<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg068.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="6"><p>Μὴ τοίνυν ἔτι φιλονεικεῖν Ἱπποκράτει μόνῳ <lb/>δόκει κενοῦν αἷμα παραινοῦντι,
                        κᾂν εἰς τρόμον, κᾂν εἰς ὕδερον, ﻿<pb n="167"/> κᾂν εἰς ἄλλο τι ψυχρὸν πάθος
                        ἢ ἀνὴρ δι’ ἐπίσχεσιν <lb/>αἱμοῤῥοΐδος ἢ γυνὴ δι’ ἐμμηνίων ἐμπέσοι, ἀλλὰ καὶ
                        τοῖς ἀπὸ <lb/>τῆς ἐμπειρίας ἅπασιν ἰατροῖς καὶ τῷ βίῳ τῶν ἀνθρώπων·
                        <lb/>ἀνατρέπειν γοῦν μοι δοκεῖς τὸν κοινὸν ἁπάντων λογισμόν. <lb/>οὐκ ἂν
                        φαίης κατὰ φύσιν εἶναι παντὶ τῷ λογίσασθαι κενοῦν <lb/>αἵματος διὰ πλῆθος.
                        τίς οὐκ οἶδεν ὅτι τἀναντία <lb/>τῶν ἐναντίων ἰάματα; μὴ γὰρ Ἱπποκράτους ἡ
                        γνώμη μόνου, <lb/>κοινὴ πάντων ἀνθρώπων ἐστίν. ἀλλά μοι δοκεῖς ὑπὸ τῆς
                        <lb/>πρὸς Ἱπποκράτη φιλονεικίας καὶ τῶν ἄλλων ἀνοητότερος <lb/>εἶναι. ταῦτα
                        γοῦν ὁσημέραι τῆς φύσεως ποδηγούσης αὐτὰ καὶ <lb/>τὴν ἔνδειαν προσφοραῖς
                        ἰᾶται καὶ τὰς πλησμονὰς κενώσεσι <lb/>καὶ τὸ κρύος θάλψεσι καὶ τὰς θάλψεις
                        ἐμψύξεσι. τί γάρ ἐστι <lb/>τροφὴν προσενέγκασθαι ἄλλο γε ἢ τὸ πλῆθος
                        ἐκπορίσασθαι; <lb/>τί δ’ ἀποκρῖναι κόπρον ἢ ἔντερον πεπληρωμένον ἐκκενῶσαι;
                        <lb/>τί δ’ οὐρῆσαι ἢ κύστεως πλησμονὴν ἰάσασθαι; ταῦτα μὲν <lb/>ζῶα καὶ
                        κρύει πονούμενα φωλεοὺς ἑαυτοῖς καί τινας ἀλεεινὰς <lb/>εἰς τὴν γῆν
                        καταδύσεις ἐκπορίζεται· καὶ τῷ θάλπει κάμνοντα <pb n="168"/> θέρους ὥρᾳ
                        νήχεται μὲν ἐν ὕδατι ψυχρῷ, διατρίβει δ’ ἐν <lb/>τόποις συσκίοις τε καὶ
                        προσηνέμοις. ἔγωγε κύνα πολλάκις <lb/>εἶδον ἔμετον ἐπιτηδεύοντα καὶ τὴν
                        Αἰγυπτίαν ὄρνιθα κλυστῆρα <lb/>μιμησαμένην, ἀνθρώποις δὲ αὐτά τε ταῦτα, ὡς
                        ἂν <lb/>λόγῳ χρωμένοις, εὐμηχανώτερα ἅπαντα. κάλεσον οὖν ἰδιώτην
                        <lb/>ἰατρικῆς ἐπὶ ἄῤῥωστον εὐέκτην, νέον, πολύαιμον ὑπὸ συνάγχης <lb/>ἢ
                        περιπνευμονίας πνιγόμενον, εἶτ’ ἐροῦ τὸν ἄνθρωπον <lb/>εἴ τι πρὸς τὸ πάθος
                        ἐπινοεῖ, τίς οὕτως ἀνόητος ὡς μὴ κένωσιν <lb/>αἵματος εἰπεῖν; ἀλλ’
                        Ἐρασίστρατος ὑπὸ τῆς πρὸς Ἱπποκράτη <lb/>φιλονεικίας οὐδὲ τὰς κοινὰς ἁπάντων
                        ἀνθρώπων <lb/>ἐννοίας φαίνεται διασώζων, ἀλλ’ ἔτι καὶ τῶν γεράνων
                        ἀνοητότερος <lb/>εὑρίσκεται. μακρῷ τοιγαροῦν καὶ ταύτας, ὡς ἀετοὺς
                        <lb/>μέχρι περάτων γῆς πετομένους ἐστὶν ἰδεῖν, ὑποφευγούσας ἐν <lb/>μέρει
                        κρύος τε καὶ θάλπος, ἰωμένας τε διὰ παντὸς τοῖς ἐναντίοις <lb/>τὰ ἐναντία.
                        τοῦτο μὲν οὖν, ὅπερ ἔφην, οὔπω τῆς Ἱπποκράτους <lb/>ἄξιον τέχνης, ὡς χρὴ
                        κενοῦν αἵματος οἷς διὰ πλῆθος <lb/>αἵματος ὁ κίνδυνος. ὅτῳ δὲ χρὴ τρόπῳ τὴν
                        κένωσιν ποιεῖσθαι <pb n="169"/> καὶ ἐν ὅτῳ καιρῷ καὶ μέχρι τοσοῦτον, μᾶλλον
                        ἐβουλόμην ἄν <lb/>μοι διαλέγεσθαι. τὸ γὰρ ἐπίστασθαι πηνίκα μὲν χρὴ τέμνειν
                        <lb/>τὴν ἐν τῷ μετώπῳ φλέβα, πηνίκα δὲ τὰς παρὰ τοὺς κανθοὺς <lb/>τῶν
                        ὀφθαλμῶν ἢ τὰς ὑπὸ τῇ γλώττῃ ἢ τὴν ὠμιαίαν <lb/>
                        <milestone unit="ed2page" n="400"/>ὀνομαζομένην, ἢ τὴν διὰ μασχάλων, ἢ τὰς
                        κατ’ ἰγνύας ἢ <lb/>παρὰ σφυρὸν, ὑπὲρ ὧν ἁπασῶν ἐδίδαξεν Ἱπποκράτης, τοῦτον
                        <lb/>ἐγὼ νομίζω τὸν λογισμὸν ἰατρῶν εἶναι. τὸ δ’ ὅτι χρὴ τὰ <lb/>ἐναντία
                        τοῖς ἐναντίοις ἰᾶσθαι καὶ ὡς τῷ πλήθει ἡ κένωσις <lb/>ἐναντίον, τοσούτῳ δέω
                        θαυμάζειν ὥστε καὶ τοῖς ἀλόγοις <lb/>ζώοις μετεῖναι φημὶ τῆς ἐννοίας. εἰ δὲ
                        βούλει μικρὸν ἀνοίξας <lb/>τὰ ὦτα, μᾶλλον δὲ τὴν ψυχὴν, ἀληθῆ λόγον
                        καταδέξασθαι <lb/>τῆς πρὸς Ἱπποκράτη δυσμενείας· ἐπιλαθόμενος, εἴποιμ’ ἄν
                        <lb/>σοί τι τῆς ἐκείνου τέχνης ἄξιον. ἄχρι μὲν γὰρ τοῦδε καὶ Διοκλῆς
                        <lb/>ἠπίστατο καὶ Πλειστόνικος, Ἡρόφιλός τε καὶ Πραξαγόρας <lb/>καὶ
                        Φιλότιμος ἄλλοι τε πολλοὶ τῶν ἰατρῶν· οὐκ αὐτοὶ <lb/>μὲν ἐξεῦρον, ἑπόμενοι
                        δὲ Ἱπποκράτει, πηνίκα χρὴ τέμνειν <lb/>ἑκάστην ὧν εἶπον φλέβα. ὅτι δ’ ἀπὸ
                        χολῆς μελαίνης εἰς <pb n="170"/> ὅμοιον αἱμοῤῥοϊδι, τοῦτο οὐκ ἔτι πάντες
                        γιγνώσκουσι, καίτοι <lb/>σαφῶς Ἱπποκράτους διδάξαντος, ἀλλ’ ὅσοι γνησίως
                        ὡμίλησαν <lb/>αὐτοῦ τοῖς γράμμασιν, οὗτοι μόνοι πῶς μὲν αἱμοῤῥοῒς γίγνεται
                        <lb/>μεμαθήκασι παρ’ αὐτοῦ, πῶς δὲ καὶ δυσεντερία, πῶς δὲ καὶ <lb/>κιρσὸς,
                        ὅτι τε οὐ διὰ παντὸς ἕκαστον τούτων συνιστάμενον <lb/>κωλυτέον, ἀλλ’ ὅτι ὅτε
                        συνεργητέον, ἢ τῆς φύσεως ἡσυχαζούσης, <lb/>αὐτῇ τὸ πᾶν διατρεπτέον, ὅτε
                        οὕτω συμφέρει τοσοῦτον <lb/>ἀποδέουσιν οἱ ταῦτα μαθόντες τὴν δυσεντερίαν καὶ
                        κιρσὸν καὶ <lb/>αἱμοῤῥοΐδα πρὸ τοῦ καιροῦ σπεύδειν ἰᾶσθαι, ὥστε αὐτοὶ
                        <lb/>μηχανῶνται μηδ’ ὅλως ὄντα ποιῆσαι. καὶ ἔγωγε πολλοὺς οἶδα <lb/>καὶ
                        μελαγχολήσαντας καὶ ἄλλως ἐκμανέντας ἐπὶ τοιαύταις <lb/>κενώσεσιν ἰατρῶν
                        ἀμαθείᾳ κωλυθείσαις. οἱ δέ τινες αὐτῶν <lb/>πλευρίτισι καὶ νεφρίτισιν
                        ἑάλωσαν, ἄλλοι δὲ αἵματος ἤμεσαν <lb/>ἐκ γαστρὸς, ἢ ἐκ θώρακος ἀνέβηξαν, ἢ
                        παραπληγίαις ἢ ὑδέροις <lb/>ἀπώλοντο. ταῦτ’ ἐγὼ χρῆναι γινώσκειν φημὶ τὸν
                        ἰατρόν. <lb/>αὕτη μεγάλη περὶ τὰς κενώσεις τέχνη. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="7"><p>Τὸ δ’ ὅσον χρὴ κενοῦν αἵματος πλεονάζοντος <lb/>οὐδὲν μέγα. τί δήποτ’ οὖν
                        παρεῖδεν ὁ Ἐρασίστρατος <pb n="171"/> αὐτὸ καθάπερ τι τῶν μεγάλων; ἢ τί
                        ληροῦσιν οἱ πρὸς ἅπαν <lb/>ἐρίζειν ἑτοιμότατοι τῆς κενώσεως ἄγνωστον εἶναι
                        φάσκοντες, <lb/>ὥσπερ καὶ τῶν ἄλλων βοηθημάτων ταυτὸν κατηγοροῦντες; <lb/>ἢ
                        τίνος ὦ πρὸς θεῶν ἀκριβῶς οἴονται τὸ μέτρον λαβεῖν, ὡς <lb/>μήθ’ ὑπερβάλλειν
                        τὸ ποσὸν μήτ’ ἐλλείπειν; ἆρά γε κλυστῆρος, <lb/>ἢ τῶν καθαιρόντων τινὸς
                        φαρμάκων, ἢ τῶν οὔρησιν κινούντων, <lb/>ἢ τροφῆς ἢ πόματος οὐδενὸς τῶν
                        πάντων; ὥρα τοίνυν αὐτοῖς <lb/>εἰς ἅπαντα τὴν ὑπο<milestone unit="ed1page" n="5"/>ψίαν ἐκτείνουσιν ἡσυχάζειν περὶ πᾶν. <lb/>τί ποτ’ οὖν αὐτὸς ὁ
                        Ἐρασίστρατος καθαίρουσι χρῆται φαρμάκοις <lb/>καὶ οἶνον δίδωσιν ὕδατι ψυχρῷ
                        κεραννὺς, ἄλλοις τέ τισι <lb/>καὶ χολερικοῖς. ἐνταῦθα μέν γε φορτικῶς ἱκανῶς
                        ἐπαινῶν τὸν <lb/>διδάσκαλον Χρύσιππον, ὡς ἐξευρόντα βοήθημα μηδενὶ τῶν
                        <lb/>ἔμπροσθεν ἐγνωσμένον, μόνον διαρκὲς εἰς ἴασιν χολερικῶν ἤδη <lb/>θανάτῳ
                        πελαζόντων. οὐ γὰρ ἐν τῷ τυχόντι δίδωσιν αὐτῷ <lb/>καιρῷ, ἀλλ’ εἰς ὀξὺ
                        σφόδρα κατήγαγε τὴν χρῆσιν <milestone unit="ed2page" n="401"/>τοῦ
                        <lb/>βοηθήματος. καὶ οὐ μέμφομαι τοῦτο, εἰ πάντα ἀκριβῶς ἐστοχάσατο <lb/>τοῦ
                        καιροῦ. θαυμαζέτω δέ τις ἐκεῖνο, πῶς ἐν οἷς μὲν ﻿<pb n="172"/> αὐτὸς
                        εἴρηκεν, εἰ Χρυσίππειόν τι διδάσκει, τολμηρὸς ἱκανῶς <lb/>ἐστι καὶ οὐδὲν ἄρα
                        τηνικαῦτ’ αὐτὸν, οὐκ ὀξύτης καιροῦ κατέπληξεν, <lb/>οὐ τοῦ μέτρου τὸ
                        δύσληπτον, οὐ τοῦ πάθους τὸ <lb/>κινδυνῶδες, ἀλλ’ οὕτως οἴεται σαφῶς τε ἅμα
                        καὶ ἀκριβῶς <lb/>αὐτό τε τὸ μέτρον καὶ τὸν καιρὸν ἐκδιδάσκειν, ὥστ’ οὐ μόνον
                        <lb/>ἰατροῖς, ἀλλ’ ἤδη καὶ ἰδιώταις χρησίμους εἶναι τὰς ὑποθήκας
                        <lb/>νομίζει. οἷς δ’ ἄν τινα δέοι τῶν πρεσβυτέρων ἰατρῶν ἐπαινέσαι <lb/>τῆς
                        εὑρέσεως, ἐνταῦθα παντάπασιν ἀποδιδράσκει. φέρε <lb/>δὴ καὶ τοῦτο αὐτοῖς
                        ἐπιδείξομεν, ὡς παντὸς οὑτινοσοῦν βοηθήματος <lb/>ἐν φλεβοτομίᾳ τὸ μέτρον
                        εὐληπτότερον. εἰ καὶ γὰρ <lb/>χρόας μεταβολὴν ἔνεστι πολλάκις τεκμήρασθαι
                        καὶ διχῶς <lb/>τοῦτο ποιῆσαι, ποτὲ μὲν τοῦ ῥέοντος αἵματος, ποτὲ δὲ καὶ
                        <lb/>τοῦ κάμνοντος αὐτοῦ. καὶ λειποθυμία ἐπὶ πολλῶν παθῶν <lb/>ὅρος ἐστὶ
                        κενώσεως, καὶ ὁ τόνος τῆς ῥύσεως τοῦ αἵματος <lb/>ὀκλάζων, καὶ οἱ σφυγμοὶ
                        τρεψάμενοι. καὶ μόνης ταύτης κενώσεως <lb/>αὐτοκράτορα τὴν ἐξουσίαν ἔχει ὁ
                        ἰατρὸς παύειν ὅτε <lb/>βούλοιτο, τῶν δ’ ἄλλων οὐδεμιᾶς. ἀλλ’ εἴθ’ ὑπήλατον
                        φάρμακον <pb n="173"/> δώσεις, εἴτε ἐμετήριον, εἴτε οὔρων κενωτικὸν, εἴτε
                        <lb/>θώρακος, εἴτε κεφαλῆς καθαρτικὸν, πρώτη δόσις ἐπὶ σοὶ, τὰ <lb/>δ’
                        ἐφεξῆς ἡ τύχη βραβεύει καὶ μέγας ὁ κίνδυνος ἐπὶ φαρμάκων <lb/>καθαιρόντων
                        δόσεσιν ἢ μὴ κινηθῆναι τὴν κάθαρσιν ἢ μὴ <lb/>ῥᾳδίως ἐκκριθῆναι τὸ συῤῥοῦν
                        εἰς τὴν κοιλίαν, ἢ μετὰ πόνων <lb/>καὶ δήξεων καὶ στρόφων καὶ καταψύξεως καὶ
                        ἀσφυξίας καὶ <lb/>λειποθυμίας ἐκκρίνεσθαι, ἢ ταραχθῆναι μὲν ὅλον τὸ σῶμα
                        <lb/>σφοδρῶς, ὀλίγον δὲ κενωθῆναι ἢ ὑπερκενωθῆναι. καὶ γὰρ αὖ <lb/>καὶ τοῦτο
                        γίνεται πολλάκις ἐν τῷδε, κακῶν ἔσχατον. οὐ γὰρ <lb/>ὥσπερ ἐπὶ τῆς φλεβὸς
                        τῆς διῃρημένης ἐπιθεὶς τὸν δάκτυλον <lb/>εὐθὺς ἔπαυσας, τὸ ῥέον εἰς τὴν
                        γαστέρα παύειν. ἀλλ’ ὅμως <lb/>οὐδεὶς ἰατρῶν ἀφίσταται δόσεως φαρμάκων,
                        εὐλαβείᾳ τῶν ἐπιγιγνομένων <lb/>συμπτωμάτων, ἀλλ’ ὡς σφαλεὶς νῦν οὕτω μηκέτι
                        <lb/>χρῆσθαι προνοεῖται. τί λέγω καθαρτικὰ καὶ φαρμάκων ἰσχυρῶν
                        <lb/>μνημονεύων διατρίβω, σιτίου παντὸς ἡ διαμαρτία τοῦ <lb/>μέτρου μέγιστα
                        βλάπτει; θεάσασθαι δέ ἐστιν ἐναργῶς τῆς <lb/>βλάβης τὸ μέγεθος ἐν τοῖς
                        ὑπερίνοις μὲν καὶ ἀσθενέσι, ταχείας <pb n="174"/> δὲ ἀναθρέψεως δεομένοις.
                        ἐν οἷς τὸ μὲν ἔλαττον ἐνδεῶς τρέφον <lb/>μαραίνει τὴν δύναμιν, τὸ δ’
                        ὑπερβάλλον, ἄχθος ὂν τῇ <lb/>φύσει μᾶλλον ἢ τροφὴ, τελέως ἀπέπνιξέ τε
                        κατέσβεσεν. ἆρ’ <lb/>οὖν ἀποστήσει καὶ τοῦ σιτίου διδόναι, διότι τὸ μέτρον
                        δύσληπτον; <lb/>οὕτω μέν γε καὶ τοῦ ἰατρεύειν ἀποστήσῃ παντάπασιν. <lb/>ὡς
                        οὐδὲν γὰρ εὕροις τῶν κατ’ ἰατρικὴν ὃ μὴ σὺν μέτρῳ <lb/>τινὶ τὴν χρείαν
                        παρέχει. φλεβοτομίας δὲ καὶ μόνης οὐδὲ <lb/>τοῦτ’ ἔχεις μέμψασθαι. ἄμφω τοῦ
                        μέτρου αἱ διαμαρτίαι <lb/>μεγάλα βλάπτουσιν· αἱ μὲν γὰρ ὑπερβολαὶ
                        βλαβερώταται, τίς <lb/>δ’ οὐ φησίν; ἀλλ’ οὐκ ἀναγκαῖον ὑπερβάλλειν ἐν ᾧ
                        τοὐλάττονα <lb/>κίνδυνον. ἔστω γὰρ, εἰ τύχοι, τριῶν κοτυλῶν ἡ σύμμετρος
                        <lb/>ἀφαίρεσις, εἰ μὲν δ΄ ἀφέλοις, ἔβλαψε μέγιστα· δύο δ’ εἰ ἐκκενώσαις,
                        <lb/>ὠφέλησε μὲν ἱκανῶς, ἔβλαψε δ΄ οὐδέν. ἔνεστι μὲν <lb/>γάρ σοι τὴν μίαν ἢ
                        κλυστῆρσιν ἢ ἀσιτίαις ἢ τρίψεσιν ἢ ἱδρῶσιν <lb/>ἐκκενῶσαι. πρὸς τὸ μηδ’ εἰ
                        αὖθις αἵματος ἀφελεῖν <lb/>ἐθέλοις κεκωλύσθαι. ἀλλὰ τί <milestone unit="ed2page" n="402"/>πολλὰ λέγω φιλοτιμούμενος <lb/>ἀντιπαρεξάγειν
                        ἀνθρώποις ἀμαθέσιν, οἳ πρὸς τὸ μηδὲν <pb n="175"/> ἐχόμενον λόγου φλυαρεῖν
                        οὐδὲ τὰ πρὸς αὐτῶν ἐπαινούμενα <lb/>γινώσκουσι. θαυμάζουσι μὲν γὰρ τοὺς
                        Ἐρασιστράτου λόγους <lb/>καὶ τοὔνομα ἐπ’ ἐκείνου ἀπ’ ἐκείνου τίθενται,
                        προσαγορεύοντες <lb/>Ἐρασιστρατείους, οὕτω δὲ αὐτῶν ἀμαθεῖς εἰσὶν <lb/>ὥστε
                        πάντα μᾶλλον ἢ τὴν ἐκείνου γνώμην ἐξηγοῦνται. περὶ <lb/>γοῦν φλεβοτομίας
                        οὕτω μακρὰ καὶ ἀλλόκοτα ληροῦσιν, ὡς <lb/>ἄν τινα μὴ τὴν ἀμάθειαν αὐτῶν
                        μόνον, ἀλλ’ ἤδη καὶ τὴν <lb/>ἀναισχυντίαν θαυμάσαι. σαφῶς γὰρ αὐτοῦ λέγοντος
                        Ἐρασιστράτου <lb/>ἐν τῷ περὶ αἵματος ἀναγωγῆς, ἐν ᾧ καὶ μόνῳ
                        <lb/>φλεβοτομίας ἐμνημόνευσε, ὅτι Χρύσιππος ὑπὲρ τοῦ διαρκέσαι <lb/>τὸν
                        κάμνοντα ταῖς ἀσιτίαις ἀναγκαίως παραληφθησόμενον <lb/>διὰ τὰς φλεγμονὰς οὐκ
                        ἀφῄρει τοῦ αἵματος, αὐτοὶ <lb/>πάντα μᾶλλον ἢ ταῦτα λέγουσιν. εἶτ’ οὖν ἐμὲ
                        βούλει <lb/>προσέχειν ἀνθρώποις Ἐρασιστράτου φλυαροῦσιν, αὐτὰς <lb/>ἔχοντα
                        Ἐρασιστράτου φωνάς; οὐδενὶ τὸν τρόπον ἡγοῦμαι <lb/>προσήκειν. ἀκούσωμεν οὖν
                        αὐτοῦ τῶν φωνῶν. πολὺ, <lb/>φησὶ, βέλτιον ὁ Χρύσιππος ἐποίει, οὐ μόνον τὸ
                        παρὸν <lb/>ἐπιβλέπων, ἀλλὰ καὶ τοῦ ἐπιφερομένου κινδύνου φροντίζων. <pb n="176"/> ἐχόμενος γὰρ τοῦ περὶ τὴν ἀναγωγὴν ὁ κατὰ φλεγμονὴν
                        <lb/>κίνδυνος, ἐν ᾧ προσφέρειν μὲν οὐ ῥᾴδιον, φλεβοτομηθέντι δὲ <lb/>καὶ
                        πολὺν χρόνον ἀσιτήσαντι κίνδυνος ἐκλυθῆναι. σαφῶς <lb/>γὰρ ἐνταῦθα τὸν κατ’
                        ἔνδειαν κίνδυνον εὐλαβεῖσθαί φησιν <lb/>αὐτὸν, ὃν ἐξ ἀνάγκης ἀκολουθήσειν
                        οἴεται πλείονι χρόνῳ, διὰ <lb/>τὴν φλεγμονὴν λιμαγχονουμένου τἀνθρώπον. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="8"><p>Καὶ οὐ δέομαι πάλιν ἐνταῦθα ληρούντων <lb/>Ἐρασιστρατείων διὰ τί προσφέρειν
                        τροφὰς τοῖς φλεγμαίνουσιν <lb/>ἀνθρώποις εἶπεν, ἀλλ’ αὐτὸν Ἐρασίστρατον
                        ἐξηγούμενον <lb/>ἑαυτὸν ἔχω δι’ ὧν ἔμπροσθεν ἐμνημόνευσα ῥήσεων. ἐκ μὲν
                        <lb/>τοῦ τρίτου περὶ πυρετῶν ὑπὲρ τῶν ἐπὶ πλήθει γινομένων <lb/>φλεγμονῶν·
                        ἐκ δὲ τοῦ πρώτου περὶ τραύματος. ἐν ἀμφοτέροις <lb/>γὰρ βιβλίοις οὐχ ἅπαξ,
                        ἀλλὰ πολλάκις ὑπὸ τῶν ἀσιτιῶν <lb/>κενουμένας τὰς φλέβας ἐπιτηδειοτέρας
                        ἔσεσθαι φησὶ πρὸς <lb/>τὸ πάλιν εἰς αὐτὰς δέξασθαι τὸ παρεγχυθὲν αἷμα. τί
                        γὰρ <lb/>φησίν; ἀκόλουθον δὲ τούτοις καὶ τὸ μηδὲν προσφέρειν τοῖς
                        <lb/>τετραυματισμένοις ὑπὸ τοὺς τῆς φλεγμονῆς καιρούς. κενούμεναι <lb/>γὰρ
                        αἱ φλέβες τῆς τροφῆς ῥᾷον παραδέχονται τὸ ﻿<pb n="177"/> παρεμπεπτωκὸς αἷμα
                        εἰς τὰς ἀρτηρίας. ὡς κενωτικὸν οὖν <lb/>βοήθημα ἡ ἀσιτία φλεγμονὰς λύεται.
                        οὐ γὰρ δι’ ἄλλο τι <lb/>φησὶν αὐτὴν ἐπὶ τῶν φλεγμαινόντων παραλαμβάνειν ἢ
                        ὅτι <lb/>κενούμεναι αἱ φλέβες ῥᾷον παραδέξονται τὸ παρεμπεμπτωκὸς <lb/>αἷμα
                        εἰς τὰς ἀρτηρίας. εἶτα, ὦ πρὸς θεῶν, κενῶσαί <lb/>τις τὰς φλέβας βουλόμενος,
                        ἐνὸν ἀλύπως καὶ ταχέως τοῦτο <lb/>ποιῆσαι, μακρὰ κάμνει. οὐκ οἶδα πῶς ἄν τις
                        μᾶλλον ἑαυτῷ <lb/>περιπίπτων εὑρεθείη. οὐ φλεβοτομῶ, φησὶν, ἵν’ ὁ κάμνων
                        <lb/>ἐξαρκέσῃ τὰς διὰ τὰς φλεγμονὰς ἀσιτίας. τίνος δὲ χάριν τὰ
                        <lb/>φλεγμαίνοντα λιμαγχονεῖς; ἵνα κενώσω, φησὶ, τὰς φλέβας. τί <lb/>οὖν οὐκ
                        ἀπ’ ἀρχῆς ἐκένους; ἐγὼ μὲν οὖν ἐλεῶ τῶν ἁμαρτημάτων <lb/>τὸν ἄνδρα. πρὸς γὰρ
                        οἷς ἐναντίοις ἐστὶν, οὐ <lb/>τοῖς φαινο<milestone unit="ed1page" n="6"/>μένοις μόνον κατὰ τὴν τέχνην ἔργοις, ἀλλὰ <lb/>καὶ τοῖς ἑαυτοῦ λόγοις, ἔτι
                        καὶ τοῦτο ἀγνοῶν εὑρίσκεται, <lb/>τίνος ἕνεκεν ἀσιτίαι <milestone unit="ed2page" n="403"/>παραλαμβάνονται, καίτοι τὴν <lb/>χρείαν αὐτῶν
                        ἱκανῶς τε ἅμα καὶ σαφῶς Πραξαγόρας ἔφθανεν <lb/>γεγραφέναι, πρὸς τὸ μηδὲ
                        Ἱπποκράτην παραλιπεῖν, <lb/>μηδὲ Διοκλέα, οὐδὲ οὕτω χρηστὸς ὥσθ’ ὑπὲρ τοῦ
                        κενῶσαι <pb n="178"/> τὰς φλέβας οἴεται τὰς ἀσιτίας παραλαμβάνεσθαι καὶ
                        <lb/>ταύτῃ μόνον βοηθεῖν. εἶτα, πρὸς Διὸς, κενωτικοῦ δεόμενος
                        <lb/>βοηθήματος ἐπὶ τὸ πάντων ἀσθενέστατον ἀφῖξαι, παρελθὼν <lb/>τὰ δραστικὰ
                        καὶ ταχέως ἄγειν ἐφ’ ᾧ βούλει δυνάμενα. ἀλλ’ <lb/>ἔστω, συγχωρείσθω σοι καὶ
                        τοῦτο τὰς ἐπὶ τραύμασι φλεγμονὰς <lb/>οὕτω θεραπεύειν ὡς τὰς ἐπὶ πλήθει, τί
                        ποιήσομεν αὐτὸ <lb/>τὸ πλῆθος ἐν ταῖς φλεψὶν ἔτι μένον καὶ διατεῖνον αὐτὰς,
                        εἰς <lb/>δὲ τὰς ἀρτηρίας οὕτω παρὸν ὅπως ἰατέον; ἐγὼ μὲν γὰρ <lb/>ᾤμην ἐπὶ
                        τῶν τοιούτων ἁπάντων ἑτοιμοτάτην εἶναι τὴν διὰ <lb/>φλεβὸς κένωσιν. ἐπὶ
                        θώρακα φερέσθω τὸ πλῆθος, κινδυνευέτω <lb/>τι τῶν ἐν τούτῳ ῥαγῆναι ἀγγείων,
                        οὐδ’ οὕτως φλεβοτομήσομεν, <lb/>ἀλλ’ ἐρίοις δηλαδὴ διαδήσομεν τὰ κῶλα; καὶ
                        <lb/>τοῦθ’ ἱκανόν. εἰ τῷ πρὸς θεῶν ἀντισπαστικῷ βοηθήματι χρώμενοι <lb/>οὐκ
                        ἴστε ὅτι πολὺ τούτου δραστικώτερον ἀντισπάσεως <lb/>φλεβοτομία. πολλῶν γοῦν
                        ἀνεπισχέτως αἱμοῤῥαγούντων <lb/>τεμόντες φλέβα τὴν αἱμοῤῥαγίαν ἐστήσαμεν.
                        Ἐρασίστρατον <lb/>δ’ οἶμαι καὶ τοῦτ’ ἀγνοεῖν. οὐδὲ γὰρ τὸ τυχόν ἐστιν
                        εἰδέναι <pb n="179"/> ποίας ἐπὶ ποίοις μέρεσιν αἱμοῤῥαγοῦσι τμητέον φλέβας.
                        <lb/>ὅταν οὖν αὕτη τὰ μέγιστα δρᾷ ὧν νῦν δεόμεθα, παρῆκε τὸ <lb/>κενοῦν καὶ
                        τὸ ἀντισπᾷν. τί μέλλεις ἔτι καὶ τρίβεις τὸν χρόνον <lb/>καὶ τὸν ἄνθρωπον
                        ἐπιτρίβεις, ἐνὸν κερδῆσαι καὶ τὴν ῥῆξιν <lb/>αὐτὴν τῶν ἀγγείων καὶ τὴν ἐπὶ
                        ταύτῃ φλεγμονὴν καὶ τὰς <lb/>ὑπὲρ τοῦ τὴν φλεγμονὴν ἰάσασθαι
                        παραλαμβανομένας λιμαγχονίας; <lb/>εἰ γὰρ τὸ πλῆθος ἐργάζεται τὴν ῥῆξιν,
                        ἐκκενώσας τὸ <lb/>ἐργαζόμενον κωλύσεις τὸ ἐσόμενον· εἰ δὲ τοῦτο, καὶ τὴν
                        <lb/>ἐπὶ τῇ ῥήξει φλεγμονήν· εἰ δὲ τοῦτο, οὐδὲ τῶν ἀσιτιῶν ἔτι <lb/>χρεία.
                        σὺ δέ μοι δοκεῖς ὥσπερ ἐπιθυμῶν ἀσιτίαν συμβουλεύειν <lb/>αὐτὸς ἐργάζεσθαι
                        πάθη χρῄζοντα λιμαγχονίας. τί δεινὸν ἦν <lb/>τὸ λυπῆσον κενώσαντα μηδὲ ἔχειν
                        πρᾶγμα; </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="9"><p>Καίτοι μάτην πολλὰ κάμνω παρὸν ὑπομνῆσαί <lb/>σε τὸν λόγον. εἰ γὰρ οὐκ αὐτὸς
                        ἡμᾶς ἐδίδαξας ἐν τῷ <lb/>προτέρῳ τῶν ὑγιεινῶν, ἔνθα γένεσιν τοῦ κατὰ τὰς
                        φλέβας <lb/>πλήθους προειπὼν ἐφεξῆς γράφεις ἰάματα, σκοπὸν μὲν αὐτῶν
                        <lb/>ἁπάντων κένωσιν θέμενος, ἄλλην δ’ ἄλλῳ συμφέρειν φάσκων· <pb n="180"/>
                        πλὴν ἀλλά γε κενοῦντα τὴν πληθώραν, οὕτως γὰρ ἀξιοῖς <lb/>καλεῖν τὸ ἐν ταῖς
                        φλεψὶ τροφῆς πλῆθος καὶ γυμνάσια καὶ λουτρὰ <lb/>πλείω καὶ λεπτὴν διαίταν
                        εἶναι κελεύεις. οὐ ταυτὸν δὲ πᾶσι <lb/>συμφέρειν φῂς βοήθημα κενωτικὸν, ὅτι
                        μήτε πάντες εἰθισμένοι <lb/>χρῆσθαι πᾶσιν, ἀλλ’ οἱ μὲν λουτροῖς μᾶλλον, οἱ
                        δὲ γυμνασίοις, <lb/>οἱ δὲ τοῖς μετὰ δεῖπνον ἐμέτοις, καὶ ὅτι μὴ τοῖς αὐτοῖς
                        <lb/>ἅπαντες εὐάλωτοι νοσήμασιν, ἀλλ’ ὁ μέν τις ἐπιληψίαις, ὁ <lb/>δ’
                        αἵματος πτύσεσι, ὁ δὲ τοῖς καθ’ ἧπαρ ἢ σπλῆνα πάθεσιν. <lb/>οὐκ οὖν οὔτε τὸν
                        ἐπίληπτον ἐπιχειρήσομεν βαλανείοις κενοῦν, <lb/>ὡς σὺ φῂς, ὀρθῶς τοῦτο
                        κελεύων, οὔθ’ ᾧ τι φόβος ἀγγεῖον <lb/>ἐν θώρακι ῥαγῆναι γυμνά<milestone unit="ed2page" n="404"/>σομεν. κίνδυνος γὰρ δηλαδὴ <lb/>ταῖς τῶν
                        γυμνασίων συντονίαις, εἰ καὶ μὴ πλῆθος ἦν, ἀλλ’ ὡς <lb/>διὰ ἀσθένειαν κατὰ
                        θώρακα ῥαγῆναι γυμνασομένῳ. ὅπως <lb/>οὖν αὐτὸν ἰασόμεθα δίδαξον ἡμᾶς. ὅτι
                        μὲν γὰρ κενωτέον <lb/>ἐστὶν ὁμολογεῖς καὶ σύ. κενωτικὰ δ’ εἴχομεν βοηθήματα
                        <lb/>γυμνάσια καὶ λουτρὰ πλείω καὶ λεπτὴν δίαιταν. ἀλλὰ γυμνασίοις <lb/>μὲν
                        οὐδ’ αὐτὸς ἀξιοῖς χρῆσθαι. περὶ δὲ λουτρῶν σὺ μὲν <lb/>ὅλως οὐδὲν εἶπας,
                        οὔτ’ εἰ χρηστέον οὔτ’ εἰ μὴ χρηστέον ἐπὶ <pb n="181"/> τῶν οὕτως ἐχόντων.
                        ἐγὼ δ’ ἐρῶ τὸ φαινόμενον αὐτὸ καὶ τῇ <lb/>πείρᾳ κεκριμένον, εἰ δέ τι χρὴ καὶ
                        περὶ σοῦ μαντεύσασθαι, <lb/>καὶ σοὶ τάχα ἂν δόξαν. σὺ γοῦν αὐτὸς ἐν τῷ περὶ
                        αἵματος <lb/>ἀναγωγῆς συγγράμματι διαδέσμοις τε ἅμα καὶ ἀσιτίαις
                        <lb/>χρώμενος ὑπὸ τούτων μὲν ἀντισπόσαι τοῦ πλήθους, τοῦ δὲ <lb/>κενῶσαι
                        βαλανείοις οὐ χρή. λογίζομαι γάρ σε φθέγγοντα τὸ <lb/>λουτρὸν ἐπὶ τῆς
                        ἐῤῥωγυίας ἤδη φλεβὸς, οὐδ’ ἔφης, εἰ ἐπίδοξος <lb/>ἡ ῥῆξις, ἐθελῆσαι ἂν
                        χρήσασθαι. εἰ δὲ καὶ μὴ σὺ οὕτως <lb/>ἐγίνωσκες, ἀλλ’ ἐμοὶ τὸ φαινόμενον
                        ἤρκει. μεγίστη γὰρ αἱμοῤῥαγίαις <lb/>ἁπάσαις ἡ ἐκ βαλανείου βλάβη καὶ ἡ
                        αἰτία πρόδηλος, εἴ γε <lb/>δὴ χεῖται μὲν τὸ αἷμα καὶ εἰς ἀτμοὺς λύεται καὶ
                        πνεύματα τοῦ <lb/>τε θερμαινομένου, ὥστε καὶ εἰς κίνησιν προτρέπεσθαι καὶ
                        <lb/>εἰς ὄγκον αἴρεσθαι. μαλακὰ δὲ καὶ ἀσθενῆ ταῖς θερμολουσίαις
                        <lb/>ἀποτελεῖται τὰ σώματα. πῶς δὴ οὖν οὐκ ἂν ῥᾷστα <lb/>πάθοι αὐτά γε
                        μαλακώτερα γενόμενα καὶ τοῦ ῥηγνύντος αὐτὰ <lb/>κίνησίν τε ἅμα καὶ ὄγκον
                        προσλαβόντος; οὐκ οὖν οὐδὲ ἐν <lb/>βαλανείοις ἐπιχειρήσομεν κενοῦν οἷς φόβος
                        δι’ αἵματος πλῆθος ﻿<pb n="182"/> ῥαγῆναι τὰς φλέβας. εἰς λοιπὸν τὸ τρίτον
                        συγκλειόμεθα τῶν <lb/>κενωτικῶν βοηθημάτων τὴν λεπτὴν δίαιταν. ἄγε δὴ,
                        ἐπειδὴ <lb/>ταύτην αὐτὸς σὺν τρισὶ τρόποις ἐργάζῃ, λεπτὰ ἢ μικρὰ <lb/>καὶ
                        ἄτροφα σιτία προσφέρων ἢ οὐδ’ ὅλως προσφέρων ἢ ἐμεῖν <lb/>ἀπὸ δείπνου
                        κελεύων. ἴδωμεν οὖν ὅπως λεπτῶς διαιτήσομεν. <lb/>ἆρά γε μετὰ δεῖπνον ἐμεῖν
                        κελεύσαντες; ἀλλ’ εἰς τὴν ἐν τοῖς <lb/>γυμνασίοις συντονίαν εὐλαβηθείημεν,
                        εἴ πού γέ τι κατὰ τοὺς <lb/>ἐμέτους ἀδεῶς χρησόμεθα. τοῦτο μὲν οὐδ’ ἂν
                        ἰδιώτην λάθοι. <lb/>λοιπὸν οὖν ἢ ἀσιτίαν προστάξομεν ἢ μικρὰ καὶ ἄτροφα
                        σιτία <lb/>δώσομεν. ἀλλ’ εἰ καὶ μὴ ἰσχυρῶς τὰ τοιαῦτα, τρέφει γοῦν.
                        <lb/>ἡμεῖς δ’ οὐ προσθεῖναι νῦν, ἀλλ’ ἀφελεῖν βουλόμεθα. λοιπὸν <lb/>ἄρα τὴν
                        ἐπίπονον καὶ μοχθηρὰν ὄντως ὥσπερ τινὰ ἱερὰν <lb/>ἀγκύραν εἰς ἅπαντα πάθη
                        διαρκῆ παραληψόμεθα λιμοκτονίαν. <lb/>εἶτα δηλαδὴ σκώψομεν Ἀπολλώνιον καὶ
                        Δέξιππον ἐπὶ <lb/>λιμαγχονίᾳ; καίτοι καὶ τοῦτ’ αὐτὸς αὐτὸς ἐδίδαξε, βούλομαι
                        μᾶλλον <lb/>ὑπομνῆσαι. καὶ γὰρ αὐτός μοι δοκεῖς αἰσθάνεσθαι περὶ τῆς
                        <lb/>ἀσιτίας ὡς οὐ κενωτικοῦ βοηθήματος. ἀποδείξας δὲ πρότερον <pb n="183"/>
                        ὅ βούλομαι, τηνικαῦτα δὴ καὶ τῆς παρὰ σοῦ μαρτυρίας <lb/>μνημονεύσω. ἡ
                        ἀσιτία οὐ δήπου τῶν ὄντων τι πραγμάτων <lb/>ἐστὶν, οὐ μᾶλλον ἢ τυφλότης ἢ
                        κωφότης, ἀλλὰ πάντα τὰ <lb/>τοιαῦτα στερήσεις τῶν ὑπαρχόντων εἰσί. αὐτὸ μὲν
                        γὰρ τὸ <lb/>προσενέγκασθαι σιτία τῶν ὄντων ἐστὶν, ὅθεν αὐτὴν καὶ τοὔργον
                        <lb/>εὑρήσεις ὑπάρχειν θρέψιν τοῦ σώματος. τὸ μὴ προσενέγκασθαι <lb/>οὐ
                        ταὐτὸν τῶν ὑπαρχόντων ἐστὶν, οὔτ’ ἔργον αὐτοῦ <lb/>δεῖξαι δυνήσῃ, καθάπερ
                        ἱδρώτων μὲν καὶ φλεβοτομίας καὶ <lb/>κλυστῆρος κένωσιν, ἐδεσμάτων δὲ θρέψιν.
                        μέση τοίνυν <lb/>ἀμφοῖν ἐστὶν ἡ ἀσιτία τοῦ τε κενοῦν καὶ τοῦ τρέ<milestone unit="ed2page" n="405"/>φειν. <lb/>οὔτε γὰρ τρέφει οὔτε κενοῖ. πῶς οὖν,
                        φησὶν, ἀπέθανον πολλοὶ <lb/>κατ’ ἔνδειαν ἀπορίᾳ σιτίων; οὐ τῇ τῶν σιτίων
                        ἀπορίᾳ, φήσομεν, <lb/>ἐπεὶ οὕτω γ’ ἂν οὐδὲ τὰ φωλεύοντα ζῶα τροφῆς ἀποροῦντα
                        <lb/>διαρκεῖν ἐδύνατο. διαρκεῖ δέ γε, καὶ τοῦτ’ αὐτὸς ὁ <lb/>Ἐρασίστρατος
                        λέγει καὶ τὴν αἰτίαν προσθίτησιν. ἅπαν γὰρ, <lb/>φησὶ, τὸ κατὰ τὴν ἐκτὸς
                        ἐπιφάνειαν διαπνεῖσθαι πέφυκεν, <lb/>ἀλλ’ ἢ πλέον ἢ ἧττον, ὡς ἂν καὶ
                            μα<milestone unit="ed1page" n="7"/>νότητος ἔχει. τοῦ δ’ <pb n="184"/>
                        ἧττόν τε καὶ μᾶλλον γίνεσθαι μανὴν τὴν ἐπιφάνειαν ἄλλαι <lb/>τέ τινες αἰτίαι
                        καὶ οὐδεμιᾶς ἐλάττους αἱ κατὰ θερμασίαν <lb/>καὶ ψύξιν καὶ ἡσυχίαν καὶ
                        κίνησιν τροπαὶ τοῦ σώματος. <lb/>θερμοῦ μὲν γὰρ ὄντος τοῦ περιέχοντος ἀέρος
                        καὶ τοῦ <lb/>ζώου γυμναζομένου πλεῖστον ἀποῤῥεῖν· ἐπὶ δέ γε τοῖς ἐναντίοις
                        <lb/>κρύει τοῦ περιέχοντος καὶ ἀκινησίᾳ τοῦ ζώου πυκνοῦσθαι <lb/>μὲν τὴν
                        ἐκτὸς ἐπιφάνειαν, ἀποῤῥεῖν δὲ ἢ μηδὲν ἢ <lb/>παντάπασιν ὀλίγον. καὶ διὰ
                        τοῦτο μὴ δεῖσθαι τροφῆς τὰ <lb/>φωλεύοντα. ἅτε γὰρ ψυχρῶν μὲν καὶ ἀργῶν καὶ
                        παχέων <lb/>τῶν καθ’ ὅλον τὸ σῶμα διὰ τὴν ἡσυχίαν γιγνομένων,
                        <lb/>πυκνουμένης δὲ τῆς ἐκτὸς ἐπιφανείας ἐν τῷ χειμερινῷ κρύει, <lb/>καθ’ ἣν
                        ὥραν φωλεύει τὰ ζῶα, μηδὲν ἐκτὸς ἀποῤῥεῖν. <lb/>οὐκοῦν οὐδὲ τοῦ πληρώσοντος
                        τὸ κενούμενον δεῖσθαι. <lb/>χρεία δ’ ἦν αὐτῇ τροφῆς καὶ διὰ τοῦτ’ ἐπ’ αὐτὴν
                        ἔρχεται <lb/>τὰ ζῶα τὴν ἐκ τῆς κενώσεως ἔνδειαν ἰώμενα. σαφὲς οὖν <lb/>ὅτι
                        τῆς μὲν ἐνδείας ἡ καθ’ ὅλην τὴν ἐπιφάνειαν κένωσις <lb/>αἰτία καὶ χρεία
                        σιτίων ὑπὲρ τοῦ τὸ κενούμενον ἀναπληρῶσαι. <pb n="185"/> τῆς οὖν αἰτίας
                        ἀπολλυμένης δι’ ἣν ὅλως ἐδεῖτο <lb/>τὰ ζῶα σιτίων, ἀνάγκη πᾶσα καὶ τὴν
                        χρείαν συναπόλλυσθαι, <lb/>καὶ διὰ τοῦτο οὐ δεῖται τὰ φωλεύοντα σιτίων, ὅτι
                        <lb/>μηδὲ προσθέσεως. σαφῶς οὖν ἐμάθομεν ὡς οὐχ ἡ ἀσιτία <lb/>κενοῦν
                        πέφυκεν, ἀλλ’ ἡ τοῦ δέρματος μανότης. εἰ δὲ <lb/>τοῦτο πυκνώσαις ἡσυχίᾳ καὶ
                        κρύει, τί τῆς λιμαγχονίας ἔτ’ <lb/>ὄφελος; καὶ μὴν ἀναγκαῖον ἄμφω
                        φυλάξασθαι, καὶ τὰ γυμνάσια <lb/>καὶ πᾶσαν ἀλέαν, ᾧ κίνδυνος αἷμα πτύσαι. τὰ
                        μὲν <lb/>γὰρ τῇ συντονίᾳ ῥηγνύναι πέφυκε τὰς φλέβας· αἱ θερμασίαι <lb/>δὲ
                        καθ’ ὃν λόγον καὶ τὰ λουτρά. μὴ θερμαίνων <lb/>μὲν ἄρα κενώσεις τὸ σῶμα,
                        θερμαίνων δὲ ἢ γυμνασίοις <lb/>ἢ λουτροῖς μέγιστα βλάψεις τὴν πρὸς τὸ
                        ῥήγνυσθαι τῶν <lb/>φλεβῶν αὐτῶν ἐπιτηδειότητα. τί δὴ λοιπὸν ἔτι
                        συμβουλεύσομεν <lb/>τοῖς ὧδε κάμνουσιν; αἱ μὲν γὰρ ἀσιτίαι χωρὶς <lb/>τοῦ
                        γυμνάζεσθαι τὸν ἄνθρωπον ἢ ἄλλως ὁπωσοῦν θερμαίνεσθαι <lb/>κενοῦν οὐ
                        δύνανται. φλεβοτομίαν δὲ, ὡς ἐοίκαμεν, <lb/>ἐσχάτως φεύγομεν, ὥσπερ, οἶμαι,
                        καὶ τὰς ἰσχυρὰς <lb/>καθάρσεις. θαυμαστή γε ἡ εὐπορία τῶν κενωτικῶν
                        βοηθημάτων <pb n="186"/> εἰς ἀσιτίαν κατακλεισθέντων. εἰ μὲν μόνῃ χρησόμεθα,
                        <lb/>πλεῖον οὐδὲν ἕξομεν, οὐ γὰρ κενοῖ μόνη. σὺν ᾗ <lb/>κενοῦν πέφυκε,
                        μείζονας ταῦτα τὰς ἄλλας βλάβας τῆς ἐκ τοῦ <lb/>κενοῦν ὠφελείας ἔχει. </p></div></div></body></text></TEI>