<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg063.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p>Διαδέχεται δ’ ἡμᾶς μεγίστη διαφωνία τῶν <lb/>ἰατρῶν, ἐνίων μὲν ἡγουμένων
                        αἰσθητὴν εἶναι τὴν συστολὴν <lb/>τῆς ἀρτηρίας, ἐνίων δὲ ἀναίσθητον. ὅσοι μὲν
                        οὖν ἂν αἰσθητὴν <lb/>εἶναι νομίζουσιν αὐτὴν, ἐν τῷ μεταξὺ τοῦ πέρατος τῆς
                        <lb/>διαστολῆς καὶ τῆς ἀρχῆς τῆς συστολῆς ἡσυχάζειν χρόνῳ βραχεῖ <lb/>φασὶ
                        τὴν ἀρτηρίαν, ἀνάλογον τῇ μετὰ τὴν εἰσπνοὴν ἡσυχίᾳ <lb/>τῶν ἀναπνευστικῶν
                        ὀργάνων πρὸ τῆς ἐκπνοῆς· ὡσαύτως <lb/>δὲ καὶ μετὰ τὴν συστολὴν πρὸ τῆς
                        διαστολῆς ἡσυχάζειν αὖθις, <pb n="444"/> ὡς κἀπὸ τῆς ἀναπνοῆς ἠρεμία τις
                        γίνεται τῶν ἀναπνευστικῶν <lb/>ὀργάνων ἐν ταῖς ἐκπνοαῖς πρὸ τῶν εἰσπνοῶν. εἰ
                        μὲν <lb/>οὖν μείζους εἶεν οἱ τῶν ἡσυχιῶν χρόνοι τοῦ κατὰ φύσιν, <lb/>ἀραιὸν
                        ὀνομάζουσι τὸν σφυγμόν· εἰ δ’ ἐλάττους, πυκνόν. <lb/>ὡς εἷναι δύο ἀραιότητας
                        καὶ πυκνότητας, τὴν μὲν ἑτέραν <lb/>ἐκτὸς ἐπὶ τῇ διαστολῇ πρὸ τῆς συστολῆς,
                        τὴν δ’ ἑτέραν <lb/>ἔνδον ἐπὶ τῇ συστολῇ πρὸ τῆς διαστολῆς. ὅσοι δ’ ἂν
                        ἑαυτοῖς <lb/>ἀναίσθητον εἶναι λέγουσι τὴν συστολὴν ἅπαντα τὸν <lb/>χρόνον
                        τοῦτον, οἷος ἂν ᾖ μεταξὺ τῶν αἰσθητῶν κινήσεων, <lb/>παραβάλλοντες τῷ κατὰ
                        φύσιν, εἰ μὲν ἐλάττων εἴη, πυκνὸν, <lb/>εἰ δὲ μείζων, ἀραιὸν ὀνομάζουσι τὸν
                        σφυγμὸν, εἰ δ’ ἴσος <lb/>τῷ κατὰ φύσιν, σύμμετρον. εἴρηται δέ μοι κατὰ τὸ
                        πρῶτον <lb/>τῆς διαγνώσεως αὐτῶν ἱκανῶς περὶ τῆς διαφωνίας ταύτης, <lb/>ὅτι
                        τε πάντων τῶν σφυγμῶν οὐκ ἐστὶν αἰσθητή. δέδεικται <lb/>δὲ καὶ ὧν τινων
                        ἐστὶν αἰσθητὴ καὶ ὧν τινων οὔ· <lb/>καὶ πρὸς τούτοις, ὅπως ἄν τις ἑαυτὸν
                        ἀσκήσειεν εἰς τὴν <lb/>τῆς συστολῆς διάγνωσιν. ἀλλὰ ταῦτα μὲν ὀλίγον ὕστερον
                        <lb/>εἰρήσεται. </p></div><pb n="445"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="6"><p>Νυνὶ δὲ τὰς ὑπολοίπους διαφορὰς τῶν <lb/>σφυγμῶν ἐπέξειμι· πρώτην μὲν τὴν τοῦ
                        ῥυθμοῦ, κοινωνοῦσαν <lb/>κατά τι τῇ τῶν μουσικῶν θεωρίᾳ· δευτέραν δὲ τὴν τῆς
                        <lb/>ὁμαλότητός τε καὶ ἀνωμαλίας· καὶ τρίτην τὴν τῆς ἀταξίας τε <lb/>καὶ
                        τάξεως. ἡ μὲν οὖν τοῦ ῥυθμοῦ θεωρία παραβαλλομένων <lb/>ἀλλήλοις τῶν χρόνων
                        γίνεται τοῦ τε τῆς διαστολῆς καὶ συστολῆς· <lb/>ἡ δὲ τῆς ἀνωμαλίας,
                        διαφθειρομένης κατά τι τῆς <lb/>ἐφεξῆς ἰσότητος ἄλλοτε κατ’ ἄλλο γένος τῶν
                        σφυγμῶν ἢ καὶ <lb/>δύο ἢ καὶ πλείω. ἐπεὶ δ’ ἐνίοτε διαφθείρεται μὲν ἡ ἐφεξῆς
                        <lb/>ἰσότης, καὶ διὰ τοῦτ’ ἀνώμαλος ἡ κίνησις φαίνεται, καθάπερ <lb/>ἐπὶ τῶν
                        πλανήτων ἀστέρων, εὑρίσκεται μέντοι τις ἐν περιόδοις <lb/>ἰσότης, ὥσπερ ἐπ’
                        αὐτῶν ἐκείνων, καὶ διὰ τοῦτο τετάχθαι <lb/>μὲν ὥσπερ τὴν τῶν πλανήτων
                        κίνησιν, οὕτω καὶ (τὴν) <lb/>τῶν κατὰ περιόδους ἴσων σφυγμῶν ἐροῦμεν,
                        ἄτακτον δὲ <lb/>ὑπάρχειν, ὁπόταν μηδὲ τὴν κατὰ περίοδον ἰσότητα τηρῇ δι’
                        <lb/>ἴσου πλήθους σφυγμῶν γινομένην. οἷον εἰ μετὰ τρεῖς μεγάλους
                        <lb/>σφυγμοὺς ὁ τέταρτος φαίνοιτο μικρὸς, καὶ τοῦτο ἐφεξῆς ﻿<pb n="446"/>
                        ἀεὶ, τεταγμένον μὲν ἐρεῖς εἶναι τὸν τοιοῦτον σφυγμὸν, ἀνώμαλον <lb/>μέντοι·
                        διεφθαρμένης γὰρ τῆς ἰσότητος τάξις τις σώζεται, <lb/>ἐν οἷς δ’ ἂν σφυγμοῖς
                        μηδ’ αὐτὴ διασώζηται, τούτους <lb/>οὐ μόνον ἀνωμάλους, ἀλλὰ καὶ ἀτάκτους
                        ὀνομάζομεν. ὅτι <lb/>μὲν οὖν ἡμεῖς ὀρθῶς κεχρήμεθα τοῖς τῶν σφυγμῶν ὀνόμασι,
                        <lb/>διασώζοντες ὥσπερ ἐν τοῖς ἄλλοις, οὕτω κἀν τούτοις τὸ τῶν <lb/>Ἑλλήνων
                        ἔθος, ἐν τῷ β΄ καὶ γ περὶ τῆς διαφορᾶς αὐτῶν <lb/>ἐπιδέδεικται· συγχωροῦμέν
                        γε μὴν ὡς ἂν ἐθέλοι τις ὀνομάζειν, <lb/>φυλαττομένης τῶν πραγμάτων τῆς
                        διαφορᾶς ἑρμηνευομένης <lb/>τε λόγῳ χάριν τοῦ διηρθρωμένην τε καὶ σαφῆ
                        γίνεσθαι <lb/>τὴν διδασκαλίαν. εἴρηνται δὲ ἐν τῷ πρώτῳ περὶ τῆς διαφορᾶς
                        <lb/>τῶν σφυγμῶν καὶ αἱ κατὰ μίαν κίνησιν ἀνωμαλίαι, τινὲς <lb/>μὲν συνεχοῦς
                        μενούσης αὐτῆς γιγνόμεναι, τινὲς δὲ ἡσυχίᾳ διακοπτομένης, <lb/>ὑπὲρ ὧν καὶ
                        μετὰ ταῦτα ῥηθήσεται. νυνὶ δ’ <lb/>ἐπὶ τὸν τῆς συστολῆς ἀφίξομαι λόγον, τῶν
                        ἀναγκαιοτάτων <lb/>ὄντα πρὸς τὰς προγνώσεις· ἐπειδὴ καὶ ἡ περὶ τοῦ πυκνοῦ
                        καὶ <lb/>ἀραιοῦ σφυγμοῦ διδασκαλία μετὰ τῆς περὶ τῶν ῥυθμῶν ὑπαλλάττεται
                        <lb/>καὶ συμμεταβάλλεται. τούτων πολλῶν οὖν εἰρημένων <pb n="447"/> ἐν τῷ
                        πρώτῳ περὶ διαγνώσεως σφυγμῶν, ἐξ αὐτῶν ἐνταῦθα <lb/>λεχθήσεται τὰ
                        χρησιμώτατα· δι’ ὧν ἀσκηθείς τις ἔργῳ μαθήσεται <lb/>τὴν δύναμιν τῆς
                        διδασκαλίας, ὅταν αὐτὸς μὲν προγινώσκῃ <lb/>τὰ κατὰ τοὺς κάμνοντας ἐσόμενα,
                        τῶν δ’ ἄλλων ἰατρῶν <lb/>ἕκαστος ἐκ μαντικῆς τινος, οὐκ ἰατρικῆς θεωρίας
                        ἡγεῖται γίγνεσθαι <lb/>τὴν πρόγνωσιν αὐτῶν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="7"><p>Ἄρξαι δὴ πρῶτον ἀπὸ τοῦ διαγινώσκειν τὴν <lb/>ποσότητα τῆς διαστολῆς. ὑπάρξει
                        δέ σοι τοῦτο τὴν ἐπιβολὴν <lb/>τῶν δακτύλων ἐπιπολῆς ποιουμένῳ, καὶ μᾶλλον
                        ἐκ τῶν κατὰ <lb/>μερῶν τῆς ἀρτηρίας. ἄνωθεν μὲν γὰρ ἐπιβάλλων τὴν ἁφὴν,
                        <lb/>ἴσως που βαρυνεῖς ἐνίοτε καὶ θλίψεις αὐτὴν, εἰ μὴ πάνυ <lb/>σφόδρα
                        προσέχεις τὸν νοῦν, ὡς ἀκριβῶς θεωρεῖν τοὺς <lb/>δακτύλους ἄνευ θλίψεως
                        πάσης. ἡ δ’ ἐκ τῶν κάτω μερῶν <lb/>ἐπιβολὴ μᾶλλον δύναται στοχάσασθαι, τῷ
                        μηδ’ ὅλως θλίβεσθαι <lb/>τὴν ἀρτηρίαν. εἰς ὅσον δ’ ἂν αὐτὴν θλίψῃς, εἰς
                        <lb/>τοσοῦτον κωλύσεις τὸν ὄγκον τῆς διαστολῆς· καὶ μάλισθ’ <lb/>ὅταν ἄτονος
                        ὁ σφυγμὸς ᾖ, καθάπερ ἐπὶ τῶν ληθαργικῶν· <pb n="448"/> ὧν ἂν ἐπιθλίψῃς τὴν
                        ἀρτηρίαν τοῖς δακτύλοις, ἀντὶ μεγίστου <lb/>μικρότατος φανεῖται. ἐὰν δὲ, ὡς
                        εἴρηται, τελέως ἀσθενὴς <lb/>ἡ ζωτικὴ δύναμις ᾖ, τὸ δ’ ἐναντίον ἐπὶ τῶν
                        εὐτόνων γίνεται <lb/>σφυγμῶν, οὓς καὶ σφοδροὺς ὀνομάζομεν, ἀντιβαίνει γὰρ ἡ
                        <lb/>ἀρτηρία θλιβόντων μᾶλλον ἢ μετρίως ἐπιβαλλόντων τοὺς δακτύλους,
                        <lb/>ἐνδεικνυμένη τῆς κινούσης τὴν ῥώμην αὐτὴν δυνάμεως. <lb/>ὥσθ’ ὅταν τό
                        τε δέρμα τοῦ κάμνοντος ᾖ σκληρὸν ὅ τε <lb/>τῆς ἀρτηρίας χιτὼν ὁμοίως
                        διακείμενος, οἱ εὔτονοι σφυγμοὶ <lb/>τὴν τῶν ἐπιβαλλομένων δακτύλων
                        ἀνατρέπουσι σάρκα μετὰ <lb/>τοῦ δέρματος, ὥσπερ εἰ καὶ τῶν ἐκτός τι
                        προσενέγκαις σκληρὸν <lb/>σῶμα μαλακῷ χρωτί· κατ’ αὐτὸ γάρ τοι τοῦτο
                        διακρίνεται <lb/>τοῦ μαλακοῦ τὸ σκληρὸν, ἐγκαταβαίνοντος τῷ μαλακωτέρῳ
                        <lb/>τοῦ σκληροτέρου. τὸ δ’ εὔτονον ἁπλῶς ἄνευ τοῦ σκληρὸν <lb/>εἶναι τὸ μὲν
                        ἀνατρέπειν ἔχει, τὸ δ’ οἷον πιλεῖν καὶ θλᾷν <lb/>οὐκ ἔχει. νοήσεις δ’ ὀλίγῳ
                        σαφέστερον ἐπ’ ἀνέμου τε βιαίας <lb/>προσβολῆς καὶ λιθιδίου μετρίας
                        ἐπιθέσεως. ὁ μὲν γὰρ ἄνετος <lb/>ἀνατρέπει ἡμᾶς καὶ δένδρα πολλάκις οὐ
                        σμικρά· λιθίδιον δὲ <pb n="449"/> ἐπιτεθὲν τῷ δέρματι πιλεῖν μὲν αὐτὸ καὶ
                        θλίβειν πέφυκεν, <lb/>ἀνατρέπειν δὲ τὸ κῶλον ὅλον οὐ δύναται. τὸ μὲν
                        ἀνατρεπόμενον <lb/>ἄνευ τοῦ θλίβεσθαι τὴν χώραν ἐν ᾗ πρόσθεν ἦν καταλείπει,
                        <lb/>τὸ δ’ ὑπὸ σκληροτέρου πιλούμενον εἶκον εἰς ἑαυτὸ <lb/>δέχεται τὸ
                        σκληρὸν ἄνευ τοῦ καταλείπειν ἣν εἶχεν ἔμπροσθεν <lb/>ἕδραν. οὕτως οὖν κἀπὶ
                        τῆς ἀρτηρίας διάκρινε τὸν σκληρὸν <lb/>σφυγμὸν τοῦ σφοδροῦ. τὸν μὲν γὰρ
                        σκληρὸν ὡς λίθον ἢ ξύλον <lb/>αἰσθήσῃ προσπίπτοντα, νικώμενον ὑπὸ τῆς
                        ἐπερείσεως, <lb/>ἐὰν μὴ καὶ σφοδρὸς ᾖ· τὸν σφοδρὸν δ’ ἔμπαλιν ἐπερείσεως,
                        <lb/>ἐὰν μὴ καὶ σφοδρὸς ᾖ· τὸν σφοδρὸν δ’ ἔμπαλιν εὐτονώτερον, <lb/>ἐὰν
                        ἐπερείσῃς, φαινόμενον. ὅταν οὖν τούτους διακρῖναι <lb/>ἀσκηθῇς, ἐπὶ τὴν τῆς
                        συστολῆς διάγνωσιν ἧκε, προασκήσας <lb/>ἑαυτὸν πρῶτον ἐπὶ σφυγμῶν ὅσοι
                        μεγάλοι τέ εἰσι καὶ <lb/>σφοδροὶ καὶ σκληροί. τούτους γὰρ ἔξεστί σοι μετρίως
                        θλίβοντι <lb/>τὴν αἴσθησιν ἴσχειν τὸ πρῶτον τῆς συστολῆς. ὅσον οὖν
                        <lb/>εἴκοντος τοῦ σοῦ δέρματος ἀνετρέπετο, καὶ οἷον ἐκοιλαίνετο
                        <lb/>προσπιπτούσης τῆς ἀρτηρίας, τοῦτ’ ἀποχωρούσης ἕπεται μέχρι <lb/>τῆς
                        κατὰ φύσιν ἕδρας τε καὶ καταστάσεως. ὥστε αἰσθήσῃ <pb n="450"/> τοσούτῳ
                        χρόνῳ τῆς συστολῆς ἐν ὅσῳ τοῦτο γίνεται· τὸ δ’ <lb/>ἄλλο πᾶν ἀδιάγνωστον
                        αὐτῆς ἔσται σοι. μετὰ δὲ τὸ προγυμνάσασθαι <lb/>κατὰ τοὺς τοιούτους σφυγμοὺς
                        ἐπὶ τοὺς μεγάλους <lb/>ἅμα καὶ σφοδροὺς μετάβαινε, κἂν ὦσι μὴ σκληροί·
                        κἄπειτα <lb/>ἐπὶ τοὺς σφοδροὺς, κἂν ὦσι μὴ μεγάλοι. μαλακὴν δ’ ἔχειν <lb/>σε
                        χρὴ τὴν ἁφὴν εὐαίσθητόν τε φύσει. καὶ γὰρ ἀνατρέπεται <lb/>θᾶττον ὑπὸ τῆς
                        ἀρτηρίας ἐμπιπτούσης βιαίως ἡ τοιαύτη, καὶ <lb/>τῶν ἐν αὐτῇ παθημάτων
                        αἰσθάνεται μᾶλλον. εἴρηται δ’ ἐπὶ <lb/>πλεῖστον ἐν τῷ πρώτῳ περὶ τῆς τῶν
                        σφυγμῶν διαγνώσεως, <lb/>ὅπως ἂν μάλιστα περὶ τὴν τῆς συστολῆς διάγνωσιν
                        ἀσκηθείης. <lb/>ἐὰν δὲ μηδέποτε πείσῃς σεαυτὸν ἀκριβῶς αἰσθέσθαι τῶν πρώτων
                        <lb/>τῆς συστολῆς, ἀλλ’ ἀδιάγνωστος τελείως σοι φαίνηται, <lb/>σκληρὸν ἢ
                        δυσαισθήτων ἔχοντι τὸ δέρμα, γίγνωσκε μὲν ὡς εἰς <lb/>πολλὰς προγνώσεις ἐκ
                        τούτου βλαβησόμενος, ἃς ἀκούσῃ τοῦ <lb/>λόγου προϊόντος. ὅμως οὖν ἐγώ σοί
                        τινα ποριοῦμαι παραμυθίαν <lb/>εἰς τὴν ἐπὶ τῶν ἔργων χρείαν. ὅλον γάρ σε
                        δεήσει τὸν <lb/>χρόνον ἐκεῖνον, ἐν ᾧ μηδεμιᾶς αἰσθάνῃ κινήσεως, ἐπὶ τῇ
                        <lb/>μνήμῃ παραθέσθαι, πηλίκος τίς ἐστι καθ’ ἑκάστην ἡλικίαν. ﻿<pb n="451"/>
                        οὔσης δ’ οὖ σμικρᾶς διαφορᾶς τοῖς ἀνθρώποις πρὸς ἀλλήλους <lb/>ἐν τῇ
                        ποσότητι τοῦ χρόνου τῆς ἡσυχίας, ἀξιῶ σε τῶν συνήθων, <lb/>οὓς προσδοκᾷς
                        ποτε νοσοῦντας ἐπισκέπτεσθαι, πολλάκις <lb/>ὑγιαινόντων ἧφθαι κατ’ ἐκεῖνον
                        τὸν χρόνον ἐν ᾧ μηδεμίαν <lb/>ἔξωθεν ἔχει τὸ σῶμα κίνησιν ἐκ περιπάτων ἤ
                        δρόμων <lb/>ἢ λουτροῦ ἢ πάλης ἢ ἐδωδῆς ἢ πόσεως ἢ ἀγωνίας ἢ θυμοῦ <lb/>τινος
                        ἤ φόβου, παραθέμενόν τε τῇ μνήμῃ τὴν ποσότητα <lb/>τοῦ τῆς ἠρεμίας χρόνου,
                        παραβάλλειν αὐτῷ τὸν ἑκάστοτε φαινόμενον· <lb/>εἶτ’ εἰ μὲν πλείων εἴη,
                        καλεῖν ἀραιὸν τὸν σφυγμόν· <lb/>εἰ δ’ ἐλάττων, πυκνόν· εἰ δ’ ἴσος τῷ κατὰ
                        φύσιν, σύμμετρον. <lb/>ὥσπερ δὲ τοῦ χρόνου τῆς συστολῆς οὐκ ἐνὸν αἰσθέσθαι
                        <lb/>παντὸς, οὕτως οὐδὲ τῆς διαστολῆς· ἐπιδέδεικται δὲ καὶ τοῦτο <lb/>κατὰ
                        τὸ πρῶτον τῆς διαγνώσεως τῶν σφυγμῶν. ἀλλὰ τόν γε <lb/>ταχὺν καὶ βραδὺν
                        σφυγμὸν ἔνεστι διαγνῶναι κἀκ τοῦ φαινομένου <lb/>τῆς διαστολῆς. εἴρηται δὲ
                        καὶ περὶ τοῦδε καὶ διὰ τοῦ <lb/>δευτέρου μὲν ἐν ἀρχῇ τῆς διαγνώσεως τῶν
                        σφυγμῶν, καὶ <lb/>διὰ τοῦ τρίτου δ’ ἐπιπλεῖστον, ἐν ᾧ καὶ τὴν τῶν ῥυθμῶν
                        <lb/>διδασκαλίαν ἐδείκνυον ἄχρηστον· ἀρκεῖν γὰρ ἡμῖν εἰς τὰς <pb n="452"/>
                        προγνώσεις τὸ τάχος μόνον ἢ τὴν βραδυτῆτα διαγνῶναι τῶν <lb/>κινήσεων τῆς
                        ἀρτηρίας· ὥσπερ γε καὶ τῶν ἡσυχιῶν τὸν χρόνον <lb/>ὁπηλίκος τίς ἐστι καθ’ ὃν
                        ἀραιὸς καὶ πυκνὸς ὁ σφυγμὸς γίνεται· <lb/>μαθήσῃ δὲ τοῦτον διὰ τῶν ἑξῆς,
                        ἔνθα περὶ τῆς τῶν <lb/>σφυγμῶν προγνώσεως ὁ λόγος ἔσται μοι. </p></div></div></body></text></TEI>