<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg059.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="3"><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><p><milestone unit="ed2page" n="66"/>Ἆρ’ οὖν ἡ μὲν τοῦ σφοδροῦ σφυγμοῦ
                            διδασκαλία <lb/>καὶ ἀσαφὴς καὶ ψευδὴς κατὰ πάντα τὰ σημαινόμενα,
                            <lb/>σαφεστέρα δὲ καὶ ἀληθεστέρα ἡ τοῦ ἐναντίου αὐτοῦ τοῦ ἀμυδροῦ;
                            <lb/>τάχα γὰρ ἐκ τῆς ἀντιθέσεως συνιέναι τινὸς τῶν ἐν <pb n="650"/> τῷ
                            προτέρῳ λόγῳ δυνησόμεθα. τί δή φησιν; ἀμυδρὸς δὲ <lb/>ὁ ἐκλελυμένον
                            τόνον ἔχων καὶ ἀσύστροφον τὴν πληγήν. ἐνταῦθα <lb/>δὴ φανερῶς τῷ μὲν
                            μεγάλῳ τόνῳ τὸν ἐκλελυμένον <lb/>ἀντέθηκε, δέον οὐ τοῦτον, ἀλλὰ τὸν
                            μικρὸν ἀντιθεῖναι. <lb/>ἢ κακῶς ἐν τῷ σφοδρῷ τὸν μέγαν εἶπε, τῷ δὲ
                            ῥοιζώδει <lb/>ἀσύστροφον τῆς πληγῆς. εἰ μὲν οὖν ἐνόουν τί ποτ’ ἐστὶν τὸ
                            <lb/>ἀσύστροφον, ἴσως ἂν συνῆκα τοῦ ῥοιζώδους. νυνὶ δ’ αὐτὸ <lb/>τοῦτο
                            πάλιν ἀσαφέστερόν ἐστι πολλῷ τοῦ ῥοιζώδους. ὥστ’ <lb/>οὐδέτερον αὐτῶν
                            ἐξηγητικὸν γίνεται θατέρου. πότερον γὰρ <lb/>τὸ βραδὺ νομίσομεν λέγειν
                            αὐτὸν ἀσύστροφον, ἢ τὸ ἄῤῥωστον, <lb/>ἢ τὸ μαλακὸν, ἢ τὸ εὐανάτρεπτον, ἢ
                            τὸ διαλελυμένον, οὐκ <lb/>ἔχω συμβαλεῖν. ἓν δὲ μόνον ἐν τούτῳ τῷ τρόπῳ
                            πλέον μοι <lb/>νομίζω γεγονέναι, τὸ καὶ τὴν ποιότητα τῆς πληγῆς αὐτὸν
                            <lb/>εἰς τὴν ἔννοιαν τῆς σφοδρότητος παραλαμβάνειν, καί τοι κατ’
                            <lb/>ἀρχὰς, ὁπότ’ ἀντέλεγε τῷ Μάγνῳ, μόνον τόνον εἰπόντι τῆς <lb/>τῶν
                            ἀρτηριῶν κινήσεως. ἀλλὰ νῦν καὶ ἀσύστροφον ἔφη τὴν <lb/>πληγήν· καὶ μὴν
                            ἀντεῖπεν ὀλίγῳ πρόσθεν τοῖς ἐν τῇ τῆς ἁφῆς <lb/>πληγῇ κεῖσθαι νομίζουσιν
                            αὐτόν. ἐμοὶ μὲν δὴ καὶ ταῦτα ﻿<pb n="651"/> πάντη τεταραγμένου καὶ μηδὲν
                            ἀκριβὲς ἔχοντος εἰπεῖν εἶναι <lb/>δοκεῖ. σοὶ δ’ εἴπερ μὴ ταῦτα, τὰ δ’
                            οὖν ἐφεξῆς αὐτῶν οἶδ’ <lb/>ὅτι λῆρος εἶναι δόξει μακρὸς, ἄν γε μὴ
                            σοφιστής τις ᾖς καὶ <lb/>αὐτὸς, ἀλλὰ τῶν τῆς ἰατρικῆς ἔργων ἐραστής. ἡ
                            μὲν οὖν <lb/>ῥῆσις αὕτη τοῦ Ἀρχιγένους τόνδε τὸν τρόπον ἔχει· ἔστι δὲ
                            <lb/>κατὰ τὴν σφοδρότητα τοιαύταις καὶ ἄλλαις ἐντυγχάνειν διαφοραῖς,
                            <lb/>ἐν αἷς ἐκλελυμένη ἐμπίπτει ἡ πληγὴ καὶ ἀβαρὴς, ὃν <lb/>ἀμαυρὸν
                            σφυγμὸν ἤδη τινὲς ἐκάλεσαν. ἄλλη δὲ βαρεῖα μὲν <lb/>ἔκλυτος ταύτην
                            ἀμυδροῦ σφυγμοῦ διαφορὰν θείη τις ἂν, ἡ δ’ <lb/>οὐκ ἔκλυτος μὲν, ἀλλ’
                            οἷον παραπεποδισμένη καὶ εἴσω ῥέπον <lb/>τὸ βάρος ἔχουσα, πεπιεσμένη καὶ
                            δεδυκυῖα. διαφορὰ κατὰ <lb/>σφοδρότητα εἴη ἂν σφυγμοῦ καὶ κατὰ τὸν
                            σφοδρὸν, ἡ μέν τις <lb/>πληγὴ εἴη ἂν ἐξεριστικὴ, ὑγρότερον ἐξωθοῦσα τὴν
                            ἁφὴν, οἷα <lb/>ἀπὸ τροφῆς μάλιστα νεαρᾶς ἐγγίνεται. ἡ δὲ δύσθραυστός
                            <lb/>ἐστι μᾶλλον, οἷον διηγκωνισμένου τοῦ κινοῦντος. ἡ δ’ ἐν
                            <lb/>πείσεσί τισι καὶ ἐπὶ τοῖς ἐν σαρκὶ πλεονασμοῖς <milestone unit="ed1page" n="34"/>φαίνεται. <lb/>ταῦτ’, ὦ πρὸς θεῶν, πότερον
                            θαυμαστά τις, ἢ ληρήματα <lb/>φήσει; τὸν γοῦν βίον βραχὺν ὡς πρὸς τὸ τῆς
                            τέχνης ὄντα <pb n="652"/> μέγεθος οὐ βραχὺν οὗτός γε, ἀλλὰ τὸ μηδὲν
                            ποιεῖ, τοσοῦτον <lb/>ὄχλον ἐπεισάγων αὐτῇ ψευδοῦς θεωρίας. πόθεν γοῦν
                            οὗτοι <lb/>πάλιν ἥκουσιν ἡμῖν οἱ σφυγμοὶ, βαρὺς καὶ ἀβαρής; τί <lb/>δ’
                            οὐ καὶ ταύτην ἐν ἀρχῇ τὴν διαφορὰν ἐδήλωσεν, ἡνίκ’ ὀκτὼ <lb/>ποιότητας
                            ἔλεγεν ὑπάρχειν τοῖς σφυγμοῖς; ὡς γὰρ μέγεθος <lb/>καὶ τάχος καὶ
                            σφοδρότητα καὶ τἄλλα, τί τὸ κωλύον ἦν καὶ <lb/>βαρύτητα προσγράψαι;
                            πόθεν αὕτη πάλιν ἡ καινὴ τραγῳδία, <lb/>βαρὺς σφυγμός ἐστί τις; πόσων
                            μνῶν, ὦ Ἀρχίγενες, <lb/>ἑρμήνευσον ἡμῖν, εἴ γε μὴ μόνον ὀνόματα γεγραφὼς
                            ἔσῃ, <lb/>πρᾶγμα δ’ οὐδὲν εἰρηκώς. ἔστι τις σφοδρὸς σφυγμὸς, ὡς <lb/>οἱ
                            μὴ τραγῳδοῦντες ἔγραψαν, ἀντιβατικὸς κατὰ τὴν πληγὴν, <lb/>διάγνωσις δ’
                            αὐτοῦ, θλιβόντων τὴν ἀρτηρίαν, οὐκ ἐπιπολῆς <lb/>ψαυόντων. αἰτία δ’ ἄλλη
                            μὲν κατ’ ἄλλον, ἄλλη δὲ κατὰ <lb/>τοὺς πνευματικοὺς ὑμᾶς, ἡ ῥώμη τοῦ
                            τόνου. λέξον μοι καὶ <lb/>περὶ τοῦ βαρέος ὡσαύτως, τήν τε φύσιν αὐτοῦ
                            καὶ τὴν διάγνωσιν <lb/>καὶ τὴν αἰτίαν. ἢ γελοιότατος ἂν εἴης <milestone unit="ed2page" n="67"/>τίς μέν <lb/>ἐστι σφοδρὸς σφυγμὸς καὶ ταχὺς
                            καὶ μέγας, ἐξηγούμενός τε <lb/>καὶ ὁριζόμενος, οὓς καὶ χωρὶς ὁρισμῶν
                            ἐνοήσαμεν ἂν, εἴ γε <pb n="653"/> μὴ παντάπασιν ἀήθεις ἦμεν Ἑλληνικῆς
                            λέξεως, τίς δ’ ἐστὶν <lb/>ὁ σφυγμὸς ὁ βαρὺς οὗτος, ὃν ἐπεισάγεις ἡμῖν
                            καινὸν, οὐκ <lb/>ἐξηγούμενος, ἀλλ’ ὑπολαμβάνων, εἰ τοὔνομα μόνον
                            γράψειας, <lb/>εἰρηκέναι τι πλέον. τοῦτο δὲ οὐ λέγειν, ἀλλὰ λαλεῖν ἐστί.
                            <lb/>εἰ μὲν οὖν βούλει κατὰ τὸν Κωμικὸν,</p><l>Λαλεῖν ἄριστος, ἀδυνατώτατος λέγειν,</l><p>ἕτερος ἂν εἴη λόγος· εἰ δ’ οὐ λαλεῖν, ἀλλὰ λέγειν, τί καὶ <lb/>διδάσκειν
                            ἐθέλεις, δήλωσον ἡμῖν, τίνι τῶν αἰσθήσεων, καὶ <lb/>πῶς διαγνωσόμεθα τόν
                            βαρὺν τοῦτον σφυγμόν; ἐγὼ μὲν γὰρ <lb/>οὐδὲ λίθου βάρος, οὐδὲ ξύλου
                            δύναμαι διαγνῶναι, μὴ ταῖς <lb/>χερσὶν ἀράμενος, ἢ ἀναθέμενος τοῖς
                            ὤμοις, ἢ ἐξαρτησάμενος <lb/>τοῦ πραχήλου. πότερον οὖν καὶ τὴν ἀρτηρίαν
                            τοῦ νοσοῦντος <lb/>ἐν ταῖς χερσὶ βαστάζοντας ἡμᾶς, ἢ ἀναθεμένους, δεήσει
                            <lb/>διαγιγνώσκειν οὕτως τὸ βάρος τῶν σφυγμῶν, ἢ τί κελεύεις <lb/>ὦ
                            Ἀρχίγενες; πρὸς δὲ ταῦτα τῶν ἀπ’ αὐτοῦ τις, γέρων <lb/>σεμνὸς,
                            ἐννενηκοντούτης, ὦ τὰν, ὦ τέκνον ἔφη, ἐκλελυμένος <lb/>καὶ νωχελὴς καὶ
                            βραδὺς καὶ μέλλων σφυγμὸς ἂν εἴη. πάλιν <lb/>οὖν ἡμεῖς ἔφαμεν, ὦ πάτερ,
                            ἐκλελυμένον τίνα λέγεις; ἆρά γε <pb n="654"/> τὸν βραδὺν, ἢ τὸν ἀραιόν;
                            οὐ γὰρ συνίεμεν. ὀλίγον οὖν <lb/>διασιωπήσας, τὸν βραδὺν ἀπεκρίνατο. καὶ
                            μὴν περί γε τοῦ <lb/>νωχελοῦς, ἔφην, οὐκ ἂν ἐροίμην σε. δῆλον γὰρ ὅτι
                            καὶ <lb/>τοῦτον βραδὺν εἶναι φήσειας. ἀλλὰ καὶ ὁ μέλλων, ἔφην,
                            <lb/>οἶμαι, βραδύς ἐστι. ἐκ τούτων συνεὶς ὁ γέρων, ὡς ἐξ <lb/>ἁπάντων
                            τῶν τεττάρων ὀνομάτων ἓν ἐδείκνυτο δηλούμενον <lb/>πρᾶγμα, βραδύτης
                            σφυγμοῦ, ταράττεσθαί τε καὶ φιλονεικεῖν <lb/>ὑπήρξατο. καὶ πρῶτον μὲν
                            τὸν μέλλοντα πρὸς αὐτοῦ κληθέντα <lb/>σφυγμὸν οὐ κατὰ τὸ βραδὺ τῆς
                            κινήσεως, ἀλλὰ κατὰ <lb/>τὸ τῆς ἡσυχίας ἔφασκε μῆκος κεῖσθαι. τοῦτο γὰρ
                            εἶναι τὸ <lb/>μέλλειν, ὀκνεῖν ἄρξασθαι· μετὰ δὲ ταῦτα καὶ τὸν
                            ἐκλελυμένον <lb/>καὶ τὸν νωχελῆ τὸν οἷον ἄῤῥωστον ἔλεγεν. ἐκλελύσθαι
                            <lb/>γὰρ καὶ ἀδυνατεῖν καὶ ἀσθενεῖν ταὐτὸν δηλοῦν. ἐγὼ τοίνυν <lb/>πρὸς
                            αὐτὸν ὑπολαβὼν, οὐδὲν, ἔφην, πρᾶγμα. καὶ γὰρ <lb/>εἰ δεύτερον καὶ τρίτον
                            ἀναθέσθαι περὶ τῶν αὐτῶν ἐθέλεις, <lb/>συγχωρήσομέν σοι. ζητοῦμεν γὰρ
                            ἐξευρεῖν τἀληθὲς, οὐκ ἀμφισβητοῦμεν <lb/>φιλονεικοῦντες. ἔστωσαν δὴ,
                            ἔφην, ὁ μὲν μέλλων <lb/>κατὰ τὸ τῆς ἡσυχίας μῆκος νενοημένος ὁ δὲ
                            ἐκλελυμένος <lb/>καὶ νωχελὴς κατὰ τὴν ἀῤῥωστίαν. ἀναμνήσθητι τοίνυν, ὡς
                                <pb n="655"/> βαρὺν ἔφησθα σφυγμὸν εἶναι τὸν ἐκλελυμένον καὶ νωχελῆ
                            καὶ <lb/>βραδὺν καὶ μέλλοντα. σαφέστερον δέ μου περὶ τῶν σημαινομένων
                            <lb/>ἀξιώσαντος μαθεῖν, ἐν ἀρχῇ μὲν οὐδὲν πλέον ἅπαντος <lb/>τοῦ βραδέος
                            ἐφαίνετο δηλοῦν, νυνὶ δὲ τὸν μὲν ἐκλελυμένον <lb/>καὶ νωχελῆ τὸν οἷον
                            ἄῤῥωστον ἔφαμεν εἶναι, τὸν <lb/>μέλλοντα δὲ κατὰ τὸ μῆκος τῆς ἡσυχίας
                            νενοῆσθαι, τὸν βραδὺν <lb/>δὲ βραδὺν καὶ νῦν ἔτι μένειν. αὖθις οὖν
                            ἀπόκριναί μοι, <lb/>τὸν ἀραιὸν, εἰ μὴ τὸν ἀμυδρὸν λέγεις; ἀλλὰ λέγω,
                            φησί. <lb/>τί δὲ τὸ τὸν ἡσυχάζοντα μέχρι πολλοῦ; ἆρ’ οὐ καὶ τοῦτον
                            <lb/>ἀραιὸν ἐρεῖς; ὡμολόγει. περαίνοιτ’ ἂν οὖν, ἔφην, ἐκ τῶν
                            <lb/>ὡμολογημένων ὁ βαρὺς σφυγμὸς ἀμυδρός τις ἅμα καὶ <lb/>βραδὺς εἶναι
                            καὶ ἀραιός. ἐσιώπησεν ἐπὶ τούτοις ὁ πρεσβύτης <lb/>μάλα σεμνῶς. ἀλλ’ εἰ
                            καὶ τοῦτ’, ἔφην, οὐκ ἂν εἴη ποιότης <lb/>ἑτέρα τις παρ’ ἃς ἅπαντες
                            λέγουσιν ἡ τοῦ βαρέος, ἀλλ’ <lb/>ὄνομα κατὰ τριῶν ποιοτήτων συνόδου
                            κείμενον. τὸν γὰρ <lb/>ἀμυδρὸν ἅμα καὶ βραδὺν καὶ ἀραιὸν βαρὺν εἶναι
                            φήσομεν. <lb/>οὐκ οἶδ’, ἔφη, τί λέγεις, καὶ φιλονεικεῖς μάτην, καὶ τοῦτ’
                            <lb/>εἰπὼν ἀπηλλάττετο, προσβλέψας ἡμῖν ἐπιτιμητικόν τι καὶ ﻿<pb n="656"/> καταγνωστικόν. ἀλλ’ ἡμεῖς μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἐπὶ νοσοῦντός <lb/>τινος
                            αὐτοῦ τε παρόντος ἐκείνου τοῦ <milestone unit="ed2page" n="68"/>γέροντος
                            καὶ <lb/>ἄλλων πολλῶν εὐδοκίμων ἰατρῶν, καὶ πάντων ταραττομένων <lb/>ἐπὶ
                            τοῖς ὑπάρχουσι τῷ κάμνοντι συμπτώμασι, κοιλίαν <lb/>ἐκταραχθήσεσθαι
                            προειπόντες, εἶτ’ ἐρωτώμενοι πρὸς αὐτῶν, <lb/>ὁπόθεν αὐτὸ προειρήκαμεν,
                            πόκον, εἴπομεν, εἰς γναφεῖον <lb/>οὐδεὶς ἀποφέρει, δηλοῦντες αὐτοῖς, ὡς
                            πολλοῦ δέουσι τὰ τηλικαῦτα <lb/>μανθάνειν, μηδὲ τὰ βραχύτατα
                            γινώσκοντες. ὀλίγων <lb/>δ’ ὕστερον ἡμερῶν ἐξ ἀριστεροῦ μυκτῆρος
                            αἱμοῤῥαγίαν <lb/>προειπόντες, εἶτ’ αὖθις παρωτίδας ἐσομένας, εἶτα ἄλλο
                            τι <lb/>καὶ ἄλλο, τὸ μὲν προγνόντες, τὸ δὲ θεραπεύσαντες, ὧν ἠδυνάτουν
                            <lb/>ἐκεῖνοι, δεομένοις αὐτοῖς εἰπεῖν, ἐκ τίνος τὰς τοιαύτας
                            <lb/>θεωρίας προλέγετε καὶ πράττετε, διὰ παντὸς ἐσιωπῶμεν, <lb/>ἐκείνοις
                            μὲν οὐδὲν ἀποκρινόμενοι, πρὸς δὲ ὑμᾶς αὐτοὺς λέγοντες <lb/>τὸ τοῦ
                            Κωμικοῦ,</p><lg><l>Ὡς οὔτε στρεβλὸν ὀρθοῦται ξύλον,</l><l>Οὔτε γερανδριὸν μετατεθὲν μοσχεύεται.</l></lg><pb n="657"/><p>θᾶττον γὰρ ἄν τις τοὺς ἀπὸ Μωϋσοῦ καὶ Χριστοῦ μεταδιδάξειεν <lb/>ἢ τοὺς
                            ταῖς αἱρέσεσι προστετηκότας ἰατρούς τε καὶ <lb/>φιλοσόφους. ὥστ’ ἐγὼ
                            τελευτῶν ἔγνων κερδαίνειν μακρὰν <lb/>ἀδολεσχίαν περὶ μηδενὸς αὐτοῖς
                            ὅλως διαλεγόμενος· καί μοι <lb/>τοῦτο πράττεται καὶ πραχθήσεται. καὶ
                            τάδε τὰ γράμματα <lb/>σαφῶς εἰδὼς ἀνωφελῆ πᾶσιν ὀλίγου δεῖν ἐσόμενα,
                            πλὴν <lb/>ἑνὸς ἴσως τινὸς, ἢ δυοῖν, οἳ ἂν καὶ φύσει θαυμαστῇ καὶ
                            <lb/>διδασκαλίᾳ καὶ μελέτῃ χρήσωνται, καὶ πρὸ τούτων ἁπάντων <lb/>ἔξω
                            τῆς περὶ τὰς αἱρέσεις καταστῶσι μανίας, ὅμως γράφω, <lb/>ἅμα μὲν παιδιὰν
                            οὐκ ἄμουσον παίζων, ἅμα δὲ εἰς τὸ τῆς <lb/>λήθης γῆρας, ὡς ὁ Πλάτων
                            φησὶν, ὑπομνήματα ἑαυτῷ παρασκευαζόμενος, <lb/>ἅμα δὲ καί τισι τῶν
                            ἑταίρων δεηθεῖσι χαριζόμενος. <lb/>ἀλλὰ περὶ μὲν τῆς ἐπιπολαζούσης
                            ἀμαθίας ἅμα καὶ <lb/>φιλονεικίας ἀρκεῖ καὶ ταῦτα. </p></div></div></div></body></text></TEI>