<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg058.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="7"><p>Γίνεται δὲ καὶ καθ’ ἕνα σφυγμὸν ἀνωμαλία, <lb/>περί τε τὰ μέρη τῆς ἀρτηρίας
                        διαφερόντως ἔχοντα πρὸς ἄλληλα, <lb/>θέσει τε καὶ κινήσει, καὶ παρὰ τὴν ἑνὸς
                        ἑκάστου σφυγμοῦ <lb/>καθ’ αὑτὸ κίνησιν. ἡ μὲν οὖν ἐν τῇ θέσει τῶν μορίων
                        <lb/>ἀνωμαλία συνίσταται παρὰ τὸ ἄνω καὶ κάτω, καὶ πρόσω καὶ <lb/>ὀπίσω, καὶ
                        δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ μετῆχθαι δοκεῖν τὴν ἀρτηρίαν· <lb/>ἐν δὲ τῇ κινήσει
                        θᾶττον, ἢ βραδύτερον, ἢ πρωϊαίτερον, ἢ <lb/>ὀψιαίτερον, ἢ σφοδρότερον, ἢ
                        ἀμυδρότερον, ἢ ἐπὶ πλείονα <lb/>χρόνον, ἢ ἐλάσσονα, ἢ ἀεὶ, ἢ οὐδ’ ὅλως
                        κινουμένων. καθ’ <lb/>ἕκαστον δὲ μέρος ἐν μὲν τῷ διακεκόφθαι σαφῶς, ἐξ ὧν
                        ἐστι <lb/>καὶ ὁ δορκαδίζων· ὡσαύτως δὲ καὶ ἐν τῷ παλινδρομεῖν, ἐξ <lb/>ὧν
                        ἐστι καὶ ὁ δίκροτος. ἐν δὲ τῷ τῆς κινήσεως οὐκ ἰσοταχεῖ, <lb/>ὅταν ἀρχομένη
                        μὲν ὠκυτέρα, τελευτῶσα δὲ βραδυτέρα, καὶ <lb/>ἀνάπαλιν ἀρχομένη μὲν
                        βραδυτέρα, τελευτῶσα δὲ ὠκυτέρα, <lb/>καὶ κατὰ σφοδρότητα καὶ ἀμυδρότητα καὶ
                        μικρότητα καὶ <lb/>μέγεθος ὡσαύτως, οὐκ εἰς δύο μόνους χρόνους τῆς κινήσεως
                        <lb/>μεριζομένης, ἀλλὰ καὶ εἰς πλείονας, ἐφ’ ὅσον ἂν αἰσθήσει
                        <lb/>διαγνωστόν. αὗται μὲν οὖν αἱ ἁπλαῖ καὶ καθ’ ἕνα σφυγμὸν ἀνωμαλίαι. </p></div><pb n="460"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="8"><p>Σύνθετοι δὲ καθ’ ὅσον ἂν δυνατὸν ᾖ ἄλλην <lb/>ἄλλῃ, καὶ μίαν μιᾷ, καὶ μίαν
                        πλείοσι, καὶ πολλὰς πολλαῖς μίγνυσθαι. <lb/>καί τινες αὐτῶν ἰδίου
                        τετυχήκασιν ὀνόματος. ὥσπερ <lb/>καὶ ὁ σκωληκίζων καὶ ὁ μυρμηκίζων καὶ ὁ
                        ἑκτικός· ὁ μὲν σκωληκίζων, <lb/>
                        <milestone unit="ed2page" n="4"/>ὅταν οἱονεὶ ἕρποντος τὴν ἀρτηρίαν σκώληκος
                        <lb/>ἔμφασις γίγνηται κυματωδῶς ἐγειρομένου, καὶ μὴ καθ’ ἕνα <lb/>χρόνον
                        ὅλης διαστελλομένης τῆς ἀρτηρίας εἰ μὲν οὖν σὺν <lb/>μικρότητι διαστολῆς
                        τοῦτο γίγνοιτο, σκωληκίζων καλεῖται· <lb/>εἰ δὲ σὺν μεγέθει, κυματώδης
                        ἁπλῶς. δῆλον δὲ ὅτι καὶ ἀμυδρὸς <lb/>καὶ πυκνός ἐστιν ὁ σκωληκίζων. ὁ δ’ εἰς
                        ἐσχάτην καταπεπτωκὼς <lb/>ἀμυδρότητα καὶ πυκνότητα καὶ μικρότητα μυρμηκίζων
                        <lb/>καλεῖται, ταχὺς μὲν εἶναι δοκῶν, οὐκ ὢν δὲ ταχύς. <lb/>ἑκτικὸς δὲ,
                        ὥσπερ πυρετὸς, οὕτως καὶ σφυγμὸς καλεῖται, <lb/>ὁ μηδεμίαν τροπὴν μεγάλην
                        ποιούμενος, ἀλλ’ ἀεὶ παραπλήσιος <lb/>μένων, συμπλεκόμενός τε καὶ μηδέποτε
                        λυόμενος ὅλης <lb/>τῆς ἕξεως τετραμμένης νοσωδῶς, ἐν τοῖς τοιούτοις πυρετοῖς
                        <lb/>τε καὶ σφυγμοῖς. ταῦτά μοι ἀρκεῖν δοκεῖ περὶ τῆς τῶν σφυγμῶν
                        <lb/>διαφορᾶς τοῖς εἰσαγομένοις εἰρῆσθαι. εἰ γάρ τις ἐπὶ τὸ <pb n="461"/>
                        ἀκριβέστερον αὐτὸ ἔρχεσθαι βούλοιτο, βιβλίον ὅλον ἔχει περὶ <lb/>τῆς τῶν
                        σφυγμῶν διαφορᾶς ὑφ’ ἡμῶν γεγραμμένον. οὔκουν <lb/>οὔτε περὶ πλήρους καὶ
                        κενοῦ σφυγμοῦ νῦν λέγειν ἀναγκαῖον, <lb/>οὔτε περὶ ῥυθμῶν, ἐν ἐκείνῳ γὰρ
                        εἴρηται ἀκριβῶς περὶ αὐτῶν, <lb/>καὶ ἔστιν ἀσαφέστερος ὁ λόγος τοῖς
                        εἰσαγομένοις. ἀναλαβόντες <lb/>οὖν ἐν κεφαλαίῳ τὰ προειρημένα, τῶν ἐφεξῆς
                        ἐχώμεθα. <lb/>μέγας τοίνυν ἐστὶ σφυγμὸς ὁ κατὰ μῆκος καὶ πλάτος καὶ
                        <lb/>βάθος τῆς ἀρτηρίας ἐπὶ πολὺ διϊσταμένης γινόμενος, μακρὸς <lb/>δὲ ὁ
                        κατὰ μῆκος μόνον, πλατὺς ὁ κατὰ πλάτος, καὶ ὑψηλὸς <lb/>ὁ κατὰ βάθος.
                        σφοδρὸς δὲ σφυγμός ἐστιν ὁ πλήττων εὐρώστως <lb/>τὴν ἁφήν· μαλακὸς δὲ, ἐφ’
                        οὗ ὁ χιτὼν τῆς ἀρτηρίας <lb/>ἁπαλὸς ᾖ· καὶ ταχὺς μὲν ὁ ἐν ὀλίγῳ χρόνῳ
                        διαστελλομένης <lb/>τῆς ἀρτηρίας γινόμενος· πυκνὸς δὲ ὁ δι’ ὀλίγου· καὶ
                        ὁμαλὸς <lb/>μὲν ὁ ἐφεξῆς ἴσος· τεταγμένος δὲ ὁ κατὰ περίοδον ἴσος· <lb/>ὁ δὲ
                        κατὰ μίαν πληγὴν ἄνισος ἀνώμαλος λέγεται κατὰ μίαν <lb/>πληγήν. εἶεν δ’ ἂν
                        σαφεῖς καὶ οἱ ἐναντίοι αὐτῶν μικρὸς <lb/>καὶ βραχὺς καὶ στενὸς καὶ ταπεινὸς
                        καὶ ἀμυδρὸς καὶ <lb/>σκληρὸς καὶ βραδὺς καὶ ἀραιὸς καὶ ἀνώμαλος καὶ ἄτακτος.
                        <lb/>οὐκ ἄδηλον δὲ καὶ ὅτι τῶν μὲν ἄλλων ἐναντίων ἐστὶν <pb n="462"/>
                        ἑκάστου μέσος· ὁμαλοῦ δὲ καὶ ἀνωμάλου μέσος οὐδείς ἐστιν, <lb/>οὐδὲ
                        τεταγμένου καὶ ἀτάκτου. καὶ ὅτι τῶν μὲν ἄλλων <lb/>ἁπάντων οἱ μέσοι κατὰ
                        φύσιν, ἐν τούτοις δὲ ὁ μὲν ὁμαλὸς <lb/>κατὰ φύσιν μόνος, οἱ ἄλλοι οὐ κατὰ
                        φύσιν, ὅ τε ἀνώμαλος <lb/>καὶ ἄτακτος. </p></div></div></body></text></TEI>