<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg063.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="26"><p>Πάντων μὲν οὖν τῶν ἐν τῷ διαγράμματι <lb/>σφυγμῶν διέρχεσθαι καθ’ ἕκαστον
                        ἰδίᾳ μακρὸν ἂν εἴη, μέθοδον <lb/>δ’ ἐπ’ αὐτοῖς ἄμεινον ὑφηγήσασθαι μετὰ
                        γυμνασίας· ὅπερ <lb/>κἀν τῷ πρώτῳ περὶ τῆς τῶν σφυγμῶν προγνώσεως ἐποίησα.
                        <lb/>πρὸ τοῦ δ’ ἐπὶ ταύτην ἐλθεῖν βέλτιόν ἐστιν ἐγνῶσθαί τι <pb n="520"/>
                        περὶ αὐτῶν, ὡς ἐνίοτε βραχυτάτη μὲν ἐπίδοσις ἤτοι γε εἰς <lb/>πλάτος ἢ εἰς
                        ὕψος ἢ εἰς τἀναντία γίγνεται, πολλὴ δὲ φαίνεται <lb/>διὰ τὸ παραβάλλειν ἡμᾶς
                        τὸν νῦν φαινόμενον σφυγμὸν τῷ <lb/>πρόσθεν ὑπάρχοντι. τοῦτο οὖν ὁρᾶται κἀπὶ
                        τῶν κρίσεων <lb/>συμβαῖνον, ὅταν ἐφ’ ὑψηλῷ φανέντι τῷ σφυγμῷ πολλῶν
                        <lb/>ἱδρώτων ἐκραγέντων εἰς τὴν ἐναντίαν ἰδέαν ἡ μετάπτωσις <lb/>γένηται καὶ
                        φαίνηται ταπεινός τε ἅμα καὶ πλατὺς ὁ σφυγμός. <lb/>διότι καί τισι τῶν
                        ἰατρῶν γέγραπται τὸν πλατὺν σφυγμὸν <lb/>ὁρᾶσθαι πολλάκις ἐπὶ τῶν ὑπόγυιον
                        κεκριμένων. αὐτὸς γὰρ <lb/>φαίνεται τοῖς, ὡς εἴρηται, κριθεῖσι πλατύτερος,
                        οὐ μὴν τοσούτῳ <lb/>γε κατὰ ἀλήθειαν ἐν τούτῳ τῷ καιρῷ γίνεται πλατύτερος
                        <lb/>ὅσῳ φαίνεται διὰ τὸ πρόσθεν μὲν ηὐξῆσθαι τὸ ὕψος <lb/>ἐπὶ πλέον τοῦ
                        κατὰ φύσιν, ἐν δὲ τῷ μετὰ τὴν κρίσιν χρόνῳ <lb/>μηδὲ τὸ κατὰ φύσιν ἔτι
                        φυλάττεσθαι. διὰ μὲν γὰρ τὴν κένωσιν <lb/>αἱ περικείμεναι ταῖς ἀρτηρίας
                        χῶραι χαλαραὶ γίνονται, <lb/>στενοχωροῦσαι πρότερον αὐτάς· καὶ διὰ τοῦτο
                        πλατύτερος <lb/>ὄντως ὁ σφυγμὸς φαίνεται. φαίνεται δὲ πολὺ πλατύτερος ἢ
                        <lb/>κατὰ ἀλήθειαν ἐστὶν, εἰς ταπεινότητα μεταπεσόντος τοῦ ﻿<pb n="521"/>
                        ὕψους, διά τε τὸ μηδ’ ὅλως εἰς ὄγκον ἀξιόλογον αἴρεσθαι τὴν <lb/>διαστολὴν
                        καὶ διὰ τὸ χαλαρόν τε καὶ ῥυσὸν γίνεσθαι τὸ ἐπικείμενον <lb/>αὐταῖς δέρμα.
                        καθ’ ὃν καιρὸν εἰ περιστρέψας τὸ κῶλον <lb/>ἐν τοῖς κάτω μέρεσιν αὐτοῦ
                        ποιήσαις τὴν ἀρτηρίαν, <lb/>οὔθ’ οὕτως ἔτι ταπεινὸς ὡς ἔμπροσθεν οὔθ’ οὕτω
                        πλατὺς <lb/>ὁ σφυγμὸς φαίνεται. καὶ κατὰ τὸν ὕδερον δὲ τὴν ὅλην ἕξιν
                        <lb/>ἐξοιδίσκοντα καθάπερ (ἐν) νεκροῖς σώμασι, διαφέροντα πολὺ <lb/>τοῦ τε
                        τυμπανίου καλουμένου καὶ τοῦ ἀσκιτοῦ, πλατεῖς οἱ <lb/>σφυγμοί· καὶ μάλισθ’
                        ὅταν τῆς ἀρτηρίας ἁπτώμεθα, κατὰ τὸ <lb/>ἄνω μέρος, οὐ τὸ κάτω, τοῦ κώλου
                        τεταμένου. ὁρᾶται δὲ <lb/>τοιοῦτος ἐνίοτε κἀπὶ τῶν κάκιστα διακειμένων
                        ληθαργικῶν. <lb/>ἐκθηλύνεται γὰρ ἐπὶ τούτοις ἡ τοῦ σώματος ἕξις, ὡς διὰ τὴν
                        <lb/>πολλὴν ὑγρότητα καὶ μαλακότητα χαλαρὸν καὶ ἀστήρικτον γίνεσθαι,
                        <lb/>καὶ τὸν νῶτον τῆς ἀρτηρίας μὴ δυνάμενον σχεῖν ἑαυτὸν <lb/>μηδὲ ὑψηλὸν
                        ἀνέχειν, ὡς ὅτε εἶχε κατὰ φύσιν. ἐπὶ τούτων <lb/>οὖν, ὡς ἔφην, ἐὰν ἐκ τῶν
                        κάτω μερῶν τοῦ κώλου ψαύῃς, <lb/>οὐκέτι σοι φανεῖται πλατὺς ὁ σφυγμός. τούτῳ
                        δὲ δεῖ σε <lb/>προσέχειν ἀκριβῶς καὶ διορίζεσθαι καὶ σκοπεῖσθαι, πῶς
                        ἐσχηματισμένου <pb n="522"/> τοῦ κώλου τὴν ἐπιβολὴν ἐποιήσω τῆς χειρός. ὡς
                        <lb/>τὰ πολλὰ μὲν γὰρ ἁπτόμεθα τῆς κατὰ τὸν καρπὸν ἀρτηρίας, <lb/>ἐνίοτε δὲ
                        ἤ τινα τῶν κροτάφων ἢ βραχίονα. συνεπινοεῖν δὲ <lb/>δεῖ τὰ τῶν ὑπαρξάντων
                        πρὸς τὰ παρόντα νῦν παραβάλλειν, <lb/>καὶ σκοπεῖσθαι μή τι δι’ ἐκεῖνα πλέον
                        μεταβέβληκεν ἢ κατὰ <lb/>ἀλήθειαν ὁ σφυγμὸς ἀλλοιούμενος φαντάζεται. τούτων
                        οὖν <lb/>σοι μεμνημένῳ τῶν ἐφεξῆς ποιήσομαι λόγον. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="27"><p>Ἔστω τινὸς ἀῤῥώστου νῦν πρῶτον ἡμῖν <lb/>ὁρωμένου τὸν ἐν τῷ καρπῷ τῆς χειρὸς
                        φαίνεσθαι σφυγμὸν <lb/>μακρότερον, ὡς εἰς ἓξ δακτύλων ἢ πλειόνων ἐπιβολὴν
                        αἰσθητὴν <lb/>εἶναι τὴν κίνησιν. ἤδη μὲν οὖν δῆλον ὡς ἀναγκαῖόν <lb/>ἐστιν
                        ἰσχνὸν εἶναι τὸν ἄνθρωπον τοῦτον· ἀδύνατον γὰρ εὐσάρκου <lb/>τοῦ σώματος
                        ὄντος εἰς τοσοῦτον γενέσθαι μακρὸν <lb/>τὸν σφυγμόν. ἐφεξῆς οὖν σκόπει τὴν
                        σύστασιν τοῦ χιτῶνος <lb/>τῆς ἀρτηρίας, ὡς πρὸς τὴν ἡλικίαν τε καὶ τὴν ἕξιν
                        τοῦ σώματος <lb/>ἀποβλέπων τοῦ κάμνοντος. ὁ μὲν γὰρ ἐν τοῖς παιδίοις
                        <lb/>μαλακώτερός ἐστι τοῦ τοῖς τελείοις ὑπάρχοντος, ὁ δ’ ἐν <lb/>ταῖς
                        γυναιξὶ τοῦ τοῖς ἀνδράσιν, ὁ δ’ ἐν τοῖς φύσει μαλακοσάρκοις <pb n="523"/> τε
                        καὶ λεπτοῖς τοῦ τοῖς ἐναντίοις. ἐὰν οὖν σοι φαίνεται <lb/>(C. φανεῖται)
                        πολλῷ σκληρότερος τοῦ κατὰ φύσιν ὁ <lb/>σφυγμὸς γεγονέναι, σκόπει τὸν ὄγκον
                        τῆς διαστολῆς. ὀνομάζω <lb/>δὲ ἄρτι ὄγκον τὴν κατὰ κύκλον ὅλης τῆς ἀρτηρίας
                        κίνησιν, ἧς <lb/>ὕψος τε καὶ πλάτος ἐπινοίᾳ τέμνομεν· οὐ γὰρ διώρισται
                        καθάπερ <lb/>ἐν τοῖς κυβικοῖς σώμασι τὸ πλάτος τοῦ ὕψους ἐπὶ <lb/>τῆς
                        ἀρτηρίας. τοιούτου δὲ ὄντος τοῦ σφυγμοῦ πάντως μὲν <lb/>ἀναγκαῖον εἶναί τινα
                        διάθεσιν τῶν σκληρὸν ἐργαζομένων αὐτόν. <lb/>ἔμαθες δὲ τὰς διαθέσεις, ψύξιν
                        ἰσχυρὰν ὡς πηγνύναι τὸ <lb/>σῶμα τῆς ἀρτηρίας, ἢ ὑπερβάλλουσαν ξηρότητα
                        καθάπερ ἐν <lb/>τοῖς μαρασμοῖς, ἢ σκίῤῥον σπλάγχνου τινὸς, ἢ μεγίστην
                        φλεγμονὴν <lb/>σπασμώδη κατασκευὴν ἔν τινι τῶν νευρωδῶν μορίων. <lb/>ἀλλὰ τό
                        γε πρόσωπον εὐθέως ἐνδείξεταί σοι, πότερα μαρασμός <lb/>ἐστιν, ἤ τι τῶν
                        ἄλλων· προσήκει γὰρ τὸν μαρασμὸν ὡς <lb/>ἀνίατον ὑπάρχειν, ὁπόταν δι’ αὐτὸν
                        ἀρτηρία τοσαύτην λάβῃ <lb/>ξηρότητα. κοίλους τε οὖν ὄψει τοὺς ὀφθαλμοὺς τῶν
                        οὕτως <lb/>ἐχόντων, ὡς ὑπερέχειν ἐν κύκλῳ τὰ περιγράφοντα τοὺς χιτῶνας <pb n="524"/> αὐτῶν ὀστᾶ, καὶ τἄλλα ὅσα κατὰ τὸ περὶ τοῦ μαρασμοῦ
                        <lb/>βιβλίον ἔμαθες. ἀλλὰ καὶ τοὺς μὲν οὕτω διακειμένους καὶ <lb/>πρὶν
                        ἅψασθαι τῶν σφυγμῶν ἔνεστί σοι διαγινώσκειν ἐκ μόνου <lb/>τοῦ προσώπου. μὴ
                        φαινομένου δ’ αὐτοῦ τοιούτου, τὴν <lb/>σκληρότητα τοῦ σφυγμοῦ τοὐπίπαν μὲν
                        εὑρήσεις διὰ σπλῆνα <lb/>γεγονυῖαν ἐσκιῤῥωμένον· ἤδη δὲ καὶ δι’ ἄλλο τι
                        μόριον κύριον, <lb/>ὃ καὶ διὰ τῆς ἁφῆς ἑτοίμως γνώσῃ. καὶ συμπτώματα δ’
                        ἕπεται <lb/>διορίζοντα σαφῶς ἀπὸ τῶν ἄλλων αὐτά. τοῦ μὲν γὰρ <lb/>ἥπατος εἰς
                        τηλικοῦτον ἥκοντος σκίῤῥον ὡς τὸν σφυγμὸν οἷον <lb/>εἶπον ἐργάζεσθαι, τὰ τῶν
                        ὑδέρων συμπτώματα παρὰ πρόσωπον <lb/>ἤδη σοι φανεῖται. τῶν δὲ κατὰ γαστέρα
                        τε καὶ κύστιν <lb/>ἤ τι τῶν ἐντέρων πασχόντων αἱ διάῤῥοιαι δηλώσουσιν· ὥσπερ
                        <lb/>γε διαφράγματος ἢ ὑπεζωκότος πασχόντων αἱ τούτων <lb/>ἴδιαι δύσπνοιαι.
                        μεμάθηκας δ’ αὐτῶν τὴν ἰδέαν ἐν τοῖς περὶ <lb/>δυσπνοίας ὑπομνήμασιν. ἐὰν δὲ
                        μηδὲν τούτων φαίνεται, σκόπει <lb/>μή τις εἴη σπασμώδης διάθεσις. ἐπί τε
                        γυναικῶν ἐπισκέπτου <lb/>μὴ τὸ σκιῤῥῶδες τοῦτο πάθος ἐν ταῖς μήτραις ἐστί.
                        <lb/>μηδενὸς δὲ τοιούτου φαινομένου, ψύξις ἰσχυρὰ καὶ πρόσφατος <pb n="525"/> ἢ ἐξ ὕδατος ψυχροῦ ἢ οἴνου πόσεως· ἐπ’ ἐκείνων γὰρ ἡ <lb/>ἀρτηρία
                        φαίνεται νεναρκηκυῖα περὶ τὴν κίνησιν. ἔοικε δὲ τῶν <lb/>οὕτως ἐχόντων ὁ
                        ἄκρατος ξηραίνειν τὴν ἕξιν αὐτῶν, ὥσπερ τὸ <lb/>ψυχρὸν ὕδωρ πηγνύναι. καὶ
                        ὀπῶραι δὲ ψυχραὶ κατὰ τὴν <lb/>ἁφὴν καὶ τὴν δύναμιν ἐργάζονται σκληρὸν
                        σφυγμόν. ἀλλ’ αἱ <lb/>μὲν ἀπὸ τῶν ἔξωθεν αἰτίων βλάβαι ταχὺ
                        συναποκαθίστανται, <lb/>θερμαινόντων ἡμῶν τὸν κάμνοντα, καὶ διὰ τοῦτο καὶ οἱ
                        <lb/>σφυγμοὶ συναποκαθίστανται· παραμένουσι δὲ ταῖς ἐπὶ τῷ <lb/>σώματι
                        διαθέσεσι δυσιάτοις οὔσαις. ὅταν οὖν ὁ μακρὸς σφυγμὸς <lb/>ἅμα καὶ σκληρὸς
                        ᾖ, τὰς ἐπισκέψεις, ὡς εἴρηται, ποιήσῃ. <lb/>συμμέτρου δὲ ὄντος αὐτοῦ κατὰ
                        τὴν ἐν σκληρότητι καὶ μαλακότητι <lb/>διαφορὰν, προεπισκέπτου τὸ ποσὸν τῆς
                        διαστολῆς. <lb/>ἂν μὲν γὰρ ἀξιολόγως διαστέλλεται καθ’ ἑκατέρας τὰς
                        διαστάσεις <lb/>ἡ ἀρτηρία, τήν τε εἰς μῆκος καὶ τὴν εἰς ὕψος, καὶ μήτε
                        <lb/>διὰ πρόσφατον τροφὴν ἢ οἴνου πόσιν ἢ λουτρὸν ἤ τινα ἄλλην <lb/>κίνησιν
                        τοῦτο γέγονεν, εὔδηλον δήπου πυρέττειν τὸν ἄνθρωπον. <lb/>ἐὰν δὲ καὶ τάχος
                        ἅμα τῇ τοιαύτῃ σφοδρότητι καὶ πυκνότης <lb/>προσῇ, δῆλον ὅτι καὶ ὁ πυρετὸς
                        μείζων ἐστί. ἐὰν δὲ ﻿<pb n="526"/> κατὰ μὲν ὕψος τε καὶ πλάτος ᾖ σύμμετρος ὁ
                        σφυγμὸς, ἐπὶ δέ <lb/>γε τῷ τάχει καὶ προσέτι καὶ πυκνὸς ἱκανῶς ᾖ, πολλὴν μὲν
                        <lb/>ἐνδείκνυται θερμασίαν, ἀσθενῆ δὲ τὴν δύναμιν. εἰ γὰρ ἦν <lb/>ἰσχυρὰ,
                        μέγεθος ἂν ὑπῆρχε τοῖς σφυγμοῖς. ἀλλὰ καὶ δι’ αὐτὸ <lb/>τοῦτο ταχὺς ἱκανῶς
                        γίνεται καὶ πυκνὸς, ὅτι μὴ πληροῦται <lb/>διὰ μακρότητα τῆς διαστολῆς ἡ
                        χρεία. φανεῖται δέ σοι πάντως <lb/>ὁ τοιοῦτος ἀμυδρός. ἴδιον γὰρ ἀχώριστον
                        τοῦτο σημεῖον <lb/>ἐν σφυγμοῖς ἐστιν ἀῤῥωστούσης δυνάμεως· ὥστ’ ἐκ
                        περιουσίας <lb/>ἅπαντα τἄλλα τὰ τῆς δυνάμεως ἀσθένειαν ἢ ῥώμην σημαίνοντα
                        <lb/>σκοπεῖσθαι· πρός γε μὴν ἐπιστήμην ἀκριβῆ τῆς κατὰ <lb/>τοὺς σφυγμοὺς
                        θεωρίας γίνεται χρήσιμα μαρτυρούμενά τε καὶ <lb/>μαρτυροῦντα τῇ διὰ τῶν
                        ἀμυδρῶν τε ἔθος τοὺς μὲν εὐτόνους <lb/>ὀνομάζω σφοδροὺς, τοὺς δὲ ἀτόνους
                        ἀμυδρούς. φέρε γάρ τινι <lb/>συμμέτρως ἔχοντι σαρκώσεως τὸν σφυγμὸν
                        φαίνεσθαι σύμμετρον <lb/>κατὰ μέγεθος, τοῦ χιτῶνος τῆς ἀρτηρίας καὶ αὐτοῦ
                        <lb/>συμμέτρως ἔχοντος ἐν τῇ κατὰ σκληρότητα καὶ μαλακότητα <pb n="527"/>
                        διαφορᾷ, καλουμένῃ δὲ ὀνόματι κοινῷ κατάστασιν τοῦ χιτῶνος. <lb/>ἐπὶ τοῦ
                        τοιούτου σφυγμοῦ τὴν δύναμιν ἐῤῥῶσθαι πάντως <lb/>ἐρεῖς, πρὶν γνῶναι
                        σφοδρότητος ὅπως ἔχει. οὐ γὰρ δὴ <lb/>κατά γε πᾶσαν ἐπιβολὴν τῆς ἁφῆς εὐθὺς
                        ὁ σφοδρὸς διαγινώσκεται <lb/>σφυγμὸς, ἀλλὰ μόνον ὅταν θλίψωμεν τὴν ἀρτηρίαν.
                        <lb/>ἡ γὰρ ἐπιπολῆς ψαῦσις ἀκριβῶς μὲν διαγινώσκει τὸ μέγεθος, <lb/>οὐδ’
                        ὅλως δὲ τὴν σφοδρότητα. θλιψάντων μέντοι γε σαφῶς <lb/>ἡ μὲν σφοδρότης
                        φαίνεται, καθάπερ γε καὶ ἡ ἀμυδρότης. συνεκφαίνεται <lb/>δὲ καὶ τὸ μέγεθος.
                        ἀνιέναι γὰρ εἰς ὕψος ἡ ἀρτηρία <lb/>κωλυομένη διὰ τὴν θλίψιν, ἅμα μὲν
                        εὔτονον ποιεῖται τὴν ἀντίβασιν, <lb/>ἅμα δὲ ἔμφασίν τινα τῆς εἰς τὸ πλάτος
                        ἐκτάσεως. <lb/>ἐν οἷς ἔνδειξις γίνεται τῆς κωλύσεως διὰ τὴν θλίψιν τῆς εἰς
                        <lb/>ὕψος ἀνόδου· ἀλλ’ ὅταν γε σκληρὸς ὁ χιτὼν ᾖ τῆς ἀρτηρίας, <lb/>οὐδὲ
                        γίγνεταί πω μεγίστη διαστολή. καὶ διὰ τοῦθ’ ὅταν ᾖ κυρίου <lb/>σπλάγχνου
                        φλεγμονὴ καὶ δι’ αὐτὴν ὁ σφυγμὸς σκληρὸς, <lb/>ἐὰν πρὸς τούτοις ἡ
                        διαστέλλουσα τὰς ἀρτηρίας δύναμις εὔῤῥωστος <lb/>ᾖ, κλονώδης ὁ σφυγμὸς
                        ἀποτελεῖται. ὅταν γὰρ ἥ τε <pb n="528"/> χρεία τῆς διαστολῆς αὐξήσῃ καὶ ῥώμη
                        παρῇ τῇ ζωτικῇ δυνάμει, <lb/>βιαίως διαστελλομένης τῆς ἀρτηρίας, ὁ κλόνος
                        ἀποτελεῖται. <lb/>τὰ πολλὰ δὲ ἐν ταῖς τοιαύταις διαθέσεσιν οὐκ ἔστιν
                        εὔῤῥωστος <lb/>ἡ δύναμις· ἀλλ’ ἀγαπήσειεν ἄν τις ἐν ἰσχνῷ σώματι διὰ μῆκος
                        <lb/>νόσου γεγονότι μετρίως ἔχειν τόνου τὴν δύναμιν. διὰ τοῦτ’ <lb/>οὖν οὐδὲ
                        κλονώδεις αὐτοῖς οἱ σφυγμοὶ γίνονται. πιοῦσι γε <lb/>μὴν οἶνον ἀκρατέστερον
                        ἢ πλέον κλονώδεις αὐτοῖς ἐνίοτε <lb/>φαίνονται, τῆς τε δυνάμεως ῥωννυμένης
                        καὶ τῆς πυρετώδους <lb/>θερμασίας αὐξανομένης. οὗτοι μὲν οὖν οἱ σφυγμοὶ
                        πολλάκις <lb/>φαίνονται, σπάνιοι δὲ οἱ τὸ μὲν ὕψος φυλάττοντες ἅμα τῷ
                        <lb/>πλάτει, τῷ μήκει δὲ βραχεῖς, σπανιώτατοι δ’ αὐτῶν οἱ καὶ <lb/>τὸ μῆκος
                        ἅμα τῷ πλάτει συστέλλοντες. τούτων δ’ ἔτι σπανιώτερος <lb/>ὁ ὑψηλὸς ἅμα καὶ
                        στενὸς καὶ βραχὺς, ἐν μὲν τοῖς <lb/>μακρὸν ἔχουσι τὸν σφυγμὸν, ὅθ’ ὑγίαινον,
                        οὐδὲ γενέσθαι δυνάμενος· <lb/>ἐν δὲ τοῖς βραχὺν, ἐπὶ πλήθει συνιστάμενος,
                        ἐῤῥωμένης <lb/>τῆς δυνάμεως. διὸ καὶ τοὐπίπαν ἀνώμαλος φαίνεται κατὰ <lb/>τὰ
                        δύο γένη τῆς ἀνωμαλίας. ὥσπερ γάρ ἐστι σημεῖον ἐῤῥωμένης <lb/>δυνάμεως ὁ
                        σφοδρὸς σφυγμὸς, οὕτω μετ’ ἐκεῖνον ὁ ὑψηλὸς, <pb n="529"/> ὅταν ἐν τῷ μήκει
                        βραχύνηται. δῆλος οὖν ἐστι τηνικαῦτα μήτε <lb/>διὰ λεπτότητα τοῦ σώματος εἰς
                        ὕψος ἀνιὼν μήτε διὰ μαλακότητα <lb/>τοῦ χιτῶνος τῆς ἀρτηρίας· εἰ γὰρ διὰ
                        τούτων παρεῖτο, <lb/>βραχὺς ὁ σφυγμὸς οὐκ ἂν ἦν. ὡς τὸ πολὺ μὲν οὖν ὁ ὑψηλὸς
                        <lb/>σφυγμὸς εὐθὺς καὶ πλατύς ἐστιν· εἰ δὲ μὴ, σύμμετρος κατὰ <lb/>τὸ
                        πλάτος. ἐστενῶσθαι δὲ τὸν αὐτὸν καὶ ὑψηλότερον εἶναι <lb/>τοῦ συμμέτρου
                        χωρὶς ἀνωμαλίας συστηματικῆς ἀδυναμία <lb/>ἐστίν· καὶ ταύτης ἐλάττους ἀριθμῷ
                        τοὺς ὑψηλοὺς σφυγμοὺς <lb/>ἐχούσης τῶν συμμέτρων κατὰ τὸ βάθος. ἀλλὰ καὶ
                        κατὰ μίαν <lb/>διαστολὴν ὁ τοιοῦτος ἀνωμαλίας χωρὶς μὴ πάνυ τι φαίνεσθαι.
                        <lb/>καὶ μέντοι κἂν κολουθῇ κατὰ μῆκος ὁ ὑψηλὸς σφυγμὸς, ἀλλ’ <lb/>εἰς
                        τοσοῦτόν γε εἰς ὅσον ἐν τῷ μυρμηκίζοντι οὐ κολουθήσεται. <lb/>δακτύλου γοῦν
                        ἑνὸς ἐπιβολὴν ἐκπληροῖ, τοῦ μυρμηκίζοντος <lb/>οὐδὲ τὸ τρίτον μέρος τοῦ ὅλου
                        πληροῦντος. ὁ δ’ οὖν <lb/>ὑψηλός τε ἅμα καὶ βραχὺς τῷ μήκει σφυγμὸς, ὅταν
                        σκληρότερός <lb/>τε ἅμα γένηται δηλονότι. τὴν δ’ ἀρχὴν οὐδὲ ὤφθη ποτέ
                        <lb/>μοι μακρὸς ἅμα καὶ δίκροτος. ἀλλ’ ὅ γε μῆκος προσλαβὼν <pb n="530"/>
                        ἐπὶ τοῖς εἰρημένοις αἰτίοις κλονώδης γίνεται· τὰ δ’ αἴτια πλῆθος
                        <lb/>θερμασίας καὶ ῥώμη δυνάμεως καὶ ὀργάνου σκληρότης. <lb/>ἐνίοτε δὲ καὶ
                        διὰ πάθος ἐν νόσοις ἡ θέσις ἡ τῆς ἀρτηρίας <lb/>ὑπαλλάττεται καὶ
                        διαστρέφεται, δυσκρασίας τινὸς ἀνωμάλου <lb/>κατὰ τοὺς χιτῶνας αὐτῆς ἢ τὰ
                        πέριξ σώματα γινομένης· ὡς <lb/>τὸ μὲν ἐξηράνθαι μέρος, τὸ δὲ μὴ, καὶ τὸ μὲν
                        ἐσκληρύνθαι, <lb/>τὸ δὲ μὴ, καὶ τὸ μὲν ὑπό τινος τῶν περικειμένων σωμάτων
                        ἑλκόμενον <lb/>τετάσθαι, τὸ δὲ ἐξεῶσθαι τῆς θέσεως. ἀλλὰ ταῦτα <lb/>μέν ἐστι
                        σπάνια, τὰ δὲ διὰ θερμασίαν ἢ ψύξιν ὅλου τοῦ κώλου <lb/>σὺν τοῖς
                        περικειμένοις ἢ ὑγρότητα καὶ πλῆθος ἢ ἔνδειαν <lb/>ἢ ξηρότητα πολλάκις
                        συμβαίνει. μεμνῆσθαι μέντοι χρὴ καὶ <lb/>τῶν σπανίως γιγνομένων· ὥστ’
                        ἐπειδὰν ἀφίκῃ πρὸς ἄῤῥωστον· <lb/>ὃν οὔπω πρότερον εἶδες, ἀπὸ τῶν ὡς ἐπιπολὺ
                        γιγνομένων <lb/>ἀρξάμενον μεταβαίνειν ἐπὶ τὰ μὴ πάνυ πολλάκις ὁρώμενα,
                        <lb/>κἄπειθ’ οὕτως ἐπὶ τἄλλα μέχρι τῶν σπανιωτάτων, ὥσπερ <lb/>ἀμέλει κἀπὶ
                        τοῦ βραχέος μὲν κατὰ τὸ μῆκος, ὑψηλοῦ δὲ κατὰ <lb/>τὸ βάθος σφυγμοῦ
                        παράδειγμα γινόμενος τῆς ἀπὸ τῶν ﻿<pb n="531"/> πολλάκις ὁρωμένων ἐπὶ τὰ
                        σπανιώτερα μεταβάσεως. εὔλογον <lb/>οὖν ἐστιν, ὅταν ὁ σφυγμὸς οὗτος ὀφθῇ
                        θεάσασθαι πρότερον <lb/>ὅπως ἔχει παχύτητος ὁ ἄνθρωπος. εἰ μὲν γὰρ εὔσαρκός
                        τε <lb/>καὶ πίων ἱκανῶς εἴη, κατὰ λόγον ὁ σφυγμὸς φαίνεται· μικρὸς <lb/>γὰρ
                        ἔσται. διότι ἐν ταῖς ἀμετροτέραις σαρκώσεσιν ἡ σὰρξ <lb/>ἀποχεομένη κωλύει
                        διαστέλλεσθαι τὸ ἀγγεῖον, εἰς ὅσον ἐπεφύκει· <lb/>ἀλλὰ καὶ τὸ μῆκος αὐτοῦ
                        βραχύτερον γίνεται καὶ τὸ <lb/>πλάτος στενώτερον, τῷ πλήθει τῆς σαρκὸς
                        θλιβόμενον. τῶν <lb/>δ’ ἰσχνῶν μὲν τὴν ἕξιν, τἄλλα δὲ εὐῤῥώστων, ἱκανὸν μὲν
                        τό <lb/>γε πλάτος καὶ τὸ μῆκος ὁ σφυγμὸς ἔχει, ἀξιόλογον δὲ καὶ τὴν <lb/>εἰς
                        ὕψος ἀνάβασιν. ἔτι δὲ μᾶλλον ἐφ’ ὧν χαλαρόν ἐστι τὸ <lb/>δέρμα, κατάδηλον
                        γίνεται τὸ τοῦ διαστήματος αὐτοῦ τε καὶ <lb/>τοῦ τῆς ἀρτηρίας χιτῶνος. ᾧ
                        δῆλον ὅτι τὰ μὲν κουφότερα <lb/>σώματα ῥᾳδίως συνεξαίρουσιν αἱ ἀρτηρίαι
                        διαστελλόμεναι, τὰ <lb/>δὲ βαρύτερα δυσχερέστερον· ὅσα δ’ ἱκανῶς βαρέα,
                        ταῦτα <lb/>οὐδ’ ὅλως κινοῦσι. </p></div><pb n="532"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="28"><p>Νῦν δὲ περὶ τῶν σφυγμῶν εἴπωμεν, διὰ τί <lb/>ἐπὶ ταῖς μετρίαις βλάβαις τῆς τε
                        δυνάμεως ἅμα καὶ τῆς θερμασίας <lb/>πυκνοὶ μὲν γίνονται, μικροὶ δὲ οὐκέτι
                        οὐδὲ βραδεῖς, <lb/>ἀλλὰ σύμμετροι. τέσσαρες γοῦν συζυγίαι διάφοροι γίνονται.
                        <lb/>ἢ μὲν γὰρ διὰ θερμασίαν μόνην ἢ διὰ ψύξιν ἀλλοιοῦνται. καὶ <lb/>κατὰ
                        μὲν τὴν ἀῤῥωστοτέραν ἅμα καὶ θερμὴν, εἰ μὲν ἐπὶ <lb/>πλέον ὑπ’ ἀμφοτέρων τῶν
                        αἰτίων δυναστεύοιτο, ἥ τε δύναμις <lb/>ἱκανῶς ἄῤῥωστος εἴη, καὶ τὸ θερμὸν
                        πυρῶδες, μικροὶ μὲν καὶ <lb/>βραδεῖς οἱ σφυγμοὶ καὶ πυκνότατοι γίνονται.
                        μετρίας δ’ οὔσης <lb/>τῆς βλάβης, πυκνοὶ μὲν ὁμοίως, σύμμετροι δὲ κατὰ τὴν
                        διάστασίν <lb/>τε καὶ κίνησιν. δευτέρα δὲ συζυγία ἐξ ἀῤῥωστίας τε καὶ
                        καταλήψεως <lb/>σύγκειται. ἐν αὐτῇ ἀμυδρὸς μὲν εἰς τοσοῦτον εἰς ὅσον <lb/>ἂν
                        καὶ τὰ τῆς δυνάμεως ἔχοι κακῶς ὁ σφυγμὸς γίνεται, μικρὸς <lb/>δὲ καὶ βραδὺς,
                        ὥσπερ καὶ οἱ ἐπὶ τῆς προτέρας συζυγίας. <lb/>οὐ μὴν ὁμοίως γε ἐκείνοις εἰς
                        ἔσχατον ἀφικνεῖται. πλὴν εἰ ἡ <lb/>δύναμις ἐσχάτως εἴη κεκμηκυῖα, δῆλον ὡς
                        μικρότατος ἐπὶ τῶν <lb/>τοιούτων ὁ σφυγμὸς ἔσται, καὶ διαλείπων καὶ ἐκλείπων
                        τὰ <lb/>πολλά. τρίτη δὲ συζυγία σφυγμῶν ἀλλοιώσεως, αὐξανομένης <pb n="533"/> ὁμοῦ θερμασίας τε καὶ δυνάμεως· ἐν ᾗ σφοδρότατοι μὲν καὶ <lb/>μέγιστοι,
                        τάχιστοι δὲ οὐκέτι ὁμοίως οἱ σφυγμοὶ γίνονται, <lb/>πυκνότατοι δὲ τὰ πολλὰ
                        μὲν οὐκ ἐναργῶς, ἔστιν ὅτε (δὲ) καὶ <lb/>σαφῶς ὑπὲρ τὸ κατὰ φύσιν εἰσίν. καὶ
                        γίνεται τοῦτο, ὅταν <lb/>ἐπὶ πλεῖστον αὐξηθῇ τὰ τῆς θερμασίας. λοιπὴ δὲ
                        συζυγία <lb/>τῆς κατὰ τοῦτο τὸ γένος τῶν σφυγμῶν ἀλλοιώσεως, ὅταν εἰς
                        <lb/>ταὐτὸν ἀφίκηται ῥώμη τε δυνάμεως καὶ θερμασίας ἔνδεια. <lb/>γίνονται δ’
                        οὗτοι σύμμετροι μὲν τῷ μεγέθει, βραδύτεροι μέντοι <lb/>καὶ ἱκανῶς ἀραιοὶ,
                        καὶ μάλιστα, ὅταν ἐπὶ πλέον ἡ ψύξις <lb/>κρατῇ. τὸ μέντοι τῆς διαστάσεως
                        αὐτῶν ποσὸν οὐ κωλύεται <lb/>σαφῶς οὐδ’ ἐναργῶς διὰ τὴν εὐῤῥωστίαν τῆς
                        δυνάμεως. οὐ <lb/>μὴν οὐδὲ βραδυτὴς ἐπὶ πολὺ κρατεῖ διὰ τὴν αὐτὴν αἰτίαν.
                        <lb/>ἐῤῥωμένη γὰρ ἡ δύναμις — (Cetera desunt). </p></div></div></body></text></TEI>