<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg063.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="16"><p>Ὅταν οὖν ἐπ’ ἄῤῥωστον ὃν οὐ πρόσθεν <lb/>ἐθεάσω μετακληθεὶς εἰσέλθῃς,
                        ἐπισκόπει πρῶτον μὲν εἰ <lb/>ἄῤῥην ἢ θήλεια· δεύτερον δ’ ἐπὶ τούτοις τὴν
                        ἡλικίαν· εἶτα <lb/>τὸ περιέχον ὁποῖον· εἰς γὰρ τοῦτ’ ἀνάγεται τὸ καθ’ ὥραν
                        καὶ <lb/>χώραν καὶ κατάστασιν· ἐφεξῆς δὲ τὴν οἰκείαν φύσιν αὐτοῦ· <lb/>καὶ
                        συνθεὶς ἅπαντα καὶ στοχασάμενος ὁποῖόν τινα <pb n="475"/> σφυγμὸν εἰκὸς ἦν
                        ἔχειν αὐτὸν, ὁπόθ’ ὑγίαινε, γνώσῃ τὸ μέγεθος <lb/>τῆς εἰς τὸ παρὰ φύσιν
                        ἐκτροπῆς· ἐὰν δὲ καὶ τἄλλα <lb/>ὅσα κατὰ τὰ περὶ κρίσεων ὑπομνήματα λέλεκται
                        προστιθῇς <lb/>τῇ ἰδίᾳ τῶν σφυγμῶν ὁμοιώσει, πλησίον ἀφίξῃ τῆς ἀκριβεστάτης
                        <lb/>γνώσεως ὅλης τῆς κατὰ τὸν κάμνοντα διαθέσεως· οἷον <lb/>εὐθέως ἐν ταῖς
                        ἐπισημασίαις· ὅταν οὖν πρῶτον ἐπισκέψῃ τινὰ, <lb/>τὴν ἀμφιβολίαν ἐπιδιόριζε
                        τοῖς ἄλλοις σημείοις· ὧν ἓν μὲν <lb/>ἐστὶ καὶ πρῶτον τὴν χεῖρα κατὰ τοῦ
                        θώρακος ἐπιτιθέντα, <lb/>συμμέτρως οὖσαν θερμὴν, ἐπισκέψασθαι τῆς θερμασίας
                        τὴν <lb/>ποιότητα. δακνώδη γὰρ εὑρών τινα, πυρέττειν φήσεις τὸν
                        <lb/>κάμνοντα, καὶ μήπω διὰ τοῦ σφυγμοῦ τοῦτο βεβαίως γνωρίσῃς. <lb/>εἰ δὲ
                        κατεψυγμένος πως ὁ θώραξ φαίνοιτο· συγκαταψύχεται <lb/>γὰρ ἐνίοτε τῷ πάντι
                        σώματι κατά τινας ἐπισημασίας· <lb/>οὐ χρὴ παραχρῆμα, βαστάσαντα τὴν χεῖρα,
                        κατὰ φύσιν ἔχειν <lb/>ἀποφήνασθαι τὸν ἄνθρωπον, ἀλλ’ ἐπὶ πλέον ἐᾶσαι κατὰ
                        <lb/>τοῦ θώρακος ἐπικειμένην, ἐν τούτῳ τε προσέχειν, εἴ τις <lb/>ἐκ τοῦ
                        βάθους ἀνέρχεται δριμεῖα θερμασία· μόνον γοῦν ἤρκει ﻿<pb n="476"/> Θεμίσωνι
                        τεκμήριον εἶναι τοῦ πυρέττειν τὸν ἄνθρωπον ἡ <lb/>ἐκ τοῦ βάθους ἀναφερομένη
                        θερμασία· καὶ βηχίον δέ τι σμικρὰ <lb/>ὑπότραχυ συνεισβάλλον τῇ καταψύξει
                        καὶ χάσμα καὶ <lb/>σκορδινισμὸς ἄλγημα τέ τι καὶ καταφορὰ πρὸς ὕπνον οὐχ
                        <lb/>ἁπλῶς εἰσβολὴν ἐπισημασίας εἶναι δηλώσει· ταῦτα μὲν οὖν <lb/>ἔξωθεν.
                        τοῖς δὲ σφυγμοῖς οὐ μόνον τὰ προειρημένα σημεῖα <lb/>γνωρίσματά εἰσι πυρετῶν
                        εἰσβολῆς, ἀλλὰ καὶ τὸ διαλείπειν ἢ <lb/>ἄλλην ἀνωμαλίαν ἔχειν ἢ ἀταξίαν.
                    </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="17"><p>Δυοῖν δ’ οὐσῶν κατὰ γένος ἀνωμαλιῶν, <lb/>τῆς μὲν ἑτέρας κατὰ μίαν διαστολὴν
                        σφυγμοῦ, τῆς δ’ ἑτέρας ἐν <lb/>ἀθροίσματι, πολλῶν ἐφεξῆς σφυγμῶν ἀλλήλοις
                        παραβαλλομένων, <lb/>περὶ τῆς προτέρας ἐρῶ τῆς ἐν ἀθροίσματι, καλουμένης
                        <lb/>δὲ ὑπὸ τῶν πλείστων ἰατρῶν συστηματικῆς· σαφεστέρα γὰρ <lb/>ἐστὶ
                        διαγινώσκεσθαι καὶ κατὰ τὰ πλείστα τῶν ἐπισημασιῶν <lb/>φαίνεται· τεττάρων
                        δ’ οὐσῶν ἐν τῇ διαστολῇ τῆς ἀρτηρίας <lb/>διαφορῶν τοῦ σφυγμοῦ, μιᾶς μὲν τῆς
                        κατὰ μέγεθος καὶ μικρότητα, <lb/>δευτέρας δὲ τῆς κατὰ τάχος καὶ βραδυτῆτα,
                        τρίτης <lb/>τῆς κατὰ σφοδρότητα καὶ ἀμυδρότητα, καὶ τετάρτης κατὰ <pb n="477"/> σκληρότητα καὶ μαλακότητα, κατὰ μὲν τὴν ὑστάτην εἰρημένην
                        <lb/>διαφορὰν οὐδέποτ’ ὤφθη σφυγμὸς ἀνώμαλος, ἐν δὲ ταῖς <lb/>ἄλλαις τρισὶν
                        αἱ πλεῖσται τῶν ἐπὶ χυμοῖς σηπομένοις πυρεττόντων <lb/>ἀνωμαλίαι
                        συνίστανται. καὶ ἡ κατὰ πυκνότητα δὲ καὶ <lb/>ἀραιότητα διαφορὰ σφυγμῶν καὶ
                        αὕτη πάνυ πολλάκις ἐπὶ τῶν <lb/>ἀῤῥώστων ὁρᾶται. καὶ μία γ’ αὐτῶν ἰδέα
                        μεταπίπτει ῥᾳδίως <lb/>εἰς τὸν διαλείποντα σφυγμὸν, ἐπ’ ἀμφοτέρων οὐδὲν
                        ἧττον <lb/>τῶν ἀνωμαλιῶν, ἀτάκτων τε καὶ τεταγμένων. ἔστω γάρ τις
                        <lb/>ἀνωμαλία τοῦ κατὰ πυκνότητα καὶ ἀραιότητα γένους, ἐπὶ <lb/>τέτταρσι
                        πυκνοῖς ἢ συμμέτροις τὸν πέμπτον ἀραιὸν ἔχουσα· <lb/>καὶ τοῦτ’ ἐφεξῆς
                        γιγνέσθω, φυλαττομένης ἀεὶ τῆς τάξεως, <lb/>αὐξανομένου δὲ τοῦ χρόνου τῆς
                        ἀραιότητος. ὁ τοιοῦτος <lb/>σφυγμὸς ἄτακτος μὲν ἢ τεταγμένος ὢν, οὐ μετὰ
                        πολλὰς περιόδους <lb/>ἐστὶ διαλείπων, οὐ πολλῷ δέ τινι διαφέρει τὸ τετάχθαι
                        <lb/>τὴν ἀνωμαλίαν ἢ ἄτακτον εἶναι πρὸς τὸ σωθῆναι τὸν <lb/>ἄνθρωπον ἢ
                        ἀπολέσθαι. πολλάκις γοῦν ἐθεασάμεθα μετὰ <lb/>τέσσαρας σφυγμοὺς ἤτοι πυκνοὺς
                        ἢ μέσους ἀραιοῦ καὶ πυκνοῦ <lb/>τὸν πέμπτον ἀραιὸν γιγνόμενον, εἶτ’ ἐφεξῆς
                        κατὰ τὴν αὐτὴν <pb n="478"/> περίοδον τὸν δέκατόν τε καὶ ιε΄ καὶ κ΄. ἔτι δὲ
                        μᾶλλον τοῦ ε΄ <lb/>γεννηθέντος ἀραιοῦ, τὸν θ΄ εἴδομεν ἀραιὸν ἢ τὸν ιδ΄ ἤ
                        τινα <lb/>ἄλλον, οὐ διασωζομένης τῆς κατὰ τὴν περίοδον ἰσότητος, <lb/>ἀλλ’
                        ἀτάκτως παρεμπίπτοντος τοῦ ἀραιοῦ· τοῖς οὖν τοιούτοις <lb/>οὔθ’ ἡ πεῖρα σαφῆ
                        διαφορὰν εἰς σωτηρίαν ἢ θάνατον ἢ <lb/>νόσου μῆκος ἢ βραχύτητα κατὰ τὰς
                        ἀτάκτους τε καὶ τεταγμένας <lb/>ἀνωμαλίας ἐδίδαξεν, οὔθ’ ὁ λόγος. ἐπὶ μέντοι
                        τῶν ὁμαλῶν <lb/>οὐ σμικρὰ διαφορὰ πρὸς τοὺς ἀνωμάλους ἐστὶ σωτηρίας
                        <lb/>ἕνεκα. μᾶλλον δ’ οὐ παραβάλλειν χρὴ τὰς τηλικαύτας διαφοράς· <lb/>ὁ μὲν
                        γὰρ ὁμαλὸς κατὰ φύσιν ἐστὶν, ὁ δὲ ἀνώμαλος οὐ <lb/>μόνον παρὰ φύσιν, ἀλλ’
                        ἤδη καὶ χαλεπός. ἐν μὲν οὖν ταῖς <lb/>ἐπιδόσεσι μᾶλλον· ἔτι δὲ μᾶλλον ἐν
                        ταῖς ἀκμαῖς τῶν παραξυσμῶν, <lb/>ἐν δὲ ταῖς παρακμαῖς χείριστος. ἀλλὰ τόν γε
                        πλεῖστον <lb/>χρόνον ἡσυχάζοντα σφυγμὸν ὁ διαλείπων δέχεται, τῆς ἀραιότητος
                        <lb/>αὐξανομένης, εἴτ’ οὖν ἀτάκτως εἴτε καὶ τεταγμένως· <lb/>οὐδεμίαν γὰρ
                        ἐνθάδε ἔφην μεγάλην εἶναι διαφορὰν οὔτε τῇ <lb/>πείρᾳ κατοφθεῖσαν οὔτε τῷ
                        λόγῳ. λέγω δὲ λόγῳ νῦν τῷ <pb n="479"/> δογματικῷ, καθ’ ὃν ἐκ τῆς τῶν
                        πραγμάτων φύσεως ὁρμώμενοι <lb/>τὰς προγνώσεις ποιούμεθα. προείρηται δὲ ὅτι
                        τοῖς τοιούτοις <lb/>λόγοις οὐ πάνυ τι χρὴ κατὰ τὰς ἐπιτοματικὰς πραγματείας
                        <lb/>ἀπαιτεῖν· ὡς εἰ σὺν τοῖς εἰς τὸ προκείμενον χρησίμοις καὶ τὰς
                        <lb/>αἰτίας τῶν γινομένων ἀκούειν ἐθέλοι τις, οὐδὲν ἀφαιρεθήσεται <lb/>τῆς
                        μεγάλης πραγματείας· ἐν ᾗ τέτταρα μὲν ἐστὶ βιβλία <lb/>τῶν τοὺς σφυγμοὺς
                        ἀλλοιούντων αἰτίων, τέτταρα δὲ τῆς ἐξ <lb/>αὐτῶν προγνώσεως. οὐκ ἀγαθὸν μὲν
                        οὖν ἡ ἀραιότης ἐστὶ <lb/>τῶν σφυγμῶν, εἴθ’ ὁμαλὴ εἴτ’ ἀνώμαλος εἴη· πολὺ δὲ
                        χείρων, <lb/>ὅταν διαλείπῃ. γίγνεται γὰρ, ὡς ἐδείχθη, βαρυνομένης τῆς
                        <lb/>δυνάμεως τῆς ζωτικῆς ὑπὸ πλήθους χυμῶν, ἤ τινων ἀρτηριῶν
                        <lb/>ἐμπεφραγμένων ὑπὸ πάχους ἢ γλισχρότητος χυμῶν· γίνεται <lb/>δὲ καὶ διὰ
                        φλεγμονὴν μεγάλην, στενουμένων τῶν ἐν αὐταῖς <lb/>κοιλοτήτων, ἢ θλίβοντος
                        τινὸς ἔξωθεν ἢ βαρύνοντος ἢ στενοχωροῦντος <lb/>ὁπωσοῦν. καὶ διὰ τοῦτο κατὰ
                        τὰς ἐπισημασίας <lb/>μάλιστα γίγνονται πολλοῖς ἀεὶ κατὰ τοὺς σφυγμοὺς
                        ἀνωμαλίαι, <lb/>πρὸς τὸ βάθος ὑποχωροῦντος τοῦ αἵματος. οὗτοι μὲν <pb n="480"/> οὖν οἱ σφυγμοὶ τὰς ἄρτι εἰρημένας διαθέσεις ἐνδείκνυνται,
                        κατάψυξιν <lb/>δὲ ἰσχυρὰν ὁ ἀραιός· ὥστ’ ἄλλως μὲν γενόμενος οὐκ <lb/>ἔστιν
                        ὀλέθριος· ὑπό τε γὰρ τοῦ περιέχοντος ἐν χειμῶνι τοιοῦτοι <lb/>γίνονται
                        σφυγμοὶ καὶ διὰ τροφὴν ἐν κοιλίᾳ φλεγματωθεῖσαν <lb/>ἐν ἅπασι τοῖς
                        βουλιμιῶσι· τὸ δ’ ἐπὶ πυρετοῖς οὐκ <lb/>ἀκινδύνοις ἀραιότητα γενέσθαι
                        σφυγμοῦ σβεννυμένης τῆς ἐμφύτου <lb/>θερμασίας ἐστὶ σημεῖον. ἔνιοι δὲ τῶν
                        οὕτως διακειμένων <lb/>ὀρέγονται τροφῆς, καὶ εἰ προσενέγκῃς, ἐσθίουσι
                        προθύμως, <lb/>ὡς δόξαι τοὺς ὁρῶντας ὑγιεινῶς ἔχειν αὐτούς· ἀπόλλυνταί
                        <lb/>γε μὴν εὐθέως, ἔνιοι μὲν κατὰ τὸν καιρὸν τῆς ἐπισημασίας <lb/>ἐν
                        καταφορᾷ γενόμενοι, τινὲς δ’ ἄνευ καταφορᾶς <lb/>ψυχθέντες σφοδρῶς, οὐκέτι
                        ἐξεθερμάνθησαν. οὐ μόνον δὲ, ὡς <lb/>ἔφην, τὸ γένος τοῦτο ἀνωμαλίας
                        συμπίπτει κατὰ τὰς εἰσβολὰς <lb/>τῶν πυρεκτικῶν παροξυσμῶν, ἀλλὰ καὶ τὸ κατὰ
                        μέγεθος <lb/>καὶ μικρότητα καὶ τάχος καὶ βραδυτῆτα σφοδρότητά τε καὶ
                        <lb/>ἀμυδρότητα. προσέχειν δ’ ἀκριβῶς ἐν ἅπασιν αὐτοῖς, ὁπότεροι
                        <lb/>πλείους εἰσίν. εὔδηλον γὰρ ὅτι χαλεπώτερον ἔχουσιν οἱ <lb/>πλείους τὸν
                        κίνδυνον, οἷον ὅταν ἀμυδροῖς τέτταρσιν ὁ πέμπτος ﻿<pb n="481"/> ἕπηται
                        σφοδρὸς ἤ μετρίως εὔτονος. ἄμεινον γὰρ πολλῷ τέτταρσι <lb/>σφοδροῖς τὸν
                        πέμπτον παρεμπίπτειν ἀμυδρόν. ὅταν γε <lb/>μὴν ἐφεξῆς ἀμυδροὶ φαίνωνται
                        πάντες, ἐὰν μὲν ἔν τινι τῶν <lb/>ἄλλων γενῶν ἢ τισὶν εὑρίσκῃς ἀνωμαλίαν,
                        ἄχρι πολλοῦ ψαῦε <lb/>τῆς ἀρτηρίας, ἐπιτηρῶν, εἴ που κἂν εἷς φανείη σφοδρός.
                        ὅταν <lb/>δὲ ὁμαλῶς μοχθηρὸς ὁ σφυγμὸς ἐν ἅπασι τοῖς γένεσιν ᾖ, οὐ
                        <lb/>πόῤῥῳ θανάτου γίνωσκε τοὺς τοιούτους ἥκοντας· ὁμαλῶς δὲ <lb/>μοχθηρός
                        ἐστι σφυγμὸς ὅ τ’ ἀμυδρότατος καὶ ὁ πυκνότατος. <lb/>ὁ μὲν γὰρ τάχιστος οὐδὲ
                        γίγνεταί ποτε μετ’ ἀμυδροτάτου, βραδύτατος <lb/>δ’ ἅμα καὶ ἀμυδρὸς εἰ
                        γένοιτο, θαυμάζοιμ’ ἂν, εἰ <lb/>μὴ ψυχροῖς ἤδη τοῖς ἄκροις διακείμενος ὁ
                        ἄῤῥωστός ἐστιν. ὅ γε <lb/>μὴν ἀμυδρὸς ἅμα καὶ μέγας ἐξ ἀνάγκης μέν ἐστι καὶ
                        μαλακὸς, <lb/>εἴωθε δὲ ληθάργοις τε καὶ ταῖς ἄλλαις καταφοραῖς συνεῖναι,
                        <lb/>δι’ ὑγρότητα πολλὴν ἤτοι τῆς γαστρὸς καὶ μάλιστα τοῦ στόματος
                        <lb/>αὐτῆς ἢ ἐγκεφάλου τοιοῦτος ἀποτελούμενος, ἤ τινος <lb/>ἄλλου κυρίου
                        μορίου, ἢ καὶ παντὸς τοῦ σώματος. εὐΐατος <lb/>μὲν οὖν ἐστιν ὁ ἐπὶ γαστρὶ
                        καὶ στομάχῳ, χαλεπώτατος δὲ ὁ <pb n="482"/> διὰ τὸν ἐγκέφαλον ἀμυδρὸς ἅμα
                        καὶ μαλακὸς γιγνόμενος, ἔτι <lb/>δὲ μᾶλλον ὁ δι’ ὅλην τὴν ἕξιν τοῦ σώματος
                        εἰς οἰδηματώδη <lb/>διάθεσιν ἀφικνουμένην ἤ τι τῶν κυρίων σπλάγχνων. ἐνίοτε
                        <lb/>δὲ πολλοῖς ἐφεξῆς ἀραιοῖς εἷς ἕπεται πυκνὸς, ἢ τεταγμένος ἢ
                        <lb/>ἄτακτος. καὶ γίνεται πολλάκις ὁ τοιοῦτος σφυγμὸς, ὃν ἰδίως
                        <lb/>ὀνομάζομεν παρεμπίπτοντα, κατὰ τὸν ἐναντίον τρόπον τῷ <lb/>διαλείποντι
                        συνιστάμενος. ἐκεῖνος μὲν γὰρ ἐκτεινομένης τῆς <lb/>ἀραιότητος, οὗτος δὲ
                        συστελλομένης γίγνεται τῆς πυκνότητος· <lb/>καὶ ὅταν γε μετὰ σφοδρότητος
                        τοιοῦτος γένηται, κρίσιμόν <lb/>ἐστι σημεῖον. ἄκουε δέ μου κρίσιν ἐν ἅπασι
                        τοῖς τοιούτοις <lb/>λόγοις ὀξύῤῥοπον ἐν νόσῳ μεταβολὴν, οὐκ ἐξάπαντος
                        <lb/>εἰς ἀγαθὸν τελευτῶσαν, γίγνεται δὲ ἡ τοιαύτη κρίσις ἤτοι δι’
                        <lb/>ἐκκρίσεως ἢ ἀποσκήματος. ἥντινα κρίσιν ἐξ ἄλλων σημείων <lb/>διαγνώσῃ
                        τῶν ἐν τοῖς περὶ κρίσεων εἰρημένοις, εἴτε τῶν ἀγαθῶν <lb/>ἐστὶ, εἴτε τῶν
                        μοχθηρῶν. οὗτοί τε οὖν ἅπαντες οἱ <lb/>σφυγμοὶ κατὰ τὰς ἐπισημασίας
                        γίγνονται καὶ τῶν κατὰ μίαν <lb/>διαστολὴν τῆς ἀρτηρίας ἔνιοι. περὶ ὧν ἤδη
                        λεγέσθω. </p></div><pb n="483"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="18"><p>Τῶν ἀνωμάλων διαστολῶν τῆς ἀρτηρίας <lb/>ἔνιαι μὲν ἡσυχίᾳ διακοπτομένην
                        ἔχουσι τὴν κίνησιν, ἔνιαι δὲ <lb/>συνεχῆ μὲν, οὐχ ὁμοιομερῆ δέ. περὶ πρώτης
                        οὖν ἐρῶ τῆς <lb/>ἡσυχίᾳ διακοπτομένης. καὶ γὰρ καὶ σαφὴς ἡ διάγνωσις αὐτῆς
                        <lb/>ἐστι, παντὸς οὑτινοσοῦν, εἴ γε μὴ παντάπασιν ὀνώδης <lb/>εἴη, δυναμένου
                        γνωρίζειν, ὅταν ἐν τῷ διαστέλλεσθαι στῆναι <lb/>βραχὺ συμβῇ τὴν ἀρτηρίαν,
                        εἶθ’ οὕτως προσθεῖναι τὸ λοιπὸν <lb/>τῆς διαστολῆς· ὅπερ ἐν μικροῖς ἢ
                        ταπεινοῖς σφυγμοῖς οὐ δύναται <lb/>γενέσθαι. δῆλον οὖν ἐστιν ἐξ αὐτοῦ τοῦδε
                        μήτε τὸν <lb/>χρόνον τῆς διαστολῆς ἐκλελύσθαι μήτε τὴν δύναμιν ἀῤῥωστεῖν,
                        <lb/>ἐν αὐτῷ γε τούτῳ μόνῳ τῷ νῦν εἰρημένῳ τῆς εἰς τὸ <lb/>παρὰ φύσιν
                        ἐκτροπῆς γενομένης. ὅπερ οὐχ ἥκιστα κἀπὶ τῶν <lb/>ἄλλων ἁπάντων μεμνῆσθαί σε
                        χρή. κατὰ γὰρ τὸ διδασκόμενον <lb/>ἑκάστοτε μόνον ἡ διάγνωσίς τε καὶ
                        πρόγνωσις γίνεται, <lb/>τῶν ἄλλων ἁπάντων ἐχόντων κατὰ φύσιν ἢ μικρὰν πάνυ
                        μεταβολὴν <lb/>ἐσχηκότων· αὐτίκα γέ τοι τὸ νῦν ἡμῖν εἰρημένον <lb/>ἀληθές
                        ἐστιν, ὅταν ὁ χιτὼν τῆς ἀρτηρίας κατὰ φύσιν ἔχῃ. <lb/>μαλακοῦ γὰρ ἀμέτρως
                        αὐτοῦ γενηθέντος, ὁποῖος ἐν ληθάργοις <pb n="484"/> καί τισιν ἄλλαις
                        φαίνεται καταφοραῖς, οὐκ ἔστιν ἀληθὲς <lb/>ὑπὸ ῥώμης τε καὶ δυνάμεως
                        ἀποτελεῖσθαι τὸν μέγιστον σφυγμὸν, <lb/>καὶ τῆς χρείας ἤτοι αὐξανομένης ἢ
                        μειουμένης γε πάντως. <lb/>εἰ μὲν γὰρ ὑπὸ δυοῖν τοῦτ’ ἐγένετο μέγας σφυγμὸς,
                        αὐξήσεως <lb/>χρείας καὶ ῥώμης δυνάμεως, οὐδεμιᾶς ἂν ἔδει προσθεῖναι τῷ
                        <lb/>λόγῳ· νυνὶ δὲ, ἐπειδὴ προσεπισκέπτεσθαι χρὴ τὸν χιτῶνα <lb/>τῆς
                        ἀρτηρίας, οὐκ ἀληθὴς ὁ λόγος ἔσται λεγόμενος ἁπλῶς. <lb/>μεμνῆσθαι γάρ σε
                        χρὴ τῶν εἰρημένων ἐν τῷ πρώτῳ τῶν ἐν <lb/>σφυγμοῖς αἰτίων, ὃ πολλάκις
                        ἀναγινώσκειν προσήκει, τὰ θεμέλια <lb/>τῆς περὶ σφυγμῶν ἁπάσης θεωρίας
                        ἐχόντων· ὧν χωρὶς <lb/>οὐδὲν τῶν ἄλλων δύναται συστῆναί τε καὶ γνωσθῆναι.
                        τὰς <lb/>γὰρ ὡς ἂν εἴποι τις αἰτίας συνεκτικὰς ἢ προσεχεῖς τῶν σφυγμῶν
                        <lb/>τῆς γενέσεως, ἐν τρισὶ τούτοις γένεσιν οὔσας ἔδειξα, τῇ <lb/>χρείᾳ δι’
                        ἣν αἱ ἀρτηρίαι κινοῦνται, τῇ κινούσῃ δυνάμει, τῷ <lb/>χιτῶνι. τὰ γὰρ ἄλλα
                        πάντα, ὅσα τοὺς σφυγμοὺς ἀλλοιοῖ, <lb/>διὰ τούτων μέσων ἐργάζονται τὴν
                        μεταβολήν. ὅταν μὲν οὖν <lb/>ὁ χιτὼν τῆς ἀρτηρίας κατὰ φύσιν ἔχῃ, κατὰ δὲ
                        τὴν διαστολὴν <lb/>ἡσυχία τις γενομένη τὴν ἀνωμαλίαν ἐργάζηται, ῥώμη τε
                        δυνάμεως <pb n="485"/> ἐστὶ καὶ χρεία διαστολῆς μεγάλης. ἐδείχθη δὴ χρεία
                        τῆς <lb/>τῶν σφυγμῶν γενέσεως αὐξανομένη διὰ πλῆθος θερμασίας, <lb/>ἢ
                        κένωσιν πνεύματος ψυχικοῦ. κενοῦται δὲ τοῦτο τοῖς γυμναζομένοις <lb/>εἰς
                        ὑπηρεσίαν τῶν κατὰ τοὺς μῦς κινήσεων. ὅταν <lb/>οὖν, ὡς ἔφην, ἥ τε χρεία τῆς
                        τῶν σφυγμῶν γενέσεως αὐξηθῇ δι’ <lb/>ἥντινα αἰτίαν, ἥ τε κατὰ τὴν καρδίαν
                        δύναμις ἡ τὰς ἀρτηρίας <lb/>κινοῦσα κατὰ τὸν ἑαυτῆς λόγον ἐῤῥωμένη (διαμένῃ
                        e margine), <lb/>βαρύνηται δ’ ὑπὸ πλήθους χυμῶν ἢ πάχους ἐμφράττοντος ἢ
                        <lb/>θλίβοντος τὰς ἀρτηρίας μεγάλως, αἱ καθ’ ἕνα σφυγμὸν ἀνωμαλίαι
                        <lb/>γίνονται, διακοπτούσης ἡσυχίας τὸ συνεχὲς τῆς διαστολῆς. <lb/>ἔνθα δή
                        σε προσέχειν ἀκριβῶς ἀξιῶ τοῖς δύο μέρεσι <lb/>τῆς κινήσεως, ἐπισκοπούμενον
                        ἑαυτῷ ἀμυδρότητά τε καὶ σφοδρότητα <lb/>καὶ τάχος καὶ βραδυτῆτα. γίνονται
                        μὲν γὰρ θ΄ διαφοραὶ <lb/>καθ’ ἑκάτερον τούτων, ὡς κἀν τῷ πρώτῳ τῆς περὶ
                        <lb/>τῶν σφυγμῶν διαφορᾶς ἔμαθες. ἐνδείκνυται δὲ πρὸς τοῖς <lb/>κατὰ τὰς
                        διαθέσεις εἰρημένοις, ὅπως ἡ ζωτικὴ δύναμις ἔχει. <lb/>ἀῤῥώστων μὲν γὰρ
                        ἀμφοτέρων τῶν κινήσεων οὐσῶν ἐν τοῖς <lb/>σφυγμοῖς, ἔσχατος κίνδυνος·
                        εὐῤῥώστων δὲ, σωτηρίας ἐλπίς. ﻿<pb n="486"/> εἰ δ’ ἀμφότεραι μέσως πως
                        ἔχοιεν εὐῤῥωστίας τε καὶ ἀῤῥωστίας, <lb/>ἐν τῷ μέσῳ δηλοῦσι καθεστάναι τὸν
                        ἄνθρωπον ὀλέθρου <lb/>τε καὶ σωτηρίας· ἐὰν δὲ, τῆς προτέρας κινήσεως ἀμυδρᾶς
                        <lb/>οὔσης, ἡ μετὰ τὴν ἡσυχίαν εὔῤῥωστος φαίνηται, χεῖρον <lb/>μὲν τοῦτο τοῦ
                        τὰς δύο κινήσεις ἰσχυρὰς ὑπάρχειν, ἧττον δὲ <lb/>χεῖρον ἀμυδρῶν οὐσῶν. εἰ δ’
                        ἔμπαλιν τοῦδε φαίνοιτο, τῆς <lb/>προτέρας οὔσης ἰσχυρᾶς, ἡ μετὰ ταύτην
                        ἄτονος, οὐκ ἀγαθόν· <lb/>βέλτιον γάρ ἐστι τὴν δευτέραν κίνησιν ἀμείνονα
                        φαίνεσθαι <lb/>τῆς προτέρας. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="19"><p>Ἐφεξῆς οὖν ἐρῶ τὴν τάξιν τῶν θ΄ τούτων <lb/>ἀνωμαλιῶν, ἀπὸ τῆς ἐπιεικεστάτης
                        αὐτῶν ἀρξάμενος· εἶτα <lb/>κατὰ βραχὺ διὰ τῶν μέσων ἐπὶ τὴν χειρίστην
                        ἀφικόμενος. <lb/>ἐπιεικεστάτη μὲν οὖν ἁπασῶν ἐστιν ἡ τὰς κινήσεις ἀμφοτέρας
                        <lb/>εὐτόνους ἔχουσα. δευτέρα δὲ ἡ τὴν προτέραν μέσην, <lb/>εὔῤῥωστον δὲ τὴν
                        δευτέραν. τρίτη δὲ ἡ τὴν μὲν προτέραν <lb/>εὔτονον, μέσην δὲ τὴν ὑστέραν.
                        τετάρτη δὲ ἡ ἀμφοτέρας <lb/>ἔχουσα μέσας. πέμπτη δὲ ἡ τὴν μὲν προτέραν
                        ἀσθενῆ, τὴν <lb/>δὲ ὑστέραν ἰσχυράν. ἕκτη δὲ ἡ τὴν μὲν προτέραν ἀσθενῆ, <pb n="487"/> μέσην δὲ τὴν δευτέραν. ἑβδόμη δὲ ἡ τὴν μὲν προτέραν εὔῤῥωστον,
                        <lb/>ἄῤῥωστον δὲ τὴν δευτέραν. ὀγδόη δὲ ἡ τὴν μὲν <lb/>προτέραν ἄῤῥωστον,
                        μέσην δὲ τὴν δευτέραν. ἐννάτη δὲ ἡ <lb/>χειρίστη πασῶν, ἡ ἀμφοτέρας
                        ἀῤῥώστους ἔχουσα. ἀνάλογον <lb/>δὲ ταῖς κατὰ τὴν ῥώμην καὶ ἀῤῥωστίαν
                        συζυγίαις τῶν εἰρημένων <lb/>δύο μορίων τῆς κινήσεως αἱ κατὰ τάχος εἰσὶ καὶ
                        τὴν βραδυτῆτα. <lb/>βέλτιον μὲν γὰρ ἐν τοῖς τοιούτοις σφυγμοῖς τὸ τάχος
                        <lb/>τῆς βραδυτῆτος, οὐ μὴν τοσούτῳ βέλτιον ὅσῳ σφοδρότης <lb/>ἀμυδρότητος.
                        ἄντικρυς γὰρ αἱ ποιότητες αὗται τῶν σφυγμῶν <lb/>ἐνδείκνυνται τὰς διαφορὰς
                        τῆς δυνάμεως κατὰ ῥώμην τε <lb/>καὶ ἀῤῥωστίαν. εὔδηλον δ’ ὅτι μεγίστη μὲν
                        ἐλπὶς εἰς σωτηρίαν <lb/>ἐπὶ τῇ ῥώμῃ τῆς δυνάμεως, ἐλαχίστη δὲ ἐπὶ ταῖς
                        ἀῤῥωστίαις. <lb/>ἀλλὰ κατ’ ἀναλογίαν γέ τινα τοῖς εἰρημένοις ἐπὶ τῶν
                        <lb/>κατὰ βραδυτῆτα καὶ τάχος διαφορῶν ἡ παραβολή σοι γινέσθω· <lb/>πρώτης
                        μὲν συζυγίας γενομένης, καθ’ ἣν αἱ κινήσεις <lb/>ἀμφότεραι ταχεῖαι. δευτέρα
                        δὲ, καθ’ ἣν ἡ μὲν προτέρα μέση, <lb/>ταχεῖα δὲ ἡ δευτέρα. τρίτη δὲ, καθ’ ἣν
                        ἡ μὲν προτέρα ταχεῖα, <lb/>μέση δὲ ἡ δευτέρα. τετάρτη δὲ, καθ’ ἣν ἀμφότεραι
                        μέσαι. <pb n="488"/> καὶ πέμπτη, καθ’ ἣν ἡ μὲν προτέρα βραδεῖα, ταχεῖα δὲ ἡ
                        <lb/>δευτέρα. καὶ μετ’ αὐτὴν ἡ ἕκτη, καθ’ ἣν τῆς προτέρας βραδείας
                        <lb/>οὔσης ἡ δευτέρα μέση γίνεται. τῆς δὲ ἑβδόμης συζυγίας <lb/>ἡ μὲν
                        προτέρα κίνησις ὠκεῖα, βραδεῖα δὲ ἡ δευτέρα. τῆς <lb/>δὲ ὀγδόης μέση μὲν ἡ
                        προτέρα, βραδεῖα δὲ ἡ δευτέρα. τελευταία <lb/>δ’ αὐτῶν ἐστιν ἡ ἐννάτη,
                        βραδείας ἀμφοτέρας ἔχουσα <lb/>τὰς κινήσεις. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="20"><p>Ἀποβλέπειν οὖν σε χρὴ πρὸς ἀμφοτέρας τὰς <lb/>διαφορὰς, καὶ σκοπεῖσθαι τῷ νῷ
                        τὰς ἐπιπλοκὰς αὐτῶν. ἔσθ’ <lb/>ὅτε γὰρ ἡ μὲν κατὰ βραδυτῆτα καὶ τάχος
                        συζυγία χαλεπὴ γίνεται, <lb/>βελτίων δὲ ἡ κατὰ ῥώμην τε καὶ ἀῤῥωστίαν. ἐκ
                        τῆς <lb/>τοιαύτης οὖν ἐπιπλοκῆς καὶ ὁ δορκαδίζων ὀνομαζόμενος γίνεται
                        <lb/>σφυγμός. ἐφ’ οὗ τὸ δεύτερον μόριον τῆς κινήσεως εὐτονώτερόν <lb/>τε καὶ
                        θᾶττόν ἐστι τοῦ προτέρου. καὶ εἴη ἂν <lb/>οὗτος ὁ μετριώτατος τῶν
                        διακοπτομένων ἡσυχίᾳ κατὰ τὴν <lb/>διαστολὴν τῶν τῆς ἀρτηρίας σφυγμῶν, καὶ
                        ὅταν γε αὐτῷ <lb/>συνέλθῃ πέψις τις νοσήματος, ἐπαγγέλλεται κρίσιν ἀγαθήν.
                        <lb/>ὥσπερ δὲ τὰς κατὰ σφοδρότητα καὶ ἀμυδρότητα καὶ <pb n="489"/> τάχος καὶ
                        βραδυτῆτα συζυγίας ἐπισκοπεῖσθαι κατὰ τοὺς <lb/>τοιούτους σφυγμοὺς
                        ἀναγκαιότατόν ἐστιν εἰς πρόγνωσιν, οὕτως <lb/>καὶ τὴν κατὰ μέγεθός τε καὶ
                        ὕψος. ὅτι μὲν γὰρ οὐκ ἐνδέχεται <lb/>τῶν ταπεινῶν εἶναι σφυγμῶν τὸν ἡσυχίᾳ
                        διακοπτόμενον, <lb/>εἴρηται πρόσθεν. εἰς ὅσον δ’ ὕψους ἥκει, σκοπεῖσθαι
                        <lb/>προσήκει. δύναται γάρ τις ἀποκεχωρηκέναι μὲν τῶν ταπεινῶν, <lb/>ἔτι δὲ
                        μέσος ὑπάρχων ἢ ὑψηλότερος τοῦ μέσου βραχὺ, μὴ <lb/>μέντοι τέλεον ἔχων ὕψος.
                        ὅπερ ἂν ἔχῃ, πάντως ἐπαγγέλλεται <lb/>πρὸς κρίσιν ἐξορμᾶν τὴν φύσιν. οὐ μὴν
                        ἀγαθήν γε πάντως <lb/>ἔσεσθαι δηλοῖ τὴν κρίσιν ταύτην, ἐὰν μὴ καὶ τοὺς
                        ἄλλους <lb/>ῥυθμοὺς ἔχῃ τὸ νόσημα πρὸς ἀγαθὴν κρίσιν, οὓς ἐν τῷ περὶ
                        <lb/>κρίσεων εἴπομεν. ἐν οἷς ἐστιν ὁ μέγιστός τε καὶ ἀσφαλέστατος
                        <lb/>σκοπὸς ἀπὸ τῆς τοῦ νοσήματος πέψεως λαμβανόμενος· μετ’ <lb/>αὐτὸν δὲ ὁ
                        ἀπὸ τῆς ῥώμης τοῦ κάμνοντος. δύο δὲ τούτους <lb/>ἔμαθες ἔχειν σκοποὺς ἐν
                        ταῖς περὶ σωτηρίας καὶ θανάτου προγνώσεσιν, <lb/>εὐῤῥωστίαν δυνάμεως καὶ
                        πέψιν νοσήματος. ἀκινδυνότατα <lb/>μὲν γὰρ οἱ κάμνοντες ἔχουσιν, ἔνθα ταῦτ’
                        ἐστὶν <pb n="490"/> ἄμφω· ὀλεθριώτατα δὲ, ἔνθα μηδ’ ἕτερον· ἐν τῷ μέσῳ δ’,
                        <lb/>ὅταν θάτερον. αἱ δὲ κατὰ τὸ μᾶλλόν τε καὶ ἧττον αὐτῶν συζυγίαι <lb/>καὶ
                        τὴν ἐλπίδα τῆς σωτηρίας ἢ τὴν τοῦ θανάτου προσδοκίαν <lb/>αὐξάνουσί τε καὶ
                        μειοῦσιν. ὅπερ οὖν ἔλεγον, ὡς εἰς <lb/>ἀμυδρότητα καὶ σφοδρότητα καὶ τάχος
                        καὶ βραδυτῆτα τῶν <lb/>μερῶν τῆς κινήσεως ἐν τοῖς τοιούτοις σφυγμοῖς σε
                        βλέπειν ἐστὶ <lb/>χρήσιμον, οὕτως καὶ τὸ μέγεθος αὐτῶν ὁρᾶν καὶ τὴν
                        μικρότητα, <lb/>καὶ μᾶλλόν γε ταπεινότητά τε καὶ ὕψος, εἰ καὶ μὴ <lb/>χωρὶς
                        τῶν ἄλλων διαστάσεων γένοιντο. διὰ τοῦτο οὖν οὐδ’ <lb/>ἐν ταῖς καταψυχούσαις
                        ἱκανῶς εἰσβολαῖς τῶν παροξυσμῶν οἱ <lb/>τοιοῦτοι φαίνονται σφυγμοί·
                        ταπεινοῦνται γὰρ ἐν τούτῳ τῷ <lb/>καιρῷ καὶ σμικρύνονται. τὰ μὲν οὖν
                        ἐπείγοντα πρὸς τὰ τῆς <lb/>τέχνης ἔργα τοῖς τὰς διεξόδους ἀναγινώσκουσιν
                        εἴρηται. </p></div></div></body></text></TEI>