<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg063.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="14"><p>Περιττὸν οὖν ἐστι παραβάλλειν τὸν χρόνον <lb/>τῆς διαστολῆς τῷ χρόνῳ τῆς
                        συστολῆς, ἐάν τε αἰσθάνηταί <lb/>τις ἐάν τε μὴ τῶν πρώτων τῆς συστολῆς.
                        ἐπιστάμενος γὰρ <lb/>ἑτέραν μὲν εἶναι τῷ ζώῳ τῆς διαστολῆς χρείαν, ὥσπερ γε
                        καὶ <lb/>τῆς εἰσπνοῆς, ἑτέραν δὲ τῆς συστολῆς, ὥσπερ γε καὶ τῆς ἐκπνοῆς,
                        <lb/>ἐκ τῶν ἑκατέρας ἀλλοιώσεων εὑρήσεις τὴν διάθεσιν <lb/>τοῦ σώματος. οὕτω
                        γοῦν καὶ ἐπὶ τῶν γυμναζομένων, ἢ ὁπωσοῦν <lb/>ἄλλως κινηθέντων σφοδρῶς, ἡ
                        διαστολὴ μείζων τε γίνεται <lb/>καὶ θᾶττον. ἐμάθομεν γὰρ αὐξάνεσθαι τὴν
                        χρείαν τῆς <lb/>διαστολῆς τῶν ἀρτηριῶν ἐν τοῖς σφυγμοῖς, ὥσπερ γε καὶ τὴν
                        <lb/>τοῦ θώρακος ἐν ταῖς εἰσπνοαῖς, ὅταν ἤτοι δαπάνη γίνηται <lb/>πλείων τοῦ
                        πνεύματος, ἢ θερμασία δαψιλὴς ἀθροισθῇ καθ’ <lb/>ὅλον τὸ ζῶον, ἢ κυριώτατα
                        καὶ πλεῖστα μέρη, καὶ μάλιστα <lb/>δηλονότι κατὰ τὴν καρδίαν. οὕτω δὲ καὶ
                        τῆς συστολῆς ἐν <lb/>τοῖς σφυγμοῖς ἐπιτείνεσθαι τὴν χρείαν ἔμαθες, ὥσπερ καὶ
                        τοῦ <lb/>θώρακος ἐν ταῖς ἐκπνοαῖς. ἀποχέαι γὰρ ἡ φύσις ἐν ἀμφοτέραις <pb n="470"/> ταῖς κινήσεσιν ἐπείγεται τὸ τεθολωμένον πνεῦμα, ποτὲ μὲν
                        <lb/>οἷον καπνώδεσι, ποτὲ δὲ οἷον λιγνυώδεσι περιττώμασι προσεοικός.
                        <lb/>λιγνυῶδες μὲν οὖν περίττωμα τὸ ἀπὸ τῶν λύχνων <lb/>ἀναφερόμενον,
                        καπνῶδες δὲ τὸ ἀπὸ τῶν χλωρῶν ξύλων. καὶ <lb/>γίγνεται μὲν λιγνυῶδες ἐκ τοῦ
                        κεκαῦσθαι τὴν εἰς φλόγα δαπανωμένην <lb/>ὕλην, ὥσπερ γε καὶ τὸ ἀτμῶδες ἐξ
                        ὑγρᾶς οὐσίας χρηστῆς <lb/>λεπτυνομένης· τὸ δὲ καπνῶδες ἐξ ἀμφοῖν μιχθεισῶν,
                        <lb/>ὕλην μὲν ἔχον ἐκ γεώδους τε καὶ ὑδατώδους οὐσίας συμμιγῆ, <lb/>τὴν
                        μεταβολὴν δ’ οὐκ ἀκριβῆ, καθάπερ ἡ λιγνὺς, ἀλλ’ ἔτι <lb/>ἀρχομένην. ὅτι δ’
                        οὐδὲν διήνεγκεν αἰθάλην ἢ λιγνὺν ὀνομάζειν, <lb/>ἢ αἰθαλῶδες ἢ λιγνυῶδες,
                        οἶμαί σε γινώσκειν, εἴπερ ἐν Ἑλλάδι <lb/>φωνῇ τέθραψαι. ἐν δὲ τῷ παραβάλλειν
                        τὸν χρόνον τῆς <lb/>διαστολῆς τῷ χρόνῳ τῆς συστολῆς, ὡς Ἡρόφιλος ἠξίου, τὸ
                        <lb/>μὲν ὅτι παρὰ φύσιν ὁ κάμνων ἔχει δυνατόν ἐστι γνωσθῆναι, <lb/>καὶ πρὸς
                        τούτῳ γε ὅτι μεγάλως παρὰ φύσιν ἢ μικρῶς. αἱ <lb/>μὲν γὰρ μεγάλαι τῶν κατὰ
                        φύσιν ῥυθμῶν εἰς τὸ παρὰ φύσιν <lb/>ἐκτροπαὶ μεγάλην σημαίνουσι τὴν βλάβην,
                        αἱ δ’ ἥττους μικροτέραν. ﻿<pb n="471"/> βραχεῖαν μὲν οὖν ἐκτροπὴν οἱ
                        παραρύθμοι δηλοῦσι <lb/>σφυγμοὶ, μείζονα δὲ οἱ ἑτερόῤῥυθμοι, μεγίστην δὲ οἱ
                        ἔκρυθμοι. <lb/>μέμνησθε γὰρ ἐν τῷ πρώτῳ περὶ τῆς διαφορᾶς τῶν <lb/>σφυγμῶν
                        εἰρημένων, ἐκρύθμους μὲν ὀνομάζεσθαι σφυγμοὺς <lb/>τοὺς μηδεμιᾶς ἡλικίας
                        ἔχοντας ῥυθμὸν, παραρύθμους τοὺς <lb/>πλησίον, ἑτεροῤῥύθμους δὲ τοὺς ἑτέρας
                        τινὸς, οὐ πλησίον. <lb/>ἐκ τούτων μὲν οὖν τέως ἔστι διαγνῶναι τὸ μέγεθος τῆς
                        βλάβης, <lb/>οὐ μὴν τίς γ’ ἐστιν ἡ διάθεσις ἐφ’ ἧς ἡ τροπὴ γέγονε <lb/>τῶν
                        σφυγμῶν, ἐκ ταύτης οὖν τῆς θεωρίας ἔνεστι γνωρίσαι, <lb/>μετὰ καὶ τοῦ
                        χαλεπὴν εἶναι τὴν ἐξαρίθμησιν τῶν κατὰ τὸν <lb/>ῥυθμὸν χρόνων. ἣν δ’ ἐγὼ νῦν
                        ὁδὸν ὑφήγημαι, καὶ ῥᾳδία <lb/>γνωσθῆναι καὶ διδάσκει τὴν φύσιν τῆς διαθέσεως
                        τίς ἐστιν, <lb/>οὐ μόνον τὸ μέγεθος τῆς βλάβης, ἀλλὰ καὶ εὕρεσις γίνεται
                        <lb/>τῶν βοηθημάτων, ἐν τῇ τῆς θεραπευτικῆς μεθόδου πραγματείᾳ
                        <lb/>δέδεικται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="15"><p>Τούτων οὖν ἡμῖν προδιωρισμένων, εἴπωμεν <lb/>ἤδη τὰ κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν
                        γεγραμμένα περὶ τῆς κατὰ <lb/>φύσιν ἐν τοῖς σφυγμοῖς διαφορᾶς. ἔστι δὲ τάδε.
                        ἄνδρες μὲν <pb n="472"/> οὖν γυναικῶν ὡς ἐπίπαν μείζονα πολλῷ καὶ
                        σφοδρότερον <lb/>ὡσαύτως πολλῷ τὸν σφυγμὸν ἔχουσι, καὶ βραδύτερον ὀλίγῳ
                        <lb/>καὶ ἀραιότερον ἱκανῶς. οἱ δὲ φύσει θερμότεροι μείζονα καὶ <lb/>ὠκύτερον
                        καὶ πυκνότερον πολλῷ, σφοδρότερον δὲ οὐ πολλῷ. <lb/>οἱ δὲ ἰσχνότεροι μείζονα
                        μὲν καὶ ἀραιότερον ἱκανῶς. οἱ δὲ <lb/>φύσει θερμότεροι μείζονα καὶ ὠκύτερον
                        καὶ ἀραιότερον πολλῷ, <lb/>βραδύτερον δὲ καὶ σφοδρότερον ὀλίγῳ. φύσει μὲν
                        οὖν οὕτως <lb/>διαφέρουσι. τρέπονται δὲ κατὰ μὲν τὰς ἡλικίας ὧδέ πως. <lb/>ὁ
                        μὲν τοῦ νεογνοῦ παιδίου πυκνότατος, ὁ δὲ τοῦ γέροντος <lb/>ἀραιότατος, οἱ δ’
                        ἐν τῷ μεταξὺ πάντες ἀνάλογον, ἐφ’ ὅσον <lb/>ἂν ἢ παιδίου ἢ γέροντος
                        ἐγγύτεροι τυγχάνωσιν ὄντες. ὡσαύτως <lb/>δὲ ταχύτατος μὲν ὁ τοῦ παιδίου,
                        βραδύτατος δὲ ὁ τοῦ <lb/>γέροντος, οἱ δὲ τῶν ἄλλων ἡλικιῶν μεταξύ. πολλῷ δὲ
                        μείζων <lb/>ἡ κατὰ τὴν ἀραιότητα διαφορὰ γέροντος πρὸς παιδίον τῆς <lb/>κατὰ
                        τὸ τάχος. ἐν δὲ τῇ κατὰ μέγεθος καὶ σφοδρότητα <lb/>διαφορᾷ μέγιστος μὲν ὡς
                        ἐν ἡλικίαις ὁ τῶν ἀκμαζόντων, <lb/>μικρότατος δὲ ὁ τῶν γερόντων, μέσος δὲ,
                        βραχεῖ μείζων, <lb/>ὁ τῶν παιδίων· καὶ σφοδρότατος μὲν ὁ τῶν ἀκμαζόντων,
                        <lb/>ἀμυδρότατος δὲ ὁ τῶν γερόντων, μέσος δὲ αὐτῶν <pb n="473"/> ὁ τῶν
                        παιδίων. οὕτως μὲν οὖν ἐν ταῖς ἡλικίαις οἱ σφυγμοὶ <lb/>τρέπονται. κατὰ δὲ
                        τὰς ὥρας, ἦρος μὲν τὰ μέσα μεγίστους <lb/>δὴ καὶ σφοδροτάτους ὡς ἐν ὥραις,
                        τάχει δὲ καὶ πυκνότητι συμμέτρους. <lb/>ὡσαύτως δὲ καὶ φθινοπώρου τὰ μέσα.
                        προϊὸν δὲ <lb/>τὸ μὲν ἔαρ ἀφαιρεῖται τοῦ μεγέθους καὶ τῆς σφοδρότητος,
                        <lb/>προστίθησι δὲ τῷ τάχει καὶ τῇ πυκνότητι· καὶ τέλος ἡνίκα <lb/>ἂν
                        ἐπιλάβῃ τὸ θέρος, ἀμυδροὶ καὶ μικροὶ καὶ ταχεῖς καὶ πυκνοὶ <lb/>γίνονται. τὸ
                        δὲ φθινόπωρον προϊὸν ἁπάντων ἀφαιρεῖ, <lb/>μεγέθους, τάχους, σφοδρότητος καὶ
                        πυκνότητος· ὥστε τοῦ <lb/>χειμῶνος ἐπελθόντος, εἰς μικρότητα καὶ ἀμυδρότητα
                        καὶ βραδυτῆτα <lb/>καὶ ἀραιότητα τετράφθαι. ἔοικε δὲ τὰ μὲν πρῶτα <lb/>τοῦ
                        ἦρος τοῖς ὑστάτοις τοῦ φθινοπώρου, τὰ δὲ ὕστατα τοῦ <lb/>ἦρος τοῖς πρώτοις
                        τοῦ φθινοπώρου, καὶ τὰ μὲν πρῶτα τοῦ <lb/>θέρους τοῖς ὑστάτοις τοῦ θέρους,
                        τὰ δὲ πρῶτα τοῦ χειμῶνος <lb/>τοῖς ὑστάτοις τοῦ χειμῶνος· ὥστε ὅσα μέσου
                        θέρους καὶ μέσου <lb/>χειμῶνος ἴσον ἀφ’ ἑκατέρων ἀφέστηκεν, ὁμοίως τρέπειν·
                        <lb/>μέσου δὲ θέρους πὴ μὲν ὡσαύτως ἐστὶ, πὴ δὲ ἐναντίως ἔχει <pb n="474"/>
                        μέσῳ χειμῶνος. μικροὶ μὲν γὰρ καὶ ἀμυδροὶ καθ’ ἑκάτερον, <lb/>ὠκεῖς δὲ καὶ
                        πυκνοὶ θέρους καὶ βραδεῖς καὶ ἀραιοὶ χειμῶνος, <lb/>οὐ μὴν οὕτω μικροὶ
                        θέρους ὡς χειμῶνος, ἀλλ’ ἧττον θέρους, <lb/>οὐδ’ οὕτως ἀμυδροὶ χειμῶνος ὡς
                        θέρους, ἀλλ’ ἧττον χειμῶνος. <lb/>αὗται μὲν οὖν αἱ μετὰ ὥρας τῶν σφυγμῶν
                        τροπαί. <lb/>κατὰ δὲ τὰς χώρας ὡσαύτως ταῖς ὥραις· ἐν μὲν ταῖς ἄγαν
                        <lb/>ψυχραῖς οἱ μέσου χειμῶνος, ἐν δὲ ταῖς ἄγαν θερμαῖς οἱ μέσου <lb/>τοῦ
                        θέρους, ἐν δὲ ταῖς εὐκράτοις οἱ μέσου τοῦ ἦρος, ἀνάλογον <lb/>δὲ κἀν ταῖς
                        μεταξύ· καὶ τῶν ἄλλων δὲ καταστάσεων τοῦ <lb/>περιέχοντος ἡμᾶς ἀέρος αἱ μὲν
                        θερμαὶ ταῖς θερμαῖς, αἱ δὲ ψυχραὶ <lb/>ταῖς ψυχραῖς, αἱ δὲ μέσαι τοῖς μέσοις
                        τοῦ ἦρος ἐοίκασιν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="16"><p>Ὅταν οὖν ἐπ’ ἄῤῥωστον ὃν οὐ πρόσθεν <lb/>ἐθεάσω μετακληθεὶς εἰσέλθῃς,
                        ἐπισκόπει πρῶτον μὲν εἰ <lb/>ἄῤῥην ἢ θήλεια· δεύτερον δ’ ἐπὶ τούτοις τὴν
                        ἡλικίαν· εἶτα <lb/>τὸ περιέχον ὁποῖον· εἰς γὰρ τοῦτ’ ἀνάγεται τὸ καθ’ ὥραν
                        καὶ <lb/>χώραν καὶ κατάστασιν· ἐφεξῆς δὲ τὴν οἰκείαν φύσιν αὐτοῦ· <lb/>καὶ
                        συνθεὶς ἅπαντα καὶ στοχασάμενος ὁποῖόν τινα <pb n="475"/> σφυγμὸν εἰκὸς ἦν
                        ἔχειν αὐτὸν, ὁπόθ’ ὑγίαινε, γνώσῃ τὸ μέγεθος <lb/>τῆς εἰς τὸ παρὰ φύσιν
                        ἐκτροπῆς· ἐὰν δὲ καὶ τἄλλα <lb/>ὅσα κατὰ τὰ περὶ κρίσεων ὑπομνήματα λέλεκται
                        προστιθῇς <lb/>τῇ ἰδίᾳ τῶν σφυγμῶν ὁμοιώσει, πλησίον ἀφίξῃ τῆς ἀκριβεστάτης
                        <lb/>γνώσεως ὅλης τῆς κατὰ τὸν κάμνοντα διαθέσεως· οἷον <lb/>εὐθέως ἐν ταῖς
                        ἐπισημασίαις· ὅταν οὖν πρῶτον ἐπισκέψῃ τινὰ, <lb/>τὴν ἀμφιβολίαν ἐπιδιόριζε
                        τοῖς ἄλλοις σημείοις· ὧν ἓν μὲν <lb/>ἐστὶ καὶ πρῶτον τὴν χεῖρα κατὰ τοῦ
                        θώρακος ἐπιτιθέντα, <lb/>συμμέτρως οὖσαν θερμὴν, ἐπισκέψασθαι τῆς θερμασίας
                        τὴν <lb/>ποιότητα. δακνώδη γὰρ εὑρών τινα, πυρέττειν φήσεις τὸν
                        <lb/>κάμνοντα, καὶ μήπω διὰ τοῦ σφυγμοῦ τοῦτο βεβαίως γνωρίσῃς. <lb/>εἰ δὲ
                        κατεψυγμένος πως ὁ θώραξ φαίνοιτο· συγκαταψύχεται <lb/>γὰρ ἐνίοτε τῷ πάντι
                        σώματι κατά τινας ἐπισημασίας· <lb/>οὐ χρὴ παραχρῆμα, βαστάσαντα τὴν χεῖρα,
                        κατὰ φύσιν ἔχειν <lb/>ἀποφήνασθαι τὸν ἄνθρωπον, ἀλλ’ ἐπὶ πλέον ἐᾶσαι κατὰ
                        <lb/>τοῦ θώρακος ἐπικειμένην, ἐν τούτῳ τε προσέχειν, εἴ τις <lb/>ἐκ τοῦ
                        βάθους ἀνέρχεται δριμεῖα θερμασία· μόνον γοῦν ἤρκει ﻿<pb n="476"/> Θεμίσωνι
                        τεκμήριον εἶναι τοῦ πυρέττειν τὸν ἄνθρωπον ἡ <lb/>ἐκ τοῦ βάθους ἀναφερομένη
                        θερμασία· καὶ βηχίον δέ τι σμικρὰ <lb/>ὑπότραχυ συνεισβάλλον τῇ καταψύξει
                        καὶ χάσμα καὶ <lb/>σκορδινισμὸς ἄλγημα τέ τι καὶ καταφορὰ πρὸς ὕπνον οὐχ
                        <lb/>ἁπλῶς εἰσβολὴν ἐπισημασίας εἶναι δηλώσει· ταῦτα μὲν οὖν <lb/>ἔξωθεν.
                        τοῖς δὲ σφυγμοῖς οὐ μόνον τὰ προειρημένα σημεῖα <lb/>γνωρίσματά εἰσι πυρετῶν
                        εἰσβολῆς, ἀλλὰ καὶ τὸ διαλείπειν ἢ <lb/>ἄλλην ἀνωμαλίαν ἔχειν ἢ ἀταξίαν.
                    </p></div></div></body></text></TEI>