<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg063.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="13"><p>Νυνὶ δ’ ὅσον εἰς τὰ τῆς τέχνης ἔργα χρήσιμον <lb/>ἐκ μακρᾶς πείρας μνήμης
                        ἕνεκα λαβεῖν, εἰρήσεται. παιδίων <lb/>γὰρ ἁψάμενος πάνυ ἀρτιγενῶν; ἐπ’
                        ὀλίγων ἠδυνήθην <lb/>ἐναργῶς διαγνῶναι τὴν ἀρχὴν τῆς συστολῆς, ὅπερ
                        ἀποχώρησίν <lb/>τε καὶ ἀπόστασιν τῆς ἀρτηρίας ὀνομάζω. τηνικαῦτα γὰρ
                        ἀφισταμένη <lb/>τῆς ἡμετέρας ἁφῆς, εἰς τὸ βάθος ἀποχωρεῖ τοῦ σώματος.
                        <lb/>ἐφ’ ὧν δ’ οὐκ ἠδυνήθην ἐναργῶς διαγνῶναι τὴν ἀποχώρησιν, <lb/>ἐπὶ
                        τούτων ὁ χρόνος τῆς αἰσθητῆς κινήσεως, ἣν ἐν τῷ ﻿<pb n="466"/> προσπίπτειν
                        ἡμῖν ἡ ἀρτηρία ποιεῖται προστιθεμένου καὶ τοῦ τῆς <lb/>ἐκτὸς ἡσυχίας, ποτὲ
                        μὲν ἴσος ὑπάρχειν ἔδοξέ μοι τῷ λοιπῷ <lb/>παντὶ, ποτὲ δὲ ἐλάττων. ἐφ’ ὧν δὲ
                        οὐδ’ ὅλως ἦν ἡ συστολὴ <lb/>διαγνωστὴ, σαφέστατα μείζων ἦν τοῦ κατὰ τὴν
                        αἰσθητὴν <lb/>διαστολὴν χρόνου (μόνου) σύμπας ὁ λοιπὸς, ὃν ὀνομάζουσι
                        <lb/>διάλειμμα. ἐφεξῆς δ’ ἀεὶ κατὰ τὸν μεταξὺ χρόνον ἅπαντα τῆς <lb/>τε
                        πρώτης ἡμέρας, ἐν ᾗ τὸ παιδίον ἐγεννήθη, καὶ τῆς ἐσχάτης, <lb/>ἐν ᾗ
                        διεξελθὸν ἁπάσας τὰς ἡλικίας ἀπέθανεν, οἱ χρόνοι <lb/>πάντες ηὐξάνοντο,
                        τέτταρες μὲν ὄντες, οὐ μὴν οἱ αὐτοί γε <lb/>καθ’ ὕπαρξίν τε καὶ πρὸς τὴν
                        ἡμετέραν αἴσθησιν. οἱ μὲν οὖν <lb/>κατ’ αὐτὴν τῶν πραγμάτων τὴν φύσιν
                        ὑπάρχοντες χρόνοι τέτταρες <lb/>ἐκ δυοῖν κινήσεων καὶ δυοῖν ἠρεμιῶν
                        σύγκεινται· κινήσεων <lb/>μὲν διαστολῆς τε καὶ συστολῆς καὶ τῆς ἐντὸς ἐπὶ τῇ
                        <lb/>συστολῇ πρὸ τῆς διαστολῆς. οἱ κατ’ αἴσθησιν δὲ τέτταρες καὶ <lb/>οἵδε
                        εἰσὶ, πρῶτος μὲν ὁ τοῦ πλείστου τῆς διαστολῆς, ἐπειδὴ <lb/>τῆς ἀρχῆς αὐτῆς
                        ἔδειξα κατὰ τὰ περὶ τῶν διαγνώσεων ὑπομνήματα <pb n="467"/> μὴ δυναμένην
                        αἰσθέσθαι τὴν ἁφήν· ἐφεξῆς δ’ ὁ τῆς ἐκτὸς <lb/>ἡσυχίας ὅλος αἰσθητὸς, ἐάν γέ
                        τις αἰσθάνηται ἀποχωρήσεως· <lb/>εἶτ’ ἐπ’ αὐτῶν τρίτος ὁ τοῦ τῆς συστολῆς
                        αἰσθητός· <lb/>τὰ γὰρ μετὰ τὴν ἀποχώρησιν αὐτῆς ἐδείχθη πάντα ἀναίσθητα·
                        <lb/>τέταρτος δ’ ἐστὶν ἐπὶ τούτοις χρόνος συγκείμενος ἔκ τε <lb/>τῶν ὑστέρων
                        τῆς συστολῆς καὶ τῆς ἐντὸς ἡσυχίας καὶ τῶν <lb/>πρώτων τῆς διαστολῆς. πάντες
                        οὖν, ὡς ἔφην, οἱ χρόνοι μηκύνονται <lb/>προβαινούσης τῆς ἡλικίας· οὓς διὰ
                        μακρᾶς μὲν τριβῆς <lb/>ἔνεστι τῇ μνήμῃ παραθέσθαι, λόγῳ δ’ ἑρμηνεύειν
                        ἀδύνατον. <lb/>οὐ γὰρ ὁπηλίκος ἐστὶν ὁ πρῶτος χρόνος, ὃν ἐπὶ τῶν
                        <lb/>ἀρτιγενῶν ἔφην εὑρεῖν ἡμᾶς, οὔθ’ ὁπόσον αὐξάνεται προϊούσης <lb/>γε τῆς
                        ἡλικίας, οἷόν τε λόγῳ διδάσκειν· ἀλλὰ τῆς ἑκάστου <lb/>φιλοπονίας ἐστὶ τοῦτ’
                        ἔργον, ἵνα πολλῶν μὲν παίδων <lb/>ἅψηται, πολλῶν δὲ μειρακίων, πολλῶν δὲ
                        ἀκμαζόντων, καὶ <lb/>παρακμαζόντων, καὶ δὴ καὶ γερόντων. οὕτω γὰρ μόνος
                        δυνήσεται <lb/>τὸ κοινὸν πλάτος τῶν μέτρων τῇ μνήμῃ παραθέσθαι· <lb/>μεθ’ ὃ
                        μέτρον, εἰ καὶ μήπω πρότερον ἡμμένος εἴη τοῦ <pb n="468"/> κάμνοντος, εἰπεῖν
                        δυνήσεται παρὰ φύσιν ἔχειν αὐτόν. συναιρεῖται <lb/>γὰρ ἥ τ’ ἐκτὸς ἡσυχία καὶ
                        τὰ τῆς ἐπισημασίας ὅ τε τῆς <lb/>ἀποχωρήσεως χρόνος. ἥ γε μὴν διαστολὴ κατὰ
                        ταύτας εἰσβολὰς <lb/>τῷ χρόνῳ φαίνεται βραδεῖα...καὶ ὅταν ταῦθ’ εὕρῃς,
                        <lb/>πλῆθος νόει μοι θερμασίας κατὰ τὴν καρδίαν εἶναι, τὰ <lb/>δ’ οἷον
                        καπνώδη περιττώματα πολλὰ, δι’ ἃ βραχύνει τὴν ἐκτὸς <lb/>ἡσυχίαν ἡ φύσις,
                        ἐπειγομένη πρὸς τὴν ἀπόκρισιν αὐτῶν <lb/>αὐτήν τε τὴν συστολὴν, καθ’ ἣν ἡ
                        ἀπόστασις. τῶν δὲ πικροχόλων <lb/>πυρετῶν, ὁποῖός ἐστι καὶ ὁ ἀκριβὴς
                        τριταῖος, εἰς <lb/>μέγεθός τε καὶ τάχος ἡ διαστολὴ πολὺ τοῦ κατὰ φύσιν
                        ἐξίσταται· <lb/>τὴν δ’ ἐκτὸς ἠρεμίαν καὶ τὸ τάχος τῆς ἀποχωρήσεως οὐκ
                        <lb/>ἀνάλογον ἴσχει τῷ μεγέθει καὶ τάχει τῆς διαστολῆς, ἀλλ’ ἀπολείπεται
                        <lb/>πάμπολυ. ὥστε σοὶ τὴν ἀρχὴν τῆς συστολῆς ἐθισθέντι <lb/>διαγινώσκειν οὐ
                        μόνον ὑπάρξει γνωρίζειν εἰσβολὰς παροξυσμῶν <lb/>πυρετικῶν, ἀλλὰ καὶ τὸ τῶν
                        σηπομένων χυμῶν <lb/>εἶδος, ἐφ’ οἷς τοὐπίπαν αἱ πυρετώδεις νόσοι
                        συνίστανται. <lb/>σπάνιοι γὰρ οἱ ἑκτικοὶ, μεταξὺ δ’ ἀμφοτέρων κατὰ τὸν
                        ἀριθμόν <lb/>εἰσιν οἱ ἐφήμεροι καλούμενοι ὑφ’ Ἱπποκράτους· ἐφ’ ὧν, <pb n="469"/> ὡς ἔφην, μάλιστα τὴν ἀρχὴν τῆς συστολῆς γνωρίζων, ἐπὶ λουτρὸν
                        <lb/>ἄξεις αὐτίκα τὸν κάμνοντα. </p></div></div></body></text></TEI>