<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg068.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="6"><p>Μὴ τοίνυν ἔτι φιλονεικεῖν Ἱπποκράτει μόνῳ <lb/>δόκει κενοῦν αἷμα παραινοῦντι,
                        κᾂν εἰς τρόμον, κᾂν εἰς ὕδερον, ﻿<pb n="167"/> κᾂν εἰς ἄλλο τι ψυχρὸν πάθος
                        ἢ ἀνὴρ δι’ ἐπίσχεσιν <lb/>αἱμοῤῥοΐδος ἢ γυνὴ δι’ ἐμμηνίων ἐμπέσοι, ἀλλὰ καὶ
                        τοῖς ἀπὸ <lb/>τῆς ἐμπειρίας ἅπασιν ἰατροῖς καὶ τῷ βίῳ τῶν ἀνθρώπων·
                        <lb/>ἀνατρέπειν γοῦν μοι δοκεῖς τὸν κοινὸν ἁπάντων λογισμόν. <lb/>οὐκ ἂν
                        φαίης κατὰ φύσιν εἶναι παντὶ τῷ λογίσασθαι κενοῦν <lb/>αἵματος διὰ πλῆθος.
                        τίς οὐκ οἶδεν ὅτι τἀναντία <lb/>τῶν ἐναντίων ἰάματα; μὴ γὰρ Ἱπποκράτους ἡ
                        γνώμη μόνου, <lb/>κοινὴ πάντων ἀνθρώπων ἐστίν. ἀλλά μοι δοκεῖς ὑπὸ τῆς
                        <lb/>πρὸς Ἱπποκράτη φιλονεικίας καὶ τῶν ἄλλων ἀνοητότερος <lb/>εἶναι. ταῦτα
                        γοῦν ὁσημέραι τῆς φύσεως ποδηγούσης αὐτὰ καὶ <lb/>τὴν ἔνδειαν προσφοραῖς
                        ἰᾶται καὶ τὰς πλησμονὰς κενώσεσι <lb/>καὶ τὸ κρύος θάλψεσι καὶ τὰς θάλψεις
                        ἐμψύξεσι. τί γάρ ἐστι <lb/>τροφὴν προσενέγκασθαι ἄλλο γε ἢ τὸ πλῆθος
                        ἐκπορίσασθαι; <lb/>τί δ’ ἀποκρῖναι κόπρον ἢ ἔντερον πεπληρωμένον ἐκκενῶσαι;
                        <lb/>τί δ’ οὐρῆσαι ἢ κύστεως πλησμονὴν ἰάσασθαι; ταῦτα μὲν <lb/>ζῶα καὶ
                        κρύει πονούμενα φωλεοὺς ἑαυτοῖς καί τινας ἀλεεινὰς <lb/>εἰς τὴν γῆν
                        καταδύσεις ἐκπορίζεται· καὶ τῷ θάλπει κάμνοντα <pb n="168"/> θέρους ὥρᾳ
                        νήχεται μὲν ἐν ὕδατι ψυχρῷ, διατρίβει δ’ ἐν <lb/>τόποις συσκίοις τε καὶ
                        προσηνέμοις. ἔγωγε κύνα πολλάκις <lb/>εἶδον ἔμετον ἐπιτηδεύοντα καὶ τὴν
                        Αἰγυπτίαν ὄρνιθα κλυστῆρα <lb/>μιμησαμένην, ἀνθρώποις δὲ αὐτά τε ταῦτα, ὡς
                        ἂν <lb/>λόγῳ χρωμένοις, εὐμηχανώτερα ἅπαντα. κάλεσον οὖν ἰδιώτην
                        <lb/>ἰατρικῆς ἐπὶ ἄῤῥωστον εὐέκτην, νέον, πολύαιμον ὑπὸ συνάγχης <lb/>ἢ
                        περιπνευμονίας πνιγόμενον, εἶτ’ ἐροῦ τὸν ἄνθρωπον <lb/>εἴ τι πρὸς τὸ πάθος
                        ἐπινοεῖ, τίς οὕτως ἀνόητος ὡς μὴ κένωσιν <lb/>αἵματος εἰπεῖν; ἀλλ’
                        Ἐρασίστρατος ὑπὸ τῆς πρὸς Ἱπποκράτη <lb/>φιλονεικίας οὐδὲ τὰς κοινὰς ἁπάντων
                        ἀνθρώπων <lb/>ἐννοίας φαίνεται διασώζων, ἀλλ’ ἔτι καὶ τῶν γεράνων
                        ἀνοητότερος <lb/>εὑρίσκεται. μακρῷ τοιγαροῦν καὶ ταύτας, ὡς ἀετοὺς
                        <lb/>μέχρι περάτων γῆς πετομένους ἐστὶν ἰδεῖν, ὑποφευγούσας ἐν <lb/>μέρει
                        κρύος τε καὶ θάλπος, ἰωμένας τε διὰ παντὸς τοῖς ἐναντίοις <lb/>τὰ ἐναντία.
                        τοῦτο μὲν οὖν, ὅπερ ἔφην, οὔπω τῆς Ἱπποκράτους <lb/>ἄξιον τέχνης, ὡς χρὴ
                        κενοῦν αἵματος οἷς διὰ πλῆθος <lb/>αἵματος ὁ κίνδυνος. ὅτῳ δὲ χρὴ τρόπῳ τὴν
                        κένωσιν ποιεῖσθαι <pb n="169"/> καὶ ἐν ὅτῳ καιρῷ καὶ μέχρι τοσοῦτον, μᾶλλον
                        ἐβουλόμην ἄν <lb/>μοι διαλέγεσθαι. τὸ γὰρ ἐπίστασθαι πηνίκα μὲν χρὴ τέμνειν
                        <lb/>τὴν ἐν τῷ μετώπῳ φλέβα, πηνίκα δὲ τὰς παρὰ τοὺς κανθοὺς <lb/>τῶν
                        ὀφθαλμῶν ἢ τὰς ὑπὸ τῇ γλώττῃ ἢ τὴν ὠμιαίαν <lb/>
                        <milestone unit="ed2page" n="400"/>ὀνομαζομένην, ἢ τὴν διὰ μασχάλων, ἢ τὰς
                        κατ’ ἰγνύας ἢ <lb/>παρὰ σφυρὸν, ὑπὲρ ὧν ἁπασῶν ἐδίδαξεν Ἱπποκράτης, τοῦτον
                        <lb/>ἐγὼ νομίζω τὸν λογισμὸν ἰατρῶν εἶναι. τὸ δ’ ὅτι χρὴ τὰ <lb/>ἐναντία
                        τοῖς ἐναντίοις ἰᾶσθαι καὶ ὡς τῷ πλήθει ἡ κένωσις <lb/>ἐναντίον, τοσούτῳ δέω
                        θαυμάζειν ὥστε καὶ τοῖς ἀλόγοις <lb/>ζώοις μετεῖναι φημὶ τῆς ἐννοίας. εἰ δὲ
                        βούλει μικρὸν ἀνοίξας <lb/>τὰ ὦτα, μᾶλλον δὲ τὴν ψυχὴν, ἀληθῆ λόγον
                        καταδέξασθαι <lb/>τῆς πρὸς Ἱπποκράτη δυσμενείας· ἐπιλαθόμενος, εἴποιμ’ ἄν
                        <lb/>σοί τι τῆς ἐκείνου τέχνης ἄξιον. ἄχρι μὲν γὰρ τοῦδε καὶ Διοκλῆς
                        <lb/>ἠπίστατο καὶ Πλειστόνικος, Ἡρόφιλός τε καὶ Πραξαγόρας <lb/>καὶ
                        Φιλότιμος ἄλλοι τε πολλοὶ τῶν ἰατρῶν· οὐκ αὐτοὶ <lb/>μὲν ἐξεῦρον, ἑπόμενοι
                        δὲ Ἱπποκράτει, πηνίκα χρὴ τέμνειν <lb/>ἑκάστην ὧν εἶπον φλέβα. ὅτι δ’ ἀπὸ
                        χολῆς μελαίνης εἰς <pb n="170"/> ὅμοιον αἱμοῤῥοϊδι, τοῦτο οὐκ ἔτι πάντες
                        γιγνώσκουσι, καίτοι <lb/>σαφῶς Ἱπποκράτους διδάξαντος, ἀλλ’ ὅσοι γνησίως
                        ὡμίλησαν <lb/>αὐτοῦ τοῖς γράμμασιν, οὗτοι μόνοι πῶς μὲν αἱμοῤῥοῒς γίγνεται
                        <lb/>μεμαθήκασι παρ’ αὐτοῦ, πῶς δὲ καὶ δυσεντερία, πῶς δὲ καὶ <lb/>κιρσὸς,
                        ὅτι τε οὐ διὰ παντὸς ἕκαστον τούτων συνιστάμενον <lb/>κωλυτέον, ἀλλ’ ὅτι ὅτε
                        συνεργητέον, ἢ τῆς φύσεως ἡσυχαζούσης, <lb/>αὐτῇ τὸ πᾶν διατρεπτέον, ὅτε
                        οὕτω συμφέρει τοσοῦτον <lb/>ἀποδέουσιν οἱ ταῦτα μαθόντες τὴν δυσεντερίαν καὶ
                        κιρσὸν καὶ <lb/>αἱμοῤῥοΐδα πρὸ τοῦ καιροῦ σπεύδειν ἰᾶσθαι, ὥστε αὐτοὶ
                        <lb/>μηχανῶνται μηδ’ ὅλως ὄντα ποιῆσαι. καὶ ἔγωγε πολλοὺς οἶδα <lb/>καὶ
                        μελαγχολήσαντας καὶ ἄλλως ἐκμανέντας ἐπὶ τοιαύταις <lb/>κενώσεσιν ἰατρῶν
                        ἀμαθείᾳ κωλυθείσαις. οἱ δέ τινες αὐτῶν <lb/>πλευρίτισι καὶ νεφρίτισιν
                        ἑάλωσαν, ἄλλοι δὲ αἵματος ἤμεσαν <lb/>ἐκ γαστρὸς, ἢ ἐκ θώρακος ἀνέβηξαν, ἢ
                        παραπληγίαις ἢ ὑδέροις <lb/>ἀπώλοντο. ταῦτ’ ἐγὼ χρῆναι γινώσκειν φημὶ τὸν
                        ἰατρόν. <lb/>αὕτη μεγάλη περὶ τὰς κενώσεις τέχνη. </p></div></div></body></text></TEI>