<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg068.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="7"><p>Τὸ δ’ ὅσον χρὴ κενοῦν αἵματος πλεονάζοντος <lb/>οὐδὲν μέγα. τί δήποτ’ οὖν
                        παρεῖδεν ὁ Ἐρασίστρατος <pb n="171"/> αὐτὸ καθάπερ τι τῶν μεγάλων; ἢ τί
                        ληροῦσιν οἱ πρὸς ἅπαν <lb/>ἐρίζειν ἑτοιμότατοι τῆς κενώσεως ἄγνωστον εἶναι
                        φάσκοντες, <lb/>ὥσπερ καὶ τῶν ἄλλων βοηθημάτων ταυτὸν κατηγοροῦντες; <lb/>ἢ
                        τίνος ὦ πρὸς θεῶν ἀκριβῶς οἴονται τὸ μέτρον λαβεῖν, ὡς <lb/>μήθ’ ὑπερβάλλειν
                        τὸ ποσὸν μήτ’ ἐλλείπειν; ἆρά γε κλυστῆρος, <lb/>ἢ τῶν καθαιρόντων τινὸς
                        φαρμάκων, ἢ τῶν οὔρησιν κινούντων, <lb/>ἢ τροφῆς ἢ πόματος οὐδενὸς τῶν
                        πάντων; ὥρα τοίνυν αὐτοῖς <lb/>εἰς ἅπαντα τὴν ὑπο<milestone unit="ed1page" n="5"/>ψίαν ἐκτείνουσιν ἡσυχάζειν περὶ πᾶν. <lb/>τί ποτ’ οὖν αὐτὸς ὁ
                        Ἐρασίστρατος καθαίρουσι χρῆται φαρμάκοις <lb/>καὶ οἶνον δίδωσιν ὕδατι ψυχρῷ
                        κεραννὺς, ἄλλοις τέ τισι <lb/>καὶ χολερικοῖς. ἐνταῦθα μέν γε φορτικῶς ἱκανῶς
                        ἐπαινῶν τὸν <lb/>διδάσκαλον Χρύσιππον, ὡς ἐξευρόντα βοήθημα μηδενὶ τῶν
                        <lb/>ἔμπροσθεν ἐγνωσμένον, μόνον διαρκὲς εἰς ἴασιν χολερικῶν ἤδη <lb/>θανάτῳ
                        πελαζόντων. οὐ γὰρ ἐν τῷ τυχόντι δίδωσιν αὐτῷ <lb/>καιρῷ, ἀλλ’ εἰς ὀξὺ
                        σφόδρα κατήγαγε τὴν χρῆσιν <milestone unit="ed2page" n="401"/>τοῦ
                        <lb/>βοηθήματος. καὶ οὐ μέμφομαι τοῦτο, εἰ πάντα ἀκριβῶς ἐστοχάσατο <lb/>τοῦ
                        καιροῦ. θαυμαζέτω δέ τις ἐκεῖνο, πῶς ἐν οἷς μὲν ﻿<pb n="172"/> αὐτὸς
                        εἴρηκεν, εἰ Χρυσίππειόν τι διδάσκει, τολμηρὸς ἱκανῶς <lb/>ἐστι καὶ οὐδὲν ἄρα
                        τηνικαῦτ’ αὐτὸν, οὐκ ὀξύτης καιροῦ κατέπληξεν, <lb/>οὐ τοῦ μέτρου τὸ
                        δύσληπτον, οὐ τοῦ πάθους τὸ <lb/>κινδυνῶδες, ἀλλ’ οὕτως οἴεται σαφῶς τε ἅμα
                        καὶ ἀκριβῶς <lb/>αὐτό τε τὸ μέτρον καὶ τὸν καιρὸν ἐκδιδάσκειν, ὥστ’ οὐ μόνον
                        <lb/>ἰατροῖς, ἀλλ’ ἤδη καὶ ἰδιώταις χρησίμους εἶναι τὰς ὑποθήκας
                        <lb/>νομίζει. οἷς δ’ ἄν τινα δέοι τῶν πρεσβυτέρων ἰατρῶν ἐπαινέσαι <lb/>τῆς
                        εὑρέσεως, ἐνταῦθα παντάπασιν ἀποδιδράσκει. φέρε <lb/>δὴ καὶ τοῦτο αὐτοῖς
                        ἐπιδείξομεν, ὡς παντὸς οὑτινοσοῦν βοηθήματος <lb/>ἐν φλεβοτομίᾳ τὸ μέτρον
                        εὐληπτότερον. εἰ καὶ γὰρ <lb/>χρόας μεταβολὴν ἔνεστι πολλάκις τεκμήρασθαι
                        καὶ διχῶς <lb/>τοῦτο ποιῆσαι, ποτὲ μὲν τοῦ ῥέοντος αἵματος, ποτὲ δὲ καὶ
                        <lb/>τοῦ κάμνοντος αὐτοῦ. καὶ λειποθυμία ἐπὶ πολλῶν παθῶν <lb/>ὅρος ἐστὶ
                        κενώσεως, καὶ ὁ τόνος τῆς ῥύσεως τοῦ αἵματος <lb/>ὀκλάζων, καὶ οἱ σφυγμοὶ
                        τρεψάμενοι. καὶ μόνης ταύτης κενώσεως <lb/>αὐτοκράτορα τὴν ἐξουσίαν ἔχει ὁ
                        ἰατρὸς παύειν ὅτε <lb/>βούλοιτο, τῶν δ’ ἄλλων οὐδεμιᾶς. ἀλλ’ εἴθ’ ὑπήλατον
                        φάρμακον <pb n="173"/> δώσεις, εἴτε ἐμετήριον, εἴτε οὔρων κενωτικὸν, εἴτε
                        <lb/>θώρακος, εἴτε κεφαλῆς καθαρτικὸν, πρώτη δόσις ἐπὶ σοὶ, τὰ <lb/>δ’
                        ἐφεξῆς ἡ τύχη βραβεύει καὶ μέγας ὁ κίνδυνος ἐπὶ φαρμάκων <lb/>καθαιρόντων
                        δόσεσιν ἢ μὴ κινηθῆναι τὴν κάθαρσιν ἢ μὴ <lb/>ῥᾳδίως ἐκκριθῆναι τὸ συῤῥοῦν
                        εἰς τὴν κοιλίαν, ἢ μετὰ πόνων <lb/>καὶ δήξεων καὶ στρόφων καὶ καταψύξεως καὶ
                        ἀσφυξίας καὶ <lb/>λειποθυμίας ἐκκρίνεσθαι, ἢ ταραχθῆναι μὲν ὅλον τὸ σῶμα
                        <lb/>σφοδρῶς, ὀλίγον δὲ κενωθῆναι ἢ ὑπερκενωθῆναι. καὶ γὰρ αὖ <lb/>καὶ τοῦτο
                        γίνεται πολλάκις ἐν τῷδε, κακῶν ἔσχατον. οὐ γὰρ <lb/>ὥσπερ ἐπὶ τῆς φλεβὸς
                        τῆς διῃρημένης ἐπιθεὶς τὸν δάκτυλον <lb/>εὐθὺς ἔπαυσας, τὸ ῥέον εἰς τὴν
                        γαστέρα παύειν. ἀλλ’ ὅμως <lb/>οὐδεὶς ἰατρῶν ἀφίσταται δόσεως φαρμάκων,
                        εὐλαβείᾳ τῶν ἐπιγιγνομένων <lb/>συμπτωμάτων, ἀλλ’ ὡς σφαλεὶς νῦν οὕτω μηκέτι
                        <lb/>χρῆσθαι προνοεῖται. τί λέγω καθαρτικὰ καὶ φαρμάκων ἰσχυρῶν
                        <lb/>μνημονεύων διατρίβω, σιτίου παντὸς ἡ διαμαρτία τοῦ <lb/>μέτρου μέγιστα
                        βλάπτει; θεάσασθαι δέ ἐστιν ἐναργῶς τῆς <lb/>βλάβης τὸ μέγεθος ἐν τοῖς
                        ὑπερίνοις μὲν καὶ ἀσθενέσι, ταχείας <pb n="174"/> δὲ ἀναθρέψεως δεομένοις.
                        ἐν οἷς τὸ μὲν ἔλαττον ἐνδεῶς τρέφον <lb/>μαραίνει τὴν δύναμιν, τὸ δ’
                        ὑπερβάλλον, ἄχθος ὂν τῇ <lb/>φύσει μᾶλλον ἢ τροφὴ, τελέως ἀπέπνιξέ τε
                        κατέσβεσεν. ἆρ’ <lb/>οὖν ἀποστήσει καὶ τοῦ σιτίου διδόναι, διότι τὸ μέτρον
                        δύσληπτον; <lb/>οὕτω μέν γε καὶ τοῦ ἰατρεύειν ἀποστήσῃ παντάπασιν. <lb/>ὡς
                        οὐδὲν γὰρ εὕροις τῶν κατ’ ἰατρικὴν ὃ μὴ σὺν μέτρῳ <lb/>τινὶ τὴν χρείαν
                        παρέχει. φλεβοτομίας δὲ καὶ μόνης οὐδὲ <lb/>τοῦτ’ ἔχεις μέμψασθαι. ἄμφω τοῦ
                        μέτρου αἱ διαμαρτίαι <lb/>μεγάλα βλάπτουσιν· αἱ μὲν γὰρ ὑπερβολαὶ
                        βλαβερώταται, τίς <lb/>δ’ οὐ φησίν; ἀλλ’ οὐκ ἀναγκαῖον ὑπερβάλλειν ἐν ᾧ
                        τοὐλάττονα <lb/>κίνδυνον. ἔστω γὰρ, εἰ τύχοι, τριῶν κοτυλῶν ἡ σύμμετρος
                        <lb/>ἀφαίρεσις, εἰ μὲν δ΄ ἀφέλοις, ἔβλαψε μέγιστα· δύο δ’ εἰ ἐκκενώσαις,
                        <lb/>ὠφέλησε μὲν ἱκανῶς, ἔβλαψε δ΄ οὐδέν. ἔνεστι μὲν <lb/>γάρ σοι τὴν μίαν ἢ
                        κλυστῆρσιν ἢ ἀσιτίαις ἢ τρίψεσιν ἢ ἱδρῶσιν <lb/>ἐκκενῶσαι. πρὸς τὸ μηδ’ εἰ
                        αὖθις αἵματος ἀφελεῖν <lb/>ἐθέλοις κεκωλύσθαι. ἀλλὰ τί <milestone unit="ed2page" n="402"/>πολλὰ λέγω φιλοτιμούμενος <lb/>ἀντιπαρεξάγειν
                        ἀνθρώποις ἀμαθέσιν, οἳ πρὸς τὸ μηδὲν <pb n="175"/> ἐχόμενον λόγου φλυαρεῖν
                        οὐδὲ τὰ πρὸς αὐτῶν ἐπαινούμενα <lb/>γινώσκουσι. θαυμάζουσι μὲν γὰρ τοὺς
                        Ἐρασιστράτου λόγους <lb/>καὶ τοὔνομα ἐπ’ ἐκείνου ἀπ’ ἐκείνου τίθενται,
                        προσαγορεύοντες <lb/>Ἐρασιστρατείους, οὕτω δὲ αὐτῶν ἀμαθεῖς εἰσὶν <lb/>ὥστε
                        πάντα μᾶλλον ἢ τὴν ἐκείνου γνώμην ἐξηγοῦνται. περὶ <lb/>γοῦν φλεβοτομίας
                        οὕτω μακρὰ καὶ ἀλλόκοτα ληροῦσιν, ὡς <lb/>ἄν τινα μὴ τὴν ἀμάθειαν αὐτῶν
                        μόνον, ἀλλ’ ἤδη καὶ τὴν <lb/>ἀναισχυντίαν θαυμάσαι. σαφῶς γὰρ αὐτοῦ λέγοντος
                        Ἐρασιστράτου <lb/>ἐν τῷ περὶ αἵματος ἀναγωγῆς, ἐν ᾧ καὶ μόνῳ
                        <lb/>φλεβοτομίας ἐμνημόνευσε, ὅτι Χρύσιππος ὑπὲρ τοῦ διαρκέσαι <lb/>τὸν
                        κάμνοντα ταῖς ἀσιτίαις ἀναγκαίως παραληφθησόμενον <lb/>διὰ τὰς φλεγμονὰς οὐκ
                        ἀφῄρει τοῦ αἵματος, αὐτοὶ <lb/>πάντα μᾶλλον ἢ ταῦτα λέγουσιν. εἶτ’ οὖν ἐμὲ
                        βούλει <lb/>προσέχειν ἀνθρώποις Ἐρασιστράτου φλυαροῦσιν, αὐτὰς <lb/>ἔχοντα
                        Ἐρασιστράτου φωνάς; οὐδενὶ τὸν τρόπον ἡγοῦμαι <lb/>προσήκειν. ἀκούσωμεν οὖν
                        αὐτοῦ τῶν φωνῶν. πολὺ, <lb/>φησὶ, βέλτιον ὁ Χρύσιππος ἐποίει, οὐ μόνον τὸ
                        παρὸν <lb/>ἐπιβλέπων, ἀλλὰ καὶ τοῦ ἐπιφερομένου κινδύνου φροντίζων. <pb n="176"/> ἐχόμενος γὰρ τοῦ περὶ τὴν ἀναγωγὴν ὁ κατὰ φλεγμονὴν
                        <lb/>κίνδυνος, ἐν ᾧ προσφέρειν μὲν οὐ ῥᾴδιον, φλεβοτομηθέντι δὲ <lb/>καὶ
                        πολὺν χρόνον ἀσιτήσαντι κίνδυνος ἐκλυθῆναι. σαφῶς <lb/>γὰρ ἐνταῦθα τὸν κατ’
                        ἔνδειαν κίνδυνον εὐλαβεῖσθαί φησιν <lb/>αὐτὸν, ὃν ἐξ ἀνάγκης ἀκολουθήσειν
                        οἴεται πλείονι χρόνῳ, διὰ <lb/>τὴν φλεγμονὴν λιμαγχονουμένου τἀνθρώπον. </p></div></div></body></text></TEI>