<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg063.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="21"><p>Νυνὶ δὲ πάλιν ἀναλαβόντες ἀπ’ ἀρχῆς τὸν <lb/>λόγον, ἐροῦμεν ὁπόσοι τέ εἰσιν
                        οἱ κατὰ τὴν διαστολὴν τῆς <lb/>ἀρτηρίας φαινόμενοι σφυγμοὶ, τίς τε καθ’
                        ἕκαστον αὐτῶν <lb/>ἐστι διάθεσις ὑφ’ ἧς γίνεται, τίς τε ἡ πρόγνωσις ἐξ
                        ἑκάστης <lb/>αὐτῶν. ἐπιβάλλειν δέ σε βούλομαι κατὰ τὰς ἀρτηρίας τοὺς ﻿<pb n="491"/> δακτύλους ἁπαλοὺς ὄντας, οὔτ’ ἐπιπολῆς ψαύοντας τήν γε
                        <lb/>πρώτην οὔτε θλίβοντας βιαίως. εἶτ’ ἂν μὲν ἰσχυρῶς αἰσθάνῃ
                        <lb/>πληττόμενος ὑπὸ τῆς ἀρτηρίας διαστελλομένης, ἔτι καὶ <lb/>μᾶλλον
                        ἐπιθλίβειν· ἐὰν δὲ αὐτὸ πράττοντος ἀναίσθητος ἡ <lb/>κίνησις γίγνηται,
                        παντάπασιν ἐπιπολῆς ψαύειν. ἰσχυρὰν μὲν <lb/>γὰρ ἐνδείκνυται τὴν δύναμιν ὁ
                        πρὸς τὴν θλίψιν ἀντιβαίνων <lb/>σφυγμὸς, ἀσθενῆ δὲ ὁ καταπίπτων τε καὶ
                        νικώμενος. ἐνίους <lb/>γοῦν εὑρήσεις μεγίστους, ἐπιπολῆς ψαυόντων, μικροὺς
                        δ’, εἰ <lb/>θλίψαις, φαινομένους· ἐνίοτε δ’ οὐδ’ ὅλως ἔτι σωζομένους,
                        <lb/>ἀλλ’ ἀπολλυμένους παντάπασιν. ὥστ’ ἐκ τοῦ κατὰ τὴν θλίψιν <lb/>ποσοῦ τὸ
                        ποσὸν τῆς κατὰ τὴν δύναμιν ἀσθενείας τε καὶ ῥώμης <lb/>διαγινώσκεσθαί σοι,
                        μέγιστον ἀγαθὸν τῶν ἐν τοῖς σφυγμοῖς <lb/>ὑπάρχον. ἐὰν γοῦν ποθ’ εὕρῃς ἐπ’
                        ἀνθρώπου πυρετῶδες <lb/>νόσημα νοσοῦντος ἅμα τοῖς τῆς πέψεως σημείοις
                        ἰσχυρὰν <lb/>τὴν δύναμιν, ἀκινδυνότητα τοῦτον ἔχειν ἴσθι, διὰ ταχέων δὲ
                        <lb/>λύεσθαι τὴν νόσον. ἐὰν δὲ ἰσχυρὰ μὲν ἡ δύναμις ᾖ, τῆς δ’ <lb/>ἐν τοῖς
                        χυμοῖς πέψεως μηδὲν σημεῖον, ἐν χρόνῳ πλέονι νοσήσας <lb/>σωθήσεται,
                        μεμνημένων ἡμῶν, ἃ καὶ χωρὶς ἀναμνήσεως <pb n="492"/> τῆς ἐμῆς οἱ νοῦν
                        ἔχοντες ἴσασιν, ὡς ἅπαντα τὰ κατὰ <lb/>τὰς προγνώσεις λέγεται χωρὶς τοῦ τοὺς
                        νοσοῦντας ἁμαρτεῖν, <lb/>ἤ τινα βλάβην ἔξωθεν γενέσθαι. μεγάλην δὲ ἔφην
                        ἔχειν ἰσχὺν <lb/>ἐν τοῖς πυρετώδεσι νοσήμασι τὴν ῥώμην τῆς τὰς ἀρτηρίας
                        κινούσης <lb/>δυνάμεως, ἣν καὶ ζωτικὴν ὀνομάζομεν, ἐπειδὴ πολλάκις,
                        <lb/>ὅταν ὁ κίνδυνος ᾖ διὰ τὸ νευρῶδες γένος, οὐδὲν μέγα συμβάλλονται
                        <lb/>τῆς ζωτικῆς δυνάμεως ὁ τόνος· ἀλλ’ ἐπισκεπτόμεθα <lb/>τηνικαῦθ’ ὅπως
                        ἔχει ῥώμης ἡ ψυχικὴ δύναμις. ἄμεινον μὲν <lb/>οὖν ἀμφοτέρας ἐῤῥῶσθαι καὶ
                        πρὸς αὐταῖς γε τρίτην τὴν φυσικὴν <lb/>ὀνομαζομένην, ἧς ἀρχὴ τὸ ἧπάρ ἐστιν·
                        ὥσπερ τῆς μὲν <lb/>ζωτικῆς ἡ καρδία, τῆς ψυχικῆς δ’ ὁ ἐγκέφαλος. ἐπικρατεῖ
                        δὲ <lb/>καθ’ ἕκαστον εἶδος νοσήματος εἰς τὸ τῆς προγνώσεως βέβαιον <lb/>ἡ
                        τῆς οἰκείας δυνάμεως τῶν πεπονθότων μορίων ῥώμη. τοῦ <lb/>μὲν οὖν ἰσχυροῦ
                        σφυγμοῦ τὸν τόνον, ὁποῖός τις ἐστὶ, θλίβων <lb/>διαγνώσῃ, συνεμφαινομένου
                        μὲν αὐτῷ καὶ τοῦ μεγέθους <lb/>τῆς διαστολῆς ἀκριβῶς τε διαγινωσκομένου.
                        βεβαία δὲ καὶ ἡ <lb/>γνῶσις γίνεται τῶν μεγάλων σφυγμῶν, ἐξ ἐπιπολῆς
                        ψαυόντων· <lb/>ἴσθι δὲ μέγιστον σφυγμὸν ἐκεῖνον, ὃς ἂν κατὰ πολλὰ <pb n="493"/> μέρη τῆς ἀρτηρίας ψαύῃ, ἤτοι μήκους, πλάτους καὶ βάθους·
                        <lb/>ὡς καὶ μακρὸν, ὃς ἂν κατὰ τὸ μῆκος ἐπικρατοῖ, καὶ πλατὺν, <lb/>ὃς ἂν
                        κατὰ τὸ πλάτος, καὶ ὑψηλὸν παραπλησίως, ὅταν κατὰ <lb/>τὸ ὕψος· εἴρηται δὲ
                        καὶ βάθος. ὥσπερ δ’ ἐν ὅλῳ τῷ πρώτῳ <lb/>περὶ διαγνώσεως σφυγμῶν ὑπὲρ τοῦ
                        κατὰ τὴν συστολὴν αἰσθητοῦ <lb/>τε καὶ ἀναισθήτου, οὕτως ἐν τῷ δευτέρῳ περὶ
                        τῆς <lb/>κατὰ τὸ μέγεθός τε καὶ μικρότητα διαφορᾶς ἐπιδέδεικται, δεικνύντος
                        <lb/>μου παραβάλλειν χρῆναι τὸ ποσὸν τῆς κατὰ τὸν κύκλον <lb/>διαστολῆς τῆς
                        ἀρτηρίας, τὸ κατὰ τὸ περιὸν εὑρεῖν, καὶ <lb/>ζητεῖν εἰς ὅσον ἐξαίρεται (C.
                        ἐξαιρεῖται) μέγεθος ἀρτηρία εὐρυτάτη <lb/>τῇ στενοτάτῃ (F. add. συμβαλλομένη
                        V. L. collata). <lb/>κατὰ ταὐτὸν οὖν κἀπὶ τῶν παίδων ἔνιοι τὸν σφυγμὸν εἶναι
                        <lb/>μικρὸν λέγουσι, οὐ τῇ κατὰ τὴν ἀρτηρίαν εὐρυχωρίᾳ παραβάλλοντες
                        <lb/>τὴν διαστολὴν, ἀλλὰ τῇ τῶν ἀκμαζόντων· ὡς ἐάν <lb/>γε λογίσηταί τις,
                        ὁπηλίκη κατὰ κύκλον οὖσα τῶν παίδων ἡ <lb/>ἀρτηρία τὸν σφυγμὸν πηλίκον
                        ἐργάζεται, γνώσεται ὅτι καλῶς <lb/>ὁ Ἡρόφιλος ἔφη τὸν σφυγμὸν αὐτῶν ἱκανὸν
                        εἶναι τῷ <lb/>μεγέθει. δύο μὲν δή σοι ταῦτα γένη σφυγμῶν ἐν τῇ διαστολῇ <pb n="494"/> τῆς ἀρτηρίας ὑποπεσεῖται καθ’ ὃν εἴρηται τρόπον ἐπιβάλλοντι
                        <lb/>τοὺς δακτύλους, τὸ μὲν ἕτερον ἐν ποσότητι μήκους καὶ <lb/>πλάτους καὶ
                        βάθους, τὸ δ’ ἕτερον ἐν τῷ τῆς πληγῆς εὐτόνῳ. <lb/>καὶ καλεῖν γ’ ἔξεστί σοι
                        τὸν ἰσχυρῶς πλήττοντα τὴν ἁφὴν ὅτῳ <lb/>περ ἂν ἐθέλῃς ὀνόματι. καὶ γὰρ
                        ἰσχυρὸν καὶ σφοδρὸν εὔτονόν <lb/>τε καὶ ῥωμαλέον ὀνομάζων οὐδὲν βλάψεις τὰ
                        τῆς τέχνης <lb/>ἔργα. καλοῦμεν δ’ ἡμεῖς αὐτὸν σφοδρὸν τοῖς πρὸ ἡμῶν ἑπόμενοι
                        <lb/>ὁμοίως σφυγμόν· καὶ ὅτι μάλιστα σύνθετός ἐστιν ἡ τῆς <lb/>σφοδρότητος
                        νόησις ἐξ ἰσχύος τε καὶ τόνου. ἐπεὶ δὲ τὸ προγινώσκειν <lb/>ὀρθῶς οὐκ ἐκ τῆς
                        τῶν ὀνομάτων, ἀλλ’ ἐκ τῆς τῶν <lb/>πραγμάτων ἀκριβοῦς γνώσεως γίνεται,
                        χρήσθω μὲν ἕκαστος ὡς <lb/>ἂν βούληται τοῖς ὀνόμασι, σπουδαζέτω δὲ τὴν τῶν
                        πραγμάτων <lb/>ἐπιστήμην. ὥσπερ δὲ ὁ σφοδρὸς σφυγμὸς ἀεὶ ῥώμην ἐνδείκνυται
                        <lb/>δυνάμεως, οὕτως ὁ σκληρὸς ἤτοι τετάσθαι τὴν ἀρτηρίαν <lb/>ἢ σκληρὰν
                        γεγονέναι, εἰ μὴ ἄρα καὶ τὸ τεταμένον σῶμα <lb/>φαίη τις ἐξ αὐτοῦ τετάσθαι
                        γεγονέναι σκληρόν· οὕτως γὰρ ὁ <lb/>σκληρὸς ἀεὶ δηλώσει τὴν κατάστασιν τοῦ
                        χιτῶνος τῆς ἀρτηρίας <lb/>ποιότητα. φαίνεται δ’ οὖν ὁ τοιοῦτος σφυγμὸς ἐπὶ
                        φλεγμοναῖς <pb n="495"/> ἢ ἐμφράξεσιν ἢ πληρώσεσιν ἢ τάσεσι τῶν νευρωδῶν
                        μορίων, <lb/>ἢ ἐπὶ σκίῤῥοις οὐ μόνον τῶν νευρωδῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν ἄλλων,
                        <lb/>ἐὰν ᾖ κύρια. καὶ γὰρ ἧπαρ καὶ γαστὴρ καὶ σπλὴν καὶ μήτρα <lb/>τοιοῦτον
                        ἐργάζονται τὸν σφυγμὸν, ὅταν σκιῤῥωθῶσι. γίνεται <lb/>δὲ καὶ διὰ ψύξιν
                        ἰσχυρὰν καὶ ξηρότητα, καὶ ὅταν γέ σοι <lb/>κατὰ πρώτην εἴσοδον ὁ σφυγμὸς
                        φανῇ τὸ μαλακὸν οὐκ ἔχων <lb/>τῆς προσβολῆς τοιοῦτον ὁποῖον ἐν τῷ κατὰ φύσιν
                        ἔχει, τῶν <lb/>εἰρημένων τι παθῶν ἐννόει κατὰ τὸν ἄνθρωπον εἶναι. διακρινεῖς
                        <lb/>δὲ τί ποτ’ ἐστὶν ἔκ τε τῶν ἄλλων συμπτωμάτων καὶ τῶν <lb/>προηγησαμένων
                        αἰτίων, οἷον εἰ ψυχρὸν πόμα παρὰ τὸ ἔθος, <lb/>ἢ ἐν ὕδατι ψυχρῷ διατριβὴ
                        πολυχρόνιος, ἢ ἐν ἀέρι τοιούτῳ, <lb/>καὶ μάλιστα μὴ προηραιωμένου τοῦ
                        σώματος. ἀλλὰ καὶ δοῦλόν <lb/>τις πλήξας τῇ χειρὶ, καὶ θλάσας τοῦ μέσου
                        δακτύλου <lb/>τὸν κατὰ τὸ πρῶτον ἄρθρον τένοντα, κατὰ συντυχίαν ἑτέρων
                        <lb/>αἰτίων ἐπύρεξεν. εὑρὼν δ’ ἐγὼ τὸν σφυγμὸν αὐτοῦ σαφῶς
                        <lb/>ἐνδεικνύμενον τετάσθαι τὴν ἀρτηρίαν, ἰδὼν δὲ καὶ τὴν <lb/>χεῖρα
                        περιβεβλημένην ἐρίῳ, τί ποτ’ ἐστὶ κατ’ αὐτὴν ἠρόμην. ﻿<pb n="496"/> ὁ δὲ
                        οὐδὲν ἔφη πρᾶγμα κατά γε τοῦθ’ ὑπάρχειν αὐτῷ· πληγεὶς <lb/>γὰρ ἐκ τοῦ
                        πατάξαι τινὰ, κηρώτιον ἐπιτεθεικέναι σύνηθες <lb/>αὐτῷ. ἐγὼ μὲν οὖν οὐδεμίαν
                        ἑτέραν αἰτίαν εὑρίσκων τῆς <lb/>κατὰ τὸν σφυγμὸν τάσεως, ἐκέλευον ὑπαλλάξαι
                        τὴν θεραπείαν <lb/>τοῦ δακτύλου, καὶ χρῆσθαι τῇ πρὸς τὰ τοιαῦτα πάθη
                        <lb/>τῶν νεύρων ἀγωγῇ. καταφρονήσας δέ μου τῆς συμβουλῆς ὁ <lb/>ἄνθρωπος
                        ἐσπάσθη διὰ τῆς ἐπιούσης νυκτός. καὶ πλευριτικοῖς <lb/>τε καὶ φρενιτικοῖς
                        καὶ ὅσοις αἱ φρένες φλεγμαίνουσι <lb/>σκληρὸς ὁ σφυγμὸς φαίνεται, τετάσθαι
                        τὴν ἀρτηρίαν ἐνδεικνύμενος. <lb/>ὥσθ’ ὅταν ἀμφίβολος ᾖ τῶν παθῶν τούτων ἡ
                        διάγνωσις <lb/>ἔτ’ ἀρχομένων, οὐ σμικρὰν ἕξεις μοῖραν ἐπὶ διάγνωσιν
                        <lb/>αὐτῶν ἐκ τῶν τοιούτων σφυγμῶν. εἰ δὲ πρὸς ἤδη νοσοῦντα <lb/>χρονίως
                        παραγένοιο νῦν πρῶτον εἰσαχθεὶς, ἐὰν ὁ σφυγμὸς <lb/>αὐτοῦ φαίνοιτό σοι
                        σκληρὸς, ἐπισκέπτου σκιῤῥουμένην ἤδη <lb/>φλεγμονὴν σπληνός. ἐνδείξεται δ’
                        αὐτὴν καὶ ἡ χροιὰ τοῦ <lb/>προσώπου, καθάπερ γε κἂν ἧπαρ ᾖ τι τοιοῦτον
                        πεπονθὸς, <lb/>ἴδιον γὰρ ἐφ’ ἑκατέρων τῶν σπλάγχνων γίνεται τὸ χρῶμα,
                        <lb/>τῷ τετριμμένῳ σαφῶς ἐνδεικνύμενον, ὃ πρότερον πέπονθεν. <pb n="497"/>
                        ἀλλ’ οὐ νῦν ὁ περὶ τούτου λόγος· ὅσα γὰρ ἐκ σφυγμοῦ εἰς <lb/>πρόγνωσίν ἐστι
                        χρήσιμα, ταῦτα νῦν ἡμῖν πρόκειται διελθεῖν. <lb/>ἐὰν οὖν ἴδῃς οὐ
                        προτεθεαμένος τὸν ἄῤῥωστον ἐν πυρετώδει <lb/>νοσήματι καθεστῶτα, χωρὶς τοῦ
                        πεπονθέναι τὴν ἄνωθεν ἀρχὴν, <lb/>ἐπανελθόντος δὲ ὁ σφυγμὸς φαίνηται
                        σκληρὸς, ἢ ὕδωρ <lb/>ψυχρὸν οὗτος ἔπιεν ἢ ὀπώραν ψύχουσαν ἐν τῷ μεταξὺ
                        χωρισθέντος <lb/>σου προσηνέγκατο. ταυτὶ μὲν οὖν ἴσθι γενόμενα. <lb/>σφοδρὸν
                        δὲ ὅταν εὑρίσκῃς ὁμαλόν τε καὶ μέγαν σφυγμὸν, ἅμα <lb/>τῷ κατὰ φύσιν ἔχειν
                        τὸν χιτῶνα τῆς ἀρτηρίας, μέγιστον τοῦτο <lb/>σημεῖον εἰς σωτηρίαν τοῦ
                        κάμνοντος ἔστω. τὸ γάρ τοι τοῦ <lb/>τάχους ἢ τῆς βραδυτῆτος ἐπὶ τῶν οὕτως
                        ἐχόντων οὐδὲν μέγα <lb/>νῦν ἐνδείξεται πρὸς σωτηρίαν ἢ θάνατον· ἀλλὰ τὸ μὲν
                        τάχος <lb/>ἐπὶ θερμασίᾳ μείζονι γιγνόμενον εὕρῃς, τὴν βραδυτῆτα δὲ <lb/>ἐπὶ
                        ψύξει. ταυτὶ μὲν οὖν ἐν πυρετώδει νοσήματι κατὰ τὸν <lb/>εἰρημένον σφυγμὸν
                        οὐχ οἷόν τε γενέσθαι. τὸ τάχος δὲ συνεχέστατα <lb/>γίνεται, καὶ τὰ πολλὰ δὲ
                        ἐν τοῖς ἀκινδυνοτάτοις πυρετοῖς, <lb/>ὧν εἰσὶ καὶ οἱ γνήσιοι τριταῖοι.
                        μεγάλοι γάρ εἰσιν ἐπ’ <pb n="498"/> αὐτῶν οἱ σφυγμοὶ καὶ ταχεῖς κατὰ τὴν
                        ἀκμὴν τῶν παροξυσμῶν, <lb/>γίνεται δὲ διὰ τὸ πλῆθος τῆς θερμασίας. εἴρηται
                        δὲ ἐν τοῖς <lb/>περὶ διαγνώσεως σφυγμῶν κατὰ τὸ τρίτον καὶ τοῦ δευτέρου
                        <lb/>τὰ πρῶτα περὶ τῆς τοῦ τάχους διαγνώσεως, ἐπιδεικνύντος <lb/>μου
                        σφαλλομένους τοὺς ἄνευ τοῦ συνεπιβλέπειν τὸ μέγεθος <lb/>τῆς διαστολῆς ἐκ
                        τοῦ χρόνου μόνου τῆς κινήσεως ἀποφαινομένους <lb/>τι περὶ βραδυτῆτος ἢ
                        τάχους σφυγμῶν· οὐ γὰρ ἁπλῶς <lb/>ὁ ἐν ἐλάττονι χρόνῳ διαστελλομένης τῆς
                        ἀρτηρίας γινόμενος <lb/>σφυγμὸς ὠκύτερός ἐστι τοῦ πλέονι χρόνῳ
                        διαστελλομένης ἀποτελουμένου· <lb/>δυνατὸν γὰρ ἐν βραχυτάτῃ διαστολῇ, καίτοι
                        μὴ <lb/>ταχέως κινουμένης τῆς ἀρτηρίας, ὀλιγοχρόνιον γενέσθαι τὸν
                        <lb/>σφυγμόν· ὥσπερ αὖ πάλιν ἐν μεγίστῃ μὲν, ἀλλὰ κινουμένης <lb/>ταχέως,
                        πολυχρόνιον. ἄμεινον οὖν ἔφην εἶναι τῷ ῥοίζῳ τῆς <lb/>κινήσεως προσέχειν, οὐ
                        ποσότητι χρόνου τῆς ὅλης διαστολῆς. <lb/>ὁ μὲν οὖν ταχὺς ἐπὶ πλήθει γίνεται
                        θερμασίας, ἐῤῥωμένης <lb/>δηλονότι τῆς δυνάμεως, ὁ δὲ βραδὺς ἐπὶ ψύξει· καὶ
                        ὅταν γε <lb/>βραδὺς ἅμα καὶ σμικρὸς καὶ ἄτονος ὁ σφυγμὸς ᾖ, πλησίον
                        <lb/>ἥκουσι θανάτου· μέμνησο δ’ ἐν πᾶσι τοῖς οὕτω λεγομένοις <pb n="499"/>
                        τῆς κατὰ τὰς ἡλικίας διαφορᾶς· οὐ γὰρ μόνον φλεβοπαλία <lb/>παιδικὴ γέροντι
                        κακὸν, ἀλλὰ γεροντικὴ παιδί. δέκα γοῦν χρόνων <lb/>τῶν πρώτων, ὡς Ἡρόφιλος
                        ἐμέτρει τοὺς σφυγμοὺς, εἰ <lb/>παιδίῳ γεννηθείη ποτὲ τὸ μεταξὺ δύο πληγῶν
                        διάστημα, ψύξεως <lb/>ἐσχάτης καὶ διὰ τοῦτο καὶ νεκρώσεώς ἐστι σημεῖον·
                        ὡσπερεὶ <lb/>γέροντι πάλιν παιδίων σφυγμὸς, ἐν ᾧ τῆς διαστολῆς ὁ <lb/>χρόνος
                        ἴσος ἐστὶ τῷ τῆς συστολῆς, ἐκπεπυρῶσθαι σημαίνει <lb/>τὴν φύσιν. ἀλλὰ τοῦτο
                        μὲν οὐδ’ εἶδον ποτὲ, παιδίῳ δὲ πολλάκις <lb/>ὁ τοιοῦτος ὤφθη σφυγμός. ὅ γε
                        μὴν τοῦ γέροντος ὅταν <lb/>οὕτω γένηται ταχὺς, ὡς τὸν μεταξὺ τῶν δυοῖν
                        πληγῶν χρόνον <lb/>διπλάσιον εἶναι τοῦ τῆς πληγῆς, ἔστι μὲν οὖν καὶ τοῦτο
                        σπάνιον, <lb/>ἀλλ’ οὐ προσωτέρω γ’ ἔτι προέρχεται· φθάνει γὰρ ἀποθνήσκειν.
                        <lb/>εἰς τοῦτο δ’ ἀφικνούμενος, εἰς τὸν ἴδιον μὲν ἔρχεται <lb/>τῆς τοῦ
                        κάμνοντος ἡλικίας σφυγμὸν, ἐφεξῆς δὲ ἐπὶ τὸν <lb/>ἀραιότερον. ἔνθα τις καὶ
                        ἀπάτη γίνεται τοῖς ἀγυμνάστοις <lb/>περὶ τοὺς σφυγμούς. ὅταν ὑπὸ θερμασίας
                        παμπόλλης εἰς τάχος <lb/>ἄμετρον ὡς πρὸς τὴν ἡλικίαν ὁ σφυγμὸς ἀφίκηται, <pb n="500"/> ξηρανθείσης ἐν τῇ τοιαύτῃ διαθέσει τῆς καρδίας εἰς τοσοῦτον
                        <lb/>ὡς καὶ θανατώδη δυσκρασίαν ἔχειν, ἀναγκαῖόν ἐστι τὴν θερμασίαν
                        <lb/>ταύτην ἐναποσβεσθῆναι τῇ κατὰ φύσιν· εἰκότως οὖν <lb/>ἐν τούτῳ τῷ καιρῷ
                        βραδύτερος ὁ σφυγμὸς γίνεται, καί τις, ὡς <lb/>ἔφην, δόξει πρὸς τὸ κατὰ
                        φύσιν αὐτὸν ἐπανέρχεσθαι, καίτοι <lb/>γε ὁδοιποροῦντα πρὸς νεκρώδη ψύξιν, οὐ
                        γεροντικὴν κρᾶσιν. <lb/>ὅ γε μὴν διορισμὸς τῶν τε πρὸς τὸ κατὰ φύσιν
                        ἐπανερχομένων <lb/>σφυγμῶν καὶ τῶν ἐπὶ θάνατον ἰόντων οὐ χαλεπός.
                        ἀμυδρότερος <lb/>γὰρ τοῦ ἔμπροσθεν ἀεὶ καὶ μᾶλλον τῶν ὀλεθρίως ἐχόντων
                        <lb/>ἀποτελεῖται σφυγμός. καὶ τούτῳ μάλιστα πρόσεχε τῷ <lb/>γνωρίσματι κατὰ
                        τὰς ἀμφιβόλους ἁπάσας διαθέσεις, μὴ τρεῖς <lb/>ἢ τέτταρας μόνας διαστολὰς
                        τῆς ἀρτηρίας σκοπούμενος, ἀλλ’ <lb/>ὅταν ἐν τοσαύταις ἀμυδρὸς ᾖ, περιμένων
                        ἑτέρας. ὁρᾶται γὰρ <lb/>ἔσθ’ ὅτε ὁ πέμπτος ἢ ὁ στ΄ ἐπ’ αὐταῖς εὔτονος· ὅπερ
                        ὅταν <lb/>εὑρήσεις, γίνωσκε τὴν δύναμιν οὐ κατὰ τὸν ἑαυτῆς λόγον
                        ἀῤῥωστοῦσαν, <lb/>ἀλλ’ ὑπὸ πλήθους ἢ ἐμφράξεως ἢ θλίψεως ἤ τινος <lb/>ὅλως
                        στενοχωρίας ἢ βάρους κωλυομένην εὐῤῥώστως κινεῖσθαι, ﻿<pb n="501"/>
                        παραπλησίως τοῖς ἰσχυροῖς ἀνθρώποις, ἐπειδὰν ἤτοι <lb/>γ’ ἐμποδίζωνται διὰ
                        δεσμῶν ἢ ὑπὸ μεγεθῶν φορτίου βαρύνωνται. <lb/>καὶ ὅταν γε τὴν μίαν ἐκείνην
                        διαστολὴν εὔτονόν τε <lb/>καὶ ὑψηλὴν ποιῆται, γίγνωσκε τηνικαῦτα πρὸς τὴν
                        τῶν λυπούντων <lb/>ἔκκρισιν ἐπεγειρομένην τὴν φύσιν. ἐὰν μὲν οὖν <lb/>ἱκανῶς
                        ἰσχυρὸς ὁ ε΄ ἢ στ΄ παρεμπίπτῃ σφυγμὸς ἅμα τοῖς διὰ <lb/>τῶν οὔρων
                        φαινομένοις τῆς πέψεως σημείοις, ἐγχωρεῖ σωθῆναι <lb/>τὸν ἄνθρωπον· ἐὰν δὲ
                        χωρὶς πέψεως ἐπὶ τὴν ἔκκρισιν ἡ <lb/>φύσις ἐξορμήσῃ, τεθνήξεται κρινόμενος.
                        ἐν περιπνευμονίαις δὲ <lb/>μάλιστα τοιοῦτοι φαίνονται σφυγμοί· λέγω δ’ οὐ
                        τὴν κατὰ <lb/>σφοδρότητα καὶ ἀμυδρότητα μόνην ἀνωμαλίαν, ἀλλὰ καὶ τὴν
                        <lb/>κατὰ μέγεθος καὶ μικρότητα καὶ τάχος καὶ βραδυτῆτα. καὶ <lb/>χρὴ
                        διδόναι πλέον ὀξιμέλιτος αὐτοῖς, ὀξυτέρου τὴν κρᾶσιν, <lb/>ἅμα τοῖς ἄλλοις
                        ὅσα χωρὶς τοῦ τὸν πυρετὸν ἐξάπτειν τέμνει <lb/>τάχος χυμῶν. ὑπὸ τοιούτων γὰρ
                        αἱ πλησίον τῆς καρδίας <lb/>ἀρτηρίαι φραττόμεναι τοὺς ἀνωμάλους ἐργάζονται
                        σφυγμοὺς, <lb/>οὐ μόνον τὴν συστατικὴν ἀνωμαλίαν, ἀλλὰ καὶ κατὰ μίαν <pb n="502"/> διαστολήν· ὑπὲρ ἧς εἴρηται μὲν ἤδη καὶ πρόσθεν, ἀλλὰ καὶ
                        <lb/>νῦν ἀναμνήσομεν ὑμᾶς αὐτούς. ὡς περὶ τῶν ἐν εἰσβολαῖς <lb/>πυρεκτικῶν
                        παροξυσμῶν καὶ ἀναβάσεσι συνεδρευόντων σφυγμῶν <lb/>ὄντος ἡμῖν τοῦ λόγου,
                        καὶ τῶν ἀνωμαλιῶν ἐμνημονεύσαμεν, <lb/>ὅσαι γίνονται πολλάκις ἐν τοῖς
                        τοιούτοις καιροῖς κατὰ <lb/>μέγεθος καὶ μικρότητα καὶ τάχος καὶ βραδυτῆτα
                        καὶ σφοδρότητα <lb/>καὶ ἀμυδρότητα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="22"><p>Ἡ δὲ διὰ τὸν χιτῶνα τῆς ἀρτηρίας διαφορὰ <lb/>σφυγμῶν, καθ’ ἣν ὅ τε μαλακὸς
                        καὶ ὁ σκληρὸς εὑρίσκονται, <lb/>κατ’ οὐδέτερον τῆς ἀνωμαλίας φαίνεται. λέγω
                        δὲ οὐδέτερον, <lb/>τό τε ἐν ἀθροίσματι πολλῶν ἐφεξῆς σφυγμῶν καὶ τὸ καθ’
                        <lb/>ἕνα μόνον. ὅμως γε μὴν διὰ τὸν χιτῶνα σκληρυνθέντα γίνεταί <lb/>τις
                        ἀνωμαλία κατὰ διαφέροντα μόρια τῆς ἀρτηρίας, ὅταν <lb/>ἥ τε χρεία τῆς
                        γενέσεως τῶν σφυγμῶν ἐπείγῃ καὶ ἡ δύναμις εὔῤῥωστος <lb/>ᾖ. βιαζομένης μὲν
                        γὰρ αὐτῆς διαστέλλειν τὸν χιτῶνα <lb/>τῆς ἀρτηρίας ὄντα σκληρὸν, ὁ κλονώδης
                        ἀποτελεῖται σφυγμός. <pb n="503"/> ὁ δ’ αὐτὸς οὗτος γίνεταί ποτε καὶ
                        δίκροτος, ὅταν τὸ φαινόμενον <lb/>μέρος τῆς ἀρτηρίας, ἅτε μὴ βαρυνόμενον ὑπὸ
                        τῶν ἐπικειμένων <lb/>σωμάτων, εἰς ὕψος ἀρθῇ πρότερον, ὑπὸ δὲ τῶν
                        <lb/>ἑκατέρωθεν αὐτοῦ βραδυνόντων περὶ τὴν ὁδὸν ἐκείνων ἀντισπασθῇ
                        <lb/>πάλιν εἴσω διὰ τὴν σκληρότητα τοῦ χιτῶνος, εἶτ’ αὖθις <lb/>συνανενεχθῇ.
                        διὸ καὶ μάλιστα φαίνεται γινόμενος ὁ τοιοῦτος <lb/>σφυγμὸς ἐφ’ ὧν τὸ μῆκος
                        συνῄρηται· μακροῦ δ’ ὄντος <lb/>αὐτοῦ δίκροτος ὁ σφυγμὸς οὐδέποτε ὤφθη,
                        καθάπερ οὐδ’ ὁ <lb/>κλονώδης βραχέος. ὁ γάρ τοι κλονώδης ἔοικε τῇ τῶν
                        ἀκοντίων <lb/>καὶ ῥάβδων φορᾷ, κατὰ τὰ σμικρὰ μόρια τῆς ἀρτηρίας <lb/>οὕτως
                        κινουμένων. κλονώδης δ’ ὑποπίπτει σφυγμὸς ἤτοι τοῖς <lb/>τέτταρσι δακτύλοις
                        ἢ πάντως γε τοῖς τρισίν· ὅταν δὲ εἷς ἢ <lb/>δύο μόνον αἰσθάνωνται δάκτυλοι
                        τῆς κινήσεως, ἡ τῶν ἑκατέρωθεν <lb/>μερῶν τῆς ἀρτηρίας ἀνωμαλία λανθάνει·
                        πρὸς <lb/>τούτῳ δὲ καὶ τὸ μηδ’ ἀντισπᾶσθαι τὸ φθάσαν ἀναφέρεσθαι <lb/>μέρος
                        ὑπὸ τῶν βαρυνόντων συμβαίνει. πάντα γὰρ ὁμοίως <lb/>ἔκκειται, πάνθ’ ὁμοίως
                        ἠλευθέρωται τοῦ βάρους τῶν ἐπικειμένων σωμάτων. <pb n="504"/> ἅτε οὖν
                        ἐνδεικνύμενος ὁ σφυγμὸς οὗτος καὶ <lb/>ῥώμην δυνάμεως καὶ πλῆθος θερμασίας,
                        εἰκότως ἐνίοτε κρίσιν <lb/>ἐσομένην ἀγγέλλει· καὶ ὅσῳ γ’ ἂν μᾶλλον ᾖ
                        κλονώδης, <lb/>τοσούτῳ μᾶλλον ἔλπιζε τὴν κρίσιν· πότερον δ’ ἀγαθὴν ἢ κακὴν,
                        <lb/>ἀεὶ γὰρ τούτου μέμνησο, διὰ δὲ τῆς περὶ κρίσεων πραγματείας
                        <lb/>μαθήσῃ. κυριώτατον δ’ ἐν αὐτοῖς ἐστιν ἡ πέψις τῶν <lb/>νοσοποιῶν χυμῶν,
                        ἔν γε τοῖς πυρετώδεσι νοσήμασι· καὶ <lb/>γὰρ καὶ τούτου μέμνησο διαπαντὸς,
                        ὡς εἰς τὰ τῆς ἄνωθεν <lb/>ἀρχῆς νοσήματα πέψις τῶν κατὰ τὰς φλέβας χυμῶν
                        οὐδὲν <lb/>μέγα συμβάλλεται. τὸν μὴν ἐπ’ ἐκείνοις κίνδυνον ὅπως χρὴ
                        <lb/>προγινώσκειν, ἔν τε τοῖς εἰς τὸ προγνωστικὸν ὑπομνήμασιν <lb/>ἔχεις κἀν
                        τοῖς περὶ κρίσεων εἰρημένοις. ἐκ σφυγμῶν δὲ τοσοῦτον <lb/>εἰς τὴν ἐκείνων
                        τῶν νοσημάτων διάγνωσίν τε καὶ πρόγνωσιν <lb/>ὄφελος, ὅσον ἐκ σκληροῦ καὶ
                        μαλακοῦ λαβεῖν ἐστι, <lb/>καὶ λέλεκταί μοι πρόσθεν ὑπὲρ αὐτῶν· ἔστι δέ τις
                        τῷ κλονώδει <lb/>σφυγμῷ κατὰ μὲν τὴν ἐν διαφέρουσι μορίοις ἀνωμαλίαν
                        <lb/>ὁμοιότατος, ἐναντίος δὲ κατὰ τὴν τοῦ χιτῶνος ποιότητα. <pb n="505"/>
                        σκληρὸς μὲν γὰρ ὁ κλονώδης, οὐ σκληρὸς δ’ ἐκεῖνός ἐστιν, <lb/>ἀλλ’ ἔτι καὶ
                        τοῦ κατὰ φύσιν αὐτοῦ μαλακώτερος. ὀνομάζομεν <lb/>δὲ αὐτὸν κυματώδη, διότι
                        κύμασιν ἐοικυῖαν ἔχει τὴν ἀνωμαλίαν. <lb/>φαίνεται δὲ ἐνίοτε μὲν εὔτονος
                        μετρίως, ἐνίοτε δὲ τῶν <lb/>εὐτόνων τε καὶ ἀσθενῶν μεταξύ. εἴρηται δὲ ὅτι
                        τὸν εὔτονον <lb/>σφυγμὸν σφοδρὸν ὀνομάζομεν, τοῖς ἔμπροσθεν ἑπόμενοι,
                        <lb/>ὥσπερ καὶ τὸν ἄτονον ἀμυδρόν. οὗτος οὖν ὁ σφυγμὸς ὁ κυματώδης
                        <lb/>ἱδρῶτα τὸ ἐπίπαν ἀγγέλλει, καὶ τοσούτῳ μᾶλλον, <lb/>ὅσῳ περ ἂν ᾖ
                        μαλακώτερος μὲν, οὐκ ἄτονος δέ. παρεμπίπτοντος <lb/>δ’ αὐτῷ τοῦ ὑψηλοῦ,
                        βεβαιότατον ἕξεις ἱδρῶτος <lb/>σημεῖον. ἀεὶ γὰρ οὗτος σημαίνει τινὰ
                        ἔκκρισιν, μετὰ μὲν τοῦ <lb/>κυματώδους ἢ ἁπλῶς μεγάλου, οὐ μὴν σκληροῦ,
                        κρισίμων <lb/>ἱδρώτων· μετὰ δὲ τοῦ κλονώδους ἢ ἁπλῶς σκληροῦ καταμηνίων
                        <lb/>μᾶλλον ἢ αἱμοῤῥαγίας ἐκ ῥινῶν, ἢ δι’ αἱμοῤῥοΐδος, ἢ <lb/>γαστρὸς
                        ἐκταραχθείσης. ἥτις δὲ τῶν ἐκκρίσεων ἔσται μᾶλλον, <lb/>ἐκ τῶν γεγραμμένων
                        ἐν τοῖς περὶ κρίσεων διορίζου. ὅταν δὲ <lb/>ὁ κυματώδης οὗτος σφυγμὸς
                        ἀμυδρὸς ᾖ, σκωληκίζων γίνεται, ﻿<pb n="506"/> τὴν ὀνομασίαν εἰληφὼς ταύτην
                        ἀπὸ τῆς κατὰ τὴν... ὁμοιότητος <lb/>τῆς πρὸς σκώληκα. τρεῖς γὰρ τούτους
                        σφυγμοὺς οἱ πρὸ <lb/>ἡμῶν παρωνόμασαν ζώοις, δορκαδίζοντα, σκωληκίζοντα καὶ
                        <lb/>μυρμηκίζοντα, διὰ τὸ τῆς κινήσεως ὅμοιον οὕτω θέμενοι τὰς
                        <lb/>προσηγορίας. ἀλλὰ περὶ μὲν τοῦ δορκαδίζοντος ἐν τῇ τελευτῇ <lb/>τοῦ
                        λόγου δεδήλωται· περὶ δὲ τοῦ σκωληκίζοντος ἄρτι λελέξεται, <lb/>διότι
                        μικρότερος μέν ἐστι τοῦ κυματώδους, ἀμυδρὸς δὲ <lb/>ἀεὶ, καὶ διὰ τοῦτο
                        μεταπίπτει ῥᾳδίως εἰς τὸν μυρμηκίζοντα, <lb/>τελειοτάτην ἀῤῥωστίαν δυνάμεως
                        ἐνδεικνύμενον, ὥσπερ γε καὶ <lb/>ὁ κατὰ τὸ πρότερον μόριον τῆς ἀρτηρίας τὴν
                        κίνησιν ἔχων <lb/>προτέραν, φαινομένην ὡς θηριδίου διέρποντος. ἀλλὰ τούτῳ
                        <lb/>γ’ οὐδὲν ἴδιον ἐξαίρετον ὄνομα τίθεται. γίνεται δ’ οὖν καὶ <lb/>αὐτὸς
                        ἀσθενούσης τῆς δυνάμεως, καὶ εἰ μὴ φθάσει ῥωσθῆναι, <lb/>μεταπίπτει ῥαδίως
                        εἰς τὸν μυρμηκίζοντα, πάντων σφυγμῶν <lb/>ἀμυδρότατον καὶ μικρὸν ὄντα, καὶ
                        τοῦτο καὶ χείριστον, ὡς <lb/>ἀῤῥωστίαν δυνάμεως οἰκείαν ἐνδεικνύμενον, οὐ
                        διὰ πλῆθος <lb/>βαρῦνον ἢ θλίψιν ἢ ἔμφραξιν. ἔστω δέ σοι μέγιστον γνώρισμα
                            <pb n="507"/> πρὸς διορισμὸν δυνάμεως ὑπὸ θλίψεως ἢ ἐμφράξεως ἢ πλήθους
                        <lb/>ἀδυνατούσης ἐξαίρειν εἰς μέγεθος τὴν ἀρτηρίαν ἡ κατὰ <lb/>τὴν ὁμαλότητα
                        καὶ ἀνωμαλίαν διαφορά. διὰ μὲν γὰρ τὸν <lb/>ἴδιον λόγον ἀῤῥωστούσης αὐτῆς,
                        ὁμαλὸς ὁ σφυγμὸς διαμένων <lb/>κατὰ πάσας ἐφεξῆς τὰς διαστολάς· ὑπ’ ἄλλης δ’
                        αἰτίας ἐμποδιζόμενος <lb/>κινεῖσθαι τὴν κατὰ φύσιν κίνησιν, κίνησις ἀνώμαλος
                        <lb/>γίνεται. ὅ γε μὴν σκωληκίζων καὶ πολὺ μᾶλλον ὁ μυρμηκίζων <lb/>οὐδ’
                        ὤφθησάν ποτε τὴν συστηματικὴν ἀνωμαλίαν ἀνώμαλοι <lb/>δι’ οἰκείαν ἀῤῥωστίαν
                        δυνάμεως γινόμενοι. καθάπερ γε καὶ ὁ <lb/>φαντασίαν ἐκπέμπων θηριδίου
                        διέρποντος· ὁποῖον ἐχρῆν διαφαίνεσθαι <lb/>τὸν σφυγμὸν, εἰ τὸ παρὰ καρδίας
                        ἐπιπεμπόμενον <lb/>πνεῦμα, διὰ τῶν ἀρτηριῶν φερόμενον, αἴτιον ἐγίγνετο τῆς
                        <lb/>διαστολῆς. ἐδείχθη δὲ ὅτι δυνάμεως, οὐχ ὕλης πνευματικῆς, <lb/>ἀπὸ τῆς
                        καρδίας διάδοσις γίνεται τῶν χιτώνων τῶν ἀρτηριῶν· <lb/>καὶ ταύτης ἅπασαι
                        μεταλαμβάνουσαι παραπλησίως τῇ καρδίᾳ <lb/>διαστέλλουσιν ἑαυτὰς, ἕλκουσαι
                        πανταχόθεν ὅθεν ἂν δύνωνται <lb/>τὸ πληρῶσον αὐτῶν τὴν διαστολήν. ὡς δὲ
                        Ἐρασίστρατος <lb/>ἔλεγεν, ὁ σφυγμὸς γίνεται φορᾷ τοῦ παρὰ καρδίας
                        ἐπιπεμπομένου <pb n="508"/> πνεύματος διὰ τῶν ἐν ταῖς ἀρτηρίαις κοιλοτήτων.
                        <lb/>ὄντων δὲ ζ΄ καὶ κ΄ σφυγμῶν κατὰ τὸ ποσὸν τῆς διαστολῆς, εἷς ἐξ
                        <lb/>αὐτῶν, ὃς ἂν ἐλάχιστος ᾖ, μυρμηκίζων ὀνομάζεται. συμβέβηκε <lb/>δ’, ὡς
                        ἔφην, αὐτῷ καὶ ἀμυδροτάτῳ πάντων εἶναι σφυγμῶν, καὶ <lb/>δι’ αὐτό γε τοῦτο
                        καὶ μικροτάτῳ· καὶ διότι μικρότατός ἐστι, <lb/>διὰ τοῦτο καὶ πυκνότατος
                        γίνεται. τῆς γὰρ δυνάμεως ἀῤῥωστούσης <lb/>ἐσχάτως, ἐλαχίστη κατὰ τὰς τρεῖς
                        διαστάσεις ἡ διαστολὴ <lb/>γίνεται, συναιρουμένου τοῦ μήκους καὶ πλάτους καὶ
                        <lb/>βάθους αὐτῆς εἰς ἐλάχιστον. εἴρηται δὲ ἡ αἰτία δι’ ἣν ἐν τοῖς
                        <lb/>μικροῖς σφυγμοῖς τοὐπίπαν ἕπεται πυκνότης, ὡς διὰ τὸ κατά <lb/>τε τὴν
                        δύναμιν καὶ τὴν χρείαν τῶν ὀργάνων ἐλλιπές. ὥσπερ <lb/>δὲ ἐν τῷ μᾶλλόν τε
                        καὶ ἧττον οὐκ ὀλίγη ἡ διαφορὰ κατὰ τὸν <lb/>μικρὸν γίνεται σφυγμὸν, οὕτως
                        καὶ κατὰ τοὺς ἄλλους ἕξ <lb/>καὶ κ΄, ὑπὲρ ὧν ὀλίγον ἔμπροσθεν εἰρήσεται.
                    </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="23"><p>Νυνὶ δὲ προσθῶμεν τοὺς κατὰ μίαν διαστολὴν <lb/>σφυγμοὺς, ἐν διαφέρουσι δὲ
                        μορίοις τῆς ἀρτηρίας τὴν <lb/>ἀνωμαλίαν ἔχοντας. ὧν εἰσι καὶ οἱ μύουροι
                        καλούμενοι, κατὰ <pb n="509"/> μὲν τὸ πλησιέστερον τῆς καρδίας μέρος εἰς
                        ὄγκον ἐξῃρμένην <lb/>τὴν διαστολὴν ποιούμενοι, κατὰ δὲ τὰ πόῤῥω μεμειωμένην·
                        <lb/>ὥστε τριῶν ἐπιβεβλημένων αὐτῇ δακτύλων, ὅσῳ τοῦ πρώτου <lb/>δακτύλου
                        κατὰ τὸν δεύτερον ἡ κίνησις ἐλάττων φαίνεται <lb/>καὶ πλάτει και βάθει,
                        τοσούτῳ τοῦδε κατὰ τὸν τρίτον, ἐκλυομένου <lb/>δηλονότι τοῦ τόνου τῆς
                        κινούσης τὴν ἀρτηρίαν δυνάμεως, <lb/>ἣν ἡ καρδία χορηγεῖ ἁπάσαις αὐταῖς.
                        ἐνίοτε δὲ παραπλησίως <lb/>μὲν ὑποπίπτει τοῖς ἐπιβεβλημένοις δακτύλοις ὁ
                        σφυγμὸς, <lb/>ἀλλ’ ἡ δευτέρα κίνησις τῆς πρώτης ἀμυδροτέρα φαίνεται,
                        <lb/>καὶ μετ’ αὐτὴν ἡ τρίτη πάλιν ἀμυδροτέρα τῆς δευτέρας, εἶθ’ <lb/>ἑξῆς ἡ
                        τετάρτη καὶ πέμπτη, καὶ πᾶσαι κατὰ τὸ ἑξῆς ἀφαιροῦσι <lb/>μέχρις ἂν εἰς
                        ἀκινησίαν ἀφίκωνται τελείαν ὡς πρὸς τὴν <lb/>ἡμετέραν αἴσθησιν. εἶτ’ ἀράντων
                        τοὺς δακτύλους, καὶ βραχὺ <lb/>διαλειπόντων ἐπιτιθέντων τε πάλιν, αἴσθησις
                        γίνεται κινήσεως. <lb/>ἐνίοτε δὲ καὶ χωρὶς τῆς ἄρσεως αὐτῶν ἐπανέρχεται
                        πάλιν <lb/>ἡ κίνησις, ὡς αἰσθητὴν γίγνεσθαι. συμβαίνει δὲ καὶ τὰ
                        <lb/>τοιαῦτα περὶ τοὺς σφυγμοὺς διὰ τὴν ἀῤῥωστίαν τῆς δυνάμεως, <lb/>μὴ
                        φερούσης αὐτῆς τὴν ἐπιβολὴν τῶν δακτύλων, ἀλλ’ ὡς <pb n="510"/> ὑπὸ φορτίου
                        νικωμένης τε καὶ καταπιπτούσης. διὸ καὶ μετριώτατα <lb/>προσήκει ψαύειν
                        τηνικαῦτα, μᾶλλον ἐκ τῶν κάτω <lb/>μερῶν τῆς ἀρτηρίας ἐπιβάλλων τοὺς
                        δακτύλους, περιστρέφοντος <lb/>τὴν χεῖρα τοῦ κάμνοντος. εἰ δ’ αὖ πάλιν
                        ἐπιπολῆς ἀκριβῶς <lb/>ψαύοις, κατὰ θάτερον τρόπον οὐκ αἰσθήσῃ τῆς κινήσεως
                        <lb/>διὰ τὴν σμικρότητα τῆς διαστολῆς. ἀκριβῶς οὖν σε χρὴ τηνικαῦτα <lb/>τῷ
                        ποσῷ τῆς διαστολῆς, ὅ κατὰ τὴν ἐπιβολὴν τῶν <lb/>δακτύλων ἐποιήσω· καὶ οὕτως
                        ἐν μέρει ποτὲ μὲν ἀνιέναι καὶ <lb/>κουφίζειν βραχὺ, ποτὲ δὲ θλίβειν, τῆς
                        διαγνώσεως τῶν τοιούτων <lb/>σφυγμῶν κατορθουμένης ἐν ἀκριβεῖ συμμετρίᾳ τῆς
                        τῶν <lb/>δακτύλων ἐπιβολῆς, διὰ τὸ τὴν μὲν ἐπιπολῆς ψαῦσιν οὐδέπω
                        <lb/>διαγινώσκειν τὴν διαστολὴν τῆς ἀρτηρίας, ὅταν ἐπὶ βραχὺ γίγνηται,
                        <lb/>τὴν δὲ ταύτης βιαιοτέραν ἀφανίζειν τε καὶ τελέως <lb/>ἀπολλύναι τὴν
                        διάγνωσιν τῆς κινήσεως. ἔνιοί γε μὴν τῶν <lb/>τοιούτων σφυγμῶν, ὅταν
                        ἀπόλλυνται μειωθείσης κατὰ βραχὺ <lb/>τῆς διαστολῆς, αὖθις ἐπανέρχονται, καὶ
                        καλοῦμεν αὐτοὺς <lb/>μυούρους παλινδρομοῦντας. ἂν μὲν οὖν εἰς ἐσχάτην
                        βραχύτητα <lb/>κινήσεως ἀφικόμενοι πάλιν αὐξήσωσιν αὐτὴν, αὐτὸ ﻿<pb n="511"/> τοῦτο νῦν εἰρημένον ἔχουσιν ὄνομα, μύουροι παλινδρομοῦντες. <lb/>ἐὰν δὲ
                        εἰς ἀκινησίαν πάντη τελευτήσαντες ἐνταῦθα <lb/>στῶσι, μηκέτι αἰσθητὴν
                        κίνησιν ποιησάμενοι, τοὺς τοιούτους <lb/>ἐκλείποντας ὀνομάζομεν· ἐὰν δὲ καὶ
                        μετὰ τὴν ἀκινησίαν αὖθις <lb/>ἄρξονται κινεῖσθαι πάλιν, καὶ αὐτοὺς
                        ὀνομάζομεν ἐκλείποντας <lb/>παλινδρομοῦντας. εὔδηλον δ’ ὅτι πάντες οἱ
                        τοιοῦτοι σφυγμοὶ <lb/>γίνονται δι’ ἀῤῥωστίαν δυνάμεως, ἐνίοτε μὲν αὐτῆς
                        μόνης <lb/>κατὰ τὸν ἴδιον ἀῤῥωστούσης, ἐνίοτε δὲ καὶ διά τι πλῆθος ἢ
                        <lb/>θλίψιν ἢ ἔμφραξιν τῶν πλησίον τῆς καρδίας ἀρτηριῶν, ὡς <lb/>μικτὴν
                        ἀποτελεῖσθαι διάθεσιν. καὶ εἰ μὴ παντάπασιν ὁ σφυγμὸς <lb/>ἐπ’ αὐτῶν ἀμυδρός
                        τε καὶ μικρὸς ἐγένετο, σαφῶς ἂν ἐφαίνετο <lb/>κατὰ μίαν διαστολῆς ἀνωμαλίαν·
                        νῦν δὲ οὐ φαίνεται διὰ <lb/>τὴν ταπεινότητα τῆς κινήσεως, ἣν ποιεῖται κατὰ
                        τὴν διαστολὴν <lb/>ἡ ἀρτηρία. διὸ καὶ πυκνοὶ τοὐπίπαν εἰσὶν οἱ τοιοῦτοι
                        <lb/>σφυγμοὶ κατ’ ἐκεῖνο τὸ γένος τῆς πυκνότητος, ὃ τοῖς ἀναίσθητον
                        <lb/>ἔχουσι τὴν συστολὴν φαίνεται. διττῶς γὰρ ἔφαμεν <lb/>γίνεσθαί τε καὶ
                        λέγεσθαι πυκνὸν τὸν σφυγμὸν, ἤτοι τῆς συστολῆς <lb/>τῶν πρώτων μερῶν
                        αἰσθανομένων ἡμῶν ἢ μηδ’ ὅλως <pb n="512"/> αἰσθητῆς οὔσης αὐτῆς. ἐὰν οὖν
                        αἰσθανώμεθα τῶν πρώτων <lb/>τῆς συστολῆς, ὁ μεταξὺ χρόνος τοῦ τε τῆς
                        διαστολῆς πέρατος <lb/>καὶ τῆς ἀρχῆς τῆς συστολῆς, ἀραιὸν ἢ πυκνὸν ἐργάζεται
                        τὸν <lb/>σφυγμόν. ἐπεὶ δὲ καὶ χρόνου τὶ καὶ μεγέθους διαστολῆς ἔχειν
                        <lb/>χρὴ τὴν ἀρτηρίαν εἰς αἴσθησιν τῶν πρώτων τῆς διαστολῆς, <lb/>ἀδύνατόν
                        ἐστιν ἐπὶ τῶν ἀμυδρῶν τε καὶ μικρῶν σφυγμῶν <lb/>ἄγεσθαί ποθ’ ἡμᾶς αὐτούς·
                        ὥστ’ ἐπὶ τούτων ὁ τῆς ἐντὸς <lb/>ἠρεμίας χρόνος ἀδιάγνωστος ἔσται. καὶ διὰ
                        τοῦθ’ ὅλος ὁ συγκείμενος <lb/>ἔκ τε τούτου καὶ τοῦ τῆς συστολῆς καὶ τῆς μετ’
                        αὐτὴν <lb/>ἡσυχίας καὶ τῶν πρώτων τῆς αἰσθητῆς συστολῆς ἀναίσθητος
                        <lb/>γινόμενος, ἤτοι πυκνὸν ἢ ἀραιὸν ἐργάζεται τὸν σφυγμόν. <lb/>ἀλλὰ περὶ
                        μὲν τοῦ διὰ τὴν ποσότητα τῆς ἐκτὸς ἠρεμίας <lb/>ἀραιοῦ καὶ πυκνοῦ κατὰ τὸ
                        πρὸ τούτου δεδήλωται γράμμα· <lb/>περὶ δὲ τοῦ νῦν εἰρημένου πυκνοῦ καὶ
                        ἀραιοῦ λέγειν ἤδη καιρὸς, <lb/>ἀναμνησθέντων ἡμῶν πρότερον τῶν δεδειγμένων
                        ἐν τῇ <lb/>περὶ τῶν ἐν τοῖς σφυγμοῖς αἰτίων πραγματείᾳ. τὴν γὰρ ὡς <lb/>ἂν
                        εἴποι τις αἰτίαν συνεκτικὴν πυκνότητος σφυγμῶν ἐδείκνυμεν <lb/>εἶναι τὸ τῆς
                        διαστολῆς ἐλλιπές· ἐπειδή περ, ὅταν μὲν ᾖ <pb n="513"/> χρεία τῆς ἐνεργείας,
                        ταύτης πληρωθείσης σύμμετρον ἡσυχάζει <lb/>χρόνον ἡ ἀρτηρία, μὴ πληρωθείσης
                        δὲ τῆς χρείας διὰ τὸ τῆς <lb/>διαστολῆς ἐλλιπὲς ἀναγκάζεται τῆς δευτέρας
                        κινήσεως πρωϊαίτερον <lb/>ἄρχεσθαι. ἐπεὶ τοίνυν ἐν τοῖς μικροῖς πάνυ
                        σφυγμοῖς <lb/>ἀπλήρωτος ἡ χρεία γίνεται τῆς διαστολῆς, ὅσον ἐνδεῖ, τοῦθ’ ἡ
                        <lb/>φύσις ἐκπληροῦν ἀναγκαζομένη τῆς δευτέρας κινήσεως ἄρχεται
                        <lb/>πρωϊαίτερον. εἰς ὅσον δὲ ὁ μεταξὺ χρόνος τῶν διαστολῶν <lb/>γίνεται
                        βραχύτερος, εἰς τοσοῦτο πυκνότερος ὁ σφυγμὸς φαίνεται. <lb/>ἐλλιπὴς δὲ τῆς
                        διαστολῆς ἡ χρεία γίνεται κατὰ τοὺς <lb/>μικροὺς σφυγμοὺς διὰ τὴν μικρότητα.
                        καὶ τοῦτ’ ἐξ ἀνάγκης <lb/>ἕπεται διαπαντός· οὐχ ὥσπερ ἐπὶ τῶν μεγάλων ἔστιν
                        ὅτε. <lb/>πλῆθος γὰρ ἐπὶ τούτων εἶναι χρὴ θερμασίας ἢ δαπάνην <lb/>ψυχικοῦ
                        πνεύματος, ἵνα ὁ σφυγμὸς γένηται πυκνός. ᾧ λόγῳ <lb/>πάλιν, ἐφ’ ὧν αἰσθητὴ
                        τῆς ἀρτηρίας ἐστὶν ἡ συστολὴ, βραχὺς <lb/>μεταξὺ χρόνος γίνεται τοῦ τε τῆς
                        ἀποχωρήσεως αἰσθητοῦ <lb/>πέρατος καὶ τῆς ἀρχῆς τῆς διαστολῆς. οὗτος μὲν οὖν
                        ὁ χρόνος <lb/>συναναιρεῖται σπευδούσης τῆς φύσεως ἐπὶ τὴν διαστολὴν,
                        <lb/>ἔνθα χρεία τῆς ἀρτηρίας ἐστὶν ἐπισπᾶσθαι πλέονα τὸν ἔξωθεν <pb n="514"/> ἀέρα· καὶ γίνεται τοῦθ’, ὡς ἔφην, διὰ πλῆθος θερμασίας ἢ <lb/>δαπάνην
                        πνεύματος. ὁ δ’ ἕτερος χρόνος ὁ τῆς ἐκτὸς ἠρεμίας <lb/>βραχύνεται κατ’
                        ἐκείνας τὰς διαθέσεις, ἐν αἷς ἡ φύσις ἐπείγεται <lb/>λιγνυώδη τε καὶ καπνώδη
                        περιττώματα κατὰ τὰς ἀρτηρίας <lb/>ἠθροισμένα κενῶσαι. καὶ διὰ τοῦτ’ ἐν τῷ
                        πρὸ τούτου γράμματι <lb/>βεβαιότατον ἔφην εἶναι σημεῖον εἰσβολῆς παροξυσμῶν
                        <lb/>πυρεκτικῶν ἐπὶ σήψει χυμῶν γιγνομένων ὀλιγοχρόνιον μὲν <lb/>εἶναι τὴν
                        ἐκτὸς ἡσυχίαν, ταχυτέραν δὲ τὴν κίνησιν τῆς <lb/>συστολῆς. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="24"><p>Περὶ μὲν οὖν ἀραιότητός τε καὶ πυκνότητος <lb/>ἱκανὰ ταῦτα· πρὸς δὲ τοὺς
                        ὁμογενεῖς τοῖς ὀλίγον ἔμπροσθεν <lb/>εἰρημένοις σφυγμοῖς ἐπανέλθωμεν. ἔστι
                        δή τις ὑψηλότερον <lb/>ἔχων τὸ μέσον, ὡς κατὰ μῆκος σκοποῦντι, τὰ δὲ
                        ἑκατέρωθεν <lb/>αὐτοῦ ταπεινότερα· καλοῦμεν δ’ αὐτὸν ἐπινενευκότα <lb/>τε
                        καὶ περινενευκότα. φαίνεται δ’ ὁ σφυγμὸς οὗτος ἐπ’ <lb/>ἀῤῥώστοις δυνάμεσι
                        γιγνόμενος, ὅταν ἡ κατασκευὴ τοῦ σώματος <lb/>ᾖ τοιαύτη τὴν φύσιν ὡς ὀλίγον
                        μέν τι δέρμα κοῦφον <lb/>ἐπιβεβλῆσθαι τῷ μέσῳ τοῦ μήκους τῆς ἀρτηρίας, τὰ δ’
                        ἑκατέρωθεν <pb n="515"/> τοῦδε κατὰ τὸ μῆκος ἐκ τῶν ἄνω καὶ κάτω μερῶν
                        <lb/>βαρύνεσθαι. δι’ αὐτὸ γάρ τοι τοῦτο καὶ τῶν παχέων ὁ σφυγμὸς <lb/>τῷ
                        μήκει βραχὺς φαίνεται, κἂν εὔῤῥωστος ᾖ· τῶν δ’ <lb/>ἰσχνῶν μακρὸς, κἂν
                        ἀῤῥωστότερος ὑπάρχῃ. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="25"><p>Καί πως πάλιν ὁ λόγος ἤδη πρὸς τὸ μικρῷ <lb/>πρόσθεν ἀναβληθὲν ἥκει περὶ τῶν
                        ἐν τῷ διαγράμματι ζ΄ καὶ κ΄ <lb/>σφυγμῶν, ὧν ἡ γένεσις ὡς ἐπὶ στοιχείοις
                        ἐστὶ τοῖς ἐννέα <lb/>σφυγμοῖς, τρισὶ μὲν τοῖς κατὰ τὸ μῆκος τῆς ἀρτηρίας
                        θεωρουμένοις, <lb/>τρισὶ δὲ κατὰ τὸ πλάτος, καὶ τρισὶν ἄλλοις τοῖς <lb/>κατὰ
                        τὸ βάθος. ἐκ γὰρ τῆς τούτων πρὸς ἀλλήλους ἐπιμιξίας <lb/>ἅπασαι συζυγίαι
                        γίνονται τῶν σφυγμῶν ἑπτὰ καὶ εἴκοσιν· ὧν <lb/>μία μὲν κατὰ τὸ μῆκος, περὶ
                        ἧς ἀρξάμεθα λέγειν ἄρτι, δεικνύντες <lb/>αὐτὴν φαίνεσθαι διά τε τὴν ἐν πάχει
                        καὶ λεπτότητι <lb/>διαφορὰν τοῦ σώματος, ἀῤῥωστίαν τε καὶ ῥώμην δυνάμεως,
                        <lb/>ἐκ τούτου δὲ πρὸς τοῖσδε θερμασίαν πολλήν· εἰ δὲ εἰς δύο <lb/>κεφάλαια
                        τὸν λόγον ἀναγαγεῖν ἐθέλεις, διά τε τὴν κατὰ κύκλον <lb/>τῆς ἀρτηρίας
                        γινομένην ἧττον ἢ μᾶλλον διαστολὴν καὶ ﻿<pb n="516"/> διὰ λεπτότητα καὶ
                        πάχος τοῦ σώματος. ὅσον μὲν γὰρ ἐπ’ <lb/>αὐτῇ τοῦ πράγματος τῇ φύσει πάντων
                        οἱ σφυγμοὶ γίνονται <lb/>κατὰ τὸ μῆκος ἴσοι, πλὴν εἴ ποτ’ ἤδη τῶν
                        ἀποθνησκόντων <lb/>ἀπέψυκται τὰ κῶλα· φαίνονται δ’ οὐκ ἴσοι διὰ τὸ τῶν
                        ἐπικειμένων <lb/>σωμάτων ταῖς ἀρτηρίας ἄνισον. τῶν γοῦν ἐκτετηκότων <lb/>ἐν
                        χρονίοις νοσήμασιν ἡ κατὰ ῥάχιν ἀρτηρία φαίνεται <lb/>σφύζουσα, τῆς χειρὸς
                        ἐπιβαλλομένης τῷ καθ’ ὑπογάστριον <lb/>δέρματι· καὶ μᾶλλόν γε τοῖς ἰσχνοῖς
                        φύσει συμβαίνει τοῦτο, <lb/>καὶ πολὺ μᾶλλον, ὅταν πυρέξωσιν ἢ οἶνον πίωσιν,
                        ὡς ἂν <lb/>εἰς μέγεθος αὐτοῖς ἐξαιρομένης τῆς διαστολῆς. ἔμπαλιν δὲ
                        <lb/>τοῖς παχέσι, κἂν ἰσχυροὶ τὴν δύναμιν ὦσι καὶ ὑπέρθερμοι, <lb/>βραχὺς ὁ
                        σφυγμὸς γίνεται κατὰ τὸ ἀρτηρίας μῆκος. ὥσθ’ ἡ <lb/>μὲν ἰσχνότης τοῦ σώματος
                        εἰς τὸ μῆκος τοῦ σφυγμοῦ συντελεῖ <lb/>τῶν ἄλλων ἁπάντων μάλιστα, δευτέρα δ’
                        ἐπ’ αὐτῇ ῥώμη δυνάμεώς <lb/>ἐστι καὶ τρίτη θερμασία. τὰ δ’ ἐναντία τῶνδε τὸν
                        <lb/>ἐναντίον ποιεῖ σφυγμὸν, ὃν ἔφην καλεῖσθαι βραχύν. ὁ δὲ στενὸς
                        <lb/>σφυγμὸς γίνεται διὰ στενοχωρίαν τῶν περικειμένων χωρίων <pb n="517"/>
                        τῆς ἀρτηρίας, ἀῤῥωστίαν τε δυνάμεως καὶ ψύξιν ὀργάνου τε <lb/>σκληρότητα καὶ
                        δέρματος ῥυσότητα καὶ πάχος. ὁ δὲ ὑψηλὸς <lb/>τὰ ἐναντία, ῥώμην δυνάμεως,
                        θερμασίαν πολλὴν, ὀργάνου <lb/>μαλακότητα, δέρματος λεπτότητα καὶ τάσιν.
                        εὔδηλον δ’ ἐκ <lb/>τῶν εἰρημένων ὅτι τοῦ τεσσαρεσκαιδεκάτου κατὰ τὸ
                        διάγραμμα <lb/>σφυγμοῦ, τοῦ καὶ τὸ μῆκος καὶ τὸ πλάτος καὶ τὸ <lb/>βάθος
                        ἔχοντος σύμμετρον, ἤτοι πάντα κατὰ φύσιν ἐστὶν, ἢ <lb/>καί τις ἐξ ὑπεναντίων
                        μίξις εἰς μέσην κατάστασιν ἄγει τὴν <lb/>διαστολήν. ἐγχωρεῖ γὰρ τῷ κάμνοντι
                        τοσοῦτον τὴν δύναμιν <lb/>ἀσθενεστέραν εἶναι κατά τινα καιρὸν ὅσον καὶ τὴν
                        τοῦ σώματος <lb/>ἕξιν ἰσχνοτέραν, ὥσθ’ ὅσον εἰς βραχύτητα διὰ τὴν
                        <lb/>ἀῤῥωστίαν τῆς δυνάμεως ἧκεν ὁ σφυγμὸς, τοσοῦτον ἐκ τῆς <lb/>ἰσχνότητος
                        προστίθεσθαι. δυνατὸν δὲ καὶ διὰ πλῆθος θερμασίας <lb/>ὅσον τούτοις
                        ἐκλέλοιπεν ἀναπληροῦσθαι, πάλιν δ’ <lb/>αὖ κατὰ τἀναντία τῆς δυνάμεως
                        εὐῤῥωστοτέρας γενομένης, <lb/>ὅσον εἰς τὸ μῆκος ἂν ἐπέδωκεν ὁ σφυγμὸς,
                        τοσοῦτον καὶ πολυσαρκίαν <lb/>ἀφαιρεῖσθαι. δυνατὸν δὲ καὶ τὸν εἰς μῆκος
                        ηὐξημένον <lb/>ὅσον ἐπὶ τοῖς ἄλλοις αἰτίοις βραχύτερον γενέσθαι <pb n="518"/> διὰ ψύξιν. ὑπολογιστέον δέ τι καὶ τῇ τοῦ χιτῶνος σκληρότητι <lb/>κατὰ τὰς
                        τοιαύτας ἐπισκέψεις. ἀλλ’ ἐὰν ὅσον ἐπὶ τοῦτο κατὰ <lb/>φύσιν ἔχῃ, καὶ μήτε
                        εἰς εὐσαρκίαν ἢ ἰσχνότητα φαίνηται μεταβολὴ <lb/>γεγονυῖα, μήτε εἰς
                        ἀμυδρότητα καὶ σφοδρότητα τροπή <lb/>τις, ἀλλ’ ἐν τούτοις ἔχῃ κατὰ φύσιν,
                        ἐὰν σύμμετρος φαίνηται <lb/>καὶ μῆκος καὶ βάθος καὶ πλάτος, ἐνδείξεταί σοι
                        μήτε θερμασίαν <lb/>εἶναι πλείονα κατὰ τὸ σῶμα μήτε δαπάνην πνεύματος
                        <lb/>ψυχικοῦ. ταυτὶ μὲν οὖν κἀξ αὐτοῦ τοῦ μηδεμίαν ἐνέργειαν <lb/>ἰσχυρὰν
                        ἐνεργηκέναι τὸν κάμνοντα διαγνῶναι ῥᾷστόν ἐστιν· <lb/>ἐν γὰρ ταῖς
                        προαιρετικαῖς κινήσεσι δαπανᾶται τὸ πνεῦμα· <lb/>τὴν δὲ τῷ βάθει τοῦ σώματος
                        αὐξανομένην θερμασίαν, ἐὰν <lb/>τἄλλα πάντα συμμέτρως ἔχῃ, διὰ τοῦ σφυγμοῦ
                        μόνου προγνῶναι <lb/>δυνατόν ἐστιν. ἡ γὰρ τῆς ἀναπνοῆς μεταβολὴ οὐ σαφὴς
                        <lb/>γίνεται κατὰ τὰς τοιαύτας διαθέσεις, ἐν αἷς ὀλίγον πλέον <lb/>ἤθροισται
                        τῆς κατὰ φύσιν θερμασίας ἐν τῇ καρδίᾳ, τῶν ἄλλων <lb/>ὡσαύτως ἐχόντων. ἀλλὰ
                        προσέχειν ἐνταῦθα χρὴ τῷ μεγέθει <lb/>καὶ τῷ τάχει τοῦ σφυγμοῦ. πρῶτον μὲν
                        γὰρ εἰς μέγεθος <pb n="519"/> ἐπιδίδωσιν, ὅταν ὁ χιτὼν τῆς ἀρτηρίας ἤτοι
                        μαλακώτερος ᾖ <lb/>τοῦ κατὰ φύσιν ἢ σύμμετρος· ἔπειτα δὲ εἰς τάχος,
                        αὐξανομένης <lb/>τῆς θερμασίας. ὅταν δὲ ὑπὸ σκληρότητος ὁ χιτὼν <lb/>τῆς
                        ἀρτηρίας εἰς μέγεθος ἀξιόλογον ἀδυνατῇ διαναστῆναι, <lb/>τηνικαῦτα καὶ ἡ εἰς
                        τάχος ἐπίδοσις τοῦ σφυγμοῦ γίνεται <lb/>πρωϊαίτερον. ἡ γάρ τοι χρεία τῆς τῶν
                        σφυγμῶν γενέσεως <lb/>αὐξανομένη, μέχρι μὲν ἂν ἱκανὸν αὐτῇ τὸ μέγεθος τῆς
                        διαστολῆς <lb/>ᾖ, οὐδὲν ὅλως αἰσθητὸν εἰς τάχος ἀλλοιοῖ τὴν κίνησιν, <lb/>ἢ
                        παντάπασιν ὀλίγον· ὅταν δὲ μείζονος μὲν ἡ χρεία δέηται <lb/>διαστολῆς, μὴ
                        δύνηται δὲ ὁ χιτὼν τῆς ἀρτηρίας ἐκτείνεσθαι <lb/>διὰ σκληρότητα, τηνικαῦτα
                        τῷ τάχει πολλὴ προσθήκη γίνεται. <lb/>καὶ ὅταν δὲ μηδὲ τοῦτο ἐξαρκῇ,
                        κλονώδης ὁ σφυγμὸς ἀποτελεῖται, <lb/>διαμενούσης γε δηλονότι τῆς δυνάμεως
                        εὐῤῥώστου. </p></div></div></body></text></TEI>