<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg063.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="7"><p>Ἄρξαι δὴ πρῶτον ἀπὸ τοῦ διαγινώσκειν τὴν <lb/>ποσότητα τῆς διαστολῆς. ὑπάρξει
                        δέ σοι τοῦτο τὴν ἐπιβολὴν <lb/>τῶν δακτύλων ἐπιπολῆς ποιουμένῳ, καὶ μᾶλλον
                        ἐκ τῶν κατὰ <lb/>μερῶν τῆς ἀρτηρίας. ἄνωθεν μὲν γὰρ ἐπιβάλλων τὴν ἁφὴν,
                        <lb/>ἴσως που βαρυνεῖς ἐνίοτε καὶ θλίψεις αὐτὴν, εἰ μὴ πάνυ <lb/>σφόδρα
                        προσέχεις τὸν νοῦν, ὡς ἀκριβῶς θεωρεῖν τοὺς <lb/>δακτύλους ἄνευ θλίψεως
                        πάσης. ἡ δ’ ἐκ τῶν κάτω μερῶν <lb/>ἐπιβολὴ μᾶλλον δύναται στοχάσασθαι, τῷ
                        μηδ’ ὅλως θλίβεσθαι <lb/>τὴν ἀρτηρίαν. εἰς ὅσον δ’ ἂν αὐτὴν θλίψῃς, εἰς
                        <lb/>τοσοῦτον κωλύσεις τὸν ὄγκον τῆς διαστολῆς· καὶ μάλισθ’ <lb/>ὅταν ἄτονος
                        ὁ σφυγμὸς ᾖ, καθάπερ ἐπὶ τῶν ληθαργικῶν· <pb n="448"/> ὧν ἂν ἐπιθλίψῃς τὴν
                        ἀρτηρίαν τοῖς δακτύλοις, ἀντὶ μεγίστου <lb/>μικρότατος φανεῖται. ἐὰν δὲ, ὡς
                        εἴρηται, τελέως ἀσθενὴς <lb/>ἡ ζωτικὴ δύναμις ᾖ, τὸ δ’ ἐναντίον ἐπὶ τῶν
                        εὐτόνων γίνεται <lb/>σφυγμῶν, οὓς καὶ σφοδροὺς ὀνομάζομεν, ἀντιβαίνει γὰρ ἡ
                        <lb/>ἀρτηρία θλιβόντων μᾶλλον ἢ μετρίως ἐπιβαλλόντων τοὺς δακτύλους,
                        <lb/>ἐνδεικνυμένη τῆς κινούσης τὴν ῥώμην αὐτὴν δυνάμεως. <lb/>ὥσθ’ ὅταν τό
                        τε δέρμα τοῦ κάμνοντος ᾖ σκληρὸν ὅ τε <lb/>τῆς ἀρτηρίας χιτὼν ὁμοίως
                        διακείμενος, οἱ εὔτονοι σφυγμοὶ <lb/>τὴν τῶν ἐπιβαλλομένων δακτύλων
                        ἀνατρέπουσι σάρκα μετὰ <lb/>τοῦ δέρματος, ὥσπερ εἰ καὶ τῶν ἐκτός τι
                        προσενέγκαις σκληρὸν <lb/>σῶμα μαλακῷ χρωτί· κατ’ αὐτὸ γάρ τοι τοῦτο
                        διακρίνεται <lb/>τοῦ μαλακοῦ τὸ σκληρὸν, ἐγκαταβαίνοντος τῷ μαλακωτέρῳ
                        <lb/>τοῦ σκληροτέρου. τὸ δ’ εὔτονον ἁπλῶς ἄνευ τοῦ σκληρὸν <lb/>εἶναι τὸ μὲν
                        ἀνατρέπειν ἔχει, τὸ δ’ οἷον πιλεῖν καὶ θλᾷν <lb/>οὐκ ἔχει. νοήσεις δ’ ὀλίγῳ
                        σαφέστερον ἐπ’ ἀνέμου τε βιαίας <lb/>προσβολῆς καὶ λιθιδίου μετρίας
                        ἐπιθέσεως. ὁ μὲν γὰρ ἄνετος <lb/>ἀνατρέπει ἡμᾶς καὶ δένδρα πολλάκις οὐ
                        σμικρά· λιθίδιον δὲ <pb n="449"/> ἐπιτεθὲν τῷ δέρματι πιλεῖν μὲν αὐτὸ καὶ
                        θλίβειν πέφυκεν, <lb/>ἀνατρέπειν δὲ τὸ κῶλον ὅλον οὐ δύναται. τὸ μὲν
                        ἀνατρεπόμενον <lb/>ἄνευ τοῦ θλίβεσθαι τὴν χώραν ἐν ᾗ πρόσθεν ἦν καταλείπει,
                        <lb/>τὸ δ’ ὑπὸ σκληροτέρου πιλούμενον εἶκον εἰς ἑαυτὸ <lb/>δέχεται τὸ
                        σκληρὸν ἄνευ τοῦ καταλείπειν ἣν εἶχεν ἔμπροσθεν <lb/>ἕδραν. οὕτως οὖν κἀπὶ
                        τῆς ἀρτηρίας διάκρινε τὸν σκληρὸν <lb/>σφυγμὸν τοῦ σφοδροῦ. τὸν μὲν γὰρ
                        σκληρὸν ὡς λίθον ἢ ξύλον <lb/>αἰσθήσῃ προσπίπτοντα, νικώμενον ὑπὸ τῆς
                        ἐπερείσεως, <lb/>ἐὰν μὴ καὶ σφοδρὸς ᾖ· τὸν σφοδρὸν δ’ ἔμπαλιν ἐπερείσεως,
                        <lb/>ἐὰν μὴ καὶ σφοδρὸς ᾖ· τὸν σφοδρὸν δ’ ἔμπαλιν εὐτονώτερον, <lb/>ἐὰν
                        ἐπερείσῃς, φαινόμενον. ὅταν οὖν τούτους διακρῖναι <lb/>ἀσκηθῇς, ἐπὶ τὴν τῆς
                        συστολῆς διάγνωσιν ἧκε, προασκήσας <lb/>ἑαυτὸν πρῶτον ἐπὶ σφυγμῶν ὅσοι
                        μεγάλοι τέ εἰσι καὶ <lb/>σφοδροὶ καὶ σκληροί. τούτους γὰρ ἔξεστί σοι μετρίως
                        θλίβοντι <lb/>τὴν αἴσθησιν ἴσχειν τὸ πρῶτον τῆς συστολῆς. ὅσον οὖν
                        <lb/>εἴκοντος τοῦ σοῦ δέρματος ἀνετρέπετο, καὶ οἷον ἐκοιλαίνετο
                        <lb/>προσπιπτούσης τῆς ἀρτηρίας, τοῦτ’ ἀποχωρούσης ἕπεται μέχρι <lb/>τῆς
                        κατὰ φύσιν ἕδρας τε καὶ καταστάσεως. ὥστε αἰσθήσῃ <pb n="450"/> τοσούτῳ
                        χρόνῳ τῆς συστολῆς ἐν ὅσῳ τοῦτο γίνεται· τὸ δ’ <lb/>ἄλλο πᾶν ἀδιάγνωστον
                        αὐτῆς ἔσται σοι. μετὰ δὲ τὸ προγυμνάσασθαι <lb/>κατὰ τοὺς τοιούτους σφυγμοὺς
                        ἐπὶ τοὺς μεγάλους <lb/>ἅμα καὶ σφοδροὺς μετάβαινε, κἂν ὦσι μὴ σκληροί·
                        κἄπειτα <lb/>ἐπὶ τοὺς σφοδροὺς, κἂν ὦσι μὴ μεγάλοι. μαλακὴν δ’ ἔχειν <lb/>σε
                        χρὴ τὴν ἁφὴν εὐαίσθητόν τε φύσει. καὶ γὰρ ἀνατρέπεται <lb/>θᾶττον ὑπὸ τῆς
                        ἀρτηρίας ἐμπιπτούσης βιαίως ἡ τοιαύτη, καὶ <lb/>τῶν ἐν αὐτῇ παθημάτων
                        αἰσθάνεται μᾶλλον. εἴρηται δ’ ἐπὶ <lb/>πλεῖστον ἐν τῷ πρώτῳ περὶ τῆς τῶν
                        σφυγμῶν διαγνώσεως, <lb/>ὅπως ἂν μάλιστα περὶ τὴν τῆς συστολῆς διάγνωσιν
                        ἀσκηθείης. <lb/>ἐὰν δὲ μηδέποτε πείσῃς σεαυτὸν ἀκριβῶς αἰσθέσθαι τῶν πρώτων
                        <lb/>τῆς συστολῆς, ἀλλ’ ἀδιάγνωστος τελείως σοι φαίνηται, <lb/>σκληρὸν ἢ
                        δυσαισθήτων ἔχοντι τὸ δέρμα, γίγνωσκε μὲν ὡς εἰς <lb/>πολλὰς προγνώσεις ἐκ
                        τούτου βλαβησόμενος, ἃς ἀκούσῃ τοῦ <lb/>λόγου προϊόντος. ὅμως οὖν ἐγώ σοί
                        τινα ποριοῦμαι παραμυθίαν <lb/>εἰς τὴν ἐπὶ τῶν ἔργων χρείαν. ὅλον γάρ σε
                        δεήσει τὸν <lb/>χρόνον ἐκεῖνον, ἐν ᾧ μηδεμιᾶς αἰσθάνῃ κινήσεως, ἐπὶ τῇ
                        <lb/>μνήμῃ παραθέσθαι, πηλίκος τίς ἐστι καθ’ ἑκάστην ἡλικίαν. ﻿<pb n="451"/>
                        οὔσης δ’ οὖ σμικρᾶς διαφορᾶς τοῖς ἀνθρώποις πρὸς ἀλλήλους <lb/>ἐν τῇ
                        ποσότητι τοῦ χρόνου τῆς ἡσυχίας, ἀξιῶ σε τῶν συνήθων, <lb/>οὓς προσδοκᾷς
                        ποτε νοσοῦντας ἐπισκέπτεσθαι, πολλάκις <lb/>ὑγιαινόντων ἧφθαι κατ’ ἐκεῖνον
                        τὸν χρόνον ἐν ᾧ μηδεμίαν <lb/>ἔξωθεν ἔχει τὸ σῶμα κίνησιν ἐκ περιπάτων ἤ
                        δρόμων <lb/>ἢ λουτροῦ ἢ πάλης ἢ ἐδωδῆς ἢ πόσεως ἢ ἀγωνίας ἢ θυμοῦ <lb/>τινος
                        ἤ φόβου, παραθέμενόν τε τῇ μνήμῃ τὴν ποσότητα <lb/>τοῦ τῆς ἠρεμίας χρόνου,
                        παραβάλλειν αὐτῷ τὸν ἑκάστοτε φαινόμενον· <lb/>εἶτ’ εἰ μὲν πλείων εἴη,
                        καλεῖν ἀραιὸν τὸν σφυγμόν· <lb/>εἰ δ’ ἐλάττων, πυκνόν· εἰ δ’ ἴσος τῷ κατὰ
                        φύσιν, σύμμετρον. <lb/>ὥσπερ δὲ τοῦ χρόνου τῆς συστολῆς οὐκ ἐνὸν αἰσθέσθαι
                        <lb/>παντὸς, οὕτως οὐδὲ τῆς διαστολῆς· ἐπιδέδεικται δὲ καὶ τοῦτο <lb/>κατὰ
                        τὸ πρῶτον τῆς διαγνώσεως τῶν σφυγμῶν. ἀλλὰ τόν γε <lb/>ταχὺν καὶ βραδὺν
                        σφυγμὸν ἔνεστι διαγνῶναι κἀκ τοῦ φαινομένου <lb/>τῆς διαστολῆς. εἴρηται δὲ
                        καὶ περὶ τοῦδε καὶ διὰ τοῦ <lb/>δευτέρου μὲν ἐν ἀρχῇ τῆς διαγνώσεως τῶν
                        σφυγμῶν, καὶ <lb/>διὰ τοῦ τρίτου δ’ ἐπιπλεῖστον, ἐν ᾧ καὶ τὴν τῶν ῥυθμῶν
                        <lb/>διδασκαλίαν ἐδείκνυον ἄχρηστον· ἀρκεῖν γὰρ ἡμῖν εἰς τὰς <pb n="452"/>
                        προγνώσεις τὸ τάχος μόνον ἢ τὴν βραδυτῆτα διαγνῶναι τῶν <lb/>κινήσεων τῆς
                        ἀρτηρίας· ὥσπερ γε καὶ τῶν ἡσυχιῶν τὸν χρόνον <lb/>ὁπηλίκος τίς ἐστι καθ’ ὃν
                        ἀραιὸς καὶ πυκνὸς ὁ σφυγμὸς γίνεται· <lb/>μαθήσῃ δὲ τοῦτον διὰ τῶν ἑξῆς,
                        ἔνθα περὶ τῆς τῶν <lb/>σφυγμῶν προγνώσεως ὁ λόγος ἔσται μοι. </p></div></div></body></text></TEI>