<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg059.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="25"><p>Ἄλλο γένος ἀνωμαλίας τῆς καθ’ ἕνα σφυγμὸν <lb/>τὸ κυματῶδες καλούμενον,
                            οὗ τὴν ἰδέαν δηλοῖ μὲν ἱκανῶς <pb n="550"/> καὶ αὐτὸ τὸ ὄνομα, χεῖρον δ’
                            οὐδὲν ὑπὲρ σαφηνείας εἰπεῖν τι <lb/>καὶ ἡμᾶς. οὐχ ἅμα φαίνεται κατὰ τὴν
                            τοιαύτην ἀνωμαλίαν <lb/>ἡ ἀρτηρία πᾶσα διαστελλομένη, ἀλλὰ τὸ μέν τι
                            πρῶτον <lb/>αὐτῆς, τὸ δὲ δεύτερον, τὸ δὲ τρίτον, τὸ δὲ τέταρτον. καὶ
                            <lb/>οὐδὲ ταῦτα ὡς ἔτυχεν, ἀλλὰ σὺν τῷ τὴν ἔπαρσιν κυματώδη
                            <lb/>γενέσθαι, τοῦ δευτέρου κύματος ἀεὶ τὸ πρότερον ἐκδεχομένου,
                            <lb/>καὶ ὅπῃ διαφέρει τῆς διακεκομμένης κινήσεως τὸ τοιοῦτον εἶδος
                            <lb/>τῆς ἀνωμαλίας, οὐ χαλεπὸν φωρᾶσαι. τὴν γὰρ τοῦ <lb/>προτέρου μέρους
                            τῆς ἀρτηρίας διαστολὴν ἡ τοῦ δευτέρου <lb/>διαδέχεται, μηδενὸς ἀκινήτου
                            μορίου μεταξὺ πίπτοντος, ἀλλ’ <lb/>ἐγγὺς μὲν ἀκινησίας ἔχεται τῶν
                            κυμάτων τὸ πέρας, οὐ μὴν <lb/>παντελῆ γε φωράσαις ἂν ἡσυχίαν οὐδενὸς
                            μορίου, τὰ γὰρ <lb/>συνάπτοντα τὰς κινήσεις εἰς ὕψος, οἷον κυματώδεις
                            ἀναστάσεις, <lb/>οὐκ ἔστιν ἀκίνητα παντελῶς, ἀλλὰ βραχεῖαν γοῦν τινα
                            <lb/>διασώζει κίνησιν. διαφέρει δὲ τοῦ σκωληκίζοντος ὁ σφυγμὸς
                            <lb/>οὗτος μεγέθει. τὸν γοῦν μέγιστον τῶν κυματωδῶν ἐπινοῶν <lb/>ἀεὶ
                            μειούμενον εἰς οὕτω ποτὲ μικρὸν ἀφίξῃ, ὥστε ἀπορεῖν <lb/>εἴτε κυματώδης,
                            εἴτε σκωληκίζων ἐστὶν ἤδη. οὐ γὰρ κατὰ <lb/>τὸ ποιὸν ἐοίκασιν ἀλλήλων
                            διαφέρειν, ἀλλὰ κατὰ τὸ ποσόν. <pb n="551"/> ἔστι δὲ τὸ μέν τι κοινὸν
                            ἀμφοτέροις τε αὐτοῖς καὶ τοῖς εἴδεσιν <lb/>ἅπασιν αὐτῶν, τὸ δὲ ἴδιον
                            ἑκατέρων. κοινὸν μὲν ἀφ’ <lb/>οὗ καὶ τοὔνομα ἑκατέροις, τῷ μὲν κυματώδει
                            τὸ οἷον κύματα <lb/>ἐπανίστασθαι κατὰ τὴν ἀρτηρίαν, ἕτερον ἐφ’ ἑτέρῳ, τῷ
                            δὲ <lb/>σκωληκίζοντι σκώληκος ἐοικέναι πορείᾳ, καὶ αὐτοῦ τοῦ ζώου
                            <lb/>κυματωδῶς κινουμένου, καθάπερ καὶ Δημόκριτος λέγει που <lb/>περὶ
                            τῶν τοιούτων διαλεγόμενος, τῶν ὅσα κυματοειδῶς ἀνὰ <lb/>τὴν πορείαν
                            πλάζεται. καὶ δῆλον ὅτι ἡ ἀρχὴ τῆς ἐπιῤῥοῆς <lb/>ἄνωθέν ἐστιν ἀεὶ καὶ
                            τελευτᾷ πρὸς τὰ πέρατα τῆς ἀρτηρίας. <lb/>τοῦτο μὲν οὖν τὸ κοινόν.
                            διαφοραὶ δ’ αὐτῶν αἱ κατ’ εἶδος <lb/>ᾧδέ πως συνίστανται. τινὲς μὲν εἰς
                            εὐθὺ τὸ κῦμα φερόμενον <lb/>ἔχουσι, τινὲς δὲ καὶ εἰς τὸ πλάγιον
                            ἐκκλῖνον, καὶ τινὲς μὲν <lb/>ἐν βραχείᾳ τῇ κατὰ τὸ μῆκος διαστάσει τὸ
                            ὕψος ἱκανὸν, <lb/>τινὲς δ’ ἔμπαλιν ἐν μακροτέρᾳ τῇ διαστάσει τὸ ὕψος
                            ταπεινὸν, <lb/>καὶ οἱ μὲν πλατὺ, οἱ δὲ στενὸν, καὶ οἱ μὲν ἰσοταχεῖς,
                            <lb/>οἱ δ’ οὔ. οὕτω δὲ καὶ τόνου τῷ μὲν μᾶλλον, τῷ δὲ ἧττον <lb/>μέτεστι
                            τῶν κυμάτων. ἐνίοτε δὲ καὶ κατὰ πάσας ἅμα τὰς <lb/>εἰρημένας διαφορὰς ἡ
                            ἀνωμαλία συνίσταται. ἀλλ’ οὐδὲ διὰ <lb/>μίαν ἄλλην τῶν εἰρημένων
                            ἀνωμαλιῶν οὕτως ὀνομάζονται, <pb n="552"/> οὐδ’ ἔστιν οὐδ’ ἑτέροις
                            αὐτῶν, οὔτε τοῖς κυματώδεσιν οὔτε <lb/>τοῖς σκωληκίζουσι, τὸ εἶναι
                            τοιούτοις δι’ ἄλλην τινὰ πλὴν τῆς <lb/>κατὰ τὸ ποσὸν τῆς διαστολῆς. αὕτη
                            γὰρ μόνη ἡ ἀνωμαλία <lb/>
                            <milestone unit="ed2page" n="34"/>προσλαβοῦσα τὴν κατὰ τὸ πρότερον καὶ
                            ὕστερον τῶν <lb/>μορίων κίνησιν τοὺς τοιούτους συνίστησι σφυγμοὺς, ὥστ’
                            <lb/>εἶναι σύνθετον τὴν γένεσιν αὐτῶν ἔκ τε τῶν ἀνωμάλων, <lb/>κατὰ τὸ
                            ποσὸν τῆς διαστολῆς ἐν διαφέρουσι μορίοις, καὶ τῶν <lb/>μὴ ἅμα πάντα τὰ
                            μόρια τῆς ἀρτηρίας ἐχόντων κινούμενα· <lb/>οὐ μὴν εὕρηταί γέ πω καθ’
                            ἑαυτὴν ἡ τοιαύτη ἀνωμαλία, <lb/>ὥστε τὸ πρότερον μόριον τῆς ἀρτηρίας
                            πρότερον φαίνεσθαι <lb/>κινούμενον, ἀλλ’ ὅταν γίγνηται, πάντως τις αὐτῇ
                            καὶ τῶν <lb/>ἄλλων τῶν προειρημένων μίγνυται. τὸ γὰρ ὑπ’ Ἐρασιστράτου
                            <lb/>λεγόμενον, ὡς ἀεὶ τὸ πρότερον φαίνεται κινούμενον, οὐ <lb/>τὸ τῆς
                            αἰσθήσεως πάθος διδάσκει. πᾶν γὰρ τοὐναντίον καὶ <lb/>καταψεύδεται τοῦ
                            φαινομένου, δόγματος δὲ ἕνεκα λέγεται, <lb/>καθάπερ καὶ ἄλλα πολλὰ
                            πολλοὶ τῶν δόγμασι συναγορευόντων <lb/>ἀναπλάσαντες ἔγραψαν ὡς φαινόμενα
                            μηδ’ ὄναρ πώποτε <lb/>πεφηνότα. </p></div></div></div></body></text></TEI>