<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg064.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="2"><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><p>Ἄρξαι δή μοι πρῶτον ἀσκεῖν ἀπὸ τῶν <lb/>ἀκριβῶν τύπων. οὔτε γὰρ ἄλλο τι μάτην ὁ
							Ἱπποκράτης εἶπεν <lb/>οὔθ’ ὡς ὁ ἀκριβὴς τριταῖος ἐν ἑπτὰ περιόδοις κρίνεται τὸ
							<lb/>μακρότατον. τίς οὖν ὁ ἀκριβὴς τριταῖος οὗτος; οὐδὲν γὰρ <lb/>παρ’ Ἱπποκράτους
							αὐτοῦ γνώρισμα γέγραπταί τι τοιοῦτον, <lb/>οἷον καὶ τοῖς ἐπιτυχοῦσιν εἷναι πρόδηλον.
							ἀλλ’ εἰ μέν σε χειραγωγήσαιμι, <lb/>μαθήσῃ ῥᾳδίως τίνα λέγει τὸν ἀκριβῆ τριταῖον. <lb/>
							<milestone unit="ed2page" n="410"/>εἰ δ’ ἐάσαιμί σε κυλινδεῖσθαι κατὰ τὰ βιβλία,
							<lb/>πρὶν εἰσαχθῆναι προσηκόντως, οὐκ ἂν οὐ μόνον ἐκμάθοις <lb/>οὐδὲν, οὔτε περὶ
							τριταίου τι χρηστὸν, οὔτ’ ἄλλου τινὸς τῶν <lb/>ἁπάντων, ἀλλὰ καὶ παρακούσαις μυρίων.
							ὅταν οὖν ἀναγνῷς <lb/>ἐν ἀφορισμοῖς τὰ πλεονάζοντα κατὰ τὸ θέρος νοσήματα
							<lb/>πυρετούς τε εἶναι συνεχεῖς καὶ καύσους καὶ τριταίους πλείστους, <lb/>πρῶτον μὲν
							αὐτὸ δὴ τοῦτο μὴ παρακούσῃς, τὸ ὡς <lb/>θέρους μέμνηται οὐ τοῦ παρὰ φύσιν ἔχοντος,
							οἷον ἐν Κρανῶνί <pb n="648"/> ποτε γενέσθαι φησί, ὕοντος καύματι λάβρῳ δι’ ὅλου. ἀλλ’
							<lb/>εἴ ποτέ τινα τάξιν καὶ κόσμον ἑκάστῃ τῶν ὡρῶν ἐνενόησας, <lb/>ἀναμνήσθητί μοι καὶ
							νῦν, ὡς ὁ μὲν χειμὼν ἅπαντος τοῦ <lb/>ἔτους ὑγρότατός ἐστι καὶ ψυχρότατος, ἐναντίως δ’
							αὐτῷ τὸ <lb/>θέρος ξηρότατόν τε καὶ θερμότατον. εἰ δ’ ἔμπαλιν ὁ μὲν χειμὼν <lb/>ξηρός,
							ὑγρὸν δὲ γίγνοιτο τὸ θέρος, οὐ κατὰ φύσιν ἔχει <lb/>τὰ τῶν ὡρῶν. οὐκ οὖν οὐδὲ τὰ
							θερινὰ νοσήματα τηνικαῦτα <lb/>ἐν θέρει πλεονάσει. μὴ γάρ πω δόκει διὰ τὴν προσηγορίαν
							τῶν <lb/>ὡρῶν ἕκαστον τῶν νοσημάτων γίνεσθαι τοῖον ἢ τοῖον, ἀλλὰ <lb/>διὰ τὴν
							περιέχοντος ἡμᾶς ἀέρος κρᾶσιν. ὡς γὰρ ἂν οὗτος ἔχῃ <lb/>φύσεως, οὕτω καὶ ἡμᾶς
							διατίθησι. κατὰ τοῦτο οὖν ἔλεγεν <lb/>ὁ Ἱπποκράτης ὁπόταν ἔαρ ὅμοιον τῷ φθινοπώρῳ
							γένηται, <lb/>φθινοπωρινὰ τὰ νοσήματα προσδέχεσθαι δεῖ. θερμὴν δέ τινα <lb/>καὶ ξηρὰν
							κατάστασιν ἔχειν χρὴ τὸ θέρος, ἐπειδὰν ἀκριβῶς <lb/>διασώζῃ τὴν ἑαυτοῦ φύσιν. ἀλλ’
							εἴπερ οὕτω τοῦτ’ ἔχει, δῆλον, <lb/>ὡς τὸ μάλιστα τοιοῦτον θέρος πλείστους οἴσει
							τριταίους <lb/>πυρετούς. ἆρ’ οὖν ὥρα μὲν ἡ θερμὴ καὶ ξηρὰ τριταίων <pb n="649"/>
							πυρετῶν εὔφορος, ἡ χώρα δ’ οὐχ ὁμοίως ἡ θερμὴ καὶ ξηρὰ <lb/>τῆς ὑγρᾶς καὶ ψυχρᾶς
							εὐφορωτέρα; παντί που δῆλον· τί οὐχὶ <lb/>καὶ τοῦ κάμνοντος ἡ κρᾶσις αὐτοῦ; καὶ τοῦτ’
							ἀναγκαῖον. εἰ <lb/>δὲ καὶ διαιτηθείη θερμότερόν τε καὶ ξηρότερον, ὅπερ ἐστὶν ἐν
							<lb/>πόνοις μὲν πλείοσι καὶ ἀγρυπνίαις καὶ φροντίσι καὶ λύπαις, <lb/>ἐδέσμασί τ’
							ἐλάττοσί τε καὶ χολωδεστέροις, ἆρ’ οὖν οὐχὶ καὶ <lb/>κατὰ ταῦτα χολωδέστερος ἂν αὐτὸς
							ἑαυτοῦ γένοιτο, καὶ δηλονότι <lb/>θερμότερός τε καὶ ξηρότερος; ὅτι μὲν γὰρ ἐπὶ θερμοῖς
							<lb/>καὶ ξηροῖς αἰτίοις ἡ ξανθὴ χολὴ πέφυκεν ἀθροίζεσθαι, <lb/>παρ’ Ἱπποκράτους
							ἐμάθομεν, ἄλλοθί τε πολλαχόθι κἀξ ὧν <lb/>ἐν θέρει πλεονάζειν αὐτήν φησι. ταῦτ’
							εἴρηταί μοι· καὶ <lb/>τριταίου πυρετοῦ γένεσιν ἤδη μεμάθηκας. ὃς γὰρ ἂν ἐν θέρει
							<lb/>μὲν γένηται, καὶ τούτῳ μάλιστα θερμῷ τε καὶ ξη<milestone unit="ed1page" n="405"/>ρῷ, <lb/>τοιοῦτον δὲ ᾖ καὶ τὸ χωρίον, καὶ ἡ τοῦ κάμνοντος φύσις <lb/>ὁμοία, καὶ τὰ
							πρόσθεν διαιτήματα πρὸς ταῦτ’ ἄγοντα, τριταῖος <lb/>οὗτος δύναται εἶναι. καὶ μὴν ἄχρι
							γε τούτου χολώδη <lb/>πυρετὸν ἐγεννήσαμεν τῷ λόγῳ, τριταῖον δ’ οὔπω δεόντως. <lb/>εἰ
							γὰρ συνεχεῖς καὶ καύσους καὶ τριταίους πλείστους αὐτό τε <lb/>θέρος ἕκαστόν τε τῶν
							εἰρημένων αἰτίων ἀπεργάζεται, κοινὴ ﻿<pb n="650"/> μέχρι τοῦδε τοῖς καύσοις πυρετοῖς ἡ
							τοῦ τριταίου γένεσις. <lb/>ἀτὰρ οὖν καὶ φαίνεται τοῦτό γε καὶ αὐτὸς ὁ παροξυσμὸς τοῦ
							<lb/>τριταίου τῶν ὀξυτάτων τε καὶ καυσωδεστάτων πυρετῶν οὐδενὸς <lb/>ἀπολείπεται. τί
							ποτ’ οὖν διήνεγκεν; ὅτι τὴν χολὴν <lb/>οὗτος μὲν εἰς ἅπαν τὸ σῶμα φερομένην ἔχει, καὶ
							διὰ τοῦτο <lb/>ῥίγος τε σφοδρὸν αὐτοῖς προσγίνεται, καὶ χολῆς ἔμετος ἐπιφαίνεται,
							<lb/>καὶ τὰ οὖρα καὶ οἱ ἱδρῶτες αὐτοῖς χολώδεις εἰσίν. <lb/>εἴρηται δὲ καὶ περὶ τούτων
							ἑτέρωθι, τοῖς δ’ ἄλλοις καύσοις <lb/>πυρετοῖς, ὅσοι μὴ διαλείπουσιν, τῆς ξανθῆς χολῆς
							χυμὸς <lb/>ἐδείκνυτο περιεχόμενος ἐν τοῖς ἀγγείοις ἅμα τῷ αἵματι. <lb/>
							<milestone unit="ed2page" n="411"/>καὶ ταύτῃ διαφέρουσιν οὗτοι τῶν τριταίων, εἰ καὶ
							τὸν <lb/>ἐργαζόμενον αὐτοὺς χυμὸν ἔχουσι τὸν αὐτὸν, ὅτι τοῖς μὲν ἐντὸς <lb/>τῶν φλεβῶν
							ἐστι, τοῖς δὲ σφοδρῶς κινούμενος ἐπὶ παντὸς <lb/>τοῦ σώματος διασπείρεται τὰ μόρια·
							καὶ διὰ τοῦτ’ αὐτὸς <lb/>ἑαυτὸν ἐκκαθαίρει τῷ σφοδρῷ τῆς φορᾶς. αὕτη καὶ τοῦ
							<lb/>παύεσθαι τὸν πυρετὸν ἐπὶ τοῖς ἱδρῶσί τε καὶ τοῖς ἐμέτοις ἡ <lb/>αἰτία. τοῖς
							καύσοις δ’ ἕκαστος τῶν κατὰ μέρος παροξυσμῶν <pb n="651"/> εἰς ἀπυρεξίαν οὐκ ἔρχεται,
							διὰ τὸ μηδ’ ἐκκαθαίρεσθαι τὸν <lb/>αἴτιον χυμόν. ἀλλ’ ἐπειδὰν καὶ τούτοις ἡ χολὴ
							σφοδρότερον <lb/>κινηθεῖσα καὶ οἷον ζέσασα, τὸ δὲ τι καὶ πρὸς αὐτῆς τῆς φύσεως
							<lb/>ῥωσθείσης ὠθουμένη πάντῃ τοῦ σώματος ἴῃ, ῥίγος τε <lb/>προσγίνεται καὶ λύσις
							ἐπιγίνεται. ὑπὸ καύσου γάρ φησιν ἐχομένῳ <lb/>ῥίγεος ἐπιγενομένου λύσις. ὅτι δ’ οὐ
							μόνον τὸ ψυχρὸν <lb/>αἴτιον, ἀλλὰ καὶ τὸ δριμὺ καὶ τὸ θερμὸν ἐργάζεσθαι ῥίγος
							<lb/>δύναται, ἐν τοῖς τῶν συμπτωμάτων αἰτίοις ἀποδέδεικται, <lb/>παραθεμένων ἡμῶν τούς
							τε διὰ δριμὺ καὶ θερμὸν φάρμακον <lb/>ἐπιτεθὲν ἕλκει δηχθέντας σφοδρῶς, εἶτα
							ῥιγώσαντας, τούς <lb/>τε περιττωμάτων πεπληρωμένους καπνωδῶν, εἶτ’ εἰς βαλανεῖον
							<lb/>εἰσελθόντας καὶ φρίξαντας. οὕτως γὰρ δὴ καὶ τοὺς πυρέσσοντας <lb/>καὶ τοὺς
							ἀπεπτήσαντας σφοδρῶς, καὶ πάντας οἷς <lb/>ἂν ᾖ τὸ σῶμα μεστὸν ἀκαθαρσίας δριμείας, ἐάν
							τ’ εἰς βαλανεῖον <lb/>εἰσέλθωσιν, ἐάν τ’ εἰς χωρίον ἡλιούμενον σφοδρῶς, ἐάν <lb/>τ’
							ἄλλην ἡντιναοῦν κίνησιν σφοδροτέραν κινηθῶσι, εὐθὺς μὲν <lb/>φρίττοντας ὁρῶμεν· ἢν δὲ
							καὶ διατρίψωσιν ἐπὶ πλέον ἐν αὐτοῖς, <lb/>εἰς ῥίγος τε καὶ κλόνον ἀγομένους, ὡς ἂν εἰς
							κίνησιν <lb/>σφοδροτέραν, ἔν τε τοῖς βαλανείοις καὶ τοῖς γυμνασίοις <pb n="652"/>
							ἐρχομένων, τῶν τέως ἡσυχαζόντων περιττωμάτων. ἅπαντα <lb/>γὰρ ταῦτα κινούμενά τε καὶ
							διὰ τῶν αἰσθητικῶν σωμάτων <lb/>ἐπιφερόμενα νύττει τε καὶ κεντεῖ καὶ τιτρώσκει.
							κἀντεῦθεν <lb/>τήν τε ἀνώμαλον αἴσθησιν καὶ τὸ ῥίγος καὶ τὸν κλόνον ἐπιφέρει.
							<lb/>ταυτὶ μὲν οὖν ἑτέρωθι λέλεκται. τριταῖος δὲ πυρετὸς <lb/>ἔκγονος ὑπάρχων τῆς
							ξανθῆς χολῆς κινουμένης, εὐλόγως εὐθὺς <lb/>καταρχὰς, ῥίγος οὐκ ἀγεννὲς ἐπιφέρει,
							διαφέρων αὐτῷ τούτῳ <lb/>πρῶτον τοῦ τεταρταϊκοῦ ῥίγους, τῷ κεντεῖσθαι δοκεῖν καὶ
							τιτρώσκεσθαι <lb/>τὸν χρῶτα. τοιαύτη γὰρ ἐν τριταίοις πυρετοῖς <lb/>ἡ τοῦ ῥίγους
							αἴσθησις, ὥσπερ ἐν τεταρταίῳ, κατάψυξιν <lb/>ἔχουσα σφοδρὰν, ὁμοιοτάτην τῇ διὰ κρύος
							ἐν χειμῶνι γινομένῃ. <lb/>ἐδείκνυτο γὰρ δὴ καὶ τῷ τεταρταίῳ πυρετῷ χολὴ μέλαινα
							<lb/>πλεονάζουσα μάλιστα, καθάπερ ἐν τοῖς ἀμφημερινοῖς <lb/>τὸ φλέγμα. τὸν οὖν ἀκριβῆ
							τριταῖον οὐκ ἐνδέχεται μὴ οὐ <lb/>μετὰ ῥίγους σφοδροῦ γενέσθαι, νύττοντος καὶ
							τιτρώσκοντος <lb/>τὴν σάρκα. τεταρταῖος δὲ πυρετὸς οὐκ εὐθὺς ἀπὸ τῆς πρώτης
							<lb/>ἡμέρας εἰσβάλλει μετὰ ῥίγους σφοδροῦ· προϊόντι γὰρ αὐτῷ <lb/>καὶ αὐξανομένῳ
							συναύξεται καὶ τὸ ῥίγος, ἥτ’ αἴσθησις οὐ <pb n="653"/> νυττομένων ἐστὶ τῶν καμνόντων,
							ἀλλὰ καταψυχομένων τε <lb/>καὶ οἷον θλωμένων ἄχρι καὶ τῶν ὀστῶν. οὕτως γ’ οὖν ἀκοῦσαι
							<lb/>λεγόντων αὐτῶν ἐστι, ὡς ὀστοκόπῳ τε συνέχεσθαι καὶ <lb/>συνθλάσαι τὴν σάρκα
							φαντάζονται. τῶν δ’ ἀμφημερινῶν <lb/>οὐδὲ προηγεῖται ῥίγος, οὔτ’ εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς οὔτε
							προϊόντων, <lb/>ἀλλὰ περιψύχονται μόνον. ἆρ’ οὖν ταῦτα μόνα τὰ γνωρίσματα <lb/>τῶν
							τριταίων πυρετῶν ἐστιν, ἢ καὶ τὰ τῶν σφυγμῶν, <lb/>οὐδὲν οὐδ’ ἐγγὺς ἔχει τοῖς
							τεταρταίοις; οὗτοι μὲν γὰρ μικροὺς <lb/>καὶ ἀμυδροὺς καὶ βραδεῖς καὶ ἀραιοὺς εἰς
							τοσοῦτον ἐργάζονται <lb/>τοὺς σφυγμοὺς ἐν ταῖς ἐπισημασίαις, ὡς οὐδεμία <lb/>διάθεσις
							ἄλλη. τριταίοις δὲ μικροὶ μὲν καὶ ἀμυδροὶ καὶ βραδεῖς <lb/>καὶ ἀραιοὶ κατὰ τὰς
							εἰσβολὰς ἐξ ἀνάγκης γίνονται· <lb/>
							<milestone unit="ed2page" n="412"/>ἀλλ’ ἡ βραδύτης τε καὶ ἀραιότης οὐ μικρῷ τινι τῶν
							<lb/>ἐν τοῖς τεταρταίοις ἀπολείπεται. δεδέσθαι γάρ σοι δόξει κατὰ <lb/>τὰς εἰσβολὰς
							τῶν τεταρταίων ἡ ἀρτηρία καὶ εἴσω καθέλκεσθαι <lb/>καὶ ἀνιέναι κωλύεσθαι. κατὰ δὲ τὰς
							τριταϊκὰς οὔτε <lb/>τοιοῦτον οὐδὲν, ἥτε βραδύτης ἐγγὺς τῇ κατὰ φύσιν ἑκάστῃ
							<lb/>κινήσει. τεταρταίων δὲ πυρετῶν εἰσβαλλόντων, εἰ καὶ νέος ὁ <pb n="654"/> κάμνων
							εἴη, γεροντικῆς ἐσχάτης ἡλικίας ἡ ἀρτηρία τούτου μιμεῖται <lb/>τὴν κίνησιν. ἐξ οὖν
							τούτων ἁπάντων ὁ τοῦ γνησίου <lb/>τριταίου ἐστὶ παροξυσμὸς διενήνοχε, καὶ πρὸς τούτοις
							ἔτι τάξις <lb/>ἀκριβής ἐστιν καὶ ὁμαλότης ἐν τοῖς σφυγμοῖς. οὔτε γὰρ ἐν μιᾷ
							<lb/>κινήσει τις ἀνωμαλία κατ’ αὐτοὺς οὔτ’ ἐν ἀθροίσματι. καίτοι <lb/>σπάνιον τοῦτό γε
							καὶ παντάπασιν ὀλίγαις ἀρχαῖς παροξυσμῶν <lb/>ὑπάρχον. ἤδη τε οὖν εἰσβάλλων ὁ τοιοῦτος
							πυρετὸς, οὐκ <lb/>ἂν οὐδένα λάθοι τῶν πολλάκις ἑωρακότων αὐτόν. ἔτι δὲ καὶ <lb/>μᾶλλον
							ἐν ταῖς καλουμέναις ἀναβάσεσί τε καὶ αὐξήσεσιν· <lb/>ὁμαλὸν μὲν γὰρ καὶ ἀκώλυτον ἔχει
							τὸ τάχος, ἐγείρεται δὲ εἰς <lb/>μέγεθος καὶ σφοδρότητα παραχρῆμα, κἀν τούτοις ἅπασιν
							<lb/>ἀνάλογον, εἰς πυκνότητα. καὶ τὸ τῆς φλεγμονῆς αὐτῷ σημεῖον <lb/>οὐ πάρεστιν. ἤδη
							τε οὖν δίψος ἐπιφέρει καὶ διακαίει <lb/>τὸν ἄνθρωπον καὶ μικρὸν ὕστερον ἀκμάζει καὶ τὸ
							θερμὸν ὁμαλῶς <lb/>ἐκτέταται πάντη, καὶ κατ’ οὐδὲν ὁ θώραξ τῶν ἄκρων <lb/>θερμότερός
							ἐστιν. εἰ δ’ ἐπιβάλλοις τὴν χεῖρα, κατὰ μὲν τὴν <lb/>πρώτην προσβολὴν ἀπαντᾷ θερμασία
							πολλὴ καὶ δριμεῖα, <lb/>καὶ οἷον μετ’ ἀτμοῦ τινος ἀναφερομένη. νικᾶται δ’ ὀλίγον ﻿<pb n="655"/> ὕστερον ὑπὸ τῆς χειρὸς, οὐχ ὥσπερ ἐπὶ τῶν κακοήθων καύσων. <lb/>ἔμπαλιν
							γὰρ ἐκεῖναι δεινότεραι καὶ ἀηδέστεραι χρονίζουσαι <lb/>φαίνονται. καὶ δὴ καὶ πίνειν δὴ
							καιρὸς τῷ κάμνοντι. <lb/>καὶ πιόντι αὐτίκα δὴ μάλα πλῆθος μὲν ἄνεισιν ἀτμοῦ θερμοῦ
							<lb/>διὰ τοῦ δέρματος, ἀγγέλλον ἱδρῶτας· ἔμετος δ’ ἐπιφαίνεται <lb/>χολῆς, ἢ γαστήρ
							που κατέῤῥηξε καὶ οὔρησε χολώδη. <lb/>νυνὶ μὲν γὰρ καὶ ὁ τυχὼν γνωρίσειε τὸν ἀκριβῆ
							τριταῖον. <lb/>ἀνέρχεται μὲν γὰρ ἱδρὼς ἀτμώδης τε καὶ θερμὸς, ὥσπερ ἐν <lb/>βαλανείῳ.
							ἅπαν δ’ αὐτοῖς ὁμαλῶς ἱδροῖ τὸ σῶμα, καὶ ὁ σφυγμὸς <lb/>οἷος ὁ τῶν ἀκριβῶς ὑγιαινόντων
							ἐν γυμνασίοις τε καὶ <lb/>λουτροῖς, ταχὺς καὶ μέγας καὶ σφοδρὸς καὶ πυκνός. ἦν δὲ
							δήπουθεν <lb/>εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἤδη καὶ ὁμαλός. ἐπὶ τούτοις ἅπασιν <lb/>εἰς ἀπυρεξίαν
							παύεται τὸν σύμπαντα χρόνον τοῦ παροξυσμοῦ, <lb/>ποιησάμενος ὡρῶν οὐ πλειόνων δώδεκα.
							πλεῖστος γὰρ οὗτος <lb/>ὁ χρόνος ἐν τριταίοις γνησίοις· <milestone unit="ed1page" n="406"/>ὡς τὰ πολλὰ δὲ ποτὲ <lb/>μὲν ἑπτὰ πασῶν ὡρῶν ὁ παροξυσμὸς αὐτοῖς γίνεται,
							ποτὲ <lb/>δ’ ἤτοι πρωϊαίτερον ἢ ὀψιαίτερον οὐ πολλῷ παύεται. τοῦτον <lb/>μὲν εἰ μήπω
							γνωρίσαις ἀκριβῇ τριταῖον ὑπάρχειν, ἀλλ’ <pb n="656"/> ἔτ’ ἀναμένεις τὴν ληρώδη
							διάτριτον, οὐκ ἂν οὐδ’ ὄνος ἔτι Θεσσάλειος, <lb/>ἀλλά τις εἴης λίθος. εἰ δὲ καὶ
							οὐρήσαντος αὐτοῦ <lb/>τὸ οὖρον ὑπόπυῤῥόν τε καὶ ὑπόξανθον εἴη καὶ συμμέτρως <lb/>παχύ,
							καὶ μικρὸν ὕστερον ἢ νεφέλην λευκὴν ἢ ἐναιώρημα <lb/>χρηστὸν ἐργάζοιτο, νῦν μὲν ἂν
							οὐκέτ’ οὐδὲ λίθος ἁπλῶς, <lb/>ἀλλὰ μυλίας τις ἂν εἴης λίθος, εἰ μήπω γνωρίζεις, ὅτι
							καὶ <lb/>τριταῖος οὗτος ὁ πυρετός ἐστι καὶ ἀκριβὴς τριταῖος, καὶ τὴν <lb/>τετάρτην οὐχ
							ὑπερβαίνοι περίοδον. πυῤῥοτέρων δὲ τῶν οὔρων <lb/>ὄντων, καὶ μήτ’ ἐναιωρήματος μηδενὸς
							μήτε νεφέλης ἐν τῇ <lb/>πρώτῃ περιόδῳ φανείσης, εἰς τὰς ἑπτὰ περιόδους ἐκταθήσεται.
							<lb/>πάντων δ’ ἁπλούστατός ἐστι τριταίων πυρετῶν, ὃς ἂν <lb/>ἅπανθ’ ὅσα περ εἶπον
							ἔμπροσθεν, ἀκριβῶς εἶναι τριταίου <lb/>γνωρίσματα προσδείξας, ὑπόστασιν ἐν τοῖς οὔροις
							λευκὴν <lb/>καὶ λείαν καὶ ὁμαλὴν ποιήσεται κατὰ τὴν πρώτην ἡμέραν. <lb/>
							<milestone unit="ed2page" n="413"/>οὐ γὰρ ὑπερβήσεται τὴν τρίτην οὗτος περίοδον. ἄγε
							οὖν <lb/>ἐπειδὴ πάντ’ εἴρηται τὰ τοῦ γνησίου τριταίου γνωρίσματα, <lb/>καθάπερ τινὰ
							γενεαλογίαν αὐτοῦ διὰ κεφαλαίων ποιησάμενοι <lb/>μεταβῶμεν οὕτως ἐφ’ ἕτερον. ὁ μὲν
							παροξυσμὸς εἰσβάλλει μετὰ <pb n="657"/> ῥίγους σφοδροῦ, τοὺς σφυγμοὺς οἵους εἴρηκα
							ποιούμενος. <lb/>ἔπειτ’ ὀλίγον ὕστερον αὔξεταί τε καὶ πρὸς τὴν ἀκμὴν ἐπείγεται
							<lb/>σὺν οἷς εἴρηται πᾶσιν. εἶτα λύεται καθ’ ὃν εἴρηται <lb/>τρόπον. ἡ γένεσις δὲ
							αὐτοῦ καταστάσεως μὲν αὐχμηρᾶς καὶ <lb/>θερμῆς δεῖται, καὶ τὸ σύμπαν φάναι, θερινῆς
							ὥρας, ἡλικίας <lb/>δ’ ἀκμαστικῆς καὶ χολώδους φύσεως, ἐν πόνοις καὶ φροντίσι <lb/>καὶ
							ἀγρυπνίαις καὶ τροφῶν ἐνδείαις γεγενημένης. καὶ εἰ βούλει <lb/>πρόσθες τούτοις διὰ
							τοὺς λιθίνους τούτους μεθοδικοὺς, <lb/>ὅπερ εἴωθέ που καὶ ὁ Ἀρχιγένης προσγράφειν.
							ἔστω δὲ δή <lb/>που καὶ ἡ παροῦσα κατάστασις ἐπιδημίαν ἐνηνοχυῖα τριταίων, <lb/>ἵνα
							τοῖς τεχνικοῖς γνωρίσμασι καὶ τὸν ἰδιωτικὸν μὲν, <lb/>ἀληθῆ δὲ στοχασμὸν προσθεὶς,
							αὐξήσῃς τὸ πιστὸν τῆς προγνώσεως. <lb/>ὦ πρὸς τῶν θεῶν οὔπω τοῦτον ἐροῦμεν εἶναι
							τριταῖον, <lb/>ἀλλὰ τὴν τῶν ἐριουργῶν ἀναμενοῦμεν διάτριτον, ἣν <lb/>ἐν τῇ
							γυναικωνίτιδι τρεφόμενος ὁ ληρώδης Θεσσαλὸς ὑπὸ πατρὶ <lb/>μοχθηρῶς ἔρια ξαίνοντι,
							κακῶς ἐτόλμα λέγειν Ἱπποκράτην <lb/>τε καὶ τοὺς ἄλλους παλαιούς; ὁ τὰ τῆς ἰατρικῆς
							ἅπαντα <lb/>θεωρήματα καταλαζονευσάμενος ἑστῶτα ὑπάρχοντα καὶ βέβαια, <pb n="658"/>
							τριταῖον εἰσβάλλοντα πυρετὸν οὐχ οἷός ἐστι γνωρίζειν, ἀλλ’ <lb/>ἀναμένει τὴν
							διάτριτον. τοῦτο γάρ τοι θαυμαστόν ἐστιν. ὅσα <lb/>μὲν οὐκ ἦν βέβαια, ταῦτα εἶπεν
							εἶναι βέβαια, σύμπαντα δὲ <lb/>ἠγνόησε τὰ κατὰ τὴν ἀλήθειαν βέβαια. ταύτης μὲν δὴ τῆς
							<lb/>γραὸς οὐδὲ μεμνῆσθαι προσήκει. </p></div></div></div></body></text></TEI>