<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg068.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="9"><p>Καίτοι μάτην πολλὰ κάμνω παρὸν ὑπομνῆσαί <lb/>σε τὸν λόγον. εἰ γὰρ οὐκ αὐτὸς
                        ἡμᾶς ἐδίδαξας ἐν τῷ <lb/>προτέρῳ τῶν ὑγιεινῶν, ἔνθα γένεσιν τοῦ κατὰ τὰς
                        φλέβας <lb/>πλήθους προειπὼν ἐφεξῆς γράφεις ἰάματα, σκοπὸν μὲν αὐτῶν
                        <lb/>ἁπάντων κένωσιν θέμενος, ἄλλην δ’ ἄλλῳ συμφέρειν φάσκων· <pb n="180"/>
                        πλὴν ἀλλά γε κενοῦντα τὴν πληθώραν, οὕτως γὰρ ἀξιοῖς <lb/>καλεῖν τὸ ἐν ταῖς
                        φλεψὶ τροφῆς πλῆθος καὶ γυμνάσια καὶ λουτρὰ <lb/>πλείω καὶ λεπτὴν διαίταν
                        εἶναι κελεύεις. οὐ ταυτὸν δὲ πᾶσι <lb/>συμφέρειν φῂς βοήθημα κενωτικὸν, ὅτι
                        μήτε πάντες εἰθισμένοι <lb/>χρῆσθαι πᾶσιν, ἀλλ’ οἱ μὲν λουτροῖς μᾶλλον, οἱ
                        δὲ γυμνασίοις, <lb/>οἱ δὲ τοῖς μετὰ δεῖπνον ἐμέτοις, καὶ ὅτι μὴ τοῖς αὐτοῖς
                        <lb/>ἅπαντες εὐάλωτοι νοσήμασιν, ἀλλ’ ὁ μέν τις ἐπιληψίαις, ὁ <lb/>δ’
                        αἵματος πτύσεσι, ὁ δὲ τοῖς καθ’ ἧπαρ ἢ σπλῆνα πάθεσιν. <lb/>οὐκ οὖν οὔτε τὸν
                        ἐπίληπτον ἐπιχειρήσομεν βαλανείοις κενοῦν, <lb/>ὡς σὺ φῂς, ὀρθῶς τοῦτο
                        κελεύων, οὔθ’ ᾧ τι φόβος ἀγγεῖον <lb/>ἐν θώρακι ῥαγῆναι γυμνά<milestone unit="ed2page" n="404"/>σομεν. κίνδυνος γὰρ δηλαδὴ <lb/>ταῖς τῶν
                        γυμνασίων συντονίαις, εἰ καὶ μὴ πλῆθος ἦν, ἀλλ’ ὡς <lb/>διὰ ἀσθένειαν κατὰ
                        θώρακα ῥαγῆναι γυμνασομένῳ. ὅπως <lb/>οὖν αὐτὸν ἰασόμεθα δίδαξον ἡμᾶς. ὅτι
                        μὲν γὰρ κενωτέον <lb/>ἐστὶν ὁμολογεῖς καὶ σύ. κενωτικὰ δ’ εἴχομεν βοηθήματα
                        <lb/>γυμνάσια καὶ λουτρὰ πλείω καὶ λεπτὴν δίαιταν. ἀλλὰ γυμνασίοις <lb/>μὲν
                        οὐδ’ αὐτὸς ἀξιοῖς χρῆσθαι. περὶ δὲ λουτρῶν σὺ μὲν <lb/>ὅλως οὐδὲν εἶπας,
                        οὔτ’ εἰ χρηστέον οὔτ’ εἰ μὴ χρηστέον ἐπὶ <pb n="181"/> τῶν οὕτως ἐχόντων.
                        ἐγὼ δ’ ἐρῶ τὸ φαινόμενον αὐτὸ καὶ τῇ <lb/>πείρᾳ κεκριμένον, εἰ δέ τι χρὴ καὶ
                        περὶ σοῦ μαντεύσασθαι, <lb/>καὶ σοὶ τάχα ἂν δόξαν. σὺ γοῦν αὐτὸς ἐν τῷ περὶ
                        αἵματος <lb/>ἀναγωγῆς συγγράμματι διαδέσμοις τε ἅμα καὶ ἀσιτίαις
                        <lb/>χρώμενος ὑπὸ τούτων μὲν ἀντισπόσαι τοῦ πλήθους, τοῦ δὲ <lb/>κενῶσαι
                        βαλανείοις οὐ χρή. λογίζομαι γάρ σε φθέγγοντα τὸ <lb/>λουτρὸν ἐπὶ τῆς
                        ἐῤῥωγυίας ἤδη φλεβὸς, οὐδ’ ἔφης, εἰ ἐπίδοξος <lb/>ἡ ῥῆξις, ἐθελῆσαι ἂν
                        χρήσασθαι. εἰ δὲ καὶ μὴ σὺ οὕτως <lb/>ἐγίνωσκες, ἀλλ’ ἐμοὶ τὸ φαινόμενον
                        ἤρκει. μεγίστη γὰρ αἱμοῤῥαγίαις <lb/>ἁπάσαις ἡ ἐκ βαλανείου βλάβη καὶ ἡ
                        αἰτία πρόδηλος, εἴ γε <lb/>δὴ χεῖται μὲν τὸ αἷμα καὶ εἰς ἀτμοὺς λύεται καὶ
                        πνεύματα τοῦ <lb/>τε θερμαινομένου, ὥστε καὶ εἰς κίνησιν προτρέπεσθαι καὶ
                        <lb/>εἰς ὄγκον αἴρεσθαι. μαλακὰ δὲ καὶ ἀσθενῆ ταῖς θερμολουσίαις
                        <lb/>ἀποτελεῖται τὰ σώματα. πῶς δὴ οὖν οὐκ ἂν ῥᾷστα <lb/>πάθοι αὐτά γε
                        μαλακώτερα γενόμενα καὶ τοῦ ῥηγνύντος αὐτὰ <lb/>κίνησίν τε ἅμα καὶ ὄγκον
                        προσλαβόντος; οὐκ οὖν οὐδὲ ἐν <lb/>βαλανείοις ἐπιχειρήσομεν κενοῦν οἷς φόβος
                        δι’ αἵματος πλῆθος ﻿<pb n="182"/> ῥαγῆναι τὰς φλέβας. εἰς λοιπὸν τὸ τρίτον
                        συγκλειόμεθα τῶν <lb/>κενωτικῶν βοηθημάτων τὴν λεπτὴν δίαιταν. ἄγε δὴ,
                        ἐπειδὴ <lb/>ταύτην αὐτὸς σὺν τρισὶ τρόποις ἐργάζῃ, λεπτὰ ἢ μικρὰ <lb/>καὶ
                        ἄτροφα σιτία προσφέρων ἢ οὐδ’ ὅλως προσφέρων ἢ ἐμεῖν <lb/>ἀπὸ δείπνου
                        κελεύων. ἴδωμεν οὖν ὅπως λεπτῶς διαιτήσομεν. <lb/>ἆρά γε μετὰ δεῖπνον ἐμεῖν
                        κελεύσαντες; ἀλλ’ εἰς τὴν ἐν τοῖς <lb/>γυμνασίοις συντονίαν εὐλαβηθείημεν,
                        εἴ πού γέ τι κατὰ τοὺς <lb/>ἐμέτους ἀδεῶς χρησόμεθα. τοῦτο μὲν οὐδ’ ἂν
                        ἰδιώτην λάθοι. <lb/>λοιπὸν οὖν ἢ ἀσιτίαν προστάξομεν ἢ μικρὰ καὶ ἄτροφα
                        σιτία <lb/>δώσομεν. ἀλλ’ εἰ καὶ μὴ ἰσχυρῶς τὰ τοιαῦτα, τρέφει γοῦν.
                        <lb/>ἡμεῖς δ’ οὐ προσθεῖναι νῦν, ἀλλ’ ἀφελεῖν βουλόμεθα. λοιπὸν <lb/>ἄρα τὴν
                        ἐπίπονον καὶ μοχθηρὰν ὄντως ὥσπερ τινὰ ἱερὰν <lb/>ἀγκύραν εἰς ἅπαντα πάθη
                        διαρκῆ παραληψόμεθα λιμοκτονίαν. <lb/>εἶτα δηλαδὴ σκώψομεν Ἀπολλώνιον καὶ
                        Δέξιππον ἐπὶ <lb/>λιμαγχονίᾳ; καίτοι καὶ τοῦτ’ αὐτὸς αὐτὸς ἐδίδαξε, βούλομαι
                        μᾶλλον <lb/>ὑπομνῆσαι. καὶ γὰρ αὐτός μοι δοκεῖς αἰσθάνεσθαι περὶ τῆς
                        <lb/>ἀσιτίας ὡς οὐ κενωτικοῦ βοηθήματος. ἀποδείξας δὲ πρότερον <pb n="183"/>
                        ὅ βούλομαι, τηνικαῦτα δὴ καὶ τῆς παρὰ σοῦ μαρτυρίας <lb/>μνημονεύσω. ἡ
                        ἀσιτία οὐ δήπου τῶν ὄντων τι πραγμάτων <lb/>ἐστὶν, οὐ μᾶλλον ἢ τυφλότης ἢ
                        κωφότης, ἀλλὰ πάντα τὰ <lb/>τοιαῦτα στερήσεις τῶν ὑπαρχόντων εἰσί. αὐτὸ μὲν
                        γὰρ τὸ <lb/>προσενέγκασθαι σιτία τῶν ὄντων ἐστὶν, ὅθεν αὐτὴν καὶ τοὔργον
                        <lb/>εὑρήσεις ὑπάρχειν θρέψιν τοῦ σώματος. τὸ μὴ προσενέγκασθαι <lb/>οὐ
                        ταὐτὸν τῶν ὑπαρχόντων ἐστὶν, οὔτ’ ἔργον αὐτοῦ <lb/>δεῖξαι δυνήσῃ, καθάπερ
                        ἱδρώτων μὲν καὶ φλεβοτομίας καὶ <lb/>κλυστῆρος κένωσιν, ἐδεσμάτων δὲ θρέψιν.
                        μέση τοίνυν <lb/>ἀμφοῖν ἐστὶν ἡ ἀσιτία τοῦ τε κενοῦν καὶ τοῦ τρέ<milestone unit="ed2page" n="405"/>φειν. <lb/>οὔτε γὰρ τρέφει οὔτε κενοῖ. πῶς οὖν,
                        φησὶν, ἀπέθανον πολλοὶ <lb/>κατ’ ἔνδειαν ἀπορίᾳ σιτίων; οὐ τῇ τῶν σιτίων
                        ἀπορίᾳ, φήσομεν, <lb/>ἐπεὶ οὕτω γ’ ἂν οὐδὲ τὰ φωλεύοντα ζῶα τροφῆς ἀποροῦντα
                        <lb/>διαρκεῖν ἐδύνατο. διαρκεῖ δέ γε, καὶ τοῦτ’ αὐτὸς ὁ <lb/>Ἐρασίστρατος
                        λέγει καὶ τὴν αἰτίαν προσθίτησιν. ἅπαν γὰρ, <lb/>φησὶ, τὸ κατὰ τὴν ἐκτὸς
                        ἐπιφάνειαν διαπνεῖσθαι πέφυκεν, <lb/>ἀλλ’ ἢ πλέον ἢ ἧττον, ὡς ἂν καὶ
                            μα<milestone unit="ed1page" n="7"/>νότητος ἔχει. τοῦ δ’ <pb n="184"/>
                        ἧττόν τε καὶ μᾶλλον γίνεσθαι μανὴν τὴν ἐπιφάνειαν ἄλλαι <lb/>τέ τινες αἰτίαι
                        καὶ οὐδεμιᾶς ἐλάττους αἱ κατὰ θερμασίαν <lb/>καὶ ψύξιν καὶ ἡσυχίαν καὶ
                        κίνησιν τροπαὶ τοῦ σώματος. <lb/>θερμοῦ μὲν γὰρ ὄντος τοῦ περιέχοντος ἀέρος
                        καὶ τοῦ <lb/>ζώου γυμναζομένου πλεῖστον ἀποῤῥεῖν· ἐπὶ δέ γε τοῖς ἐναντίοις
                        <lb/>κρύει τοῦ περιέχοντος καὶ ἀκινησίᾳ τοῦ ζώου πυκνοῦσθαι <lb/>μὲν τὴν
                        ἐκτὸς ἐπιφάνειαν, ἀποῤῥεῖν δὲ ἢ μηδὲν ἢ <lb/>παντάπασιν ὀλίγον. καὶ διὰ
                        τοῦτο μὴ δεῖσθαι τροφῆς τὰ <lb/>φωλεύοντα. ἅτε γὰρ ψυχρῶν μὲν καὶ ἀργῶν καὶ
                        παχέων <lb/>τῶν καθ’ ὅλον τὸ σῶμα διὰ τὴν ἡσυχίαν γιγνομένων,
                        <lb/>πυκνουμένης δὲ τῆς ἐκτὸς ἐπιφανείας ἐν τῷ χειμερινῷ κρύει, <lb/>καθ’ ἣν
                        ὥραν φωλεύει τὰ ζῶα, μηδὲν ἐκτὸς ἀποῤῥεῖν. <lb/>οὐκοῦν οὐδὲ τοῦ πληρώσοντος
                        τὸ κενούμενον δεῖσθαι. <lb/>χρεία δ’ ἦν αὐτῇ τροφῆς καὶ διὰ τοῦτ’ ἐπ’ αὐτὴν
                        ἔρχεται <lb/>τὰ ζῶα τὴν ἐκ τῆς κενώσεως ἔνδειαν ἰώμενα. σαφὲς οὖν <lb/>ὅτι
                        τῆς μὲν ἐνδείας ἡ καθ’ ὅλην τὴν ἐπιφάνειαν κένωσις <lb/>αἰτία καὶ χρεία
                        σιτίων ὑπὲρ τοῦ τὸ κενούμενον ἀναπληρῶσαι. <pb n="185"/> τῆς οὖν αἰτίας
                        ἀπολλυμένης δι’ ἣν ὅλως ἐδεῖτο <lb/>τὰ ζῶα σιτίων, ἀνάγκη πᾶσα καὶ τὴν
                        χρείαν συναπόλλυσθαι, <lb/>καὶ διὰ τοῦτο οὐ δεῖται τὰ φωλεύοντα σιτίων, ὅτι
                        <lb/>μηδὲ προσθέσεως. σαφῶς οὖν ἐμάθομεν ὡς οὐχ ἡ ἀσιτία <lb/>κενοῦν
                        πέφυκεν, ἀλλ’ ἡ τοῦ δέρματος μανότης. εἰ δὲ <lb/>τοῦτο πυκνώσαις ἡσυχίᾳ καὶ
                        κρύει, τί τῆς λιμαγχονίας ἔτ’ <lb/>ὄφελος; καὶ μὴν ἀναγκαῖον ἄμφω
                        φυλάξασθαι, καὶ τὰ γυμνάσια <lb/>καὶ πᾶσαν ἀλέαν, ᾧ κίνδυνος αἷμα πτύσαι. τὰ
                        μὲν <lb/>γὰρ τῇ συντονίᾳ ῥηγνύναι πέφυκε τὰς φλέβας· αἱ θερμασίαι <lb/>δὲ
                        καθ’ ὃν λόγον καὶ τὰ λουτρά. μὴ θερμαίνων <lb/>μὲν ἄρα κενώσεις τὸ σῶμα,
                        θερμαίνων δὲ ἢ γυμνασίοις <lb/>ἢ λουτροῖς μέγιστα βλάψεις τὴν πρὸς τὸ
                        ῥήγνυσθαι τῶν <lb/>φλεβῶν αὐτῶν ἐπιτηδειότητα. τί δὴ λοιπὸν ἔτι
                        συμβουλεύσομεν <lb/>τοῖς ὧδε κάμνουσιν; αἱ μὲν γὰρ ἀσιτίαι χωρὶς <lb/>τοῦ
                        γυμνάζεσθαι τὸν ἄνθρωπον ἢ ἄλλως ὁπωσοῦν θερμαίνεσθαι <lb/>κενοῦν οὐ
                        δύνανται. φλεβοτομίαν δὲ, ὡς ἐοίκαμεν, <lb/>ἐσχάτως φεύγομεν, ὥσπερ, οἶμαι,
                        καὶ τὰς ἰσχυρὰς <lb/>καθάρσεις. θαυμαστή γε ἡ εὐπορία τῶν κενωτικῶν
                        βοηθημάτων <pb n="186"/> εἰς ἀσιτίαν κατακλεισθέντων. εἰ μὲν μόνῃ χρησόμεθα,
                        <lb/>πλεῖον οὐδὲν ἕξομεν, οὐ γὰρ κενοῖ μόνη. σὺν ᾗ <lb/>κενοῦν πέφυκε,
                        μείζονας ταῦτα τὰς ἄλλας βλάβας τῆς ἐκ τοῦ <lb/>κενοῦν ὠφελείας ἔχει. </p></div></div></body></text></TEI>