<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg059.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="2"><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p>Τάχα τις ἐρεῖ πρὸς ἡμᾶς· σὺ δ’ ὦ τᾶν <lb/>οὕτως ἄρα τὴν τῶν Ἑλλήνων
                            συνήθειαν ὑπερτετίμηκας, ὥστε <lb/>μηδ’ ἐπιτρέπειν μηδενὶ μηδὲ
                            τοὐλάχιστον αὐτῆς παρακόπτειν; <lb/>οὐ μὲν <milestone unit="ed2page" n="45"/>οὖν, φήσω, μὰ τὸν Ἡρακλέα καὶ πάντας θεούς· <lb/>ἀλλ’ εἰ καὶ
                            βέκος ἐθέλοις τὸν ἄρτον καλεῖν, ὥσπερ οἱ Φρύγες, <lb/>οὐδὲν ἡμῖν
                            διαφέρει· μόνον δίδαξόν με πρῶτόν σου τὴν <lb/>διάλεκτον, ἵν’ ἕπωμαι,
                            καὶ μὴ λέγε, καλεῖται. πάντως γὰρ <lb/>ἐρήσομαί σε, παρὰ τίσιν; οὐ γὰρ
                            δή γε παρὰ τοῖς Ἕλλησιν. <lb/>ἀλλά πώς φασι, καλείσθω. καὶ εἰ τοῦτό που
                            λέξαντος ἔτι <lb/>γρύζων εὑρεθείην, ἐμαυτῷ θανάτου τιμῶμαι. νυνὶ δ’ ἐπὶ
                            <lb/>μὲν τινῶν, καλεῖται, λέγεις, καταψευδόμενος τῆς συνηθείας <lb/>τῶν
                            Ἑλλήνων, ἐπὶ δὲ τινῶν οὐχ ἁπλῶς, ἀλλὰ μετὰ τοῦ, <lb/>ἔσθ’ ὅτε, καθάπερ
                            ἐπὶ τῆς πληρότητος. τί γὰρ φὴς τοῦτ’, <lb/>ἔσθ’ ὅτε πληρότης καλεῖται;
                            ἀλλὰ περὶ μὲν δὴ τῆς πληρότητος <pb n="584"/> ὀκλάζων ἤδη ταῦτ’ ἔγραψεν,
                            περὶ δὲ τῆς σκληρότητος <lb/>οὐδ’ <milestone unit="ed1page" n="23"/>ὀκλάζων ἔτι. καταπεπτωκότος γὰρ ἤδη, καὶ νενικημένου <lb/>τελέως ὁ
                            τοιοῦτος λόγος. ἔστι δὲ μαλακότητος καὶ <lb/>σκληρότητος σφυγμοῦ κοινόν
                            τι γένος, ὃ τάχ’, ἂν τριβείη, <lb/>σκληρότης καλεῖται. καὶ οὐκ ἔτ’
                            ἐνταῦθα ἐτόλμησε προσθεῖναι <lb/>τοῦτ’, ἔσθ’ ὅτε, σκληρότης καλεῖται.
                            καίτοι οὐδὲν ἦν <lb/>ἡ πληρότης τιμιωτέρα τῆς σκληρότητος, ἵν’ ἐπ’
                            ἐκείνης τολμήσας, <lb/>ἐνταῦθ’ αἰδεσθείη, ἀλλ’ ὅπερ ἔφην, τοῖς κατὰ
                            <lb/>βραχὺ πίπτουσιν ἔοικεν. γενναιότερον δ’ ἦν, οἶμαι, μὴ κατὰ
                            <lb/>μικρὸν, ἀλλ’ ἀθρόως πεσεῖν, καὶ μήθ’ ἡμῖν μήτ’ αὐτῷ <lb/>πράγματα
                            παρέχειν. ὃ τάχ’, ἂν τριβείη, φησὶ, σκληρότης καλεῖται. <lb/>ὑπὸ τίνων
                            τάχ’, ἂν τριβείη; τῶν σῶν ἴσως κληρονόμων. <lb/>ἡμεῖς μὲν γὰρ, ὥσπερ
                            νόμισμα καθ’ ἑκάστην τῶν <lb/>πόλεων ἴσμεν σύμβολον ὠνῆς καὶ πράσεως, ὃ
                            τοὺς παραχαράττοντας <lb/>οἱ νομοθέται κολάζουσιν, οὕτω καὶ διαλέκτων
                            χαρακτῆρας <lb/>ἴσμεν πολλοὺς, οὓς φυλάττειν ἀξιοῦμεν ἕκαστον <lb/>τῶν
                            ἑλομένων ὁντιναοῦν ἐξ αὐτῶν. ἡμεῖς μὲν οὖν συνῃρήμεθα <lb/>τὴν κοινὴν
                            καλουμένην διάλεκτον, εἴτε μία τῶν Ἀτθίδων <pb n="585"/> ἐστὶ, πολλὰς
                            γὰρ εἴληφε μεταπτώσεις ἡ τῶν Ἀθηναίων διάλεκτος, <lb/>εἴτε καὶ ἄλλη τις
                            ὅλως. δείκνυμι γὰρ ἑτέρωθι τὴν <lb/>ἡμετέραν περὶ τούτου γνώμην. καὶ
                            ταύτην τὴν διάλεκτον <lb/>πειρώμεθα διαφυλάττειν, καὶ μηδὲν εἰς αὐτὴν
                            παρανομεῖν, <lb/>μηδὲ κίβδηλον ἐπεισάγειν φωνῆς νόμισμα, μηδὲ
                            παραχαράττειν. <lb/>σὺ δὲ, εἰ μὲν ἐπιθυμεῖς κατ’ αὐτὴν ἡμῖν διαλέγεσθαι,
                            πρότερον <lb/>ἐκμαθεῖν αὐτὴν πειράθητι, εἰ δ’ ἄλλῃ τινὶ χρᾷς, καὶ
                            <lb/>τοῦτο μήνυσον. εἰ μὲν γὰρ τῶν Ἑλληνίδων ἐστὶ μία, πάντως <lb/>που
                            καὶ ταύτην γνωρίζομεν· καὶ γὰρ καὶ τὰ τῶν Ἰώνων <lb/>καὶ τὰ τῶν Αἰολέων
                            καὶ τὰ τῶν Δωριέων ἀνελεξάμεθα γράμματα· <lb/>εἰ δ’ οὐδεμία τούτων, ἀλλά
                            τις τῶν βαρβάρων, καὶ <lb/>τοῦτ’ εἰπὲ, μόνον πειρῶ φυλάττειν αὐτὴν
                            ἄχραντον, ἥ τις <lb/>ἂν ᾖ, καὶ μή μοι τρία μὲν ἐκ Κιλικίας φέρειν
                            ὀνόματα, τέσσαρα <lb/>δ’ ἐκ Συρίας, πέντε δ’ ἐκ Γαλατίας, ἕξ δ’
                            Ἀθήνηθεν. <lb/>ἐγὼ γὰρ οὕτω πολλὰς ἐκμανθάνειν οὐ δύναμαι διαλέκτους,
                            <lb/>ἵν’ ἀνδράσιν εἰς τοσοῦτον πολυγλώττοις ἕπωμαι. δίγλωττος <lb/>γάρ
                            τις ἐλέγετο πάλαι, καὶ θαῦμα τοῦτο ἦν, ἄνθρωπος εἷς <lb/>ἀκριβῶν
                            διαλέκτους δύο· σὺ δὲ ἡμᾶς ἀξιοῖς πολλὰς ἐκμαθεῖν, <lb/>δέον αὐτὸν
                            ἐκμανθάνειν μίαν, οὕτω μὲν ἰδίαν, οὕτω δὲ ﻿<pb n="586"/> κοινὴν ἅπασιν,
                            οὕτω δ’ εὔγλωττον, οὕτω δ’ ἀνθρωπικήν. <lb/>ὅπερ ἐὰν προσχῇς τὸν νοῦν
                            ταῖς φωναῖς τῶν βαρβάρων διαλέκτων, <lb/>εἴσῃ σαφῶς, τὰς μὲν ταῖς τῶν
                            συῶν, τὰς δὲ ταῖς <lb/>τῶν βατράχων, ἢ κολοιῶν, ἢ κοράκων ἐοικυίας,
                            ἀσχημονούσας <lb/>τε καὶ κατ’ αὐτὸ τὸ τῆς γλώττης τε καὶ τῶν χειλέων καὶ
                            <lb/>παντὸς τοῦ στόματος εἶδος. ἢ γὰρ ἔσωθεν ἐκ τῆς φάρυγγος <lb/>τὰ
                            πολλὰ φθέγγονται τοῖς ῥέγχουσι παραπλησίως, ἢ τὰ χείλη <lb/>διαστρέφουσι
                            καὶ συρίττουσιν, ἢ κατὰ πᾶσαν αὔξουσι τὴν <lb/>φωνὴν, ἢ κατ’ οὐδεμίαν
                            ὅλως, ἢ κεχήνασι μέγιστον, καὶ τὴν <lb/>γλῶτταν προσσείουσι, καὶ
                            διανοίγειν οὐδαμῶς δύνανται τὸ <lb/>στόμα, καὶ τὴν γλῶτταν ἀργὴν καὶ
                            δυσκίνητον καὶ ὥσπερ <lb/>δεδεμένην ἔχουσιν. εἶτα σὺ <milestone unit="ed2page" n="46"/>παρεὶς τὴν ἡδίστην τε καὶ <lb/>ἀνθρωπικωτάτην
                            διάλεκτον, ᾗ τοσοῦτον κάλλος ὁρᾶται καὶ <lb/>χάρις ἐπανθεῖ, ἐκ πολλῶν
                            ἀτόπων καὶ δεινῶν ἀθροίζεις ὀνόματα; <lb/>πολὺ ῥᾷον ἦν μίαν ἐκμαθεῖν τὴν
                            καλλίστην ἢ μυρίας <lb/>μοχθηράς. ἀλλ’ οὐ μόνον αὐτοὶ μανθάνειν
                            ὀλιγωροῦσιν, <lb/>ἀλλὰ καὶ ἡμᾶς ἀναγκάζουσιν, ἐν ᾗ τεθράμμεθα καὶ
                            πεπαιδεύμεθα <lb/>φωνῇ, ταύτην καταλιπόντας, ἐκμανθάνειν τὰς
                            <lb/>ἐκείνων. οὐ βούλει μαθεῖν ἄνθρωπε τὴν τῶν Ἑλλήνων διάλεκτον; <pb n="587"/> ὡς ἐπιθυμεῖς, βαρβάριζε. μόνον, ὥσπερ ἐγὼ συγχωρῶ
                            <lb/>καθ’ ὃν αὐτὸς προῄρησαι τρόπον λαλεῖν, οὕτω κᾀμοὶ <lb/>συγχώρησον
                            ὡς ἔμαθον διαλέγεσθαι. πατὴρ ἦν ἐμοὶ ἀκριβῶν <lb/>τὴν τῶν Ἑλλήνων
                            διάλεκτον, καὶ διδάσκαλος καὶ παιδαγωγὸς <lb/>Ἕλλην. ἐν τούτοις ἐτράφην
                            τοῖς ὀνόμασιν. οὐ <lb/>γνωρίζω τὰ σά. μήτ’ ἐμπόρων μοι, μήτε καπήλων,
                            μήτε <lb/>τελωνῶν χρῆσιν ὀνομάτων ἔπαγε, οὐχ ὡμίλησα τοιούτοις
                            ἀνθρώποις. <lb/>ἐν ταῖς τῶν παλαιῶν ἀνδρῶν βίβλοις διετράφην. <lb/>καὶ
                            ταῦτα λέγω, μηδενὶ πώποτ’ εἰπὼν, μήθ’ ὅτι βαρβαρίζεις <lb/>ὦ οὗτος, μήθ’
                            ὅτι σολοικίζεις, μήθ’ ὅτι κακῶς καὶ οὐ κυρίως <lb/>ὠνόμασας, ἀλλ’
                            ἐπιτρέπω πᾶσιν ὡς βούλονται φθέγγεσθαι. <lb/>κᾂν ὁ κυβερνήτης εἴπῃ φέρε
                            τὸν ποὺς, οὐδὲν ἐμοὶ διαφέρει. <lb/>ταῦτα Φαβωρῖνος καὶ Δίων, οὐκ ἐγὼ
                            μέμφομαι· συνιέναι <lb/>μόνον βούλομαι τοῦ λεγομένου. ὅταν δέ ποτε καὶ
                            κατ’ αὐτὸ <lb/>τοῦτο ταράττωμαι, τότε ἀναγκαίως πυνθάνομαι, τίς δηλοῦν
                            <lb/>βούλεται τοὔνομα, καὶ μηνύσαντος ὃ βούλεται, σιωπῶ, μήτ’
                            <lb/>ἐξελέγχων, μήτε μεμφόμενος, εἰ παρὰ τὴν τῶν Ἑλλήνων εἴρηται
                            <lb/>συνήθειαν. ἑνὸς γάρ μοι μόνου φροντὶς, τοῦ γνῶναι <pb n="588"/> τὸν
                            νοῦν τοῦ λεγομένου. τοῖς δὲ, ὡς ἔοικεν, οὐκ ἀρκεῖ τὸ <lb/>τοιοῦτον, ἀλλ’
                            ὅταν ἡμεῖς τοῖς τῶν Ἑλλήνων ὀνόμασι χρησώμεθα, <lb/>τότ’ ἐκεῖνοι πρῶτον
                            μέμφονται, τὰ μὲν ὡς διαλεκτικοὶ, <lb/>τὰ δὲ ὡς φυσικοί τινες ἄνδρες, τὰ
                            δ’ ὡς ῥήτορες, <lb/>τὰ δὲ ὡς γραμματικοί. πολυειδῶς γὰρ ἐπηρεάζουσιν.
                            εἶθ’ <lb/>ὅταν τις αὐτοὺς, εἰς μακρότερον ἀναγκασθεὶς ἀφικέσθαι
                            διάλογον, <lb/>ἐξελέγχῃ μηδὲν γινώσκοντας, ὧν ὡς γινώσκοντες
                            ἐθρασύνοντο, <lb/>παραχρῆμα σφῶν αὐτῶν ἐπιλανθανόμενοι, κατηγοροῦσι
                            <lb/>τῶν αὐτῶν τούτων, ὑπὲρ ὧν ἐξ ἀρχῆς ὡς χρησίμων <lb/>διελέγοντο. τίς
                            γὰρ ἡμῖν οὐκ ἐπιπηδᾷ τῶν θρασέων τούτων, <lb/>ἐπειδὰν εἴπωμεν τὰς
                            διαφορὰς τῶν κατὰ τοὺς σφυγμοὺς γενῶν <lb/>εἶναι τοσαύτας, κακῶς φάσκων
                            διαφορὰς ἡμᾶς εἰρηκέναι, καὶ <lb/>πολὺ χεῖρον ἔτι γενῶν. φεύγοντες δὲ
                            αὐτῶν ἡμεῖς τὴν ματαίαν <lb/>ἐπήρειαν, ἀλλ’ εἰ βούλει φαμὲν, ποιότητας
                            αὐτὰς κάλεσον, <lb/>ἢ ὅ τι ἂν ᾖ σοι φίλον. οὐ γὰρ ὑπὲρ ὀνομάτων ὁ λόγος
                            <lb/>ἡμῖν, ἀλλὰ περὶ πραγμάτων. πόσα γὰρ τὰ πρῶτα γένη <lb/>τῶν σφυγμῶν
                            χρηστὸν εἰδέναι, μή πως εὐθὺς ἐν τῇ πρώτῃ <lb/>διαιρέσει γένος ὅλον
                            παραλίπωμεν. οἱ δὲ οὐκ ἐπιτρέπουσιν <pb n="589"/> ἡμῖν οὐδ’ αὐτὰ ταῦτα
                            εἰπεῖν, ἀλλ’ εὐθὺς ἐπιστομίζουσι <lb/>πράγματος ὅλου λέγοντας, οὐκ
                            ὀνόματος εἶναι τὴν ἄγνοιαν. <lb/>εἶτα ἀναγκάζουσιν ἡμᾶς λέγειν πρὸς
                            αὐτοὺς, ἃ μηδέ ποτ’ ἂν <lb/>ἑκόντες εἴποιμεν. κᾄπειτ’ ἐξελεγχόμενοι,
                            πρῶτον μὲν ὅτι περὶ <lb/>ὀνόματος, οὐ περὶ πράγματός ἐστιν ἡ ζήτησις,
                            ἔπειθ’ ὅτι <lb/>κακῶς αὐτοὶ κέχρηνται τοῖς ὀνόμασιν, οὐχ ἡμεῖς,
                            ἀγανακτοῦσι <lb/>δεινῶς, καὶ ὥσπερ ἐξ ὕπνου διεγερθέντες, ἄχρηστον εἶναι
                            λέγουσι <lb/>τὴν ἐν τοῖς ὀνόμασιν μικρολογίαν, ὥσπερ ἡμῶν ἐξ ἀρχῆς
                            <lb/>ἄλλο τι λεγόντων, ἢ βουλομένων, ἢ οὐκ αὐτοὶ κατάρξαντες <lb/>τῆς
                            τοιαύτης ψυχρολογίας. ὀκτὼ λέγεις ποιότητας, ἄνθρωπε, <lb/>τῷ σφυγμῷ
                            παρέπεσθαι. συγχωρήσω σοι τῷ τῆς ποιότητος <lb/>ὀνόματι καλῶς κεχρῆσθαι,
                            μηδὲν περὶ τούτου φθεγξάμενος, <lb/>ἐπιδείξω πῶς οὐκ εἰσὶν ὀκτώ. περὶ
                            πράγματος αὕτη ἡ ζήτησις, <lb/>εἰς ἣν ἐγὼ προσκαλοῦμαι τοὺς γενναίους
                            τούτους σοφιστάς. <lb/>οἱ δ’, ἵν’ ἐκ ταύτης διαλύσεις πορίσωνται,
                            λέγοντος <lb/>ἄν μου μεταξὺ κατὰ τὸν λόγον, ὀνόματός τινος ἐπελάβοντο.
                            <lb/>εἶθ’ ὅταν ἐξελεγχθῶσιν ὑπὲρ ἀμφο<milestone unit="ed2page" n="47"/>τέρων, τῶν τε πραγμάτων <lb/>ἅμα καὶ τῶν ὀνομάτων, ἀγανακτοῦσι, δέον,
                            οἶμαι, <lb/>περὶ μὲν τῶν πραγμάτων τὴν μοχθηρὰν ἀποθέσθαι δόξαν, <pb n="590"/>
                            <milestone unit="ed1page" n="24"/>τοῖς δ’ ὀνόμασιν, ὥσπερ ἡμεῖς ἐκείνοις
                            χρῆσθαι συγχωροῦμεν, <lb/>οὕτω καὶ αὐτοὺς ἡμῖν ἐπιτρέπειν. ἀλλ’ οὐκ
                            ἐπιτρέπουσι. <lb/>διὰ τοῦτο κᾀγὼ βραχέα περὶ τῆς φωνῆς αὐτῶν
                            <lb/>ἀναγκασθεὶς εἶπον. </p></div></div></div></body></text></TEI>