<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg064.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="2"><div type="textpart" subtype="chapter" n="2"><p>Ἀεκτέον οὖν ἤδη πῶς ἄν τις ἐν τῇ πρώτῃ <lb/>τῶν ἡμερῶν, ἀκριβῶς διαγινώσκοι τοῦ
							νοσήματος τὴν φύσιν. <lb/>ἡμέραν δηλονότι παρ’ ὅλον τὸν λόγον εἰρησομένοις, οὐκ ἐκ
							<lb/>τῆς ἡμέρας αὐτῆς μόνης συνεστῶσαν, ἀλλὰ κἀκ τῆς νυκτὸς <lb/>χρόνου. καθάπερ οὖν
							καὶ τὸν μῆνα τριάκοντα ἡμερῶν εἶναι <lb/>λέγομεν, οὐ μόνον τοῦτον τὸν χρόνον, ὃν ὑπὲρ
							τῆς γῆς ὁ <pb n="643"/> ἥλιος φαίνεται προσαγορεύοντες ἡμέραν, ἀλλὰ καὶ τὸν τῆς
							<lb/>νυκτὸς αὐτοῦ προστιθέντες, οὕτως δέ πως καὶ τὸν ἐνιαυτὸν <lb/>πέντε καὶ ἑξήκοντα
							καὶ τριακοσίων ἡμερῶν εἶναί <milestone unit="ed1page" n="404"/>φαμεν. <lb/>ὥσπερ δὲ
							περὶ τοῦ τῆς ἡμέρας ὀνόματος, καὶ τοῦ κατ’ αὐτὸ <lb/>σημαινομένου διῄρηται, κατὰ τὸν
							αὐτὸν, οἶμαι, τρόπον χρὴ <lb/>μηνῦσαι καὶ περὶ τοῦ νοσήματος. ὅτι δὲ διάθεσίς τίς
							ἐστιν <lb/>ἐνέργειαν βλάπτουσα, καὶ ὅτι διττὴ πολλάκις συνίσταται ἅμα. <lb/>δέδεικται
							δ’ ἄμφω ταῦτα ἐν τῷ περὶ τῆς τῶν νοσημάτων διαφορᾶς <lb/>ὑπομνήματι. τὴν μὲν οὖν ἁπλῆν
							διάθεσιν οὐδεὶς τῶν <lb/>ἀκριβῶς εἰδότων ἀγνοήσει κατὰ τὴν πρώτην ἡμέραν. ἴδια γὰρ
							<lb/>ἔχει τὰ γνωρίσματα· τὴν δ’ ἐπίμικτον οὐχ ἅπασιν ἐγχωρεῖ <lb/>διαγνῶναι κατ’
							ἀρχάς. καὶ οὐδέν γε τοῦτο ἄτοπον εἰς διττῆς <lb/>διαθέσεως ἐπίγνωσιν, ἡμερῶν δεηθῆναι
							δυοῖν. ὥσπερ καὶ εἰ <lb/>τριττή τις εἴη, τριῶν. ἀλλὰ τό γε μίαν ἁπλῆν ἀγνοῆσαι
							διάθεσιν, <lb/>ἄτοπόν τε καὶ δεινῶς αἰσχρόν. ἠσκῆσθαι τοίνυν ἁπάσας <lb/>χρὴ τὰς ἁπλῶς
							διαθέσεις, ἑκάστην ἰδίᾳ τετελειωμένην τ’. <pb n="644"/> ἤδη γνωρίζειν ἑτοίμως. εἰ μὴ
							γὰρ ἐν τούτῳ προγυμνάσαιο φιλοπόνως, <lb/>οὐδὲ ἀρχομένην ἔτι, καὶ σμικρὰν οὖσαν
							διαγνοίης. <lb/>ὥσπερ οὐδ’ ἐλαίαν ἢ συκῆν ἢ δρῦν ἄρτι τῆς γῆς ἀνίσχοντα <lb/>δύναιο ἄν
							ποτε διαγινώσκειν, ἀγνοῶν ἔτι τὰ τέλεια φυτά. <lb/>τὸ δὲ τούτου μεῖζον, ὡς οὐδ’ αὐτὰ
							τέλεια γινώσκειν ἁπλῶς <lb/>ἀρκεῖ, ἀλλὰ χωρὶς μὲν τοῦ προγινώσκειν ἐκεῖνα τῶν νεογνῶν
							<lb/>οὐδὲν ἂν ἰδίᾳ γνωρίσαις. οὐ μὴν οὐδ’ εὐθέως τε καὶ πρώτως <lb/>ἐντυχὼν νῦν, ἀλλ’
							ὡς καὶ τῶν τελείων ἕκαστον οὐκ ὀλιγάκις <lb/>θεασάμενος ἱκανὸς διαγινώσκειν ἑτοίμως
							ἐγένου, κατὰ τὸν <lb/>αὐτὸν, οἶμαι, τρόπον χρή σε καὶ τῶν ἄρτι γεννωμένων ἕκαστον,
							<lb/>οὐχ ἅπαξ οὐδὲ δὶς, ἀλλὰ πολλάκις θεασάμενον ἱκανῶς <lb/>αὐτῶν γενέσθαι γνώριμον.
							μὴ τοίνυν ἐάν τι τῶν τῇδε <lb/>γεγραμμένων ἐπιχειρῶν ἀσκεῖν ἐν τῇ πρώτῃ πείρᾳ σφαλῇς,
							<lb/>ἀπογινώσκειν εὐθὺς ὡς ἀδυνάτου, μηδὲ ἀποχωρεῖν τῆς μελέτης, <lb/>πρὶν πάνυ
								<milestone unit="ed2page" n="409"/>πολλάκις ἐν αὐτῇ γυμνάσασθαι. οὐδὲ <lb/>γὰρ τοὺς
							τὴν τοξικὴν μελετῶντας, καίτοι πολλάκις ἁμαρτάνοντας <lb/>τοῦ σκοποῦ, τό γε κατ’
							ἀρχὰς, ὅμως οὐδὲ τούτους <lb/>ἀφισταμένους ὁρᾷς τῆς ἀσκήσεως, οὐδ’ ἀθυμοῦντας
							ἀποτυχίας. ﻿<pb n="645"/> ὁπότ’ οὖν τοξικὴν οὕτω σμικρὰν τέχνην, ὡς καὶ τοῖς
							ἀνδραπόδοις <lb/>ἀσκεῖσθαι καλῶς, οὐ δυνατόν ἐστιν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς <lb/>κατορθοῦσθαι,
							τί χρὴ νομίζειν ἐπὶ τῆς τῶν Ἀσκληπιῶν τέχνης, <lb/>οὕτω μὲν πολλῆς θεωρίας δεομένης,
							οὕτω δ’ ἀκριβοῦς τε καὶ <lb/>φιλοπόνου τῆς ἐπ’ αὐτῶν τῶν ἔργων τριβῆς; εἰ μὲν δή τις
							<lb/>εἴης τῶν ἐπὶ τοῖς καλλίστοις ταλαιπωρεῖσθαι προῃρημένων, <lb/>ἅπαντα μὲν πρώτως
							ἔκμαθε ἀκριβῶς, τὰ λεγόμενα καθ’ ἕκαστον <lb/>τῶν νοσημάτων, ἐφεξῆς δ’ ἐπὶ τῶν ἔργων
							ἄσκησον. <lb/>εἶθ’ οὕτως ἐπιχείρει κρίνειν αὐτὰ, πότερον ἀληθῶς ἢ ψευδῶς <lb/>εἴρηται.
							εἰ δ’ ἀταλαίπωρός τε καὶ ῥᾴθυμος εἴης, ἢ ταλαίπωρος <lb/>μὲν ἀλλ’ εἰς τὰ χείρω,
							πλοῦτόν τε καὶ τιμὴν καὶ <lb/>δύναμιν πολιτικὴν ἀληθείας προαιρούμενος, ἄμεινόν σοι
							μηδ’ <lb/>ἅπτεσθαι τῆσδε τῆς θεωρίας, μηδ’ εἰς ἀνάπλεων βορβόρου <lb/>φρέαρ ἐμβάλλειν
							ὕδωρ καθαρόν. ἀφανίσεις τε γὰρ τὸ ὕδωρ <lb/>καὶ τὸ φρέαρ οὐδὲν ὠφελήσεις. τὴν οὖν
							ἁπλῆν διάθεσιν ἑκάστου <lb/>τῶν νοσημάτων, ἐπὶ γὰρ τὸν τῆς ἀληθείας ἑταῖρον ἤδη
							<lb/>τρέψομαι, πρῶτον ἄσκησόν μοι γνωρίζειν αὐτὴν ἐφ’ ἑαυτῆς, <pb n="646"/> οὐκ ἐκ τῶν
							ἔξωθεν αὐτῇ προσκειμένων μόνον, ἅπερ οἱ πολλοὶ <lb/>θεῶνται, ἀλλὰ πρῶτον μὲν καὶ
							μάλιστα ἐκ τῶν κατὰ τὴν <lb/>ἰδίαν οὐσίαν ὑπαρχόντων· ἐπεὶ δ’ ἤδη καὶ τῶν ὡς ἐπὶ τὸ
							<lb/>πολὺ συμβεβηκότων. οἷον ἐπὶ τοῦ καλουμένου τριταίου μὴ <lb/>τοῦτο μόνον
							ἐπισκέπτου, τὸ διὰ τρίτης γίνεσθαι τοὺς παροξυσμοὺς, <lb/>εἰς ἀπυρεξίαν τελευτῶντας.
							εἰ γὰρ ἤτοι δύο τριταῖοι <lb/>γενηθεῖεν, ἢ δύο τεταρταῖοι, καθ’ ἑκάστην μὲν ἡμέραν
							<lb/>οἱ δύο τριταῖοι· διὰ τρίτης δ’ οἱ δύο τεταρταῖοι παροξύνονται, <lb/>ἢ τοὺς δύο
							τριταίους ἕνα νομίσεις ἀμφημερινόν· ἢ τοὺς <lb/>δύο τεταρταίους ἕνα τριταῖον. ἀλλὰ τὴν
							ἰδέαν ἐπισκοπεῖσθαί <lb/>σε κελεύω τῶν πυρετῶν. οὔτε γὰρ ταῖς εἰσβολαῖς τῶν
							<lb/>παροξυσμῶν ἐοίκασιν, οὔτε ταῖς ἀναβάσεσιν, οὔτε ταῖς ἀκμαῖς, <lb/>οὔτε ταῖς
							παρακμαῖς, οὔτε τῇ ποιότητι τῆς θερμασίας, <lb/>οὔτε τῇ κινήσει τῶν ἀρτηριῶν, οὔτε
							τοῖς ἐπιγινομένοις συμπτώμασιν. <lb/>εἰ μὲν οὖν μηδέποτ’ ἦν θεάσασθαι τριταῖόν τε καὶ
							<lb/>ἀμφημερινὸν, αὐτὸν καθ’ ἑαυτὸν ἑκάτερον, ἄδηλος ἂν ἦν <lb/>αὐτῶν ἡ διάγνωσις,
							ἐπεὶ δὲ καὶ τριταῖον, αὐτόν ἐστιν ἰδεῖν <lb/>καθ’ ἑαυτὸν, ἀρξάμενόν τε καὶ προελθόντα
							καὶ τελειωθέντα <pb n="647"/> καὶ λυθέντα, καὶ ἀμφημερινὸν ὡσαύτως, οὐδέν ἐστιν
							χαλεπὸν <lb/>ἀμφημερινοῦ ἑνὸς διακρῖναι δύο τριταίους. </p></div></div></div></body></text></TEI>