<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg063.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="11"><p>Προσέχειν οὖν χρὴ τὸν νοῦν μέτροις κοινοῖς <lb/>τῶν ὑγιαινόντων, ὥσθ’ ὅταν
                        ὑπὲρ ταῦτα φαίνηταί τι <lb/>γένος σφυγμοῦ, παρὰ φύσιν τε νομίζειν αὐτὸ καὶ
                        σημεῖον <lb/>ἡγεῖσθαι τῆσδέ τινος εἶναι διαθέσεως. ἐπεὶ δὲ πλάτος ἔχει τὸ
                        <lb/>κοινὸν τῶν ἀνθρώπων μέτρον, ἄμεινον οὐχ ἁπλῶς ἐπὶ πάντων, <pb n="463"/>
                        ἀλλὰ κατ’ εἴδη τε καὶ διαφορὰς ἐπεσκέφθαι τὰ κοινὰ <lb/>μέτρα πλειόνων
                        ἀνθρώπων ἐφ’ ἑκάστου γένους σφυγμῶν. <lb/>ἔστι δὲ καθ’ ὅλου μὲν εἰς
                        θερμότητα καὶ ψυχρότητα καὶ <lb/>ἰσχνότητα καὶ τάχος ἡ τῶν κοινῶν μέτρων
                        ἀναγωγὴ, τούτων <lb/>δὲ αὐτῶν ἐν μέρει καθ’ ἡλικίας καὶ φύσεις καὶ τὴν τοῦ
                        περιέχοντος <lb/>ἀέρος ἀποκατάστασιν ἐν ὥραις καὶ χώραις. ἔμαθες δὲ
                        <lb/>περὶ τούτων ἐν τῷ γεγραμμένῳ βιβλίῳ τοῖς εἰσαγομένοις περὶ
                        <lb/>σφυγμῶν, ὃ καὶ αὐτὸ βέλτιόν ἐστι προανεγνῶσθαι τοῦδε. <lb/>λεχθήσεται
                        δὲ καὶ νῦν τὰ κατ’ αὐτὸ χάριν τοῦ μηδὲν ἐλλείπειν <lb/>τῶν ἀναγκαίων τῇ νῦν
                        ἐνεστώσῃ πραγματείᾳ, ἀλλ’ ἔχειν τοὺς <lb/>φιλοπονεῖν βουλομένους ἐν ἐλαχίστῳ
                        μὲν τὰ πρῶτα καὶ ἀναγκαιότατα <lb/>κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν, ἐν διεξόδῳ δὲ
                        τελεωτάτῃ τὰ <lb/>νῦν λεγόμενα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="12"><p>Γέγραπται μὲν οὖν καὶ Ἡροφίλῳ τὰ <lb/>κατὰ τοὺς χρόνους μετὰ τῆς διαστολῆς τε
                        καὶ συστολῆς, <lb/>ἕνεκα τῶν ἡλικιῶν εἰς ῥυθμοὺς ἀνάγοντι τὸν λόγον. <pb n="464"/> ὥσπερ γὰρ ἐκείνους οἱ μουσικοὶ κατά τινας ὡρισμένας χρόνων
                        <lb/>τάξεις συνιστῶσι παραβάλλοντες ἀλλήλαις ἄρσιν καὶ θέσιν, <lb/>οὕτως καὶ
                        Ἡρόφιλος ἀνάλογον μὲν ἄρσει τὴν διαστολὴν ὑποθέμενος, <lb/>ἀνάλογον δὲ θέσει
                        τὴν συστολὴν τῆς ἀρτηρίας, <lb/>ἀρξάμενος ἀπὸ τοῦ νεογενοῦς παιδίου τὴν
                        τήρησιν ἐποιήσατο, <lb/>πρῶτον χρόνον αἰσθητὸν ὑποθέμενος ἐν ᾧ
                        διαστελλομένην <lb/>εὕρισκε τὴν ἀρτηρίαν, ἴσον δ’ αὐτῇ καὶ τὸν τῆς συστολῆς
                        <lb/>εἶναι φησὶν, οὐ πάνυ τι διοριζόμενος ὑπὲρ ἑκατέρας τῶν ἡσυχιῶν.
                        <lb/>οἷς γὰρ ἀναίσθητός ἐστιν ἡ τῆς ἀρτηρίας συστολὴ, <lb/>τούτοις εἰς δύο
                        χρόνους τοὺς πάντας ὁ ῥυθμὸς τοῦ σφυγμοῦ <lb/>μερίζεται, τόν τε τῆς αἰσθητῆς
                        κινήσεως, ἡνίκα πλήττει τὴν <lb/>ἁφὴν ἡμῶν ἡ ἀρτηρία διαστελλομένη, καὶ τὸ
                        λοιπὸν ἅπαντα <lb/>συγκείμενον ἔκ τε τῆς ἐκτὸς ἠρεμίας καὶ τῆς μετ’ αὐτὴν
                        συστολῆς, <lb/>καὶ τῆς ἐπ’ ἐκείνῃ πάλιν ἠρεμίας καὶ τῶν πρώτων <lb/>τῆς
                        διαστολῆς, ἅπερ ἐστιν ἀναίσθητα καὶ αὐτά. καὶ διὰ <lb/>τοῦτο εἰς πληγὴν καὶ
                        διάλειμμα μερίζουσι τὸν σφυγμὸν, ἐν <lb/>τῷ τοῦ διαλείμματος ποσῷ πυκνότητα
                        καὶ ἀραιότητα τιθέμενοι, <lb/>καθάπερ ἐν τῷ τῆς πληγῆς τάχος καὶ βραδυτῆτα.
                            <pb n="465"/> καθ’ ὅσον μὲν οὖν δι’ ἴσου τὸν τοῦ ῥυθμοῦ σφυγμὸν εἶναί
                        <lb/>φησιν ἐπὶ τῶν ἀρτιγενῶν ὁ Ἡρόφιλος, κατὰ τοσοῦτο διαγινώσκειν
                        <lb/>ἔδοξέ μοι τὴν ἀρχὴν τῆς συστολῆς· καθ’ ὅσον δὲ πάλιν <lb/>ἄχρι δέκα
                        χρόνων τῶν πρώτων ἐκτείνει τὴν συστολὴν τῆς <lb/>τῶν γερόντων ἀρτηρίας, κατὰ
                        τοσοῦτο μηκέτι διαγινώσκειν, <lb/>ἀλλὰ τὴν διαστολὴν ταῖς αἰσθηταῖς κινήσεσι
                        γνωρίζειν, ἃς ἐκ <lb/>τοῦ πλήττεσθαι τοὺς δακτύλους ἡμῶν διαγινώσκομεν, τὴν
                        <lb/>συστολὴν δὲ πᾶν τὸ λοιπὸν τίθεσθαι καθ’ ὃ κινήσεως οὐκ <lb/>ᾐσθάνετο.
                        ἀλλὰ περὶ μὲν τῆς Ἡροφίλου περὶ τοὺς σφυγμοὺς <lb/>τέχνης ἐατέον. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="13"><p>Νυνὶ δ’ ὅσον εἰς τὰ τῆς τέχνης ἔργα χρήσιμον <lb/>ἐκ μακρᾶς πείρας μνήμης
                        ἕνεκα λαβεῖν, εἰρήσεται. παιδίων <lb/>γὰρ ἁψάμενος πάνυ ἀρτιγενῶν; ἐπ’
                        ὀλίγων ἠδυνήθην <lb/>ἐναργῶς διαγνῶναι τὴν ἀρχὴν τῆς συστολῆς, ὅπερ
                        ἀποχώρησίν <lb/>τε καὶ ἀπόστασιν τῆς ἀρτηρίας ὀνομάζω. τηνικαῦτα γὰρ
                        ἀφισταμένη <lb/>τῆς ἡμετέρας ἁφῆς, εἰς τὸ βάθος ἀποχωρεῖ τοῦ σώματος.
                        <lb/>ἐφ’ ὧν δ’ οὐκ ἠδυνήθην ἐναργῶς διαγνῶναι τὴν ἀποχώρησιν, <lb/>ἐπὶ
                        τούτων ὁ χρόνος τῆς αἰσθητῆς κινήσεως, ἣν ἐν τῷ ﻿<pb n="466"/> προσπίπτειν
                        ἡμῖν ἡ ἀρτηρία ποιεῖται προστιθεμένου καὶ τοῦ τῆς <lb/>ἐκτὸς ἡσυχίας, ποτὲ
                        μὲν ἴσος ὑπάρχειν ἔδοξέ μοι τῷ λοιπῷ <lb/>παντὶ, ποτὲ δὲ ἐλάττων. ἐφ’ ὧν δὲ
                        οὐδ’ ὅλως ἦν ἡ συστολὴ <lb/>διαγνωστὴ, σαφέστατα μείζων ἦν τοῦ κατὰ τὴν
                        αἰσθητὴν <lb/>διαστολὴν χρόνου (μόνου) σύμπας ὁ λοιπὸς, ὃν ὀνομάζουσι
                        <lb/>διάλειμμα. ἐφεξῆς δ’ ἀεὶ κατὰ τὸν μεταξὺ χρόνον ἅπαντα τῆς <lb/>τε
                        πρώτης ἡμέρας, ἐν ᾗ τὸ παιδίον ἐγεννήθη, καὶ τῆς ἐσχάτης, <lb/>ἐν ᾗ
                        διεξελθὸν ἁπάσας τὰς ἡλικίας ἀπέθανεν, οἱ χρόνοι <lb/>πάντες ηὐξάνοντο,
                        τέτταρες μὲν ὄντες, οὐ μὴν οἱ αὐτοί γε <lb/>καθ’ ὕπαρξίν τε καὶ πρὸς τὴν
                        ἡμετέραν αἴσθησιν. οἱ μὲν οὖν <lb/>κατ’ αὐτὴν τῶν πραγμάτων τὴν φύσιν
                        ὑπάρχοντες χρόνοι τέτταρες <lb/>ἐκ δυοῖν κινήσεων καὶ δυοῖν ἠρεμιῶν
                        σύγκεινται· κινήσεων <lb/>μὲν διαστολῆς τε καὶ συστολῆς καὶ τῆς ἐντὸς ἐπὶ τῇ
                        <lb/>συστολῇ πρὸ τῆς διαστολῆς. οἱ κατ’ αἴσθησιν δὲ τέτταρες καὶ <lb/>οἵδε
                        εἰσὶ, πρῶτος μὲν ὁ τοῦ πλείστου τῆς διαστολῆς, ἐπειδὴ <lb/>τῆς ἀρχῆς αὐτῆς
                        ἔδειξα κατὰ τὰ περὶ τῶν διαγνώσεων ὑπομνήματα <pb n="467"/> μὴ δυναμένην
                        αἰσθέσθαι τὴν ἁφήν· ἐφεξῆς δ’ ὁ τῆς ἐκτὸς <lb/>ἡσυχίας ὅλος αἰσθητὸς, ἐάν γέ
                        τις αἰσθάνηται ἀποχωρήσεως· <lb/>εἶτ’ ἐπ’ αὐτῶν τρίτος ὁ τοῦ τῆς συστολῆς
                        αἰσθητός· <lb/>τὰ γὰρ μετὰ τὴν ἀποχώρησιν αὐτῆς ἐδείχθη πάντα ἀναίσθητα·
                        <lb/>τέταρτος δ’ ἐστὶν ἐπὶ τούτοις χρόνος συγκείμενος ἔκ τε <lb/>τῶν ὑστέρων
                        τῆς συστολῆς καὶ τῆς ἐντὸς ἡσυχίας καὶ τῶν <lb/>πρώτων τῆς διαστολῆς. πάντες
                        οὖν, ὡς ἔφην, οἱ χρόνοι μηκύνονται <lb/>προβαινούσης τῆς ἡλικίας· οὓς διὰ
                        μακρᾶς μὲν τριβῆς <lb/>ἔνεστι τῇ μνήμῃ παραθέσθαι, λόγῳ δ’ ἑρμηνεύειν
                        ἀδύνατον. <lb/>οὐ γὰρ ὁπηλίκος ἐστὶν ὁ πρῶτος χρόνος, ὃν ἐπὶ τῶν
                        <lb/>ἀρτιγενῶν ἔφην εὑρεῖν ἡμᾶς, οὔθ’ ὁπόσον αὐξάνεται προϊούσης <lb/>γε τῆς
                        ἡλικίας, οἷόν τε λόγῳ διδάσκειν· ἀλλὰ τῆς ἑκάστου <lb/>φιλοπονίας ἐστὶ τοῦτ’
                        ἔργον, ἵνα πολλῶν μὲν παίδων <lb/>ἅψηται, πολλῶν δὲ μειρακίων, πολλῶν δὲ
                        ἀκμαζόντων, καὶ <lb/>παρακμαζόντων, καὶ δὴ καὶ γερόντων. οὕτω γὰρ μόνος
                        δυνήσεται <lb/>τὸ κοινὸν πλάτος τῶν μέτρων τῇ μνήμῃ παραθέσθαι· <lb/>μεθ’ ὃ
                        μέτρον, εἰ καὶ μήπω πρότερον ἡμμένος εἴη τοῦ <pb n="468"/> κάμνοντος, εἰπεῖν
                        δυνήσεται παρὰ φύσιν ἔχειν αὐτόν. συναιρεῖται <lb/>γὰρ ἥ τ’ ἐκτὸς ἡσυχία καὶ
                        τὰ τῆς ἐπισημασίας ὅ τε τῆς <lb/>ἀποχωρήσεως χρόνος. ἥ γε μὴν διαστολὴ κατὰ
                        ταύτας εἰσβολὰς <lb/>τῷ χρόνῳ φαίνεται βραδεῖα...καὶ ὅταν ταῦθ’ εὕρῃς,
                        <lb/>πλῆθος νόει μοι θερμασίας κατὰ τὴν καρδίαν εἶναι, τὰ <lb/>δ’ οἷον
                        καπνώδη περιττώματα πολλὰ, δι’ ἃ βραχύνει τὴν ἐκτὸς <lb/>ἡσυχίαν ἡ φύσις,
                        ἐπειγομένη πρὸς τὴν ἀπόκρισιν αὐτῶν <lb/>αὐτήν τε τὴν συστολὴν, καθ’ ἣν ἡ
                        ἀπόστασις. τῶν δὲ πικροχόλων <lb/>πυρετῶν, ὁποῖός ἐστι καὶ ὁ ἀκριβὴς
                        τριταῖος, εἰς <lb/>μέγεθός τε καὶ τάχος ἡ διαστολὴ πολὺ τοῦ κατὰ φύσιν
                        ἐξίσταται· <lb/>τὴν δ’ ἐκτὸς ἠρεμίαν καὶ τὸ τάχος τῆς ἀποχωρήσεως οὐκ
                        <lb/>ἀνάλογον ἴσχει τῷ μεγέθει καὶ τάχει τῆς διαστολῆς, ἀλλ’ ἀπολείπεται
                        <lb/>πάμπολυ. ὥστε σοὶ τὴν ἀρχὴν τῆς συστολῆς ἐθισθέντι <lb/>διαγινώσκειν οὐ
                        μόνον ὑπάρξει γνωρίζειν εἰσβολὰς παροξυσμῶν <lb/>πυρετικῶν, ἀλλὰ καὶ τὸ τῶν
                        σηπομένων χυμῶν <lb/>εἶδος, ἐφ’ οἷς τοὐπίπαν αἱ πυρετώδεις νόσοι
                        συνίστανται. <lb/>σπάνιοι γὰρ οἱ ἑκτικοὶ, μεταξὺ δ’ ἀμφοτέρων κατὰ τὸν
                        ἀριθμόν <lb/>εἰσιν οἱ ἐφήμεροι καλούμενοι ὑφ’ Ἱπποκράτους· ἐφ’ ὧν, <pb n="469"/> ὡς ἔφην, μάλιστα τὴν ἀρχὴν τῆς συστολῆς γνωρίζων, ἐπὶ λουτρὸν
                        <lb/>ἄξεις αὐτίκα τὸν κάμνοντα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="14"><p>Περιττὸν οὖν ἐστι παραβάλλειν τὸν χρόνον <lb/>τῆς διαστολῆς τῷ χρόνῳ τῆς
                        συστολῆς, ἐάν τε αἰσθάνηταί <lb/>τις ἐάν τε μὴ τῶν πρώτων τῆς συστολῆς.
                        ἐπιστάμενος γὰρ <lb/>ἑτέραν μὲν εἶναι τῷ ζώῳ τῆς διαστολῆς χρείαν, ὥσπερ γε
                        καὶ <lb/>τῆς εἰσπνοῆς, ἑτέραν δὲ τῆς συστολῆς, ὥσπερ γε καὶ τῆς ἐκπνοῆς,
                        <lb/>ἐκ τῶν ἑκατέρας ἀλλοιώσεων εὑρήσεις τὴν διάθεσιν <lb/>τοῦ σώματος. οὕτω
                        γοῦν καὶ ἐπὶ τῶν γυμναζομένων, ἢ ὁπωσοῦν <lb/>ἄλλως κινηθέντων σφοδρῶς, ἡ
                        διαστολὴ μείζων τε γίνεται <lb/>καὶ θᾶττον. ἐμάθομεν γὰρ αὐξάνεσθαι τὴν
                        χρείαν τῆς <lb/>διαστολῆς τῶν ἀρτηριῶν ἐν τοῖς σφυγμοῖς, ὥσπερ γε καὶ τὴν
                        <lb/>τοῦ θώρακος ἐν ταῖς εἰσπνοαῖς, ὅταν ἤτοι δαπάνη γίνηται <lb/>πλείων τοῦ
                        πνεύματος, ἢ θερμασία δαψιλὴς ἀθροισθῇ καθ’ <lb/>ὅλον τὸ ζῶον, ἢ κυριώτατα
                        καὶ πλεῖστα μέρη, καὶ μάλιστα <lb/>δηλονότι κατὰ τὴν καρδίαν. οὕτω δὲ καὶ
                        τῆς συστολῆς ἐν <lb/>τοῖς σφυγμοῖς ἐπιτείνεσθαι τὴν χρείαν ἔμαθες, ὥσπερ καὶ
                        τοῦ <lb/>θώρακος ἐν ταῖς ἐκπνοαῖς. ἀποχέαι γὰρ ἡ φύσις ἐν ἀμφοτέραις <pb n="470"/> ταῖς κινήσεσιν ἐπείγεται τὸ τεθολωμένον πνεῦμα, ποτὲ μὲν
                        <lb/>οἷον καπνώδεσι, ποτὲ δὲ οἷον λιγνυώδεσι περιττώμασι προσεοικός.
                        <lb/>λιγνυῶδες μὲν οὖν περίττωμα τὸ ἀπὸ τῶν λύχνων <lb/>ἀναφερόμενον,
                        καπνῶδες δὲ τὸ ἀπὸ τῶν χλωρῶν ξύλων. καὶ <lb/>γίγνεται μὲν λιγνυῶδες ἐκ τοῦ
                        κεκαῦσθαι τὴν εἰς φλόγα δαπανωμένην <lb/>ὕλην, ὥσπερ γε καὶ τὸ ἀτμῶδες ἐξ
                        ὑγρᾶς οὐσίας χρηστῆς <lb/>λεπτυνομένης· τὸ δὲ καπνῶδες ἐξ ἀμφοῖν μιχθεισῶν,
                        <lb/>ὕλην μὲν ἔχον ἐκ γεώδους τε καὶ ὑδατώδους οὐσίας συμμιγῆ, <lb/>τὴν
                        μεταβολὴν δ’ οὐκ ἀκριβῆ, καθάπερ ἡ λιγνὺς, ἀλλ’ ἔτι <lb/>ἀρχομένην. ὅτι δ’
                        οὐδὲν διήνεγκεν αἰθάλην ἢ λιγνὺν ὀνομάζειν, <lb/>ἢ αἰθαλῶδες ἢ λιγνυῶδες,
                        οἶμαί σε γινώσκειν, εἴπερ ἐν Ἑλλάδι <lb/>φωνῇ τέθραψαι. ἐν δὲ τῷ παραβάλλειν
                        τὸν χρόνον τῆς <lb/>διαστολῆς τῷ χρόνῳ τῆς συστολῆς, ὡς Ἡρόφιλος ἠξίου, τὸ
                        <lb/>μὲν ὅτι παρὰ φύσιν ὁ κάμνων ἔχει δυνατόν ἐστι γνωσθῆναι, <lb/>καὶ πρὸς
                        τούτῳ γε ὅτι μεγάλως παρὰ φύσιν ἢ μικρῶς. αἱ <lb/>μὲν γὰρ μεγάλαι τῶν κατὰ
                        φύσιν ῥυθμῶν εἰς τὸ παρὰ φύσιν <lb/>ἐκτροπαὶ μεγάλην σημαίνουσι τὴν βλάβην,
                        αἱ δ’ ἥττους μικροτέραν. ﻿<pb n="471"/> βραχεῖαν μὲν οὖν ἐκτροπὴν οἱ
                        παραρύθμοι δηλοῦσι <lb/>σφυγμοὶ, μείζονα δὲ οἱ ἑτερόῤῥυθμοι, μεγίστην δὲ οἱ
                        ἔκρυθμοι. <lb/>μέμνησθε γὰρ ἐν τῷ πρώτῳ περὶ τῆς διαφορᾶς τῶν <lb/>σφυγμῶν
                        εἰρημένων, ἐκρύθμους μὲν ὀνομάζεσθαι σφυγμοὺς <lb/>τοὺς μηδεμιᾶς ἡλικίας
                        ἔχοντας ῥυθμὸν, παραρύθμους τοὺς <lb/>πλησίον, ἑτεροῤῥύθμους δὲ τοὺς ἑτέρας
                        τινὸς, οὐ πλησίον. <lb/>ἐκ τούτων μὲν οὖν τέως ἔστι διαγνῶναι τὸ μέγεθος τῆς
                        βλάβης, <lb/>οὐ μὴν τίς γ’ ἐστιν ἡ διάθεσις ἐφ’ ἧς ἡ τροπὴ γέγονε <lb/>τῶν
                        σφυγμῶν, ἐκ ταύτης οὖν τῆς θεωρίας ἔνεστι γνωρίσαι, <lb/>μετὰ καὶ τοῦ
                        χαλεπὴν εἶναι τὴν ἐξαρίθμησιν τῶν κατὰ τὸν <lb/>ῥυθμὸν χρόνων. ἣν δ’ ἐγὼ νῦν
                        ὁδὸν ὑφήγημαι, καὶ ῥᾳδία <lb/>γνωσθῆναι καὶ διδάσκει τὴν φύσιν τῆς διαθέσεως
                        τίς ἐστιν, <lb/>οὐ μόνον τὸ μέγεθος τῆς βλάβης, ἀλλὰ καὶ εὕρεσις γίνεται
                        <lb/>τῶν βοηθημάτων, ἐν τῇ τῆς θεραπευτικῆς μεθόδου πραγματείᾳ
                        <lb/>δέδεικται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="15"><p>Τούτων οὖν ἡμῖν προδιωρισμένων, εἴπωμεν <lb/>ἤδη τὰ κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν
                        γεγραμμένα περὶ τῆς κατὰ <lb/>φύσιν ἐν τοῖς σφυγμοῖς διαφορᾶς. ἔστι δὲ τάδε.
                        ἄνδρες μὲν <pb n="472"/> οὖν γυναικῶν ὡς ἐπίπαν μείζονα πολλῷ καὶ
                        σφοδρότερον <lb/>ὡσαύτως πολλῷ τὸν σφυγμὸν ἔχουσι, καὶ βραδύτερον ὀλίγῳ
                        <lb/>καὶ ἀραιότερον ἱκανῶς. οἱ δὲ φύσει θερμότεροι μείζονα καὶ <lb/>ὠκύτερον
                        καὶ πυκνότερον πολλῷ, σφοδρότερον δὲ οὐ πολλῷ. <lb/>οἱ δὲ ἰσχνότεροι μείζονα
                        μὲν καὶ ἀραιότερον ἱκανῶς. οἱ δὲ <lb/>φύσει θερμότεροι μείζονα καὶ ὠκύτερον
                        καὶ ἀραιότερον πολλῷ, <lb/>βραδύτερον δὲ καὶ σφοδρότερον ὀλίγῳ. φύσει μὲν
                        οὖν οὕτως <lb/>διαφέρουσι. τρέπονται δὲ κατὰ μὲν τὰς ἡλικίας ὧδέ πως. <lb/>ὁ
                        μὲν τοῦ νεογνοῦ παιδίου πυκνότατος, ὁ δὲ τοῦ γέροντος <lb/>ἀραιότατος, οἱ δ’
                        ἐν τῷ μεταξὺ πάντες ἀνάλογον, ἐφ’ ὅσον <lb/>ἂν ἢ παιδίου ἢ γέροντος
                        ἐγγύτεροι τυγχάνωσιν ὄντες. ὡσαύτως <lb/>δὲ ταχύτατος μὲν ὁ τοῦ παιδίου,
                        βραδύτατος δὲ ὁ τοῦ <lb/>γέροντος, οἱ δὲ τῶν ἄλλων ἡλικιῶν μεταξύ. πολλῷ δὲ
                        μείζων <lb/>ἡ κατὰ τὴν ἀραιότητα διαφορὰ γέροντος πρὸς παιδίον τῆς <lb/>κατὰ
                        τὸ τάχος. ἐν δὲ τῇ κατὰ μέγεθος καὶ σφοδρότητα <lb/>διαφορᾷ μέγιστος μὲν ὡς
                        ἐν ἡλικίαις ὁ τῶν ἀκμαζόντων, <lb/>μικρότατος δὲ ὁ τῶν γερόντων, μέσος δὲ,
                        βραχεῖ μείζων, <lb/>ὁ τῶν παιδίων· καὶ σφοδρότατος μὲν ὁ τῶν ἀκμαζόντων,
                        <lb/>ἀμυδρότατος δὲ ὁ τῶν γερόντων, μέσος δὲ αὐτῶν <pb n="473"/> ὁ τῶν
                        παιδίων. οὕτως μὲν οὖν ἐν ταῖς ἡλικίαις οἱ σφυγμοὶ <lb/>τρέπονται. κατὰ δὲ
                        τὰς ὥρας, ἦρος μὲν τὰ μέσα μεγίστους <lb/>δὴ καὶ σφοδροτάτους ὡς ἐν ὥραις,
                        τάχει δὲ καὶ πυκνότητι συμμέτρους. <lb/>ὡσαύτως δὲ καὶ φθινοπώρου τὰ μέσα.
                        προϊὸν δὲ <lb/>τὸ μὲν ἔαρ ἀφαιρεῖται τοῦ μεγέθους καὶ τῆς σφοδρότητος,
                        <lb/>προστίθησι δὲ τῷ τάχει καὶ τῇ πυκνότητι· καὶ τέλος ἡνίκα <lb/>ἂν
                        ἐπιλάβῃ τὸ θέρος, ἀμυδροὶ καὶ μικροὶ καὶ ταχεῖς καὶ πυκνοὶ <lb/>γίνονται. τὸ
                        δὲ φθινόπωρον προϊὸν ἁπάντων ἀφαιρεῖ, <lb/>μεγέθους, τάχους, σφοδρότητος καὶ
                        πυκνότητος· ὥστε τοῦ <lb/>χειμῶνος ἐπελθόντος, εἰς μικρότητα καὶ ἀμυδρότητα
                        καὶ βραδυτῆτα <lb/>καὶ ἀραιότητα τετράφθαι. ἔοικε δὲ τὰ μὲν πρῶτα <lb/>τοῦ
                        ἦρος τοῖς ὑστάτοις τοῦ φθινοπώρου, τὰ δὲ ὕστατα τοῦ <lb/>ἦρος τοῖς πρώτοις
                        τοῦ φθινοπώρου, καὶ τὰ μὲν πρῶτα τοῦ <lb/>θέρους τοῖς ὑστάτοις τοῦ θέρους,
                        τὰ δὲ πρῶτα τοῦ χειμῶνος <lb/>τοῖς ὑστάτοις τοῦ χειμῶνος· ὥστε ὅσα μέσου
                        θέρους καὶ μέσου <lb/>χειμῶνος ἴσον ἀφ’ ἑκατέρων ἀφέστηκεν, ὁμοίως τρέπειν·
                        <lb/>μέσου δὲ θέρους πὴ μὲν ὡσαύτως ἐστὶ, πὴ δὲ ἐναντίως ἔχει <pb n="474"/>
                        μέσῳ χειμῶνος. μικροὶ μὲν γὰρ καὶ ἀμυδροὶ καθ’ ἑκάτερον, <lb/>ὠκεῖς δὲ καὶ
                        πυκνοὶ θέρους καὶ βραδεῖς καὶ ἀραιοὶ χειμῶνος, <lb/>οὐ μὴν οὕτω μικροὶ
                        θέρους ὡς χειμῶνος, ἀλλ’ ἧττον θέρους, <lb/>οὐδ’ οὕτως ἀμυδροὶ χειμῶνος ὡς
                        θέρους, ἀλλ’ ἧττον χειμῶνος. <lb/>αὗται μὲν οὖν αἱ μετὰ ὥρας τῶν σφυγμῶν
                        τροπαί. <lb/>κατὰ δὲ τὰς χώρας ὡσαύτως ταῖς ὥραις· ἐν μὲν ταῖς ἄγαν
                        <lb/>ψυχραῖς οἱ μέσου χειμῶνος, ἐν δὲ ταῖς ἄγαν θερμαῖς οἱ μέσου <lb/>τοῦ
                        θέρους, ἐν δὲ ταῖς εὐκράτοις οἱ μέσου τοῦ ἦρος, ἀνάλογον <lb/>δὲ κἀν ταῖς
                        μεταξύ· καὶ τῶν ἄλλων δὲ καταστάσεων τοῦ <lb/>περιέχοντος ἡμᾶς ἀέρος αἱ μὲν
                        θερμαὶ ταῖς θερμαῖς, αἱ δὲ ψυχραὶ <lb/>ταῖς ψυχραῖς, αἱ δὲ μέσαι τοῖς μέσοις
                        τοῦ ἦρος ἐοίκασιν. </p></div></div></body></text></TEI>