ἐπὶ τὸ διαιρεῖν ἀρτηρίας ἦκον ἤδη σοι φράσω. <lb/>προτραπεὶς
                        ὑπό τίνων ὀνειράτων δυοῖν ἐναργῶς μοι γενομένων <pb n="315"/> ἦκον ἐπὶ τὴν
                        ἐν τῷ μεταξὺ λιχανοῦ τε καὶ μεγάλου <lb/>δακτύλου τῆς δεξιᾶς χειρὸς
                        ἀρτηρίαν, ἐπέτρεψά τε ῥεῖν ἄχρις <lb/>ἂν αὐτομάτως παύσηται τὸ αἷμα,
                        κελεύσαντος οὕτω τοῦ <lb/>ὀνείρατος. ἐῤῥύη μὲν οὖν οὐδ’ ὅλη λίτρα. παραχρῆμα
                        δ’ <lb/>ἐπαύσατο χρόνιον ἄλγημα κατ’ ἐκεῖνο μάλιστα τὸ μέρος ἐρεῖδον,
                        <lb/>ἔνθα συμβάλλει τῷ διαφράγματι τὸ ἧπαρ. ἐμοὶ μὲν <lb/>οὖν τοῦτο συνέβῃ
                        νέῳ τὴν ἡλικίαν ὄντι. θεραπευτὴς δὲ τοῦ <lb/>θεοῦ ἐν Περγάμῳ χρονίου πλευρᾶς
                        ἀλγήματος ἀπηλλάγη δι’ <lb/>ἀρτηριοτομίας ἐν ἄκρᾳ τῇ χειρὶ γενομένης, ἐξ
                        ὀνείρατος ἐπὶ <lb/>τοῦτο ἐλθὼν καὶ αὐτός. ἑτέρῳ δὲ τραύματος ἐν τῷ σφυρῷ
                        <lb/>γενομένου διαιρεθείσης ἀρτηρίας, οὐκ ἐπαύετο μὲν ἡ φορὰ <lb/>τοῦ
                        αἵματος, ἄχρι κληθεὶς ἐγὼ διέτεμον ὅλην αὐτὴν, εἶτα τῷ <lb/>διὰ τῆς ἀλόης
                        καὶ μάννης καὶ τοῦ λευκοῦ τῶν ὠῶν ἐχρησάμην <lb/>φαρμάκῳ λαγῴαις
                        ἀναλαμβανομένῳ θριξὶ, καὶ χωρὶς μὲν ἀνευρύσματος <lb/>ἐθεραπεύθη <milestone unit="ed2page" n="452"/>τὸ τραῦμα περισαρκωθέντος τοῦ <lb/>στόματος τῆς
                        ἀρτηρίας, ὁ δὲ ἄνθρωπος ἐτῶν ἤδη τεσσάρων <lb/>ἐκ διαλειμμάτων οὐ μικρῶν
                        ὀδυνώμενος τὸ ἰσχίον, ἐξ ἐκείνου <lb/>τελέως ὑγιὴς ἐγένετο. ταῦτα οὖν ἔπεισέ
                        με πολλάκις ἐν ἄκροις <pb n="316"/> τε τοῖς κώλοις, καὶ μέντοι καὶ κατὰ τὴν
                        κεφαλὴν ἀρτηρίας <lb/>διαιρεῖν, ἐπὶ πᾶσιν ἀλγήμασιν, ὅσα διὰ θερμὴν οὐσίαν ἢ
                        πνευματώδη <lb/>τὴν γένεσιν ἔχειν ἔδοξεν, καὶ μάλιστα κατὰ τοὺς ὑμένας,
                        <lb/>ὧν τὸ ἄλγημα νυγματῶδές τ’ ἐστὶ καὶ πλατυνόμενον <lb/>ἀτρέμα, τῆς μὲν
                        νυγματώδους αἰσθήσεως καθ’ ἕν τι μέρος <lb/>ὡς ἂν κέντρον τοῦ πεπονθότος
                        τόπου γινομένης, τάσεως δ’ <lb/>αἴσθησιν ἴσχοντος τοῦ περὶ τὸ κέντρον τοῦ
                        μυὸς παντός. </p></div></div></body></text></TEI>