<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg058.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="6"><p>Ἔστι δὲ ὅτε καὶ διά τινος τάξεως ἀριθμοῦ <lb/>πληγῶν ὡρισμένου τοῖς ἴσοις
                        σφυγμοῖς εἷς ἄνισος παρεμπίπτει· <lb/>καὶ τοῦτο γίνεται πολυειδῶς. καὶ γὰρ
                        τρισὶν ἴσοις <lb/>ὁ τέταρτος ἄνισος ἕπεται, καὶ τοῦτο ἐφεξῆς ἀεὶ, ἢ τέτρασιν
                        <lb/>ὁ πέμπτος. <milestone unit="ed1page" n="2"/>καὶ κατὰ πᾶν ἄλλο πλῆθος
                        ὡσαύτως. καὶ <lb/>γὰρ πέντε πολλάκις ἴσοις ὁ ἕκτος ἄνισος ἕπεται, καὶ πάλιν
                        <lb/>ἓξ ἴσοις ὁ ἕβδομος οὐκ ἴσος. ἡ μὲν οὖν ἰσότης ἐν τοῖς τοιούτοις
                        <lb/>οὐκέτι σώζεται· καὶ διὰ τοῦτο ἀνώμαλος ὁ σφυγμὸς γίνεται, <lb/>τάξις
                        μέντοι τις σώζεται, καὶ διὰ τοῦτο τεταγμένος <lb/>ἐστί. δι’ ἴσου γὰρ ἀεὶ
                        πλήθους τοῖς ἴσοις σφυγμοῖς εἷς ἄνισος <lb/>παρεμπίπτων τὴν ἰσότητα
                        διαφθείρει· ἥ γ’ οὖν κατὰ <lb/>τὰς περιόδους ἀναλογία φυλάττει τινὰ τάξιν.
                        ἂν δ’ ὅλως <lb/>μηδεμία σώζηται περίοδος, ἄτακτος ὁ τοιοῦτος καλεῖται. </p></div><pb n="459"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="7"><p>Γίνεται δὲ καὶ καθ’ ἕνα σφυγμὸν ἀνωμαλία, <lb/>περί τε τὰ μέρη τῆς ἀρτηρίας
                        διαφερόντως ἔχοντα πρὸς ἄλληλα, <lb/>θέσει τε καὶ κινήσει, καὶ παρὰ τὴν ἑνὸς
                        ἑκάστου σφυγμοῦ <lb/>καθ’ αὑτὸ κίνησιν. ἡ μὲν οὖν ἐν τῇ θέσει τῶν μορίων
                        <lb/>ἀνωμαλία συνίσταται παρὰ τὸ ἄνω καὶ κάτω, καὶ πρόσω καὶ <lb/>ὀπίσω, καὶ
                        δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ μετῆχθαι δοκεῖν τὴν ἀρτηρίαν· <lb/>ἐν δὲ τῇ κινήσει
                        θᾶττον, ἢ βραδύτερον, ἢ πρωϊαίτερον, ἢ <lb/>ὀψιαίτερον, ἢ σφοδρότερον, ἢ
                        ἀμυδρότερον, ἢ ἐπὶ πλείονα <lb/>χρόνον, ἢ ἐλάσσονα, ἢ ἀεὶ, ἢ οὐδ’ ὅλως
                        κινουμένων. καθ’ <lb/>ἕκαστον δὲ μέρος ἐν μὲν τῷ διακεκόφθαι σαφῶς, ἐξ ὧν
                        ἐστι <lb/>καὶ ὁ δορκαδίζων· ὡσαύτως δὲ καὶ ἐν τῷ παλινδρομεῖν, ἐξ <lb/>ὧν
                        ἐστι καὶ ὁ δίκροτος. ἐν δὲ τῷ τῆς κινήσεως οὐκ ἰσοταχεῖ, <lb/>ὅταν ἀρχομένη
                        μὲν ὠκυτέρα, τελευτῶσα δὲ βραδυτέρα, καὶ <lb/>ἀνάπαλιν ἀρχομένη μὲν
                        βραδυτέρα, τελευτῶσα δὲ ὠκυτέρα, <lb/>καὶ κατὰ σφοδρότητα καὶ ἀμυδρότητα καὶ
                        μικρότητα καὶ <lb/>μέγεθος ὡσαύτως, οὐκ εἰς δύο μόνους χρόνους τῆς κινήσεως
                        <lb/>μεριζομένης, ἀλλὰ καὶ εἰς πλείονας, ἐφ’ ὅσον ἂν αἰσθήσει
                        <lb/>διαγνωστόν. αὗται μὲν οὖν αἱ ἁπλαῖ καὶ καθ’ ἕνα σφυγμὸν ἀνωμαλίαι. </p></div><pb n="460"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="8"><p>Σύνθετοι δὲ καθ’ ὅσον ἂν δυνατὸν ᾖ ἄλλην <lb/>ἄλλῃ, καὶ μίαν μιᾷ, καὶ μίαν
                        πλείοσι, καὶ πολλὰς πολλαῖς μίγνυσθαι. <lb/>καί τινες αὐτῶν ἰδίου
                        τετυχήκασιν ὀνόματος. ὥσπερ <lb/>καὶ ὁ σκωληκίζων καὶ ὁ μυρμηκίζων καὶ ὁ
                        ἑκτικός· ὁ μὲν σκωληκίζων, <lb/>
                        <milestone unit="ed2page" n="4"/>ὅταν οἱονεὶ ἕρποντος τὴν ἀρτηρίαν σκώληκος
                        <lb/>ἔμφασις γίγνηται κυματωδῶς ἐγειρομένου, καὶ μὴ καθ’ ἕνα <lb/>χρόνον
                        ὅλης διαστελλομένης τῆς ἀρτηρίας εἰ μὲν οὖν σὺν <lb/>μικρότητι διαστολῆς
                        τοῦτο γίγνοιτο, σκωληκίζων καλεῖται· <lb/>εἰ δὲ σὺν μεγέθει, κυματώδης
                        ἁπλῶς. δῆλον δὲ ὅτι καὶ ἀμυδρὸς <lb/>καὶ πυκνός ἐστιν ὁ σκωληκίζων. ὁ δ’ εἰς
                        ἐσχάτην καταπεπτωκὼς <lb/>ἀμυδρότητα καὶ πυκνότητα καὶ μικρότητα μυρμηκίζων
                        <lb/>καλεῖται, ταχὺς μὲν εἶναι δοκῶν, οὐκ ὢν δὲ ταχύς. <lb/>ἑκτικὸς δὲ,
                        ὥσπερ πυρετὸς, οὕτως καὶ σφυγμὸς καλεῖται, <lb/>ὁ μηδεμίαν τροπὴν μεγάλην
                        ποιούμενος, ἀλλ’ ἀεὶ παραπλήσιος <lb/>μένων, συμπλεκόμενός τε καὶ μηδέποτε
                        λυόμενος ὅλης <lb/>τῆς ἕξεως τετραμμένης νοσωδῶς, ἐν τοῖς τοιούτοις πυρετοῖς
                        <lb/>τε καὶ σφυγμοῖς. ταῦτά μοι ἀρκεῖν δοκεῖ περὶ τῆς τῶν σφυγμῶν
                        <lb/>διαφορᾶς τοῖς εἰσαγομένοις εἰρῆσθαι. εἰ γάρ τις ἐπὶ τὸ <pb n="461"/>
                        ἀκριβέστερον αὐτὸ ἔρχεσθαι βούλοιτο, βιβλίον ὅλον ἔχει περὶ <lb/>τῆς τῶν
                        σφυγμῶν διαφορᾶς ὑφ’ ἡμῶν γεγραμμένον. οὔκουν <lb/>οὔτε περὶ πλήρους καὶ
                        κενοῦ σφυγμοῦ νῦν λέγειν ἀναγκαῖον, <lb/>οὔτε περὶ ῥυθμῶν, ἐν ἐκείνῳ γὰρ
                        εἴρηται ἀκριβῶς περὶ αὐτῶν, <lb/>καὶ ἔστιν ἀσαφέστερος ὁ λόγος τοῖς
                        εἰσαγομένοις. ἀναλαβόντες <lb/>οὖν ἐν κεφαλαίῳ τὰ προειρημένα, τῶν ἐφεξῆς
                        ἐχώμεθα. <lb/>μέγας τοίνυν ἐστὶ σφυγμὸς ὁ κατὰ μῆκος καὶ πλάτος καὶ
                        <lb/>βάθος τῆς ἀρτηρίας ἐπὶ πολὺ διϊσταμένης γινόμενος, μακρὸς <lb/>δὲ ὁ
                        κατὰ μῆκος μόνον, πλατὺς ὁ κατὰ πλάτος, καὶ ὑψηλὸς <lb/>ὁ κατὰ βάθος.
                        σφοδρὸς δὲ σφυγμός ἐστιν ὁ πλήττων εὐρώστως <lb/>τὴν ἁφήν· μαλακὸς δὲ, ἐφ’
                        οὗ ὁ χιτὼν τῆς ἀρτηρίας <lb/>ἁπαλὸς ᾖ· καὶ ταχὺς μὲν ὁ ἐν ὀλίγῳ χρόνῳ
                        διαστελλομένης <lb/>τῆς ἀρτηρίας γινόμενος· πυκνὸς δὲ ὁ δι’ ὀλίγου· καὶ
                        ὁμαλὸς <lb/>μὲν ὁ ἐφεξῆς ἴσος· τεταγμένος δὲ ὁ κατὰ περίοδον ἴσος· <lb/>ὁ δὲ
                        κατὰ μίαν πληγὴν ἄνισος ἀνώμαλος λέγεται κατὰ μίαν <lb/>πληγήν. εἶεν δ’ ἂν
                        σαφεῖς καὶ οἱ ἐναντίοι αὐτῶν μικρὸς <lb/>καὶ βραχὺς καὶ στενὸς καὶ ταπεινὸς
                        καὶ ἀμυδρὸς καὶ <lb/>σκληρὸς καὶ βραδὺς καὶ ἀραιὸς καὶ ἀνώμαλος καὶ ἄτακτος.
                        <lb/>οὐκ ἄδηλον δὲ καὶ ὅτι τῶν μὲν ἄλλων ἐναντίων ἐστὶν <pb n="462"/>
                        ἑκάστου μέσος· ὁμαλοῦ δὲ καὶ ἀνωμάλου μέσος οὐδείς ἐστιν, <lb/>οὐδὲ
                        τεταγμένου καὶ ἀτάκτου. καὶ ὅτι τῶν μὲν ἄλλων <lb/>ἁπάντων οἱ μέσοι κατὰ
                        φύσιν, ἐν τούτοις δὲ ὁ μὲν ὁμαλὸς <lb/>κατὰ φύσιν μόνος, οἱ ἄλλοι οὐ κατὰ
                        φύσιν, ὅ τε ἀνώμαλος <lb/>καὶ ἄτακτος. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="9"><p>Ἐπεὶ δὲ πολυειδῶς οἱ σφυγμοὶ τρέπεσθαι <lb/>πεφύκασιν, οὐδὲν γὰρ εὕροις, ὡς
                        ἔπος εἰπεῖν, αἴτιον, ὃ μὴ <lb/>καὶ τούτους τρέπει, δοκεῖ μοι τριττὴν αὐτῶν
                        τῆς τροπῆς τὴν <lb/>ἀνωτάτω διαφορὰν ποιησάμενον οὕτως ὑπὲρ ἑκάστης ἰδίᾳ
                        <lb/>κατὰ μέρος εἰπεῖν. πρώτη μὲν οὖν ἡ κατὰ φύσιν αὐτῶν ἐστι <lb/>τροπή.
                        δευτέρα δὲ ἡ οὐ κατὰ φύσιν μὲν, οὐ μὴν ἤδη παρὰ <lb/>φύσιν. τρίτη δὲ ἡ παρὰ
                        φύσιν. ἐπιγίνονται δ’ αὗται πᾶσαι <lb/>ταῖς φυσικαῖς διαφοραῖς· ἄλλῳ γὰρ
                        ἄλλως αἱ ἀρτηρίαι <lb/>φύσει κινοῦνται· καὶ χρὴ πρώτας ταύτας ἐπίστασθαι τὸν
                        μέλλοντα <lb/>γνωρίζειν ὑπὸ τίνος αἰτίου καὶ μέχρι πόσου τετράφθαι
                        <lb/>συμβέβηκε τὸν σφυγμόν· ἀλλὰ τὸ μὲν ἴδιον ἑκάστου ἀκριβῶς <lb/>ἄν τις
                        πειραθεὶς μάθοι. καὶ δεῖ πολλάκις ἧφθαι τῆς ἀρτηρίας, <lb/>μάλιστα μὲν
                        ὑγιαίνοντος ἀμέμπτως καὶ ἐν ἡσυχίᾳ ﻿<pb n="463"/> πάσης σφοδρᾶς κινήσεως,
                        ἤδη δὲ καὶ ἐν ταῖς ἄλλαις διαθέσεσιν. <lb/>ἐπειδὴ δὲ πάντων οὐκ ἐνδέχεται
                        δι’ ἐμπειρίας ἐληλυθέναι, <lb/>πολλοὶ γὰρ ἤδη πολλάκις ἐδεήθησαν ἰατρῶν
                            <milestone unit="ed2page" n="5"/>οἷς <lb/>ὑγιαίνοντες οὐκ ἐνέτυχον,
                        ἄριστον δὴ κᾀνταῦθα πλεῖον ἰδιώτου <lb/>τὸν τεχνίτην ἔχειν. ἔχοι δ’ ἂν
                        πλέον, ἐπιστήμην πορισάμενος <lb/>τῶν τοῖς πολλοῖς ὁμοίως ὑπαρχόντων. ἔστι
                        δέ τις, <lb/>ὡς τύπῳ φάναι, κοινὴ φύσις ἀνδρῶν, καὶ ἄλλη γυναικῶν, <lb/>καὶ
                        ὅσοι θερμότερόν εἰσι κεκραμένοι καὶ ὅσοι ψυχρότερον. <lb/>καὶ τούτων
                        ἑκατέρων κοινὴ φύσις, καὶ τῶν ἰσχνῶν πάντων <lb/>κοινὴ καὶ τῶν παχέων
                        ὡσαύτως κοινή. καὶ σπάνιον ἐν ἑκάστῃ <lb/>τῶν προειρημένων κοινοτήτων τὸ μὴ
                        τοῖς πολλοῖς ἐοικός. <lb/>ὥστε καὶ τὸ ἁμαρτάνειν τοῦ ἀληθοῦς ἐστι σπάνιον τῷ
                        <lb/>τὸ κοινὸν ἀκριβῶς ἐπισταμένῳ.</p><p>Ἄνδρες μὲν γυναικῶν ὡς ἐπίπαν μείζονα πολλῷ καὶ <lb/>σφοδρότερον ὡσαύτως
                        πολλῷ καὶ βραδύτερον ὀλίγῳ καὶ <lb/>ἀραιότερον ἱκανῶς ἔχουσι τὸν
                        σφυγμόν.</p><p>Οἱ δὲ φύσει θερμότεροι μείζονα μὲν καὶ ὠκύτερον καὶ <lb/>πυκνότερον πολλῷ,
                        σφοδρότερον δὲ οὐ πολλῷ.</p><pb n="464"/><p>Οἱ δ’ ἰσχνότεροι φύσει μείζονα μὲν, καὶ ἀραιότερον <lb/>πολλῷ, σφοδρότερον δὲ
                        οὐ πολλῷ. φύσει μὲν οὖν οὕτως <lb/>διαφέρουσι.</p><p>Τρέπονται δὲ κατὰ μὲν τὰς ἡλικίας ὡδί πως. ὁ μὲν <lb/>τοῦ νεογενοῦς παιδίου
                        σφυγμὸς πυκνότερος· ὁ δὲ τοῦ γέροντος <lb/>ἀραιότερος· οἱ δ’ ἐν τῷ μεταξὺ
                        πάντες ἀνάλογον, <lb/>
                        <milestone unit="ed1page" n="3"/>ἐφ’ ὅσον ἂν ἢ παιδίου ἢ γέροντος ἐγγύτεροι
                        τυγχάνωσιν <lb/>ὄντες. ὡσαύτως ταχύτατος μὲν ὁ τοῦ παιδίου, βραδύτερος
                        <lb/>δὲ ὁ τοῦ γέροντος· οἱ δὲ τῶν ἄλλων ἡλικιῶν μεταξύ. <lb/>πολλῷ δὲ μείζων
                        ἡ κατὰ τὴν ἀραιότητα διαφορὰ γέροντος <lb/>πρὸς παιδίον τῆς κατὰ τὸ τάχος.
                        ἐν δὲ τῇ κατὰ μέγεθος <lb/>καὶ σφοδρότητα διαφορᾷ μέγιστος μὲν ἐν ἡλικίαις ὁ
                        τῶν <lb/>ἀκμαζόντων, μικρότατος δὲ ὁ τῶν γερόντων, μέσος δὲ αὐτῶν <lb/>βραχὺ
                        μείζων ὁ τῶν παιδίων. καὶ σφοδρότατος μὲν ὁ <lb/>τῶν ἀκμαζόντων, ἀμυδρότατος
                        δὲ ὁ τῶν γερόντων, μέσος <lb/>δὲ αὐτῶν ὁ τῶν παιδίων. οὕτως μὲν ἐν ταῖς
                        ἡλικίαις οἱ <lb/>σφυγμοί.</p><p>Κατὰ δὲ τὰς ὥρας τοῦ μὲν ἦρος τὰ μέσα μεγίστους <lb/>καὶ σφοδροτάτους, ὡς ἐν
                        ὥραις, τάχει δὲ καὶ πυκνότητι <pb n="465"/> συμμέτρους. ὡσαύτως δὲ καὶ τοῦ
                        φθινοπώρου τὰ μέσα. <lb/>προϊὸν δὲ τὸ ἔαρ ἀφαιρεῖται τοῦ μεγέθους καὶ τῆς
                        σφοδρότητος, <lb/>προστίθησι δὲ τῷ τάχει καὶ τῇ πυκνότητι. καὶ τέλος
                        <lb/>ἡνίκα ἂν ἐπιλάβῃ τὸ θέρος, ἀμυδροὶ καὶ μικροὶ καὶ ταχεῖς <lb/>καὶ
                        πυκνοὶ γίνονται. τὸ δὲ φθινόπωρον προϊὸν ἁπάντων <lb/>ἀφαιρεῖ, μεγέθους,
                        σφοδρότητος, τάχους, πυκνότητος, ὥστε <lb/>καὶ τοῦ χειμῶνος ἐπελθόντος, εἰς
                        μικρότητα καὶ ἀμυδρότητα <lb/>καὶ βραδύτητα καὶ ἀραιότητα τετράφθαι. ἔοικε
                        δὲ τὰ μὲν <lb/>πρῶτα τοῦ ἦρος τοῖς ὑστάτοις τοῦ φθινοπώρου, τὰ δὲ
                        <lb/>ὕστατα τοῖς πρώτοις, καὶ τὰ μὲν πρῶτα τοῦ θέρους τοῖς <lb/>ὑστάτοις τοῦ
                        θέρους, καὶ τὰ πρῶτα τοῦ χειμῶνος τοῖς <lb/>ὑστάτοις τοῦ χειμῶνος. ὥστε ὅσα
                        θέρους μέσου καὶ μέσου <lb/>χειμῶνος ἶσον ἐφ’ ἑκάτερα ἀφέστηκεν, ὁμοίως
                        τρέπει. <lb/>μέσον δὲ θέρους πῂ μὲν ὡσαύτως ἐστὶ, πῂ δὲ ἐναντίως <lb/>ἔχει
                        μέσῳ χειμῶνι, μικροὶ μὲν γὰρ καὶ ἀμυδροὶ καθ’ ἑκάτερον. <lb/>ὠκεῖς δὲ καὶ
                        πυκνοὶ θέρους καὶ βραδεῖς καὶ ἀραιοὶ <lb/>χειμῶνος, οὐ μὴν οὕτω μικροὶ
                        θέρους, ὡς χειμῶνος, ἀλλ’ <lb/>ἧττον θέρους, οὐδ’ οὕτως ἀμυδροὶ χειμῶνος, ὡς
                        θέρους, <pb n="466"/> ἀλλ’ ἧττον χειμῶνος. αὗται μὲν οὖν αἱ κατὰ τὰς ὥρας
                        τῶν <lb/>σφυγμῶν τροπαί.</p><p>Περὶ δὲ τὰς χώρας ὡσαύτως ταῖς ὥραις. ἐν μὲν ταῖς <lb/>ἄγαν θερμαῖς οἷοι
                        μέσου θέρους. ἐν δὲ ταῖς ἄγαν ψυχραῖς <lb/>οἷοι μέσου χειμῶνος. ἐν δὲ ταῖς
                        εὐκράτοις οἷοι μέσου τοῦ <lb/>ἦρος. ἀνάλογον δὲ κᾀν ταῖς μεταξύ. καὶ τῶν
                        ἄλλων δὲ καταστάσεων <lb/>τοῦ περιέχοντος ἡμᾶς ἀέρος αἱ μὲν θερμαὶ ταῖς
                        <lb/>θερμαῖς ὥραις, αἱ δὲ ψυχραὶ ταῖς ψυχραῖς, αἱ δὲ μέσαι ταῖς <lb/>μέσαις
                        τοῦ ἦρος ἐοίκασιν.</p><p>Ἐν δὲ τῷ κύειν οἱ σφυγμοὶ μείζονες καὶ πυκνότεροι καὶ <lb/>
                        <milestone unit="ed2page" n="6"/>ὠκύτεροι γίνονται· τὰ δὲ ἄλλα κατὰ φύσιν
                        φυλάττουσιν.</p><p>Εἶεν δ’ ἂν, εἴπερ τι καὶ ἄλλο, καὶ ὕπνοι κατὰ φύσιν. <lb/>τρέπουσι δὲ καὶ
                        οὗτοι τοὺς σφυγμοὺς, ἀρχόμενοι μὲν μικροτέρους <lb/>καὶ βραδυτέρους καὶ
                        ἀραιοτέρους καὶ ἀμυδροτέρους <lb/>ἀπεργαζόμενοι, προϊόντες δὲ βραδύτητα μὲν
                        ἐπιτείνουσι καὶ <lb/>ἀραιότητα, καὶ μάλιστα κατὰ τροφήν. μείζους δὲ γίνονται
                        <lb/>καὶ σφοδρότεροι. χρονίσαντες δὲ πάλιν τρέπονται εἰς ἀμυδρότητα <lb/>καὶ
                        μικρότητα· φυλάττουσι δὲ βραδύτητα καὶ ἀραιότητα.</p><pb n="467"/><p>Τῶν δ’ ἐξ ὕπνου μεταπεπτωκώτων εἰς ἐγρήγορσιν ἐν <lb/>μὲν τῷ παραχρῆμα
                        μεγάλοι καὶ σφοδροὶ καὶ ταχεῖς καὶ πυκνοὶ <lb/>καί τινα κλόνον ἔχοντες. μετ’
                        ὀλίγον δὲ εἰς συμμετρίαν <lb/>ἔρχονται.</p><p>Αἱ δ’ ἐπίκτητοι σχέσεις τοῦ σώματος ὁμοίως ταῖς φυσικαῖς <lb/>τρέπουσι τοὺς
                        σφυγμούς. ὁ μὲν γὰρ ἰσχνὸς φύσει, <lb/>γενόμενος εὔσαρκος, ἀναλόγου τῷ
                        τοιούτῳ φύσει τὸν σφυγμὸν <lb/>ἔχει. ὁ δὲ εὔσαρκος, ἰσχνὸς γενόμενος, τοῖς
                        ἰσχνοῖς φύσει <lb/>παραπλήσιον ἔχει τὸν σφυγμόν. δῆλον δὲ ὅτι χωρὶς τοῦ
                        <lb/>τὴν δύναμιν ὑπαλλάττεσθαι, τὴν κατ’ ἰσχνότητα καὶ εὐσαρκίαν
                        <lb/>διαφορὰν ἐξετάζειν χρή· καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων ὡσαύτως, <lb/>ὥστε καθ’ ἓν
                        μόνον, ὑπὲρ οὗ τὸν λόγον ἑκάστοτε ποιούμεθα, <lb/>τὴν τροπὴν γεγονέναι. ἅπερ
                        δ’ ἐπὶ τῶν εὐσάρκων εἴρηται, <lb/>ταῦτα καὶ ἐπὶ τῶν παχέων εἰρῆσθαι δοκεῖν
                        χρὴ, ἐπιτεταμένα μᾶλλον.</p><p>Καὶ αἱ κράσεις δὲ τοῦ σώματος αἱ ἐπίκτητοι ταῖς φυσικαῖς <lb/>κράσεσιν
                        ἀνάλογον τρέπουσι τοὺς σφυγμούς. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="10"><p>Ἑξῆς δὲ καιρὸς ἂν εἴη λέγειν τὰς ἄλλας τροπὰς <lb/>τὰς ἐπὶ τοῖς οὐ φύσει
                        γινομένας αἰτίοις. γυμνάσιν κατ’ ﻿<pb n="468"/> ἀρχὰς μὲν, καὶ μέχρι τοῦ
                        μετρίου, σφοδροτέρους τε καὶ μεγάλους <lb/>καὶ ταχεῖς καὶ πυκνοὺς τοὺς
                        σφυγμοὺς ἀπεργάζονται. <lb/>πολλὰ δὲ καὶ ὑπὲρ τὴν δύναμιν τοῦ πονοῦντος,
                        μικροὺς καὶ <lb/>ἀμυδροὺς καὶ ταχεῖς καὶ πυκνοτάτους ἐσχάτως. ὑπερβαλλόντως
                        <lb/>δ’ ἄμετρα, ὥστε μόλις ἔτι κινεῖσθαι δύνασθαι, καὶ διὰ <lb/>μακρῶν
                        ἀναπαύσεων, ἢ μηδόλως· ἀλλ’ ἱκανῶς ἐκλύεσθαι, <lb/>πάνυ μικροὺς καὶ ἀμυδροὺς
                        καὶ βραδεῖς καὶ ἀραιοὺς ἐργάζεται <lb/>τοὺς σφυγμούς. εἰ δὲ εἰς διάλυσιν τῆς
                        δυνάμεως καταστρέφοι, <lb/>τοὺς ἐκείνης ἰδίους. εἰρήσεται δὲ μικρὸν ὕστερον,
                        <lb/>ὁποίους διαλυομένη δύναμις ἐργάζεται σφυγμούς.</p><p>Λουτρὰ δὲ θερμὰ μὲν μεγάλους καὶ ταχεῖς καὶ πυκνοὺς <lb/>καὶ σφοδροὺς, ἔστ’
                        ἂν εἴη σύμμετρα. τὰ δὲ ἄμετρα, μικροὺς <lb/>καὶ ἀμυδροὺς, ὠκεῖς δ’ ἔτι, καὶ
                        πυκνούς. εἰ δ’ ἐν <lb/>τούτῳ μὴ παύσαιντο, μικροὺς καὶ βραδεῖς καὶ ἀραιοὺς
                        καὶ <lb/>ἀμυδρούς.</p><p>Λουτρὰ δὲ ψυχρὰ παραχρῆμα μὲν μικροὺς καὶ βραδεῖς <lb/>καὶ ἀραιοὺς καὶ
                        ἀραιοτέρους. εἰς ὕστερον δὲ οἷον ἄν τι καὶ <lb/>τύχῃ ἐργασάμενα. πάντως γὰρ
                        ἢ νάρκωσιν, ἢ ῥῶσιν. <pb n="469"/> ναρκώσαντα μὲν οὖν καὶ καταψύξαντα
                        μικροὺς καὶ ἀμυδροὺς <lb/>καὶ βραδεῖς καὶ ἀραιοὺς, ἐκθερμήναντα δὲ καὶ
                        ῥώσαντα <lb/>μεγάλους μὲν καὶ σφοδροὺς, τάχει δὲ καὶ πυκνότητι
                        <lb/>συμμέτρους.</p><p>Σιτία πολλὰ μὲν, ὥστε βαρῦναι τὴν δύναμιν, ἀνωμάλους <lb/>τε καὶ ἀτάκτους
                        τοὺς σφυγμοὺς ἐργάζεται. Ἀρχιγένης <lb/>δέ φησιν, ὠκυτέρους πλέον καὶ
                        πυκνοτέρους. τὰ δὲ σύμμετρα <lb/>μεγάλους καὶ σφοδροὺς καὶ ταχεῖς καὶ
                        πυκνούς. τὰ δὲ <lb/>ἐλάττονα, ὥστε μὴ τρέφειν αὐτάρκως, οὐχ ὁμοίως τοῖς
                        συμμέτροις, <lb/>ἀλλ’ ἐλάττονα τὴν τροπὴν ἐργάζεται, καὶ μέχρι <lb/>χρόνου
                        βραχέος.</p><p><milestone unit="ed2page" n="7"/>Οἶνος τὰ μὲν ἄλλα παραπλησίως σιτίοις
                        τρέπει <lb/>τοὺς σφυγμοὺς, διαφέρει δὲ τῷ παραχρῆμα τὴν τροπὴν ἐργάζεσθαι
                        <lb/>καὶ τῷ προτέραν παύεσθαι τὴν ἀπὸ οἴνου τῆς <lb/>ἀπὸ τῶν σιτίων, καὶ τῷ
                        τὸ τάχος πλέον αὔξειν, καὶ τὸ μέγεθος, <lb/>ἤπερ τὴν σφοδρότητα καὶ τὴν
                        πυκνότητα. σχεδὸν <lb/>γὰρ ὅσῳ σφοδροτέραν τε καὶ διαρκεστέραν τὴν ἰσχὺν τοῦ
                        σώματος <lb/>ἡ σύμμετρος τροφὴ παρέχει, τοσούτῳ τὸ μέγεθος ὁ <lb/>οἶνος
                        ἐξαίρει.</p><pb n="470"/><p>Ὕδωρ ἁπάντων τῶν προσφερομένων βραχυτάτην τροπὴν <lb/>ἐργάζεται, πλὴν
                        ἀνάλογον σιτίοις, καὶ τοῦτο τρέπει.</p><p>Τὰ δὲ ἄλλα πάντα, καθ’ ὅσον ἂν ἢ τρέφειν, ἢ θερμαίνειν, <lb/>ἢ ψύχειν
                        δύνηται, κατὰ τοσοῦτον καὶ τὴν τῶν ἀρτηριῶν <lb/>κίνησιν μεταβάλλει. οὕτω
                        μὲν ἐπὶ τοῖς οὐ φύσει καλουμένοις <lb/>αἰτίοις οἱ σφυγμοὶ τρέπονται. </p></div></div></body></text></TEI>