<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg063.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="8"><p>Νυνὶ δὲ περὶ τοῦ μεγάλου καὶ μικροῦ σφυγμοῦ <lb/>καὶ τῶν ἄλλων ὅσοι κατὰ τὸ
                        ποσὸν τῆς διαστολῆς <lb/>νοοῦνταί τε καὶ διαγνώσκονται προσθεὶς ὅσον
                        χρήσιμον, <lb/>ἐπὶ τὰς αἰτίας αὐτῶν μεταβήσομαι. καὶ γὰρ ἐπὶ τούτων τῶν
                        <lb/>σφυγμῶν τὸ μέν τι κοινόν ἐστι μέτρον ἐν πλάτει συχνῷ λαμβανόμενον,
                        <lb/>τὸ δέ τι καθ’ ἕκαστον ἄνθρωπον ἴδιον. ἐν μὲν <lb/>τῷ κοινῷ σύμμετρος
                        καθ’ ἡντιναοῦν διάστασιν ὁ σφυγμὸς ἔσται, <lb/>καὶ διαγνωσθήσεται ἐν τῷ τῆς
                        ἀρτηρίας ὄγκῳ παραμετρούμενος· <lb/>ὀνομάζω δὲ νῦν ὄγκον αὐτὴν τὴν κατὰ
                        κύκλον περιγραφήν. <lb/>ὁμοίως δὲ τούτῳ καὶ οἱ τῶν συμμέτρων καθ’ ἑκάστην
                        <lb/>διάστασιν ὑπερέχοντες ἢ ἐλλείποντες· ἰδίᾳ δὲ καθ’ ἕκαστον <lb/>ἄνθρωπον
                        ἐκ τῆς κατ’ ἐκεῖνον ἁφῆς προεγνωσμένης τε καὶ <lb/>μνημονευομένης. εἴρηται
                        δὲ καὶ περὶ τῶν τοιούτων σφυγμῶν <pb n="453"/> ἐν τῷ δευτέρῳ τῆς διαγνώσεως
                        αὐτῶν, ἥντινα πραγματείαν <lb/>οὐδεὶς ἔγραψε πρὸ ἐμοῦ, αὐτὴν καθ’ αὑτὴν
                        ἀποτεμνόμενος <lb/>ἰδίᾳ καὶ μόνην, ἀλλ’ ὀλίγα που πράγματα κατὰ τὸ πάρεργον
                        <lb/>αὐτῆς ἄλλος ἄλλο προχειρισάμενος διεφώνησαν ἐν αὐτοῖς. <lb/>τὸν γοῦν
                        τοῦ παιδὸς σφυγμὸν ὁ μὲν Ἡρόφιλος ἱκανὸν τῷ μεγέθει <lb/>φησὶν ὑπάρχειν, ὁ
                        δ’ Ἀρχιγένης μικρόν. οὕτω δὴ καὶ <lb/>τὸν μυρμηκίζοντα ταχὺν εἶναι φησὶν ὁ
                        Ἀρχιγένης, Ἡρόφιλος <lb/>δὲ οὐ ταχύν. ἐῤῥήθησαν δὲ καὶ αἱ τῶν σφαλμάτων
                        αἰτίαι <lb/>κατὰ τὴν πραγματείαν ἐκείνην· ὥστε σοι παντὸς μᾶλλόν ἐστι
                        <lb/>προσεκτέον αὐτῇ τὸν νοῦν, εἰ διαγινώσκειν τε καὶ προγινώσκειν
                        <lb/>ἐθέλοις διαφορὰς σφυγμῶν ὅσα περὶ ἡμᾶς εἶδες. <lb/>οὐδὲν γὰρ οὕτως ὃ
                        οὔτε πλείονος εἰς ἄσκησιν δεῖται χρόνου <lb/>τῶν κατὰ τὴν τέχνην, οὐδὲ
                        μείζονα δύναμιν ἔχει τῆς τῶν <lb/>σφυγμῶν διαγνώσεως. ὅπου γὰρ Ἀρχιγένης
                        ἐδείχθη σφαλλόμενος <lb/>οὐ μόνον ἐν τῇ τοῦ τάχους, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ τοῦ
                        μεγέθους <lb/>διαγνώσει, τίνα δυνήσῃ σχεῖν ἐλπίδα σὺ τῆς ἐπιστήμης
                        <lb/>αὐτῶν ἄνευ τοῦ λόγῳ μὲν πρῶτον ἐν τοῖς τέτταρσι περὶ <lb/>διαγνώσεως
                        βιβλίοις, ὕστερον δὲ καὶ τριβῇ τὴν ἐν αὐτοῖς <pb n="454"/> ἀλήθειαν
                        ἐκμαθεῖν; ὡς οὖν οὕτως πράξαντός σου τὰ κεφάλαια <lb/>τῶν ἐν ἐκείνοις
                        εἰρημένων ὥσπερ ἐπὶ τῶν προειρημένων <lb/>διαφορῶν, οὕτως καὶ τῶν ἄλλων ἐρῶ.
                        τῆς γάρ τοι διαστολῆς <lb/>αἰσθητὴν ἐχούσης ἅπασι τὴν κίνησιν, ὅταν μὲν
                        ἐπιπολῆς <lb/>ψαύσῃς περιλαβὼν ἀβιάστως τὴν ἀρτηρίαν, καὶ μᾶλλον ὅταν
                        <lb/>ἐκ τῶν κάτω μερῶν, ἡ τοῦ μεγέθους διάγνωσις ἀκριβὴς γίνεται.
                        <lb/>πότερα δὲ σφοδρῶς ἢ ἀμυδρῶς καὶ ὁμαλῶς ἤ ἀνωμάλως <lb/>ἐκινήθη, γνῶναι
                        βεβαίως τε καὶ ἀκριβῶς ἀδύνατόν ἐστι κατὰ <lb/>τὴν εἰρημένην ἐπιβολὴν τῆς
                        ἁφῆς. ἀλλὰ χρὴ θλίβειν ἠρέμα <lb/>τὴν ἀρτηρίαν· οὕτως γὰρ αἰσθήσῃ πλείονι
                        χρόνῳ τῆς διαστολῆς <lb/>ἤπερ ὅτε ἀβιάστως ἐπέβαλες αὐτῇ τοὺς δακτύλους. οὐ
                        <lb/>μὴν οὐδὲ τοῦ τάχους οὐδὲ τῆς βραδυτῆτος ἡ διάγνωσις ἐναργῶς
                        <lb/>φαίνεται χωρὶς τοῦ κἂν ἐπιβραχὺ θλῖψαι τὸ κατὰ τὰς <lb/>ἀρτηρίας
                        ἐπικείμενον δέρμα. πράξαντι δὲ οὕτως ἐνίοτε μὲν <lb/>ἰσοταχῶς, ἐνίοτε δὲ
                        ἀνωμάλως σοι φανεῖται κινουμένη, καὶ <lb/>ποτὲ μὲν τὰ πρῶτα τῆς κινήσεως ἢ
                        τὰ μέσα βραδύτερα ποιουμένη, <lb/>ποτὲ δ’ ἔμπαλιν. οὕτως δὲ καὶ ὠκυτέρως
                        ποτὲ μὲν τὰ <pb n="455"/> τελευταῖα, ποτὲ δὲ τὰ πρὸ αὐτῶν, ἢ τὰ πάντων
                        πρῶτα· <lb/>καὶ δὴ καὶ σφοδρότερα καὶ ἀμυδρότερα κατὰ τὸν αὐτὸν λόγον.
                        <lb/>καὶ τοίνυν καὶ διακοπτομένην ἡσυχίᾳ τὴν ἄνοδον αἰσθήσῃ τῆς
                        <lb/>ἀρτηρίας, ὡς δοκεῖν ἵστασθαι, καὶ τὴν δευτέραν δὲ προσβολὴν <lb/>ἐπὶ τῇ
                        στάσει ποτὲ μὲν ἰσχυροτέραν ἤ θάττω, ποτὲ δὲ <lb/>ἀσθενεστέραν ἤ βραδυτέραν
                        τῆς προτέρας. πολλῶν δὲ οὐσῶν <lb/>κἀν τούτῳ γένει τῶν κατὰ μέρος διαφορῶν,
                        ἁπάσας ἔχεις <lb/>ἐν τῷ πρώτῳ τῆς περὶ σφυγμῶν πραγματείας γεγραμμένας.
                        <lb/>ἀλλὰ κἀνταῦθά σοι τὸ χρήσιμον ἅμα τοῖς ἐξ αὐτῶν δηλουμένοις <lb/>εἰπεῖν
                        πειράσομαι διὰ βραχυτάτων ἐν τοῖς ἑξῆς λόγοις. <lb/>ὁμοίως δὲ καὶ περὶ τῶν
                        ἄλλων ὅσα νῦν παραλέλειπται περιεργότερον <lb/>ἐζητημένα τοῖς ἰατροῖς, ἐν τῷ
                        προγνωστικῷ μέρει <lb/>τῆς πραγματείας ἀκούσῃ. νυνὶ δ’ ἀρκεῖ τό γε τοσοῦτον
                        εἰπεῖν, <lb/>ὡς ὅστις ἀναγινώσκει τὸ βιβλίον τοῦτο πρὸ τῆς μεγάλης
                        <lb/>πραγματείας, ἐγχωρεῖ μὲν αὐτῷ πρὸς τὰ τῆς τέχνης <lb/>ἔργα μήτε τοῦ
                        πρώτου μέρους αὐτῆς τοῦ περὶ τῆς διαφορᾶς <lb/>τῶν σφυγμῶν δεηθῆναι μήτε
                        τούτου περὶ τῶν αἰτιῶν· ﻿<pb n="456"/> ἕξει γὰρ αὐτῶν κἀνταῦθα περιεχομένην
                        τὴν δύναμιν. ἡ μέντοι <lb/>διαγνωστικὴ καὶ ἡ προγνωστικὴ πραγματεία
                        χρησιμώταται <lb/>πρὸς τὰ τῆς τέχνης ἔργα εἰσὶ κατὰ διέξοδον, οὐκ ἐπιτομὴν,
                        <lb/>ἀναγινωσκόμενα. καλῶς οὖν ποιήσεις μὴ θαῤῥήσας μόνῃ ταύτῃ <lb/>τῇ
                        διδασκαλίᾳ, πρὸς ἀνάμνησιν πρόχειρον οὔσῃ χρησίμῃ τοῖς <lb/>ἐπιμελῶς
                        μεμαθηκόσι τὰ κατὰ διέξοδον ἐν ἐκείναις γεγραμμένα. <lb/>περὶ δὲ τῆς τοῦ
                        τάχους διαγνώσεως τοῦ σφυγμοῦ, ἐν ᾗ τὸν <lb/>Ἀρχιγένην σφαλλόμενον
                        ἐδείξαμεν, οὐχ οἷόν τε βεβαίαν διάγνωσιν <lb/>λαβεῖν λαβεῖν ἄνευ τοῦ περὶ
                        τῆς διαγνώσεως τῶν σφυγμῶν <lb/>ἀναγνῶναι μὴ κατὰ τὸ πάρεργον, ἐν οἷς
                        δείκνυται μὴ ψιλῷ <lb/>καὶ μόνῳ χρῆναι τῷ χρόνῳ τῆς κινήσεως διακρῖναι τὸ
                        τάχος <lb/>ἀπὸ τῆς βραδυτῆτος, ἀλλὰ καὶ τὸ τῆς ἀνόδου ποσὸν ἐπισκοπεῖν.
                        <lb/>ὡς ἐάν γε μόνῳ τῷ χρόνῳ προσέχῃς τὸν νοῦν, τὸν <lb/>μυρμηκίζοντα
                        καλούμενον σφυγμὸν ταχὺν εἶναι δόξεις, οὐκ <lb/>ὄντα ταχὺν, ἀλλ’
                        ὀλιγοχρόνιον, ὡς ἅτε μικροτάτην ἔχοντα <lb/>διαστολήν. οὐ γὰρ ἐνδέχεται
                        πολλῷ χρόνῳ διεξέρχεσθαι <lb/>βραχὺ διάστημα, κἂν βραδὺ τὸ κινούμενον ᾖ·
                        χελώνη γοῦν <lb/>ἐν ἐλάττονι χρόνῳ διεξέρχεται πῆχυν ἢ παρασάγγνη ἵππος, <pb n="457"/>
                        <lb/>ἀλλ’ ὁ τῆς φορᾶς ῥοῖζος οὐκ ἴσος τῶν ζώων ἀμφοτέρων. <lb/>ἐθισθῆναι δ’
                        οὖν σε χρὴ ταύτῃ διαγινώσκειν καὶ βραδυτῆτα <lb/>χρόνου. περὶ μὲν οὖν
                        τούτου, καθάπερ ἔφην, ἔν τε τῷ <lb/>τρίτῳ περὶ διαγνώσεως ἐπιπλεῖστον·
                        εἴρηται καὶ κατὰ τὰ <lb/>πρῶτα τοῦ δευτέρου· περὶ δὲ τῆς συστολῆς ἐν τῷ
                        πρώτῳ <lb/>τελεώτατα γέγραπται, δεικνύντος μου κατὰ τοὺς ἀμυδροὺς
                        <lb/>σφυγμοὺς ἀδιάγνωστον αὐτὴν εἶναι, καὶ μάλισθ’ ὅταν ὁ χιτὼν <lb/>τῆς
                        ἀρτηρίας ᾖ μαλακός· ἐπὶ δὲ τῶν σφοδρῶν σφυγμῶν διαγινώσκεσθαι <lb/>κἀπὶ τῶν
                        μέσων κατὰ σφοδρότητα καὶ μέγεθος. <lb/>περὶ δὲ μαλακότητος τῆς ἀρτηρίας
                        οὐδὲν χρὴ προσδιορίζεσθαι <lb/>κατὰ τοὺς σφοδροὺς σφυγμούς. οὐδέποτε γὰρ ὁ
                        αὐτὸς σφυγμὸς <lb/>ἅμα σφοδρός τέ ἐστι καὶ μαλακὸς, ἀλλ’ ἤτοι σκληρὸς ἢ
                        <lb/>σύμμετρός τε καὶ κατὰ φύσιν ἐν τούτῳ τῷ γένει. κατὰ τοὺς <lb/>σφοδροὺς
                        οὖν σφυγμοὺς θλίβων ἀτρέμα τὴν ἀρτηρίαν αἰσθήσῃ, <lb/>πότερον εὐθέως
                        ἀποχωρεῖ πρὸς τὴν συστολὴν βραχυχρόνιον <lb/>ποιοῦσα τὴν ἐκτὸς ἠρεμίαν, ἢ
                        πλέονι χρόνῳ τῆς κατὰ <lb/>φύσιν ἡσυχάζει· καὶ πότερον ἡ κίνησις αὐτῆς
                        συστελλομένη <lb/>ὠκυτέρα τῆς κατὰ φύσιν κινήσεως ἐστὶν ἢ βραδυτέρα. <pb n="458"/> μέγιστα γὰρ ἐκ τῆς τοιαύτης διαγνώσεως εἰς τὸ προγινώσκειν
                        <lb/>ὠφεληθήσῃ, ὃ ἔχεις ἐν τέτταρσι βιβλίοις. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="9"><p>Τὰς δὲ ποιούσας καὶ τὰς ἀλλοιούσας τοὺς <lb/>σφυγμοὺς αἰτίας ἑτέρωθι διῆλθον·
                        ἐπιδείκνυμι δ’ ἐν αὐτοῖς <lb/>πρώτας μὲν τὰς οἷον συνεκτικὰς αὐτῶν αἰτίας,
                        δευτέρας δὲ <lb/>τὰς προηγουμένας, καὶ τρίτας τὰς προκαταρχούσας, ἃς δὴ
                        <lb/>καὶ προκαταρκτικὰς ὀνομάζουσιν. εὔδηλον δ’ ὅτι διαφέρει μηδὲν <lb/>ἢ
                        θηλυκῶς εἰπεῖν αἰτίας, ἢ οὐδετέρως αἴτια. μεμνῆσθαι <lb/>μέντοι χρὴ πρὸ
                        πάντων ὅπως ἔφαμεν ὀνομάζειν ἐνίοτε συνεκτικὸν <lb/>αἴτιον, ὅτι μὴ κυρίως,
                        ἀλλὰ καταχρώμενοι τῇ προσηγορίᾳ. <lb/>τὸ μὲν γὰρ κυρίως λεγόμενον αἴτιον
                        συνεκτικὸν οὔτ’ <lb/>ὠνόμασέ τις ἄλλος πρὸ τῶν Στωϊκῶν οὔτ’ εἶναι
                        συνεχώρησε· <lb/>τὰ δὲ καὶ πρὸ ἡμῶν οἷον συνεκτικὰ λεγόμενα γενέσεώς τινος,
                        <lb/>οὐχ ὑπάρξεως αἴτια. δέδεικται γὰρ οὔτ’ ἄλλου τινὸς αἴτιον <lb/>πρότερον
                        οὐδὲν, ὅτι μὴ γενέσεως· ἀλλ’ οὐ πᾶν τὸ γενέσεως <lb/>αἴτιον ὀνομάζομεν, ὡς
                        ἔφην, καταχρώμενοι, συνεκτικὸν, <pb n="459"/> ἐκεῖνο δὲ μόνον ὃ ποιητικόν
                        ἐστι τῶν ἐν τῷ γίνεσθαι τὸ εἶναι <lb/>κτωμένων, οἷον ὀρχήσεως, πυγμῆς,
                        πάλης, δρόμου, <lb/>πασῶν τῶν ἐνεργειῶν· κινήσεις γὰρ εἰσι δραστικαὶ, διὰ
                        ταύτας <lb/>δὲ καὶ παθητικαὶ κινήσεις ἐν τῷ γίνεσθαι τὴν ὕπαρξιν
                        <lb/>ἔχουσι. τοιαύτης μὲν οὔσης καὶ τῆς κατὰ τοὺς σφυγμοὺς <lb/>ὑπάρξεως,
                        αἰτίαι ποιητικαὶ τρεῖς ἐδείχθησαν, ἥ τε δύναμις <lb/>ἡ κινοῦσα τὰς ἀρτηρίας
                        καὶ αὐτὸ τὸ σῶμα τοῦ ἀγγείου καὶ <lb/>ἡ χρεία δι’ ἣν κινεῖται, δέδεικται δ’
                        ἐν τῷ περὶ χρείας σφυγμῶν <lb/>γράμματι, τὸ σύμπαν εἰπεῖν ἐν κεφαλαίῳ
                        περιλαβόντα, <lb/>φυλακὴν τῆς ἐμφύτου θερμασίας τὴν χρείαν τῶν σφυγμῶν
                        <lb/>ὑπάρχειν. ὄντων γὰρ δυοῖν μερῶν τοῦ σφυγμοῦ, διαστολῆς <lb/>τε καὶ
                        συστολῆς, τὴν μὲν διαστολὴν ἐμψύξεως ἕνεκεν ἐδείξαμεν <lb/>γίγνεσθαι τὰ
                        πολλὰ, σπανίως δέ ποτε καὶ ῥιπίσεώς τε <lb/>καὶ ἀναψύξεως, ὥσπερ γε καὶ
                        μορίου τινὸς αὐτῆς βραχέος <lb/>ἕνεκα τοῦ κατὰ τὸν ἐγκέφαλον πνεύματος· τὴν
                        συστολὴν δὲ <lb/>ἀποχύσεως οἷον αἰθαλωδῶν καὶ καπνωδῶν περιττωμάτων. <lb/>τὰ
                        μὲν γὰρ ἐκ τῶν ψυχροτέρων τε χυμῶν καὶ ὑγροτέρων, κατεργαζομένων <lb/>ὑπὸ
                        τῆς ἐμφύτου θερμασίας ἢ σηπομένων ὑπὸ <pb n="460"/> τῆς παρὰ φύσιν, εἰς τὸ
                        περιέχον ἀποῤῥέοντα κατὰ τὴν ἄδηλον <lb/>αἰσθήσει διαπνοὴν ἔοικε καπνῷ, τὰ
                        δὲ ἐκ τῶν θερμῶν ἢ <lb/>ξηρῶν αἰθάλῃ τε καὶ λιγνύι. ψυχρὸς μὲν οὖν χυμὸς ὁ
                        ἰδίως <lb/>καλούμενος ὠμὸς, ὑγρὸς δὲ καὶ ψυχρὸς τὸ φλέγμα. συλλαμβάνοντες
                        <lb/>δὲ ὡς τὰ πολλὰ μιᾷ προσηγορίᾳ τοὺς χυμοὺς ἀμφοτέρους <lb/>ὀνομάζομεν
                        φλεγμώδεις καὶ φλεγματικούς. ξηρὸς δὲ <lb/>χυμός ἐστιν ὁ τῆς μελαίνης χολῆς,
                        ὁ δὲ τῆς ὠχρᾶς τε καὶ ξανθῆς <lb/>χολῆς οὐ ξηρὸς μόνον, ἀλλὰ καὶ θερμός· ἡ
                        δὲ ἰώδης χολὴ <lb/>μεταξὺ τούτων ἐστίν. οὔσης δὲ καὶ τῆς μελαίνης διττῆς,
                        κατά <lb/>τε τὴν γένεσιν καὶ τὴν δύναμιν, ἐπειδὴ καὶ τῆς ξανθῆς
                        ὑπεροπτηθείσης <lb/>γίνεται καὶ τοῦ παχέος τε καὶ ἰλυώδους αἵματος,
                        <lb/>ὅπερ ἀνάλογόν ἐστι τῇ κατὰ τοὺς οἴνους τρυγὶ, τῆς δὲ ἰώδους <lb/>χολῆς
                        ἡ γένεσις ἐν τῇ τῆς ὠχρᾶς μεταβολῇ γίνεται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="10"><p>Ὅταν μὲν οὖν ἡ θερμασία πλείων αὐξηθῇ <lb/>κατὰ τὸ σῶμα τοῦ ζώου, τῆς
                        διαστολῆς τῶν ἀρτηριῶν ἡ χρεία <lb/>γίνεται μείζων· ὅταν δὲ τὸ καπνῶδες ἢ
                        λιγνυῶδες περίττωμα, <lb/>τῆς συστολῆς. ἔνθα δὲ ἡ χρεία τὴν αὔξησιν ἴσχει,
                        τὸ τάχος ﻿<pb n="461"/> ἐνταῦθα καὶ τὸ μέγεθος αὐξάνεται τοῦ διαστήματος, ὃ
                        διεξέρχεται <lb/>τὸ σῶμα τῆς ἀρτηρίας ἢ διαστελλόμενον ἢ συστελλόμενον.
                        <lb/>ὥστε μείζων μὲν ὁ σφυγμὸς ἔσται διαστελλομένης αὐτῆς, <lb/>αὐξηθείσης
                        ἁπλῶς τῆς θερμασίας· ἐπιπλεῖστον δὲ ἀποχωρήσει <lb/>κατὰ τὰς συστολὰς, ἔνθα
                        καπνῶδες ἢ λιγνυῶδες ἀποχεῖται <lb/>περίττωμα. τὸ μὲν οὖν τῆς διαστολῆς
                        μέγεθος αἰσθήσει διαγνῶναι <lb/>ῥᾷστόν ἐστι, τὸ δὲ τῆς συστολῆς ἀδύνατον.
                        ἐδείχθη <lb/>γὰρ ἐν τοῖς περὶ διαγνώσεως σφυγμῶν ἐκφεῦγον αὐτὴν τὸ
                        <lb/>πλεῖστον τῆς συστολῆς. τὸ τάχος οὖν μόνον τῆς ἀποχωρήσεως <lb/>ἅμα τῇ
                        βραχύτητι τῆς ἐντὸς ἠρεμίας ἐνδείξεταί σοι τὸ <lb/>πλῆθος τῶν ἐν ταῖς
                        ἀρτηρίαις περιττωμάτων. ἐδείχθη γὰρ <lb/>περὶ τῶν ἐν τοῖς σφυγμοῖς αἰτίων
                        ἐπειγομένη πρὸς τὴν τῆς <lb/>συστολῆς ἐνέργειαν ἡ φύσις, ἐπειδὰν
                        καταπνίγηται τοῖς περιττώμασιν· <lb/>ἡ δὲ ἔπειξις καὶ τὴν ἐκτὸς ἡσυχίαν
                        αὐτῆς συντέμνει, <lb/>καὶ τὸ τάχος τῆς συστολῆς αὐξάνει. δέδεικται δὲ καὶ
                        ὅτι μετρίως <lb/>ἔχουσα τῆς τοῦ σώματος συστάσεως ἡ ἀρτηρία πρῶτον <lb/>μὲν
                        τὸ μέγεθος αὐξάνει τῆς θερμασίας ἐπιτεινομένης, δεύτερον <lb/>δὲ τὸ τάχος.
                        ὅταν δ’ ἱκανῶς ἐκπυρωθῇ, μεγάλους ἅμα καὶ <pb n="462"/> ταχεῖς ἐργάζεται
                        τοὺς σφυγμούς· εἰ δ’ ἐπιπλεῖστον, καὶ πυκνούς. <lb/>ἔθα δὲ τὸ μὲν πλῆθος
                        οὐδέπω τῆς θερμασίας ηὔξηται, <lb/>τὰ δὲ καπνώδη τε καὶ λιγνυώδη περιττώματα
                        πλεονάζει, <lb/>τάχος, μὲν οὐ δὲ μέγεθος προσέρχεται, συναιρεῖται δὲ ἡ
                        πυκνότης, <lb/>καὶ σαφῶς ὠκυτέρα φαίνεται κατὰ τὴν εἰς ἑαυτὴν σύνοδον <lb/>ἡ
                        κίνησις τῆς ἀρτηρίας. καὶ τοῦτ’ ἐστὶν ἀψευδέστατον <lb/>σημεῖον ἀρχομένης
                        εἰσβολῆς παροξυσμοῦ τοῦ πρόσθεν ὄντος <lb/>ἐν τῷ κάμνοντι. σαφεστάτη μὲν οὖν
                        ἐφ’ ὧν προεπιστάμεθα <lb/>τοὺς σφυγμοὺς γίνεται, δυσκολωτέρα δ’ ἐπ’ ἄλλων,
                        καὶ πολλῶν <lb/>δεομένη πρὸς τὴν μνήμην τῶν κοινῶν μέτρων ἐκείνων τῶν
                        <lb/>σωμάτων, ὧν ἡψάμεθα τῶν σφυγμῶν. ἅτε γὰρ ἐν ποσότητι <lb/>κειμένης τῆς
                        γνώσεως, οὐχ ἡ αὐτὴ πᾶσίν ἐστι. </p></div></div></body></text></TEI>