<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg068.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><p>Ἐγὼ μὲν οὖν ᾤμην, ἐπειδὴ ἅπαξ τὸ κενούμενον <lb/>ὡμολόγηται, ῥᾷστόν τε ἤδη
                        καὶ ἑτοιμότατόν ἐστιν <lb/>τεμεῖν τὴν φλέβα· καὶ γὰρ ἂν τάχιστα οὕτω καὶ
                        αὐτὰς μόνας <lb/>τὰς φλεγμονὰς ἐξεκενώσαμεν, ὡς αἵ γε ἀσιτίαι πρὸς τῷ χρόνου
                        <lb/>δεῖσθαι μακροῦ καὶ ὅλην τὴν ἕξιν κενοῦσιν ὁμοίως· τὸ <lb/>δὲ οὐ χρή. τί
                        γὰρ ἄν τις κενοίη τὸ μὴ δεόμενον κενώσεως ἢ <lb/>τί τὰς σάρκας ἐκτήκοι,
                        παρὸν ἀποχεῖν τοῦ αἵματος; ἵνα <lb/>τἄλλα ὅσα ταῖς μακραῖς ἀσιτίαις ἐξ
                        ἀνάγκης ἕπεται κακὰ παραλείπω, ﻿<pb n="157"/> τήν τε δύναμιν κάμνουσαν καὶ
                        τοὺς χυμοὺς ἐπὶ τὸ <lb/>χολῶδες καὶ πικρὸν τρεπομένους καὶ καρδιωγμοὺς
                        πολλοὺς <lb/>καὶ ἄσην καὶ διαχώρημα ἰσχόμενον, καὶ πάνθ’ ἁπλῶς τὰ
                        <lb/>περιττώματα δριμύτερα γιγνόμενα, ὧν οὐδὲν ὁ Ἐρασίστρατος <lb/>ἰδὼν,
                        ὥσπερ οἱ τυφλοὶ, λείας ὁδοῦ καὶ πλατείας καὶ <lb/>εὐθείας ἐγγὺς οὔσης
                        πολλάκις στενὴν καὶ τραχεῖαν καὶ <lb/>μακρὰν ἑλόμενοι περιέρχονται· καὶ
                        αὐτὸς οὕτω παρακειμένην <lb/>ὁδὸν σύντομον ἱκανῶς καὶ ἄλυπον παριδὼν ἐπὶ
                        <lb/>μοχθηρὰν καὶ μακρὰν ἐλήλυθεν, τοῦτο μόνον θεασάμενος, <lb/>εἰ ἐφ’ ὃ
                        βούλεται ἄγει αὐτὸν ἡ ὁδὸς, <milestone unit="ed2page" n="396"/>οὐκ ἔτι δὲ εἰ
                        <lb/>ταχέως καὶ ἀλύπως. ἄγει μὲν γὰρ ἐπὶ τὴν τοῦ πλήθους <lb/>κένωσιν καὶ ἡ
                        ἀσιτία, σύμφημι τοῦτο, ἀλλ’ ἐν χρόνῳ τε <lb/>μακρῷ σὺν τῷ λυπῆσαι πολλά. καὶ
                        ὅμως τηλικοῦτον βοήθημα <lb/>παραλιπὼν ὁ σοφὸς Ἐρασίστρατος, ὃν ἀξιοῦσί
                        τινες <lb/>Ἱπποκράτει παραβάλλειν, οὐκ αἰδεῖται μηδὲν πιθανόν τι καὶ
                        <lb/>εὔλογον, ἀλλ’ ἀπομνημονεύσας ὥσπερ τινὸς τῶν φαυλοτάτων <lb/>τε καὶ
                        οὐδενὸς ἀξίων. ἀλλ’ οὐχ Ἱπποκράτης, ὦ Ἐρασίστρατε, <lb/>μηδέν τι χείρων
                        ἰατρός σου περὶ φλεβοτομίας <pb n="158"/> οὕτως ἐπεγίνωσκεν· ἀλλ’ ἃ σὺ
                        θαυμάζεις λόγῳ, ταῦτ’ ἔργῳ <lb/>ποιῶν εὑρίσκεται. θαυμάζεις μὲν γὰρ τὴν
                        φύσιν, ὡς τεχνικήν <lb/>τε ἅμα καὶ προνοητικὴν τοῦ ζώου, μιμῇ δ’ αὐτὴν
                        <lb/>οὐδαμοῦ· ἢ διὰ τί πολλάκις ἰδὼν αἵματος κενώσει τὴν <lb/>φύσιν
                        ἰασαμένην πολλὰ νοσήματα, τοῦτο οὐδ’ ἐφ’ ἑνὸς <lb/>ἔπραξας οὐδὲ πώποτε; τί
                        δὲ σιγᾷς τὰ τῆς φύσεως ἔργα, <lb/>ἣν ἐπαινεῖς; διὰ τί παρὰ μὲν Ἱπποκράτει
                        πολλὰ τοιαῦτα <lb/>εὑρίσκων γεγραμμένα, Γυναικὶ αἷμα ἐμεούσῃ τῶν καταμηνίων
                        <lb/>ῥαγέντων λύσις· ἀπὸ χολῆς μελαίνης εἰς ὅμοιον αἱμοῤῥοΐδες·
                        <lb/>αἱμοῤῥαγίαι λαῦροι τὰ πολλὰ ῥύονται ἐκ ῥινῶν· <lb/>παρὰ σοὶ δὲ οὐδὲν
                        τοιοῦτον, ἀλλ’ ἄχρι λόγου μόνου ἐπαινουμένη <lb/>ἡ φύσις, ἔργον δ’ οὐδὲν
                        οὐδαμοῖ φύσεως γεγραμμένον; <lb/>ἤρκει μοι τὰ τῆς φύσεως μόνης ἔργα μαθεῖν·
                        ἱκανὸς <lb/>ἂν ἦν ἐκ τούτου ὁρμώμενος εὑρίσκειν τὸ δέον. ἆρά μοι
                        <lb/>συγχωρήσουσιν οἱ θαυμάζοντές σε τὸ παρ<milestone unit="ed1page" n="3"/>ιστάμενον εἰπεῖν, <lb/>ἢ παντάπασιν ἀνόητός μοι δοκεῖς εἶναι ἢ μικρὰ τοῖς
                        τῆς <lb/>φύσεως ἔργοις ὡμιληκέναι. τὸ γὰρ ἢ μηδ’ ὅλως γινώσκειν <lb/>αὐτὰ ἢ
                        μὴ ζηλοῦν γινώσκοντα θατέρῳ τοῖν δυοῖν ἔνοχόν <pb n="159"/> ἐστιν· ἢ γὰρ ἐν
                        οἴκῳ τινὶ καθειργμένος ἔγραφες ταῦτα, <lb/>μηδένα μηδεπώποτε θεασάμενος
                        ἄῤῥωστον· ὅθεν εἰκότως <lb/>ἀγνοεῖς τὰ τῆς φύσεως ἔργα, ἐθαύμασας μὲν ἀεὶ
                        οὐκέτ’ <lb/>ἐμιμήσω δεύτερον ἐσχάτως ἀνόητος. εἶτ’ εἰ τοίνυν γράφειν
                        <lb/>ἐπιχειρεῖς, τὸν νόμον τοῦ γράφειν ὑπερβάς· ἐχρῆς σε πρῶτον <lb/>γράψαι
                        μοι τὰ τῆς φύσεως ἔργα, δεύτερον δ’ ἐξηγήσασθαι, <lb/>τίνα μὲν ὁλοκλήρως καὶ
                        ἀπηρτισμένως τοῖς οἰκείοις <lb/>λόγοις κινουμένη δρᾷ, τίνα δ’ ἐλλιπῶς ὑπὸ
                        τῶν κατὰ τὰς <lb/>νόσους αἰτιῶν κωλυομένη. ὁδὸς γὰρ αὕτη πρὸς εὕρεσιν
                        <lb/>ἰαμάτων, ἵνα ἐκμαθὼν τὰ καλῶς ὑπ’ αὐτῆς ἀποτελούμενα <lb/>τούτοις
                        ἐπικουρεῖν δύνωμαι, τὸ λεῖπον προστιθείς· ἢ μηδ’ <lb/>ὅλως κινουμένης, καὶ
                        γὰρ καὶ τοῦτό ποτε πάσχει τῇ ῥώμῃ <lb/>τῶν νοσωδῶν αἰτιῶν νικηθεῖσα, τὸ πᾶν
                        αὐτὸς ἐκπορίζωμαι· <lb/>τούτων οὐδὲν ἐπέδειξας. ἴσως γὰρ, ὅπερ φασὶν,
                        ὀλιγωρεῖς <lb/>μὲν τοὺς ἀῤῥώστους. θεᾶσθαι, μένων δ’ οἴκοι τὸ <lb/>δόξαν
                        ἔγραφες. ἀλλ’ εἰ καὶ μὴ αὐτὸς ἐθεάσω, τὰ γοῦν <lb/>ὑφ’ Ἱπποκράτους ἐνῆν
                        ἀναγινώσκοντί σοι μανθάνειν ὅσα <lb/>μὲν ὁλοκλήρως καὶ ἀνελλιπῶς καὶ ὡς
                        αὐτὸς ἐκεῖνος εἴωθεν <pb n="160"/> λέγειν, ἀρτίως ἡ φύσις κινουμένη
                        κρίνονται· πῶς δ’ ἂν <lb/>αὐτὴν κάλλιστά τις μιμήσαιτο, μηδὲ ἐγχειροῦσαν
                        κρίσει· καὶ <lb/>πῶς ἐπιχειρούσῃ μὲν, ἀλλ’ ἐνδεῶς κινουμένῃ βοηθητέον. εἰ
                        <lb/>γὰρ ἐν τούτοις ἐγυμνάσω, τοιαῦτα ἂν ἤκουόν σου συμβουλεύοντος, <lb/>οἷα
                        καὶ Ἱπποκράτους ἀκούω, τὰ κρινόμενα καὶ τὰ <lb/>κεκριμένα ἀρτίως μὴ κινέειν,
                        μηδὲ νεωτεροποιεῖν μήτε φαρμακίῃσι <lb/>μήτε ἄλλοισιν ἐρεθισμοῖσιν, ἀλλ’
                        ἐᾷν. τοῦτο μέν σοι <lb/>φύσεως ὁλοκλήρως κινουμένης παράγγελμα· τὸ δὲ ἐφεξῆς
                        <lb/>τούτῳ κινουμένης μὲν ἐπὶ κρίσιν, ἀλλ’ ἐνδεῶς· διὰ τοῦτο <lb/>αὐτῇ
                        συνεργεῖν παρακελευόμενος ἐρεῖ· ἃ δεῖ ἄγειν, ταῦτα ἄγειν <lb/>ὅπῃ ἂν μάλιστα
                        ῥέπει διὰ τῶν ξυμφε<milestone unit="ed2page" n="397"/>ρόντων χωρίων.
                        <lb/>βούλεται μὲν γὰρ ἡ φύσις τηνικαῦτα τὸ λυποῦν ἀπώσασθαι, <lb/>μὴ
                        δυναμένη δ’ ἐπιθεῖναι τῷ ἔργῳ τὸ τέλος ὑπ’ ἀῤῥωστίας, <lb/>ἡμῶν βοηθῶν
                        δεῖται. διὰ τοῦτο καὶ πλευριτικοὺς θεραπεύων <lb/>κατὰ τὴν ῥοπὴν τῶν χυμῶν
                        κενοῖ. τί γὰρ φησίν; ἀλλ’ εἰ μὲν <lb/>ἡ ὀδύνη ἐς κληϊδα, ἢ ἐν βραχίονι
                        βάρος, ἢ περὶ μαζὸν, ἢ <lb/>ὑπὲρ τῶν φρενῶν, τέμνειν χρὴ τὴν ἐν ἀγκῶνι φλέβα
                        τὴν ἔσω <pb n="161"/> καὶ μὴ ὀκνεῖν συχνὸν ἀφαιρεῖν, ἔστ’ ἂν ἐρυθρότερον
                        πολλῷ <lb/>ῥυῇ ἢ ἀντὶ καθαροῦ τε καὶ ἐρυθροῦ πελιδνόν. ἀμφότερον <lb/>γὰρ
                        γίνεται. ἢν δὲ ὑπὸ φρένας ᾖ τὸ ἄλημα, ἐς δὲ τὴν κληϊδα <lb/>μὴ σημήνῃ,
                        μαλθάσσειν χρὴ τὴν κοιλίην ἢ μέλανι ἑλλεβόρῳ ἢ <lb/>πεπλίῳ. πάλιν δ’ ἔν τινι
                        τῶν νεφριτικῶν παθημάτων συνδρομῇ <lb/>προειπὼν καὶ ἐς νεφρὸν ὀδύνη βαρείη,
                        ἀρχὴ μηροῦ <lb/>κατ’ ἰξὺν ἐπιφέρει, ἰγνὺν τέμνειν, τοῦτ’ ἐστὶ τὴν ἐν ἰγνύῃ
                        <lb/>τέμνειν φλέβα. </p></div></div></body></text></TEI>