<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg058.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="11"><p>Τὰς δὲ ἐπὶ τοῖς παρὰ φύσιν αἰτίοις τροπὰς <lb/>ἐφεξῆς λέγωμεν, ὑπομνήσαντες
                        πρότερον ὅσα τῇ τοῦ λόγου <lb/>κοινωνίᾳ συνεγράφη τῶν παρὰ φύσιν.
                        καταστάσεις οὖν ἀέρος <lb/>καὶ πλῆθος σιτίων, ὥστε βαρῦναι τὴν δύναμιν καὶ
                        γυμνασίων <lb/>καὶ λουτρῶν καὶ ὕπνων ἀμετρίαι παρὰ φύσιν, αἱ γὰρ κατὰ
                        <lb/>ποσὸν ὑπερβολαὶ τῶν κατὰ φύσιν καὶ τῶν οὐ φύσει λεγομένων <lb/>αἰτίων
                        εἰς τὸ παρὰ φύσιν μεθίστανται. τῶν δὲ οὐ <lb/>μόνον τῷ ποσῷ παρὰ φύσιν, ἀλλὰ
                        καὶ τῷ γένει, τὸ μὲν <lb/>πλῆθος ἄπειρον, καὶ διὰ τοῦτο ἀπερίληπτον.
                            <milestone unit="ed1page" n="4"/>ἡ δὲ τέχνη <lb/>κᾀν τούτοις συνίσταται
                        καθ’ ὅσον ἐνδέχεται γένεσί τε καὶ εἴδεσιν <lb/>ὡρισμένοις μετροῦσα τὸ
                        ἄπειρον. ἕκαστον γὰρ τῶν <lb/>παρὰ φύσιν αἰτίων οὐκ ἄν τις ἄπο τρόπου φαίη
                        τὸ μὲν <pb n="471"/> οἷον λύειν τε καὶ σκεδαννύειν τὴν ζωτικὴν δύναμιν, τὸ
                        δὲ <lb/>οἷον θλίβειν τε καὶ βαρύνειν. λύεται μὲν οὖν ἡ δύναμις <lb/>τροφῆς
                        ἀπορίᾳ, καὶ νοσημάτων κακοηθείᾳ, καὶ ψυχικῶν παθῶν <lb/>ἰσχύϊ, καὶ ἀλγημάτων
                        σφοδρότησιν, ἢ μήκεσι, καὶ κενώσεσιν <lb/>ἀμέτροις. βαρύνεται δὲ ὑπό τε
                        πλήθους ὕλης καὶ <lb/>ὑπὸ τῶν ἐν τοῖς ὀργάνοις παθῶν, οἷον φλεγμονῶν καὶ
                        σκίῤῥων <lb/>καὶ ὄγκων καὶ ἀποστάσεων καὶ φθορῶν πολυειδῶν. <lb/>ἡ μὲν οὖν
                        λυομένη δύναμις μικρὸν καὶ ἀμυδρὸν καὶ πυκνὸν <lb/>ἄγαν ἐργάζεται τὸν
                        σφυγμὸν, ἡ δὲ θλιβομένη τε καὶ οἷον βαρυνομένη <lb/>εἰς ἀνωμαλίαν τε καὶ
                        ἀταξίαν τρέπει τοὺς σφυγμοὺς <lb/>τήν τε ἄλλην ἅπασαν καὶ τὴν κατὰ
                        σφοδρότητα καὶ <lb/>μέγεθος. αὗται γὰρ ἴδιαι μάλιστα θλιβομένης δυνάμεως
                        <lb/>ἀνωμαλίαι, καὶ τῆς μὲν μεγάλως βαρυνομένης ἐπὶ πλείοσι <lb/>διαφοραῖς,
                        τῆς δ’ ἐπ’ ὀλίγον ἐν ὀλίγαις, καὶ πλείονες μὲν οἱ <lb/>μεγάλοι σφυγμοὶ τῶν
                        σμικρῶν καὶ οἱ σφοδροὶ τῶν ἀμυδρῶν <lb/>ἐπὶ μικρᾷ τῇ βλάβῃ. τὸ δ’ ἐναντίον
                        ἐν τῇ μεγάλῃ. καὶ ἀπόλλυνται <lb/>δέ τινες ὅλαι κινήσεις, καὶ παρεμπίπτουσιν
                        ἐν ταῖς <lb/>τοιαύταις διαθέσεσιν. ἀλλ’ αἱ μὲν παρεμπίπτουσαι μικροτέραν <pb n="472"/> τὴν βλάβην, αἱ δὲ ἀπολλύμεναι μείζονα δηλοῦσιν. αὗται <lb/>μὲν
                        αἱ κοιναὶ τροπαὶ πάσης λύσεώς τε καὶ θλίψεως· τὸ <lb/>δὲ ἴδιον ἑκάστῃ
                        προσλαμβάνει παρὰ τὴν ποιήσασαν αἰτίαν. <lb/>τῆς μὲν οὖν ὑπ’ ἐνδείας
                        λυομένης δυνάμεως ἡ τροπὴ τῶν <lb/>σφυγμῶν, κατ’ ἀρχὰς μὲν εἰς ἀμυδρότητα
                        καὶ μικρότητα <lb/>καὶ τάχος καὶ πυκνότητα γίγνεται, μεσούσης δὲ εἰς
                        ἀμυδρότητα <lb/>καὶ μικρότητα καὶ βραδύτητα καὶ ἀραιότητα, τελευτώσης
                        <lb/>δὲ εἰς ἐσχάτην μικρότητα καὶ ἀμυδρότητα καὶ πυκνότητα <lb/>καὶ τάχους
                        ψευδῆ φαντασίαν. οὗτός ἐστιν ὁ μυρμηκίζων <lb/>καλούμενος. ὁ δὲ σκωληκίζων
                        σφυγμὸς γίνεται μὲν <lb/>καὶ αὐτὸς λυομένης ἤδη τῆς δυνάμεως, ἀλλ’ ἐπ’
                        ὀλίγον ἀντεχούσης <lb/>
                        <milestone unit="ed2page" n="8"/>ἔτι. καὶ διαφέρει τοῦ μυρμηκίζοντος τῷ
                        μηκέθ’ <lb/>ὁμοίως εἰς ἐσχάτην ἀμυδρότητα καὶ μικρότητα συνεστάλθαι,
                        <lb/>καὶ φανερὸν ἔχειν τὴν κατὰ μίαν πληγὴν ἀνωμαλίαν, τὴν περὶ <lb/>τὸ
                        πρωϊαίτερον, ἢ ὀψιαίτερον τῶν μερῶν ἀρχομένων κινεῖσθαι <lb/>γιγνομένην.
                        ὅθεν ἧττον βραδὺς, ἢ μικρός ἐστι. ἔσθ’ <lb/>ὅτε δὲ οὐδ’ ὅλως βραδύς. διόπερ
                        καὶ ἥκιστα μοχθηρός ἐστι. <lb/>αἱ μὲν οὖν ὑπὸ τῶν ὀλεθρίων καὶ ὀξέων πυρετῶν
                        γιγνόμεναι <lb/>συγκοπαὶ τὸν σκωληκίζοντα σφυγμὸν οὐκ ἴσχουσι, ταῖς δὲ ﻿<pb n="473"/> ἄλλαις λύσεσι τῆς δυνάμεως ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ μὲν οἱ σκωληκίζοντες
                        <lb/>ἕπονται, καὶ τούτων μάλιστα ταῖς χωρὶς πυρετῶν γινομέναις, <lb/>ἢ μετὰ
                        μικρῶν πάνυ. ταῦτ’ ἄρα καρδιακαῖς μὲν <lb/>συγκοπαῖς οἱ μυρμηκίζοντες,
                        χολέραις δὲ καὶ ἰσχυροῖς ῥεύμασι <lb/>κοιλίας, καὶ αἱμοῤῥαγίαις, καὶ
                        γυναικείῳ ῥῷ, καὶ πᾶσι τοῖς <lb/>ὀξέως κενωτικοῖς πάθεσιν ἐπιπλεῖστον μὲν οἱ
                        σκωληκίζοντες, <lb/>ἐν ἐσχάτοις δὲ οἱ μυρμηκίζοντες ἕπονται. ὅταν δὲ χωρὶς
                        πυρετῶν <lb/>ταῦτα συμπίπτῃ, τότε δὴ καὶ μᾶλλον εὑρήσεις τὸν
                        <lb/>σκωληκίζοντα σφυγμὸν, σαφῆ τε ἅμα καὶ μέχρι πλείστου <lb/>παραμένοντα.
                        τοιαῦται μὲν αἱ κοινόταται τῶν παρὰ φύσιν <lb/>αἰτίων τροπαί. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="12"><p>Καὶ κατ’ εἶδος δὲ αὐτὰς ἑξῆς ἐροῦμεν.</p><p>Θυμοῦ μὲν ὑψηλός ἐστιν ὁ σφυγμὸς καὶ μέγας καὶ σφοδρὸς <lb/>καὶ ταχὺς καὶ
                        πυκνός</p><p>Ἡδονῆς δὲ μέγας καὶ ἀραιὸς, οὐ μὴν σφοδρότητί γε <lb/>διάφορος.</p><p>Λύπης δὲ σμικρὸς καὶ βραδὺς καὶ ἀμυδρὸς καὶ ἀραιός.</p><p>Φόβου δὲ τοῦ μὲν ὑπογυίου καὶ σφοδροῦ ταχὺς καὶ κλονώδης <lb/>καὶ ἄτακτος καὶ
                        ἀνώμαλος, τοῦ δὲ ἤδη κεχρονισμένου <pb n="474"/> οἷος ὁ τῆς λύπης. ἅπασι δὲ
                        τούτοις εἰς μακρὸν χρονίζουσιν, <lb/>ἢ σφοδροῖς ἄγαν γενομένοις, οἷοι
                        διαλυομένης δυνάμεως ἕπονται <lb/>σφυγμοί. καὶ γὰρ καὶ λύει τὴν δύναμιν
                        ἅπαντα ταῦτα, <lb/>συντόμως μὲν ὅσα ἰσχυρὰ, χρονίως δὲ ὅσα ἐναντία.</p><p>Ἄλγημα δὲ τὸ τρέπον τοὺς σφυγμοὺς, τρέπει δὲ ἢ τὸ <lb/>ἰσχυρὸν, ἢ τὸ ἐν
                        μορίοις κυρίοις, ὥσπερ καὶ ἡ φλεγμονὴ, <lb/>μικρὸν μὲν ὂν ἔτι καὶ ἀρχόμενον
                        μείζονα καὶ σφοδρότερον <lb/>καὶ ὠκύτερον καὶ πυκνότερον τὸν σφυγμὸν
                        ἐργάζεται, αὐξηθὲν <lb/>δὲ καὶ ἰσχυρὸν πάνυ γενόμενον, ὡς ἀδικεῖν ἤδη τὸν
                        ζωτικὸν <lb/>τόνον, μικρότερον καὶ ἀμυδρότερον καὶ ταχὺν καὶ πυκνόν.
                        <lb/>καὶ ὅσῳ ἂν ἐγχρονίζῃ μᾶλλον ἢ σφοδρότερον γίνηται, τῶν <lb/>εἰρημένων
                        ἕκαστον ἐπιτείνεται. τὸ δὲ ἤδη διαλῦον τὴν δύναμιν <lb/>εἰς ἀμυδρότητα καὶ
                        μικρότητα καὶ τάχους ψευδῆ φαντασίαν, <lb/>καὶ ὑπερβάλλουσαν πυκνότητα τὴν
                        τροπὴν <lb/>ἐργάζεται.</p><p>Φλεγμονῆς σφυγμὸς ὁ μὲν κοινὸς ἁπάσης οἷον ἐμπρίων <lb/>ἐστὶν, ὡς δοκεῖν τὸ
                        μέν τι διεστάλθαι τῆς ἀρτηρίας, τὸ δὲ <lb/>μὴ, σκληροτέρας δηλονότι
                        φαινομένης αὐτῆς. ἔχει δέ τι καὶ <pb n="475"/> κλονῶδες ὁ σφυγμὸς οὗτος. καὶ
                        ταχύς ἐστι καὶ πυκνὸς, οὐκ <lb/>ἀεὶ δὲ μέγας. ὁ δὲ ἴδιος ἑκάστης ὁ μὲν τῆς
                        ἀρχομένης μείζων <lb/>τοῦ κατὰ φύσιν καὶ σφοδρότερος καὶ ὠκύτερος καὶ
                        πυκνότερος. <lb/>ὁ δὲ αὐξανομένης ἔτι ταῦτά τε προσαυξάνει πάντα <lb/>καὶ
                        σαφῶς τε ἤδη σκληρότερός ἐστι καὶ κλονωδέστερος. <lb/>τῆς δὲ ἀκμαζούσης
                        σαφέστερος μέν ἐστι καὶ σκληρότερος καὶ <lb/>κλονωδέστερος, μικρότερος δὲ ἢ
                        πρόσθεν, οὐ μὴν ἀμυδρότερός <lb/>γε, πλὴν εἰ μὴ ὑπὲρ τὴν δύναμιν εἴη τὸ
                        πάθος. ἀλλὰ <lb/>καὶ πυκνότερος γίνεται καὶ ταχύς. εἰ δ’ ἱκανῶς χρονίζοι,
                        <lb/>καὶ ἤδη σκληρύνοιτο σκιῤῥωδῶς, τοῖς εἰρημένοις <milestone unit="ed2page" n="9"/>ἰσχνότης <lb/>σφυγμοῦ καὶ σκληρότης προσγίνεται.
                        ταῦτα ἐπὶ τῆς τὸν ἐν <lb/>ὅλῳ τῷ ζώῳ σφυγμὸν τρεπούσης φλεγμονῆς ἢ διὰ τὸ
                        μέγεθος, <lb/>ἢ διὰ τὸ κύριον τοῦ μέρους ἐν ᾧ συνέστη. τῆς δὲ μὴ
                        <lb/>συγκινούσης τὸ πᾶν ὅ γε ἐν τῷ φλεγμαίνοντι μορίῳ σφυγμὸς <lb/>οἷος
                        εἴρηται. ἐπιτείνεται δὲ καὶ ἀνίεται τῶν εἰρημένων ἕκαστον <lb/>ἢ παρὰ τὸ
                        ποσὸν τῆς φλεγμονῆς, ἢ παρὰ τὴν αὐτοῦ <lb/>τοῦ φλεγμαίνοντος ὀργάνου φύσιν.
                        τὰ μὲν γὰρ νευρωδέστερα <lb/>μέρη σκληροτέρους καὶ μᾶλλον ἐμπρίοντας καὶ
                        μικροτέρους <pb n="476"/> τοὺς σφυγμοὺς ἐργάζεται. τὰ δὲ φλεβωδέστερα καὶ
                        ἀρτηριωδέστερα <lb/>τοὺς ἐναντίους. αὐτῶν δὲ τούτων μείζων ὁ ἐν τοῖς
                        <lb/>ἀρτηριώδεσι· καὶ ῥᾳδίως ἀνώμαλος καὶ ἄτακτος γινόμενος. <lb/>δῆλος οὖν
                        ἤδη καὶ ὁ τῶν τὸ ἧπαρ φλεγμαινόντων σφυγμὸς, <lb/>οἷος ἂν εἴη, καὶ ὁ τῶν τὸν
                        σπλῆνα, καὶ ὁ τῶν τοὺς νεφροὺς, <lb/>ἢ τὴν κύστιν, ἢ τὴν γαστέρα, ἢ τὸ
                        κῶλον, καὶ πλευριτικῶν <lb/>καὶ περιπνευμονικῶν καὶ πάντων ἁπλῶς εἰπεῖν ὧν
                        <lb/>τῇ τοῦ μέρους φλεγμονῇ πυρετὸς ἕπεται. πλὴν ὅσα διὰ μὲν <lb/>τῶν
                        συμπτωμάτων φύσιν τῶν τε ἐξ ἀνάγκης ἑπομένων αὐταῖς <lb/>καὶ τῶν κατὰ τύχην
                        συνδραμόντων, ὡς ἂν ἕκαστον τρέπειν <lb/>δύνηται, καὶ τὸν σφυγμὸν ἐπὶ
                        τοσοῦτον ἀλλοιοῦσθαι συμβήσεται, <lb/>μικτῆς ἐν αὐτῇ τροπῆς γενομένης, τῆς
                        δὲ κατὰ τὸν <lb/>λόγον φλεγμονῆς, καὶ ἣν ἡ τοῦ τόπου φύσις, καὶ ἡ τοῦ
                        παρόντος <lb/>συμπτώματος ἐργάζεται. σπασθῆναι μὲν γὰρ τοῖς <lb/>τὰς φρένας
                        φλεγμαίνουσιν ἕτοιμον. πνιγῆναι δὲ τοῖς τὸν <lb/>πνεύμονα. συγκοπῆναι δὲ
                        τοῖς τὸ στόμα τῆς γαστρός. ἀτροφῆσαι <lb/>δὲ τοῖς τὸ ἧπαρ. ἀπεπτῆσαι δὲ τοῖς
                        τὴν γαστέρα. <lb/>ἐπισχεθῆναι δὲ τὰ οὖρα τοῖς τοὺς νεφρούς. <milestone unit="ed1page" n="5"/>καὶ τὰ μὲν <lb/>αἰσθητικώτερα μέρη διὰ τὰς ὀδύνας
                        τρέπει τοὺς σφυγμούς· <pb n="477"/> τὰ δὲ ἀναισθητότερα κατὰ τὴν διάθεσιν
                        μόνον. ἐκ τούτων <lb/>οὖν ἁπάντων πολυειδεῖς αἱ ἀλλοιώσεις γίνονται τῶν ἐπὶ
                        ταῖς <lb/>φλεγμοναῖς σφυγμῶν, καὶ ὡς χρὴ διορίζειν αὐτὰς, εἴρηται μὲν
                        <lb/>ἐν ἑτέραις τελείως, εἰρήσεται δὲ καὶ νῦν, εἰς ὅσον τοῖς εἰσαγομένοις
                        <lb/>χρήσιμόν ἐστι.</p><p>Τῶν μὲν οὖν πλευριτικῶν ταχὺς καὶ πυκνὸς καὶ οὐ <lb/>λίαν μέγας. δόξει δὲ
                        εἶναι καὶ σφοδρός. ὁ δέ ἐστιν οὐκ <lb/>ἀμυδρὸς μὲν, οὐ μὴν ἤδη καὶ σφοδρὸς,
                        ὅσον ἐπὶ τῷ πάθει. <lb/>τούτου γὰρ ἐπὶ πάντων μεμνῆσθαι χρὴ, τοῦ δεῖν ἐφ’
                        ἑκάστῳ <lb/>τῶν πραγμάτων, ὅσον ἐπ’ ἐκείνῳ, τὴν τροπὴν ἐξετάζειν,
                        διορίζοντας <lb/>τὸ διά τι ἄλλο, καὶ μὴ δι’ ἐκεῖνο συμβεβηκός. ὁ τοίνυν
                        <lb/>τῶν πλευριτικῶν σφυγμὸς νευρωδεστέραν πως καὶ σκληροτέραν
                        <lb/>ἐργαζόμενος τὴν ἀρτηρίαν, ὡς ἂν εἰς σφοδρότητα τρέπων, <lb/>ἀπατᾷ τοὺς
                        ἀγυμνάστους, οὐ δυναμένους διακρίνειν σκληρὰν <lb/>πληγὴν σφοδρᾶς. οὕτω δὲ
                        καὶ ἄλλας πολλὰς διαφορὰς <lb/>σφυγμῶν ἀδυνατοῦντες διακρίνειν οἱ πολλοὶ τῶν
                        ἰατρῶν <lb/>τάχα ἂν μέμψονται τοῖς ἐνταῦθα γεγραμμένοις, ἐξ ὧν αὐτοὶ <lb/>μὴ
                        συνίασι τῶν ὀρθῶς λεγομένων καταγιγνώσκοντες. ἀλλ’ ﻿<pb n="478"/> οὐ χρὴ
                        μηκύνειν ἐν τῷ νῦν λόγῳ περὶ αὐτῶν. γέγραπται γὰρ <lb/>ἡμῖν ἰδίᾳ περὶ τῆς
                        τῶν σφυγμῶν διαγνώσεως. ἀσκεῖν οὖν <lb/>παρακελεύομαι τόν τε λογισμὸν ἅμα
                        καὶ τὴν ἁφὴν, ὡς ἐπ’ <lb/>αὐτῶν τῶν ἔργων γνωρίζειν δύνασθαι τοὺς σφυγμοὺς,
                        οὐ <lb/>λόγῳ διακρίνειν μόνον. ἀρχὴ δὲ τῆς ἐπὶ τῶν ἔργων τριβῆς <lb/>ἡ διὰ
                        τοῦ λόγου διδασκαλία. καὶ γάρ τοι καὶ τῆς πυκνότητος <lb/>οὐχ οἷόν τε τὸ
                        ποσὸν λόγῳ ἑρμηνεῦσαι, καί τοι μεγάλην <lb/>ἔχει διαφορὰν, ἢ ὑπερβαίνουσα τὸ
                        εἰθισμένον μέτρον τῆς <lb/>πλευρίτιδος, ἢ ἐλλείπουσα. τὰς μὲν γὰρ ὑπερβολὰς
                        εἰς περιπνευμονίαν <lb/>μεθισταμένης, ἢ συγκοπὴν ἀπειλούσης ἀνάγκη γίνεσθαι.
                        <lb/>τὰς δὲ ἐνδείας, εἰς καταφορὰν, ἢ νεύρων βλάβην <lb/>τελευτᾷν. οὕτως δὲ
                        καὶ τὸ τῆς ἀνωμαλίας εἶδος, τὸ μὲν οἷον <lb/>ἐμπριστικὸν, ἴδιον οὐχ ἥκιστα
                        πλευριτικῶν ὑπάρχον, ἀνιέμενον <lb/>μὲν μαλακῆς καὶ ῥᾳδίως πεφθησομένης.
                        ἐπιτεινόμενον <lb/>δὲ χαλεπῆς καὶ δυσπέπτου γνώρισμα πλευρίτιδος. αἱ <lb/>δὲ
                        τοιαῦται <milestone unit="ed2page" n="10"/>σὺν ἀσθενεῖ τῇ δυνάμει
                        κινδυνώδεις ὀξέως· <lb/>σὺν ἰσχυρᾷ δὲ ἢ χρονίως ἐπέφθησαν, ἢ εἰς ἐμπύημα
                        μετέπεσον, <lb/>ἢ φθινώδης αὐτὰς μαρασμὸς διεδέξατο. τῆς μὲν οὖν <pb n="479"/> πεπτομένης ὁ σφυγμὸς πᾶσαν ἀποτίθεται καταβραχὺ τὴν <lb/>παρὰ φύσιν
                        τροπήν. τῆς δὲ εἰς ἐμπύημα μεταπιπτούσης οἱ <lb/>τῶν ἐμπυημάτων ἴδιοι
                        γίνονται. κατὰ ταὐτὰ δὲ καὶ τοῖς <lb/>φθινωδῶς μαρανθησομένοις οἱ ἐπὶ τῶν
                        μαρασμῶν.</p><p>Ἔστι δὲ τῶν ἐμπύων ὁ σφυγμὸς, ἄρτι μὲν ἀρχομένων <lb/>οἷος ὁ τῆς ἀκμαζούσης
                        φλεγμονῆς. αὕτη γὰρ καὶ αὐτῶν τῶν <lb/>ἐμπυημάτων ἐστὶν ἀρχή. ἔσθ’ ὅτε δὲ
                        καὶ ἀνώμαλος καὶ <lb/>ἄτακτος, ἑκτικὸς δὲ πᾶσιν. ἤδη δὲ τοῦ πύου
                        παρακειμένους <lb/>τὰ μὲν ἄλλα παραπλήσιος, ἀλλ’ ὁμαλώτερος. ἐπὶ δὲ ταῖς
                        <lb/>ῥήξεσιν ἀμυδρότερος καὶ πλατύτερος καὶ βραδύτερος καὶ ἀραιότερος.</p><p>Ὁ δὲ τῶν μαραινομένων οὐ καθ’ ἕν εἶδος τρέπεται <lb/>σφυγμός. χρὴ δὲ ἐφ’ ὅσον
                        ἐνδέχεται, διαφοραῖς εὐδήλοις <lb/>διορίσασθαι περὶ αὐτῶν. οἱ μὲν δὴ ταῖς μὴ
                        λυθείσαις φλεγμοναῖς <lb/>κατὰ βραχὺ συναπομαρανθέντες ἀμυδροὺς καὶ θάττονας
                        <lb/>καὶ πυκνοὺς ἄγαν καὶ μυούρους κατὰ μέγεθος ἐν μιᾷ <lb/>πληγῇ τοὺς
                        σφυγμοὺς ἴσχουσιν. οὓς Ἀρχιγένης ἐπινενευκότας <lb/>τε καὶ περινενευκότας
                        καλεῖ, σαφῶς δηλοῦν βουλόμενος τὸ <lb/>κατὰ τὴν διαστολὴν βραχὺ, μετὰ τῆς
                        τῶν ἑκατέρωθεν περάτων <pb n="480"/> οἷον ἐπινεύσεως, οὐ γὰρ ὡς
                        ἀποκεκομμένων ἀθρόως, ἀλλ’ <lb/>ὡς ἐπικεκαμμένων τῶν ἑκατέρωθεν μερῶν εἰς
                        βραχὺ συνέσταλται, <lb/>μύουρος ὢν τῷ μεγέθει καθ’ ἑκάτερα τὰ μέρη. τοῦτο
                        <lb/>μὲν οὖν οὐ τούτοις μόνοις, ἀλλὰ καὶ τοῖς πλείστοις τῶν <lb/>ὁπωσοῦν
                        μαραινομένων ὑπάρχει. τοῖς μὲν οὖν διὰ φλεγμονὰς <lb/>πᾶσιν, ἤδη δὲ καὶ τῶν
                        ἄλλων τοῖς πολλοῖς, εἰ μή τι ἄρα <lb/>καὶ ἐκεῖνοι διά τινας φλεγμονὰς
                        λανθανούσας μαραίνονται. <lb/>καὶ εἴη ἂν οὗτος τῶν ἐπὶ φλεγμοναῖς
                        μαραινομένων ἴδιος, <lb/>οὐδενὶ τῶν ἄλλως μαρανθέντων ὑπάρχων. ἑκτικὸς δὲ
                        ἅπασι <lb/>τοῖς μαραινομένοις σφυγμός ἐστι, καὶ τοῦτο αὐτοῖς κοινότατον.
                        <lb/>ἐν δευτέρῳ δὲ ἡ κατὰ τὸ μέγεθος τῆς διαστολῆς ἀνωμαλία
                        <lb/>μυουρίζουσα. καὶ γὰρ καὶ τοῦτο τοῖς πλείστοις ὑπάρχει. <lb/>τρίτον δὲ
                        τὸ τῆς πυκνότητος. ὑπάρχει γὰρ καὶ τοῦτο <lb/>πᾶσι μὲν τοῖς ἐπὶ φλεγμοναῖς
                        μαρανθεῖσιν ἀχώριστον. ἀλλὰ <lb/>καὶ τοῖς ἐπὶ καρδιακαῖς διαθέσεσιν, ἢ
                        στομαχικαῖς συγκοπαῖς <lb/>ὀξέως κινδυνεύουσιν, εἶτ’ ἀπὸ οἴνου πόσεως
                        διαφυγοῦσι μὲν <lb/>τὴν ὀξύτητα, μαρανθεῖσι δὲ τῷ χρόνῳ, εἰ μή τις ἄρα καὶ
                        τούτους <lb/>φαίη τις ἐπὶ μικραῖς φλεγμοναῖς ἀδήλοις ἡμῖν ἀπόλλυσθαι. <pb n="481"/> καὶ γάρ τινες αὐτῶν τὸν ἐπινενευκότα σφυγμὸν ἔχουσι, εἰ μή
                        <lb/>τι ἄρα πάλιν τούτους μὲν ἐπὶ φλεγμοναῖς, τοὺς δὲ ἄλλους <lb/>ἄνευ
                        φλεγμονῆς μαραίνεσθαι φήσει τις. τοῦτο μὲν οὖν ἄπορον. <lb/>ἔχουσι δὲ οὗτοι
                        σφυγμὸν ἑκτικὸν ἤτοι ἀμυδρὸν, πυκνὸν ἄγαν, <lb/>καί τινες αὐτῶν τὸν
                        ἐπινενευκότα. δευτέρα μὲν δὴ αὕτη διαφορὰ <lb/>σφυγμοῖς τοῖς μαραινομένοις.
                        ἄλλη δὲ τρίτη τῶν ἀραιὸν <lb/>ἰσχόντων. ἀλλὰ καὶ τούτοις πάντως ὅ τε
                        προηγησάμενος <lb/>πυρετὸς ἐπύκνωσεν αὐτὸν, καὶ ἡ ἐσχάτη λύσις τῆς δυνάμεως
                        <lb/>ἱκανῶς πυκνοῖ. τοὐμμέσῳ δὲ πάντων μὲν πυρετῶν ὑποψυχθέντων, <lb/>μηδέπω
                        δὲ ἀπολλυμένων αὐτῶν τὴν εἰς ἀραιότητα <lb/>τροπὴν εἰργάσατο. τοῦτο δὲ τὸ
                        εἶδος τῶν μαρασμῶν πρεσβυτικῆς <lb/>ἡλικίας ἴδιον, ἡνίκα ἂν μάλιστα τῶν κατὰ
                        θώρακα <lb/>καὶ πνεύμονα πεπονθός τι τύχῃ. οὗτοι τὴν πυρεκτικὴν σκληρότητα
                        <lb/>τοῦ σφυγμοῦ φυλάττουσι, κᾂν ἀραιὸς ᾖ. παντελῶς <lb/>δὲ ὀλίγοις τῶν
                        μαραινομένων εἰς ἄλλην ἀνωμαλίαν ὁ σφυγμὸς <lb/>τρέπεται, πλὴν τῆς εἰρημένης
                        κατὰ τὸ μέγεθος.</p><p>Ὁ δὲ τῶν φθισικῶν ὀνομαζομένων σφυγμὸς μικρὸς καὶ <lb/>ἀμυδρός ἐστι καὶ
                        μαλακὸς καὶ ταχὺς συμμέτρως καὶ ἑκτικός.</p><pb n="482"/><p>Ὁ δὲ τῶν περιπνευμονικῶν μέγας ἐστὶ, καὶ κυματῶδές <lb/>τι ἔχων, καὶ ἀμυδρὸς
                        καὶ μαλακὸς, ὁμοίως τῷ τῶν ληθαργικῶν, <lb/>πλὴν ὅσα πλεονάζει τῇ ἀνωμαλίᾳ,
                        τῇ τε <milestone unit="ed2page" n="11"/>κατὰ <lb/>μίαν πληγὴν καὶ τῇ
                        συστηματικῇ καλουμένῃ· κατὰ μὲν τὴν <lb/>μίαν πληγὴν οἷον διακεκομμένος τε
                        καὶ κυματιζόμενος καὶ <lb/>δίκροτος ἔσθ’ ὅτε γινόμενος· ἐν δὲ τῇ συστηματικῇ
                        τάς τε ἄλλας <lb/>διαφορὰς ἔχει, καί ποτε μὲν διαλείπει, ποτὲ δὲ
                        παρεμπίπτει. <lb/>πυρεττόντων δ’ ἁπάντων τῶν περιπνευμονικῶν ὀξέως, <lb/>καί
                        τι καὶ κωματῶδες ἐχόντων, ὁπότερον ἂν αὐτῶν ἐπικρατῇ, <lb/>κατ’ ἐκεῖνο
                        μάλιστα τὸ ποσὸν τῆς πυκνότητος εὑρίσκεται. <lb/>πυρωδεστέρας μὲν ὑπαρχούσης
                        τῆς περιπνευμονίας, ἱκανῶς ὁ <lb/>σφυγμὸς πυκνός ἐστι· κωματωδεστέρας δὲ
                        ἧττον πυκνός ἐστι.</p><p>Ὁ δὲ τῶν ληθαργικῶν σφυγμὸς ὅμοιος ὢν τῷ τῶν περιπνευμονικῶν <lb/>κατά τε
                        μέγεθος καὶ ἀμυδρότητα καὶ μαλακότητα <lb/>καὶ βραδύτερος αὐτοῦ ἐστι καὶ
                        ἀμυδρότερος καὶ ἧττον ἀνώμαλος <lb/>καὶ διαλείπων μᾶλλον ἢ παρεμπίπτων.
                        γίγνεται δὲ <lb/>ἔσθ’ ὅτε καὶ δίκροτος. ἀεὶ μέντοι κωματώδης ἐστὶ, ἔν γε
                        <lb/>ταῖς βαθείαις καταφοραῖς, ἐφ’ ὧν ταῦτα λέγεται. τῶν γὰρ <lb/>
                        <milestone unit="ed1page" n="6"/>συμπεπληρωμένων ἅπασι τοῖς ἑαυτῶν
                        γνωρίσμασι νοσημάτων ﻿<pb n="483"/> τοὺς σφυγμοὺς διέξιμεν, ἵνα καὶ τῶν
                        ἐλλειπόντων <lb/>κατά τι καὶ μηδέπω τελείων ἱκανῶς γνωρίζειν δυνηθῶμεν τὸ
                        <lb/>μέγεθος, ὅσον τε ἤδη ἔχουσι καὶ ὅσον οἷόν τέ ἐστι προσγενέσθαι
                        <lb/>αὐτοῖς. ἐπειδὴ δὲ πολλάκις μὲν ἀνωμαλίας ἐμνημονεύσαμεν, <lb/>ὀλιγάκις
                        δὲ ἀταξίας, εἰδέναι χρὴ τοῦτο καθόλου, <lb/>ταῖς ἀνωμαλίαις ὡς τὸ πολὺ τὴν
                        ἀταξίαν ἑπομένην. σπανίως <lb/>δὲ ἔστιν εὑρεῖν ἀνώμαλον σφυγμὸν τεταγμένον.
                        αἱ μὲν <lb/>οὖν μικρότεραι βλάβαι τοὺς ἀνωμάλους καὶ τεταγμένους, αἱ δὲ
                        <lb/>μείζονες τοὺς ἀνωμάλους καὶ ἀτάκτους σφυγμοὺς ἐργάζονται.</p><p>Ὁ δὲ τῶν φρενιτικῶν σφυγμὸς μικρός ἐστι· σπανιώτατα <lb/>δὲ ὤφθη ποτὲ μέγας
                        καὶ τόνου μετρίως ἔχει. καὶ <lb/>σκληρὸς καὶ νευρώδης ἐστὶ καὶ πυκνὸς καὶ
                        ἄγαν ταχύς. ἔχει <lb/>δέ τι καὶ κυματῶδες. ἐνίοτε δὲ καὶ ὑποτρέμειν σοι
                        δόξειε· <lb/>ποτὲ δὲ καὶ ἀποκεκόφθαι σπασμωδῶς. τὸ γὰρ τῶν πυρετῶν
                        <lb/>ἴδιον ἐν τῷ τάχει σύμπτωμα μάλιστα οὗτος ἐναργῶς ἐκτήσατο <lb/>κατ’
                        ἀμφότερα τῆς διαστολῆς τὰ πέρατα, καὶ μᾶλλον <lb/>τὸ ἔξω. ἔστι δὲ καὶ τὸ τῆς
                        κατὰ τὴν θέσιν ἀνωμαλίας εἶδος <lb/>εὑρεῖν ἐν αὐτοῖς σφοδρῶς γενόμενόν ποτε.
                        ἀλλὰ καὶ ὅλη σοι <pb n="484"/> δόξει πολλάκις ἡ ἀρτηρία καταλιποῦσα τὸν
                        ἑαυτῆς τόπον, <lb/>ἄνω φέρεσθαι κλονωδῶς, ἀναβρασσομένη μᾶλλον, οὐ
                        σφυγματωδῶς <lb/>διαστελλομένη. κατὰ δὲ τὸν αὐτὸν τρόπον καὶ <lb/>κάτω χωρεῖ
                        κατασπωμένη μᾶλλον ἢ συστελλομένη. τὸ δὲ <lb/>ἄγαν πυκνὸν αὐτῆς ἐφεδρεύουσαν
                        ἀπειλεῖ συγκοπήν.</p><p>Ἔστι δέ τι καὶ ἄλλο πάθος ὃ εἴτε μέσον ληθάργου καὶ <lb/>φρενίτιδος χρὴ
                        ὀνομάζειν, ὡς οὐδετέρῳ ταὐτὸν ὂν, εἴτε κοινὸν <lb/>ἀμφοῖν, ὡς μικτὸν ἔκ τε
                        τῶν φρενίτιδος εἰδῶν ἔκ τε <lb/>τῶν ληθάργου. τοῦτο μὲν ἰδίᾳ σκεψώμεθα. περὶ
                        δὲ τῶν <lb/>σφυγμῶν αὐτοῦ νῦν ἐροῦμεν. καὶ ἵνα μὴ ὥσπερ αἴνιγμά <lb/>τι
                        προβεβλημένον εἴη, τοῖς συνεδρεύουσιν αὐτῷ δηλώσω. τὰ <lb/>μὲν πολλὰ μύουσι
                        τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ ὑπνώδεις εἰσὶ καὶ <lb/>ῥέγχουσιν. αὖθις δ’ ἐπὶ πλεῖστον
                        ἀτενὲς ὁρῶντες, διετέλεσαν <lb/>ἀσκαρδαμυκτὶ παραπλησίως τοῖς κατόχοις. καὶ
                        εἰ πυνθάνοιτό <lb/>τις, καὶ εἰ διαλέγεσθαι βιάζοιτο, δυσχερεῖς ἀποκρίνεσθαι
                        <lb/>καὶ ἀργοί. τὰ πολλὰ δὲ καὶ παραφόρως φθεγγόμενοι, <lb/>καὶ οὐκ ὀρθῶς
                        ἀποκρινόμενοι, καὶ ληροῦντες εἰκῆ. τοιοῦτον <lb/>μέν ἐστι τὸ πάθος, ὃ καὶ
                        νῦν βούλομαι δηλοῦν τοῖς συνεδρεύουσι <lb/>γνωρισθὲν, ἀπορίᾳ οἰκείου
                        ὀνόματος. οἱ σφυγμοὶ <pb n="485"/> δὲ αὐτοῦ ταχεῖς, καὶ πυκνοὶ παραπλησίως
                        τοῖς φρενιτικοῖς, <lb/>ἀλλ’ ἧττον. οὕτω δὲ καὶ ἰσχύος ἧττον ἐκείνων ἔχουσι.
                        πλατεῖς <lb/>δὲ καὶ βραχεῖς, καὶ τὸ κατὰ τὴν ἔξω κίνησιν ἀθρόως
                        <lb/>ἀποκεκομμένον οὐκ ἔχοντες, ἀλλ’ ἑτέρῳ μὲν τρόπῳ, καθάπερ <lb/>εἴσω
                        σπεύδοντες ὑποφεύγουσιν, ἐπιταχύνοντες μὲν τὴν συστολὴν, <lb/>ὑποκλέπτοντες
                        δὲ τὴν διαστολήν. οὐ μὴν ὁμοίως γε <lb/>κατ’ αὐτὴν τοῖς φρενιτικοῖς. τὸ γὰρ
                        οἷον ἀποκεκομμένον οὐκ <lb/>ἔχουσιν.</p><p><milestone unit="ed2page" n="12"/>Οἱ δὲ τῶν κατόχων σφυγμοὶ, κατόχους γὰρ
                        καὶ κατεχομένους <lb/>ἐκάλουν αὐτοὺς οἱ παλαιοὶ, κατοχὴν δὲ καὶ κατάληψιν
                        <lb/>οἱ νεώτεροι τὸ πάθος ὀνομάζουσιν, ἐοίκασι μὲν τὰ <lb/>ἄλλα τοῖς
                        ληθαργικοῖς, μεγέθους τε καὶ βραδύτητος καὶ <lb/>ἀραιότητος, ὥσπερ καὶ ὅλον
                        τὸ πάθος τοῦ πάθους οὐ <lb/>πόῤῥω τὴν ἰδέαν ἐστίν. οὐ μὴν ἀσθενὴς ὁ τῶν
                        κατόχων <lb/>σφυγμὸς, οὐδὲ μαλακός. ἀλλ’ ἐν τούτοις δὴ καὶ πάνυ διαφέρουσιν,
                        <lb/>ὥσπερ καὶ ἐν τῷ λύεσθαι μὲν καὶ οἰδίσκεσθαι <lb/>τὴν ὅλην ἕξιν τοῖς
                        ληθαργικοῖς, ἐσφίχθαι δὲ καὶ συνέχεσθαι <lb/>τοῖς κατόχοις. οὕτω δὲ καὶ
                        ἀνωμαλίᾳ καὶ ὁμαλότητι διαφέρουσιν <lb/>ἀλλήλων. ὁμαλὸς γὰρ ὁ τῶν κατόχων
                        σφυγμὸς, <pb n="486"/> ἀνώμαλος δὲ ὁ τῶν ληθαργικῶν. Ἀρχιγένης δέ φησι τὸν
                        τῆς <lb/>ἀρτηρίας τόπον ἰδίως ἐπ’ αὐτῶν θερμότερον εὑρίσκεσθαι, <lb/>καθάπερ
                        τοῖς σπασθησομένοις μετὰ καταφορᾶς.</p><p>Τῶν σπωμένων αὐτὸ μὲν τὸ σῶμα τῆς ἀρτηρίας συνῆχθαι <lb/>δοκεῖ, καὶ
                        πανταχόθεν ἐσφηνῶσθαι, οὐχ ὡς τεθλιμμένον <lb/>ὑπό τινος, ἢ στενοχωρούμενον.
                        οὐ μὴν οὐδ’ ὅλως πεφρικὸς <lb/>οἷον τὸ πυρεκτικὸν, καὶ μάλιστα, ὡς ἐν
                        ἐπισημασίαις. <lb/>οὐδὲ ὡς διὰ σκληρότητα δυσεπέκτατον, οἷον τὸ ἐπὶ χρόνου
                        <lb/>μήκεσι. καὶ μάλιστα σὺν ἁμαρτήμασί τισιν, ἢ σπλάγχνων <lb/>κακώσεσιν,
                        ἀλλ’ ὡς ἂν εἰ σῶμα νευρῶδες κοῖλον, οἷον ἔντερον, <lb/>ἤ τι παραπλήσιον ἐξ
                        ἀμφοτέρων τῶν περάτων τεταμένον. <lb/>οὕτω δὲ καὶ ἡ κίνησις ἀνώμαλος, ἄνω
                        καὶ κάτω μεθισταμένης <lb/>τῆς ἀρτηρίας, ὥσπερ χορδῆς. οὐδὲ γὰρ διαστολῆς,
                        <lb/>ἢ συστολῆς ἔμφασίς ἐστιν, ἀλλὰ κλόνῳ μᾶλλον ἔοικεν, οἷον <lb/>ἐκπηδώσης
                        ἄνω, πάλιν δὲ εἴσω σπωμένης, καὶ οὔτε διακεκριμένως <lb/>τοῦτο πασχούσης.
                        ἀλλ’ ἑνὶ χρόνῳ πολλάκις τὸ μέν τι <lb/>μέρος αὐτῆς ἄνω φέρεσθαι δοκεῖ,
                        καθάπερ ἐκτοξευόμενον, <lb/>τὸ δὲ εἴσω φέρεσθαι, καθάπερ ὑπό τινος
                        ἑλκόμενον, καὶ τὸ <pb n="487"/> μὲν ταχέως κινεῖσθαι, τὸ δὲ βραδέως. δοκεῖ
                        δὲ καὶ σφοδρὸς <lb/>εἶναι καὶ μέγας ὁ τῶν σπωμένων σφυγμός. ὁ δὲ ἔστι μὲν
                        <lb/>οὔτε ἀμυδρὸς, οὔτε μικρὸς, οὐ μὴν ἐφ’ ὅσον φαντάζεται <lb/>σφοδρὸς, ἢ
                        μέγας. ἐξαπατᾷ γὰρ ἡ πληγὴ, διὰ μὲν τὴν τάσιν <lb/>εὔρωστος φαινομένη, διὰ
                        δὲ τὸν κλόνον ἐκπηδητική. <lb/>ὅθεν καὶ ὑψηλότερος ἔσθ’ ὅτε φαίνεται, καὶ
                        οἷον ψόφον τινὰ <lb/>τραχὺν ἀποτελεῖ πρὸς τὴν ἁφήν. καὶ οὐκ ἄν τινα λάθοι
                        τῶν <lb/>ἠσκημένων ὁ σφυγμὸς οὗτος. οὐδενὶ γὰρ ἔοικεν, οὔτε τὴν <lb/>ἐφ’
                        ἑκάτερα τάσιν οὔτε τὸ σπασμῶδες τῆς κινήσεως. μιγνυμένου <lb/>δὲ αὐτοῦ τῷ
                        τῆς καταφορᾶς δυσφώρατος ἡ κίνησις, <lb/>καὶ μόνῳ τῷ καθ’ ἑαυτὸν ἑκάτερον
                        γνωρίζειν ἀκριβῶς ἠσκημένῳ, <lb/>δυνατὸν καὶ τὴν μίξιν ἐπιγνῶναι.</p><p>Παραλύσεως σφυγμὸς μικρὸς καὶ ἀμυδρὸς καὶ βραδύς. <lb/>καί τισι μὲν αὐτῶν
                        ἀραιὸς, τισὶ δὲ πυκνὸς μὲν, ἀλλ’ ὑποδιαλείπων <lb/>ἀτάκτως.</p><p>Ἐπιληπτικῶν δὲ καὶ ἀποπληκτικῶν οἱ σφυγμοὶ παραπλήσιοι. <lb/>ὅσα οὖν περὶ τῶν
                        ἐπιληπτικῶν ῥηθήσεται, <lb/>ταῦτα καὶ περὶ τῶν ἀποπληκτικῶν εἰρῆσθαι δοκεῖν
                        χρὴ, ﻿<pb n="488"/> ἐπιτεταμένα δὲ μᾶλλον. ἐν μὲν δὴ τῷ μετρίως ἐνοχλεῖσθαι,
                        <lb/>καὶ μηδέπω τῆς φύσεως ἱκανῶς ἰσχυρότερον εἶναι τὸ πάθος, <lb/>οὐδεμίαν
                        εὔδηλόν ἐστιν εὑρεῖν τροπὴν ἐν μεγέθει καὶ σφοδρότητι <lb/>καὶ τάχει καὶ
                        πυκνότητι καὶ σκληρότητι. μόνον δ’ <lb/>ὥσπερ τεταμένη καθ’ ἑκάτερόν ἐστιν ἡ
                        ἀρτηρία τοῖς σπωμένοις <lb/>εἰκότως. εἰ δ’ ἰσχυρὸν εἴη τὸ πάθος, ὡς βαρύνειν
                        τὴν <lb/>δύναμιν, ἀνωμαλίαν τέ τινα λαμβάνει καὶ τάσιν ἰσχυρὰν καὶ
                        <lb/>μικρότερος γίνεται καὶ ἀμυδρότερος καὶ ἀραιότερος. μεγάλως <lb/>δὲ
                        θλίψαν, καὶ καταβαλὸν τὴν δύναμιν, ἀμυδροὺς καὶ πυκνοὺς <lb/>καὶ ταχεῖς
                        ἐργάζεται.</p><p>Ὁ δὲ τῶν συναγχικῶν σφυγμὸς τάσιν μέν τινα παραπλησίαν <lb/>ἔχει τῷ σπασμῷ,
                        μέγας δέ ἐστι καὶ κυματώδης, ὡς <lb/>τῶν περιπνευμονικῶν. καὶ ὁπότερον ἂν
                        ἐπ’ αὐτῷ μεγάλως <lb/>ἐπικρατῇ, κατ’ <milestone unit="ed2page" n="13"/>ἐκεῖνο χρὴ προσδοκᾷν τὴν μετάπτωσιν. <lb/>εἰ μὲν γὰρ τὸ περιπνευμονικὸν
                        εἶδος ἐπικρατήσειεν, εἰς περιπνευμονίας, <lb/>εἰ δὲ τὸ σπασμῶδες, εἰς
                        σπασμὸν ἡ συνάγχη <lb/>τελήσει· ὅσοι δ’ ἂν ἐξ αὐτῶν ἰσχυρῶς πνίγονται,
                        μικρὸς <lb/>τούτοις καὶ ἀραιὸς ὁ σφυγμὸς γίνεται· τελευτώντων δ’ ἤδη
                        <lb/>πυκνὸς καὶ ἀνώμαλος.</p><pb n="489"/><p>Ὀρθοπνοίας ὀξείας σφυγμὸς ἀνώμαλος καὶ ἄτακτος καὶ <lb/>ὑπεκλείπων. καὶ τῆς
                        μὲν μέσης τῇ κακίᾳ πυκνὸς, τῆς δ’ <lb/>ἐσχάτως βιαίας βραδὺς καὶ ἐκλείπων·
                        τῆς δ’ ἀναιρούσης <lb/>ἤδη, πυκνὸς καὶ ἀμυδρός.</p><p>Ὑστερικῆς δὲ πνίξεως <milestone unit="ed1page" n="7"/>ἀποτεταμένος σπασμωδῶς
                        καὶ <lb/>ἀραιός. τῆς δ’ ὀλεθρίας πυκνὸς καὶ ἄτακτος καὶ <lb/>ὑπεκλείπων.</p><p>Στόμαχος πεπονθὼς, οὕτως γὰρ καλείσθω καὶ ὑφ’ <lb/>ἡμῶν ἐν τῷ παρόντι τὸ
                        στόμα τῆς κοιλίας διὰ τὴν τῶν πολλῶν <lb/>συνήθειαν, οὐ καθ’ ἓν εἶδος τρέπει
                        τὸν σφυγμόν. ἀλλ’ <lb/>ὁ μὲν φλεγμαίνων μόνον, οἵαν ἐπὶ φλεγμονῆς νευρώδους
                        σώματος <lb/>εἴπομεν γίνεσθαι, τὴν τροπὴν τοιαύτην ἐργάζεται. <lb/>ὁ δὲ
                        θλιβόμενος, ἢ δακνόμενος, ἢ ἐκλύων, ἢ ἐμετικὸς, ἢ <lb/>ναυτιώδης, ἢ
                        ἀνόρεκτος, ἢ ὀδυνώδης κατὰ τὸ τοῦ συμπτώματος <lb/>εἶδος. αἱ μὲν γὰρ δήξεις
                        καὶ οἱ ἔμετοι καὶ ναυτίαι <lb/>καὶ οἱ λυγμοὶ καὶ οἱ ἀλυσμοὶ καὶ ἐκλύσεις
                        ἰσχυρῶς πυκνοῦσι <lb/>τὸν σφυγμὸν, σὺν τῷ μικρὸν καὶ ἀμυδρὸν ἐργάζεσθαι. <pb n="490"/> καί τισι μετρίως θάττονα. θλίψις δὲ μόνη χωρὶς <lb/>τούτων
                        τινὸς ἀραιὸν καὶ βραδὺν καὶ μικρὸν καὶ ἀμυδρόν. <lb/>ἡ δὲ τοιαύτη θλίψις ἐπὶ
                        τροφαῖς βαρυνούσαις γίνεται, μηδεμίαν <lb/>ἐχούσαις ἰσχυρὰν δύναμιν, ἀλλὰ τῷ
                        ποσῷ μόνῳ διοχλούσαις, <lb/>καί τισι ὑγροῖς συῤῥυεῖσιν εἰς αὐτὸν ἀδήκτοις.
                        <lb/>εἰ δὲ καὶ ψύχοιτο πρὸς αὐτῶν, τότε δὴ καὶ μάλιστα τοιοῦτος <lb/>ὁ
                        σφυγμὸς ἔσται. καὶ ὁ τῶν βουλιμιώντων δὲ τοιοῦτός <lb/>ἐστιν. αἱ μὲν οὖν εἰς
                        πυκνότητα τρέπουσαι διαθέσεις, <lb/>ἅπασαι χρονίζουσαι, ἢ καὶ σφοδρότεραι
                        γινόμεναι, τὸν σκωληκίζοντα <lb/>σφυγμὸν ἐργάζονται. αἱ δὲ εἰς ἀραιότητα
                        πρὸς <lb/>τῷ τὰς εἰρημένας διαφορὰς ἐπιτείνειν τοιοῦτόν τι σὺν αὐτοῖς
                        <lb/>εἶδος ἐν τῇ καθ’ ἕνα σφυγμὸν ἀνωμαλίᾳ γεννῶσιν, ὡς εἰς <lb/>πολλὰ
                        δοκεῖν τετρῆσθαι τὸ σῶμα τῆς ἀρτηρίας, ὡς μηδὲν <lb/>συνεχὲς δοκεῖν εἶναι,
                        ἀλλ’ οἷον ψάμμου προσπεσούσης αἴσθησιν <lb/>γίνεσθαι τῇ ἁφῇ κατὰ τὴν
                        διαστολήν.</p><p>Ὑδέρων ὁ σφυγμὸς τοῦ μὲν ἀσκίτου μακρὸς καὶ πυκνὸς <lb/>καὶ ὑπόσκληρος σύν
                        τινι τάσει· τοῦ δὲ τυμπανίτου μακρότερος, <pb n="491"/> οὐκ ἄῤῥωστος,
                        θάττων, πυκνὸς, ὑπόσκληρος, σύν <lb/>τινι τάσει· τοῦ δὲ ἀνὰ σάρκα κυματώδης
                        πλατύτερος καὶ <lb/>μαλακός.</p><p>Ἐλεφαντιώντων σφυγμὸς μικρὸς καὶ ἄῤῥωστος καὶ βραδὺς <lb/>καὶ πυκνός.</p><p>Ἰκτεριώντων σφυγμὸς ἄνευ πυρετοῦ μικρότερος, πυκνότερος, <lb/>σκληρότερος,
                        οὐκ ἀμυδρὸς, οὐ τάχυς.</p><p>Τῶν δὲ ἐλλέβορον εἰληφότων, ὀλίγον μὲν πρὸ τῶν <lb/>ἐμέτων, ἡνίκα ἂν
                        θλίβωνται, πλατὺς, ἀραιὸς, ἀμυδρότερος <lb/>καὶ βραδύτερος· ἐμούντων δὲ καὶ
                        σπαραττομένων ἀνώμαλος <lb/>καὶ ἄτακτος. ἤδη δὲ καὶ βελτιόνων γινομένων
                        τεταγμένος <lb/>μὲν, ἀλλὰ καὶ ἔτι ἀνώμαλος, ἧττον δὲ ἢ πρόσθεν. <lb/>ἐγγὺς
                        δὲ τοῦ κατὰ φύσιν ἐλθόντων ὁμαλὸς καὶ μείζων τοῦ <lb/>πρόσθεν καὶ
                        σφοδρότερος. ὅσοι δὲ ἐξ αὐτῶν συγκόπτονται <lb/>καὶ σπῶνται καὶ λύζουσι,
                        μικρὸς τούτοις καὶ ἀμυδρὸς <lb/>καὶ ἄτακτος ὁ σφυγμὸς καὶ θάττων καὶ πυκνὸς
                        <lb/>ἄγαν. τοῖς δὲ πνιγομένοις αὐτῶν μικρὸς καὶ ἀμυδρὸς <pb n="492"/> καὶ
                        ἄτακτος καὶ ἀνώμαλος, οὐ μὴν πυκνὸς, οὐδὲ ταχὺς, <lb/>ἀλλ’ ἐπιβραδύνων
                        μᾶλλον. ἐμφαίνει δέ τι καὶ κυματῶδες <lb/>καὶ πλατὺ καί ποτε καὶ τάσιν τινὰ
                        τῆς ἀρτηρίας βραχεῖαν. </p></div></div></body></text></TEI>