<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg063.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="23"><p>Νυνὶ δὲ προσθῶμεν τοὺς κατὰ μίαν διαστολὴν <lb/>σφυγμοὺς, ἐν διαφέρουσι δὲ
                        μορίοις τῆς ἀρτηρίας τὴν <lb/>ἀνωμαλίαν ἔχοντας. ὧν εἰσι καὶ οἱ μύουροι
                        καλούμενοι, κατὰ <pb n="509"/> μὲν τὸ πλησιέστερον τῆς καρδίας μέρος εἰς
                        ὄγκον ἐξῃρμένην <lb/>τὴν διαστολὴν ποιούμενοι, κατὰ δὲ τὰ πόῤῥω μεμειωμένην·
                        <lb/>ὥστε τριῶν ἐπιβεβλημένων αὐτῇ δακτύλων, ὅσῳ τοῦ πρώτου <lb/>δακτύλου
                        κατὰ τὸν δεύτερον ἡ κίνησις ἐλάττων φαίνεται <lb/>καὶ πλάτει και βάθει,
                        τοσούτῳ τοῦδε κατὰ τὸν τρίτον, ἐκλυομένου <lb/>δηλονότι τοῦ τόνου τῆς
                        κινούσης τὴν ἀρτηρίαν δυνάμεως, <lb/>ἣν ἡ καρδία χορηγεῖ ἁπάσαις αὐταῖς.
                        ἐνίοτε δὲ παραπλησίως <lb/>μὲν ὑποπίπτει τοῖς ἐπιβεβλημένοις δακτύλοις ὁ
                        σφυγμὸς, <lb/>ἀλλ’ ἡ δευτέρα κίνησις τῆς πρώτης ἀμυδροτέρα φαίνεται,
                        <lb/>καὶ μετ’ αὐτὴν ἡ τρίτη πάλιν ἀμυδροτέρα τῆς δευτέρας, εἶθ’ <lb/>ἑξῆς ἡ
                        τετάρτη καὶ πέμπτη, καὶ πᾶσαι κατὰ τὸ ἑξῆς ἀφαιροῦσι <lb/>μέχρις ἂν εἰς
                        ἀκινησίαν ἀφίκωνται τελείαν ὡς πρὸς τὴν <lb/>ἡμετέραν αἴσθησιν. εἶτ’ ἀράντων
                        τοὺς δακτύλους, καὶ βραχὺ <lb/>διαλειπόντων ἐπιτιθέντων τε πάλιν, αἴσθησις
                        γίνεται κινήσεως. <lb/>ἐνίοτε δὲ καὶ χωρὶς τῆς ἄρσεως αὐτῶν ἐπανέρχεται
                        πάλιν <lb/>ἡ κίνησις, ὡς αἰσθητὴν γίγνεσθαι. συμβαίνει δὲ καὶ τὰ
                        <lb/>τοιαῦτα περὶ τοὺς σφυγμοὺς διὰ τὴν ἀῤῥωστίαν τῆς δυνάμεως, <lb/>μὴ
                        φερούσης αὐτῆς τὴν ἐπιβολὴν τῶν δακτύλων, ἀλλ’ ὡς <pb n="510"/> ὑπὸ φορτίου
                        νικωμένης τε καὶ καταπιπτούσης. διὸ καὶ μετριώτατα <lb/>προσήκει ψαύειν
                        τηνικαῦτα, μᾶλλον ἐκ τῶν κάτω <lb/>μερῶν τῆς ἀρτηρίας ἐπιβάλλων τοὺς
                        δακτύλους, περιστρέφοντος <lb/>τὴν χεῖρα τοῦ κάμνοντος. εἰ δ’ αὖ πάλιν
                        ἐπιπολῆς ἀκριβῶς <lb/>ψαύοις, κατὰ θάτερον τρόπον οὐκ αἰσθήσῃ τῆς κινήσεως
                        <lb/>διὰ τὴν σμικρότητα τῆς διαστολῆς. ἀκριβῶς οὖν σε χρὴ τηνικαῦτα <lb/>τῷ
                        ποσῷ τῆς διαστολῆς, ὅ κατὰ τὴν ἐπιβολὴν τῶν <lb/>δακτύλων ἐποιήσω· καὶ οὕτως
                        ἐν μέρει ποτὲ μὲν ἀνιέναι καὶ <lb/>κουφίζειν βραχὺ, ποτὲ δὲ θλίβειν, τῆς
                        διαγνώσεως τῶν τοιούτων <lb/>σφυγμῶν κατορθουμένης ἐν ἀκριβεῖ συμμετρίᾳ τῆς
                        τῶν <lb/>δακτύλων ἐπιβολῆς, διὰ τὸ τὴν μὲν ἐπιπολῆς ψαῦσιν οὐδέπω
                        <lb/>διαγινώσκειν τὴν διαστολὴν τῆς ἀρτηρίας, ὅταν ἐπὶ βραχὺ γίγνηται,
                        <lb/>τὴν δὲ ταύτης βιαιοτέραν ἀφανίζειν τε καὶ τελέως <lb/>ἀπολλύναι τὴν
                        διάγνωσιν τῆς κινήσεως. ἔνιοί γε μὴν τῶν <lb/>τοιούτων σφυγμῶν, ὅταν
                        ἀπόλλυνται μειωθείσης κατὰ βραχὺ <lb/>τῆς διαστολῆς, αὖθις ἐπανέρχονται, καὶ
                        καλοῦμεν αὐτοὺς <lb/>μυούρους παλινδρομοῦντας. ἂν μὲν οὖν εἰς ἐσχάτην
                        βραχύτητα <lb/>κινήσεως ἀφικόμενοι πάλιν αὐξήσωσιν αὐτὴν, αὐτὸ ﻿<pb n="511"/> τοῦτο νῦν εἰρημένον ἔχουσιν ὄνομα, μύουροι παλινδρομοῦντες. <lb/>ἐὰν δὲ
                        εἰς ἀκινησίαν πάντη τελευτήσαντες ἐνταῦθα <lb/>στῶσι, μηκέτι αἰσθητὴν
                        κίνησιν ποιησάμενοι, τοὺς τοιούτους <lb/>ἐκλείποντας ὀνομάζομεν· ἐὰν δὲ καὶ
                        μετὰ τὴν ἀκινησίαν αὖθις <lb/>ἄρξονται κινεῖσθαι πάλιν, καὶ αὐτοὺς
                        ὀνομάζομεν ἐκλείποντας <lb/>παλινδρομοῦντας. εὔδηλον δ’ ὅτι πάντες οἱ
                        τοιοῦτοι σφυγμοὶ <lb/>γίνονται δι’ ἀῤῥωστίαν δυνάμεως, ἐνίοτε μὲν αὐτῆς
                        μόνης <lb/>κατὰ τὸν ἴδιον ἀῤῥωστούσης, ἐνίοτε δὲ καὶ διά τι πλῆθος ἢ
                        <lb/>θλίψιν ἢ ἔμφραξιν τῶν πλησίον τῆς καρδίας ἀρτηριῶν, ὡς <lb/>μικτὴν
                        ἀποτελεῖσθαι διάθεσιν. καὶ εἰ μὴ παντάπασιν ὁ σφυγμὸς <lb/>ἐπ’ αὐτῶν ἀμυδρός
                        τε καὶ μικρὸς ἐγένετο, σαφῶς ἂν ἐφαίνετο <lb/>κατὰ μίαν διαστολῆς ἀνωμαλίαν·
                        νῦν δὲ οὐ φαίνεται διὰ <lb/>τὴν ταπεινότητα τῆς κινήσεως, ἣν ποιεῖται κατὰ
                        τὴν διαστολὴν <lb/>ἡ ἀρτηρία. διὸ καὶ πυκνοὶ τοὐπίπαν εἰσὶν οἱ τοιοῦτοι
                        <lb/>σφυγμοὶ κατ’ ἐκεῖνο τὸ γένος τῆς πυκνότητος, ὃ τοῖς ἀναίσθητον
                        <lb/>ἔχουσι τὴν συστολὴν φαίνεται. διττῶς γὰρ ἔφαμεν <lb/>γίνεσθαί τε καὶ
                        λέγεσθαι πυκνὸν τὸν σφυγμὸν, ἤτοι τῆς συστολῆς <lb/>τῶν πρώτων μερῶν
                        αἰσθανομένων ἡμῶν ἢ μηδ’ ὅλως <pb n="512"/> αἰσθητῆς οὔσης αὐτῆς. ἐὰν οὖν
                        αἰσθανώμεθα τῶν πρώτων <lb/>τῆς συστολῆς, ὁ μεταξὺ χρόνος τοῦ τε τῆς
                        διαστολῆς πέρατος <lb/>καὶ τῆς ἀρχῆς τῆς συστολῆς, ἀραιὸν ἢ πυκνὸν ἐργάζεται
                        τὸν <lb/>σφυγμόν. ἐπεὶ δὲ καὶ χρόνου τὶ καὶ μεγέθους διαστολῆς ἔχειν
                        <lb/>χρὴ τὴν ἀρτηρίαν εἰς αἴσθησιν τῶν πρώτων τῆς διαστολῆς, <lb/>ἀδύνατόν
                        ἐστιν ἐπὶ τῶν ἀμυδρῶν τε καὶ μικρῶν σφυγμῶν <lb/>ἄγεσθαί ποθ’ ἡμᾶς αὐτούς·
                        ὥστ’ ἐπὶ τούτων ὁ τῆς ἐντὸς <lb/>ἠρεμίας χρόνος ἀδιάγνωστος ἔσται. καὶ διὰ
                        τοῦθ’ ὅλος ὁ συγκείμενος <lb/>ἔκ τε τούτου καὶ τοῦ τῆς συστολῆς καὶ τῆς μετ’
                        αὐτὴν <lb/>ἡσυχίας καὶ τῶν πρώτων τῆς αἰσθητῆς συστολῆς ἀναίσθητος
                        <lb/>γινόμενος, ἤτοι πυκνὸν ἢ ἀραιὸν ἐργάζεται τὸν σφυγμόν. <lb/>ἀλλὰ περὶ
                        μὲν τοῦ διὰ τὴν ποσότητα τῆς ἐκτὸς ἠρεμίας <lb/>ἀραιοῦ καὶ πυκνοῦ κατὰ τὸ
                        πρὸ τούτου δεδήλωται γράμμα· <lb/>περὶ δὲ τοῦ νῦν εἰρημένου πυκνοῦ καὶ
                        ἀραιοῦ λέγειν ἤδη καιρὸς, <lb/>ἀναμνησθέντων ἡμῶν πρότερον τῶν δεδειγμένων
                        ἐν τῇ <lb/>περὶ τῶν ἐν τοῖς σφυγμοῖς αἰτίων πραγματείᾳ. τὴν γὰρ ὡς <lb/>ἂν
                        εἴποι τις αἰτίαν συνεκτικὴν πυκνότητος σφυγμῶν ἐδείκνυμεν <lb/>εἶναι τὸ τῆς
                        διαστολῆς ἐλλιπές· ἐπειδή περ, ὅταν μὲν ᾖ <pb n="513"/> χρεία τῆς ἐνεργείας,
                        ταύτης πληρωθείσης σύμμετρον ἡσυχάζει <lb/>χρόνον ἡ ἀρτηρία, μὴ πληρωθείσης
                        δὲ τῆς χρείας διὰ τὸ τῆς <lb/>διαστολῆς ἐλλιπὲς ἀναγκάζεται τῆς δευτέρας
                        κινήσεως πρωϊαίτερον <lb/>ἄρχεσθαι. ἐπεὶ τοίνυν ἐν τοῖς μικροῖς πάνυ
                        σφυγμοῖς <lb/>ἀπλήρωτος ἡ χρεία γίνεται τῆς διαστολῆς, ὅσον ἐνδεῖ, τοῦθ’ ἡ
                        <lb/>φύσις ἐκπληροῦν ἀναγκαζομένη τῆς δευτέρας κινήσεως ἄρχεται
                        <lb/>πρωϊαίτερον. εἰς ὅσον δὲ ὁ μεταξὺ χρόνος τῶν διαστολῶν <lb/>γίνεται
                        βραχύτερος, εἰς τοσοῦτο πυκνότερος ὁ σφυγμὸς φαίνεται. <lb/>ἐλλιπὴς δὲ τῆς
                        διαστολῆς ἡ χρεία γίνεται κατὰ τοὺς <lb/>μικροὺς σφυγμοὺς διὰ τὴν μικρότητα.
                        καὶ τοῦτ’ ἐξ ἀνάγκης <lb/>ἕπεται διαπαντός· οὐχ ὥσπερ ἐπὶ τῶν μεγάλων ἔστιν
                        ὅτε. <lb/>πλῆθος γὰρ ἐπὶ τούτων εἶναι χρὴ θερμασίας ἢ δαπάνην <lb/>ψυχικοῦ
                        πνεύματος, ἵνα ὁ σφυγμὸς γένηται πυκνός. ᾧ λόγῳ <lb/>πάλιν, ἐφ’ ὧν αἰσθητὴ
                        τῆς ἀρτηρίας ἐστὶν ἡ συστολὴ, βραχὺς <lb/>μεταξὺ χρόνος γίνεται τοῦ τε τῆς
                        ἀποχωρήσεως αἰσθητοῦ <lb/>πέρατος καὶ τῆς ἀρχῆς τῆς διαστολῆς. οὗτος μὲν οὖν
                        ὁ χρόνος <lb/>συναναιρεῖται σπευδούσης τῆς φύσεως ἐπὶ τὴν διαστολὴν,
                        <lb/>ἔνθα χρεία τῆς ἀρτηρίας ἐστὶν ἐπισπᾶσθαι πλέονα τὸν ἔξωθεν <pb n="514"/> ἀέρα· καὶ γίνεται τοῦθ’, ὡς ἔφην, διὰ πλῆθος θερμασίας ἢ <lb/>δαπάνην
                        πνεύματος. ὁ δ’ ἕτερος χρόνος ὁ τῆς ἐκτὸς ἠρεμίας <lb/>βραχύνεται κατ’
                        ἐκείνας τὰς διαθέσεις, ἐν αἷς ἡ φύσις ἐπείγεται <lb/>λιγνυώδη τε καὶ καπνώδη
                        περιττώματα κατὰ τὰς ἀρτηρίας <lb/>ἠθροισμένα κενῶσαι. καὶ διὰ τοῦτ’ ἐν τῷ
                        πρὸ τούτου γράμματι <lb/>βεβαιότατον ἔφην εἶναι σημεῖον εἰσβολῆς παροξυσμῶν
                        <lb/>πυρεκτικῶν ἐπὶ σήψει χυμῶν γιγνομένων ὀλιγοχρόνιον μὲν <lb/>εἶναι τὴν
                        ἐκτὸς ἡσυχίαν, ταχυτέραν δὲ τὴν κίνησιν τῆς <lb/>συστολῆς. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="24"><p>Περὶ μὲν οὖν ἀραιότητός τε καὶ πυκνότητος <lb/>ἱκανὰ ταῦτα· πρὸς δὲ τοὺς
                        ὁμογενεῖς τοῖς ὀλίγον ἔμπροσθεν <lb/>εἰρημένοις σφυγμοῖς ἐπανέλθωμεν. ἔστι
                        δή τις ὑψηλότερον <lb/>ἔχων τὸ μέσον, ὡς κατὰ μῆκος σκοποῦντι, τὰ δὲ
                        ἑκατέρωθεν <lb/>αὐτοῦ ταπεινότερα· καλοῦμεν δ’ αὐτὸν ἐπινενευκότα <lb/>τε
                        καὶ περινενευκότα. φαίνεται δ’ ὁ σφυγμὸς οὗτος ἐπ’ <lb/>ἀῤῥώστοις δυνάμεσι
                        γιγνόμενος, ὅταν ἡ κατασκευὴ τοῦ σώματος <lb/>ᾖ τοιαύτη τὴν φύσιν ὡς ὀλίγον
                        μέν τι δέρμα κοῦφον <lb/>ἐπιβεβλῆσθαι τῷ μέσῳ τοῦ μήκους τῆς ἀρτηρίας, τὰ δ’
                        ἑκατέρωθεν <pb n="515"/> τοῦδε κατὰ τὸ μῆκος ἐκ τῶν ἄνω καὶ κάτω μερῶν
                        <lb/>βαρύνεσθαι. δι’ αὐτὸ γάρ τοι τοῦτο καὶ τῶν παχέων ὁ σφυγμὸς <lb/>τῷ
                        μήκει βραχὺς φαίνεται, κἂν εὔῤῥωστος ᾖ· τῶν δ’ <lb/>ἰσχνῶν μακρὸς, κἂν
                        ἀῤῥωστότερος ὑπάρχῃ. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="25"><p>Καί πως πάλιν ὁ λόγος ἤδη πρὸς τὸ μικρῷ <lb/>πρόσθεν ἀναβληθὲν ἥκει περὶ τῶν
                        ἐν τῷ διαγράμματι ζ΄ καὶ κ΄ <lb/>σφυγμῶν, ὧν ἡ γένεσις ὡς ἐπὶ στοιχείοις
                        ἐστὶ τοῖς ἐννέα <lb/>σφυγμοῖς, τρισὶ μὲν τοῖς κατὰ τὸ μῆκος τῆς ἀρτηρίας
                        θεωρουμένοις, <lb/>τρισὶ δὲ κατὰ τὸ πλάτος, καὶ τρισὶν ἄλλοις τοῖς <lb/>κατὰ
                        τὸ βάθος. ἐκ γὰρ τῆς τούτων πρὸς ἀλλήλους ἐπιμιξίας <lb/>ἅπασαι συζυγίαι
                        γίνονται τῶν σφυγμῶν ἑπτὰ καὶ εἴκοσιν· ὧν <lb/>μία μὲν κατὰ τὸ μῆκος, περὶ
                        ἧς ἀρξάμεθα λέγειν ἄρτι, δεικνύντες <lb/>αὐτὴν φαίνεσθαι διά τε τὴν ἐν πάχει
                        καὶ λεπτότητι <lb/>διαφορὰν τοῦ σώματος, ἀῤῥωστίαν τε καὶ ῥώμην δυνάμεως,
                        <lb/>ἐκ τούτου δὲ πρὸς τοῖσδε θερμασίαν πολλήν· εἰ δὲ εἰς δύο <lb/>κεφάλαια
                        τὸν λόγον ἀναγαγεῖν ἐθέλεις, διά τε τὴν κατὰ κύκλον <lb/>τῆς ἀρτηρίας
                        γινομένην ἧττον ἢ μᾶλλον διαστολὴν καὶ ﻿<pb n="516"/> διὰ λεπτότητα καὶ
                        πάχος τοῦ σώματος. ὅσον μὲν γὰρ ἐπ’ <lb/>αὐτῇ τοῦ πράγματος τῇ φύσει πάντων
                        οἱ σφυγμοὶ γίνονται <lb/>κατὰ τὸ μῆκος ἴσοι, πλὴν εἴ ποτ’ ἤδη τῶν
                        ἀποθνησκόντων <lb/>ἀπέψυκται τὰ κῶλα· φαίνονται δ’ οὐκ ἴσοι διὰ τὸ τῶν
                        ἐπικειμένων <lb/>σωμάτων ταῖς ἀρτηρίας ἄνισον. τῶν γοῦν ἐκτετηκότων <lb/>ἐν
                        χρονίοις νοσήμασιν ἡ κατὰ ῥάχιν ἀρτηρία φαίνεται <lb/>σφύζουσα, τῆς χειρὸς
                        ἐπιβαλλομένης τῷ καθ’ ὑπογάστριον <lb/>δέρματι· καὶ μᾶλλόν γε τοῖς ἰσχνοῖς
                        φύσει συμβαίνει τοῦτο, <lb/>καὶ πολὺ μᾶλλον, ὅταν πυρέξωσιν ἢ οἶνον πίωσιν,
                        ὡς ἂν <lb/>εἰς μέγεθος αὐτοῖς ἐξαιρομένης τῆς διαστολῆς. ἔμπαλιν δὲ
                        <lb/>τοῖς παχέσι, κἂν ἰσχυροὶ τὴν δύναμιν ὦσι καὶ ὑπέρθερμοι, <lb/>βραχὺς ὁ
                        σφυγμὸς γίνεται κατὰ τὸ ἀρτηρίας μῆκος. ὥσθ’ ἡ <lb/>μὲν ἰσχνότης τοῦ σώματος
                        εἰς τὸ μῆκος τοῦ σφυγμοῦ συντελεῖ <lb/>τῶν ἄλλων ἁπάντων μάλιστα, δευτέρα δ’
                        ἐπ’ αὐτῇ ῥώμη δυνάμεώς <lb/>ἐστι καὶ τρίτη θερμασία. τὰ δ’ ἐναντία τῶνδε τὸν
                        <lb/>ἐναντίον ποιεῖ σφυγμὸν, ὃν ἔφην καλεῖσθαι βραχύν. ὁ δὲ στενὸς
                        <lb/>σφυγμὸς γίνεται διὰ στενοχωρίαν τῶν περικειμένων χωρίων <pb n="517"/>
                        τῆς ἀρτηρίας, ἀῤῥωστίαν τε δυνάμεως καὶ ψύξιν ὀργάνου τε <lb/>σκληρότητα καὶ
                        δέρματος ῥυσότητα καὶ πάχος. ὁ δὲ ὑψηλὸς <lb/>τὰ ἐναντία, ῥώμην δυνάμεως,
                        θερμασίαν πολλὴν, ὀργάνου <lb/>μαλακότητα, δέρματος λεπτότητα καὶ τάσιν.
                        εὔδηλον δ’ ἐκ <lb/>τῶν εἰρημένων ὅτι τοῦ τεσσαρεσκαιδεκάτου κατὰ τὸ
                        διάγραμμα <lb/>σφυγμοῦ, τοῦ καὶ τὸ μῆκος καὶ τὸ πλάτος καὶ τὸ <lb/>βάθος
                        ἔχοντος σύμμετρον, ἤτοι πάντα κατὰ φύσιν ἐστὶν, ἢ <lb/>καί τις ἐξ ὑπεναντίων
                        μίξις εἰς μέσην κατάστασιν ἄγει τὴν <lb/>διαστολήν. ἐγχωρεῖ γὰρ τῷ κάμνοντι
                        τοσοῦτον τὴν δύναμιν <lb/>ἀσθενεστέραν εἶναι κατά τινα καιρὸν ὅσον καὶ τὴν
                        τοῦ σώματος <lb/>ἕξιν ἰσχνοτέραν, ὥσθ’ ὅσον εἰς βραχύτητα διὰ τὴν
                        <lb/>ἀῤῥωστίαν τῆς δυνάμεως ἧκεν ὁ σφυγμὸς, τοσοῦτον ἐκ τῆς <lb/>ἰσχνότητος
                        προστίθεσθαι. δυνατὸν δὲ καὶ διὰ πλῆθος θερμασίας <lb/>ὅσον τούτοις
                        ἐκλέλοιπεν ἀναπληροῦσθαι, πάλιν δ’ <lb/>αὖ κατὰ τἀναντία τῆς δυνάμεως
                        εὐῤῥωστοτέρας γενομένης, <lb/>ὅσον εἰς τὸ μῆκος ἂν ἐπέδωκεν ὁ σφυγμὸς,
                        τοσοῦτον καὶ πολυσαρκίαν <lb/>ἀφαιρεῖσθαι. δυνατὸν δὲ καὶ τὸν εἰς μῆκος
                        ηὐξημένον <lb/>ὅσον ἐπὶ τοῖς ἄλλοις αἰτίοις βραχύτερον γενέσθαι <pb n="518"/> διὰ ψύξιν. ὑπολογιστέον δέ τι καὶ τῇ τοῦ χιτῶνος σκληρότητι <lb/>κατὰ τὰς
                        τοιαύτας ἐπισκέψεις. ἀλλ’ ἐὰν ὅσον ἐπὶ τοῦτο κατὰ <lb/>φύσιν ἔχῃ, καὶ μήτε
                        εἰς εὐσαρκίαν ἢ ἰσχνότητα φαίνηται μεταβολὴ <lb/>γεγονυῖα, μήτε εἰς
                        ἀμυδρότητα καὶ σφοδρότητα τροπή <lb/>τις, ἀλλ’ ἐν τούτοις ἔχῃ κατὰ φύσιν,
                        ἐὰν σύμμετρος φαίνηται <lb/>καὶ μῆκος καὶ βάθος καὶ πλάτος, ἐνδείξεταί σοι
                        μήτε θερμασίαν <lb/>εἶναι πλείονα κατὰ τὸ σῶμα μήτε δαπάνην πνεύματος
                        <lb/>ψυχικοῦ. ταυτὶ μὲν οὖν κἀξ αὐτοῦ τοῦ μηδεμίαν ἐνέργειαν <lb/>ἰσχυρὰν
                        ἐνεργηκέναι τὸν κάμνοντα διαγνῶναι ῥᾷστόν ἐστιν· <lb/>ἐν γὰρ ταῖς
                        προαιρετικαῖς κινήσεσι δαπανᾶται τὸ πνεῦμα· <lb/>τὴν δὲ τῷ βάθει τοῦ σώματος
                        αὐξανομένην θερμασίαν, ἐὰν <lb/>τἄλλα πάντα συμμέτρως ἔχῃ, διὰ τοῦ σφυγμοῦ
                        μόνου προγνῶναι <lb/>δυνατόν ἐστιν. ἡ γὰρ τῆς ἀναπνοῆς μεταβολὴ οὐ σαφὴς
                        <lb/>γίνεται κατὰ τὰς τοιαύτας διαθέσεις, ἐν αἷς ὀλίγον πλέον <lb/>ἤθροισται
                        τῆς κατὰ φύσιν θερμασίας ἐν τῇ καρδίᾳ, τῶν ἄλλων <lb/>ὡσαύτως ἐχόντων. ἀλλὰ
                        προσέχειν ἐνταῦθα χρὴ τῷ μεγέθει <lb/>καὶ τῷ τάχει τοῦ σφυγμοῦ. πρῶτον μὲν
                        γὰρ εἰς μέγεθος <pb n="519"/> ἐπιδίδωσιν, ὅταν ὁ χιτὼν τῆς ἀρτηρίας ἤτοι
                        μαλακώτερος ᾖ <lb/>τοῦ κατὰ φύσιν ἢ σύμμετρος· ἔπειτα δὲ εἰς τάχος,
                        αὐξανομένης <lb/>τῆς θερμασίας. ὅταν δὲ ὑπὸ σκληρότητος ὁ χιτὼν <lb/>τῆς
                        ἀρτηρίας εἰς μέγεθος ἀξιόλογον ἀδυνατῇ διαναστῆναι, <lb/>τηνικαῦτα καὶ ἡ εἰς
                        τάχος ἐπίδοσις τοῦ σφυγμοῦ γίνεται <lb/>πρωϊαίτερον. ἡ γάρ τοι χρεία τῆς τῶν
                        σφυγμῶν γενέσεως <lb/>αὐξανομένη, μέχρι μὲν ἂν ἱκανὸν αὐτῇ τὸ μέγεθος τῆς
                        διαστολῆς <lb/>ᾖ, οὐδὲν ὅλως αἰσθητὸν εἰς τάχος ἀλλοιοῖ τὴν κίνησιν, <lb/>ἢ
                        παντάπασιν ὀλίγον· ὅταν δὲ μείζονος μὲν ἡ χρεία δέηται <lb/>διαστολῆς, μὴ
                        δύνηται δὲ ὁ χιτὼν τῆς ἀρτηρίας ἐκτείνεσθαι <lb/>διὰ σκληρότητα, τηνικαῦτα
                        τῷ τάχει πολλὴ προσθήκη γίνεται. <lb/>καὶ ὅταν δὲ μηδὲ τοῦτο ἐξαρκῇ,
                        κλονώδης ὁ σφυγμὸς ἀποτελεῖται, <lb/>διαμενούσης γε δηλονότι τῆς δυνάμεως
                        εὐῤῥώστου. </p></div></div></body></text></TEI>