<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg057.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="6"><div type="textpart" subtype="chapter" n="6"><p>Ὥσπερ ὀλίγα τῶν διὰ ἕδρας ἐκκρινομένων <lb/>σημεῖα τῶν πλησίων αὐτῆς ἐστι
                            τόπων πεπονθότων, τὰ <lb/>πλεῖστα δ’ αὐτῶν τῶν ἐντέρων καὶ τῆς γαστρὸς
                            καὶ τοῦ <pb n="438"/> σπληνὸς καὶ τοῦ ἥπατος, οὐκ ὀλιγάκις δὲ καὶ τῶν ἐν
                            ὅλῳ <lb/>τῷ σώματί ἐστι χυμῶν γνωρίσματα, κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον
                            <lb/>ὀλίγα τῶν κατὰ τὸ αἰδοῖον ἐκκρινομένων ἴδιον αὐτοῦ πάθος
                            <lb/>ἐνδείκνυται, τὰ πολλὰ δὲ κύστεως καὶ νεφρῶν, ἥπατός τε καὶ
                            <lb/>σπληνὸς, καὶ πνεύμονος καὶ θώρακος, καὶ τῆς ἐν ὅλῳ τῷ <lb/>σώματι
                            διαθέσεως τῶν χυμῶν ἐστι σημεῖα· διορίζεται δὲ τοῖς <lb/>ἄλλοις, ἃ
                            συνεδρεύειν εἴπομεν ἑκάστῳ μορίῳ πάσχοντι. τό γε <lb/>μὴν αἰδοῖον αὐτὸ
                            πεπονθέναι γνωρίσεις ἐκ τῶνδε. τῆς μὲν ἑλκώσεως <lb/>αὐτοῦ γνώρισμα
                            σαφὲς ἡ ὀδύνη κατ’ αὐτὸ γενομένη, <lb/>μετὰ τοῦ κατὰ τὰς οὐρήσεις
                            ἐκκρίνεσθαί τι τῶν συνεδρευόντων <lb/>τῷ ἕλκει. καὶ διακρίνεταί γε ταῦτα
                            τῶν ἐκ κύστεως φερομένων <lb/>τῷ φθάνειν αὐτὰ κατὰ τὴν πρώτην ἔξοδον
                            ἐπιφαίνεσθαι, τὰ <lb/>δ’ ἐκ τῆς κύστεως ἀναμεμίχθαι τοῖς οὔροις· ἀλλὰ
                            καὶ δάκνεται <lb/>κατὰ τὰς οὐρήσεις συνεχῶς τὰ ἐν τοῖς αἰδοίοις ἕλκη,
                            καὶ <lb/>μᾶλλον ὅτ’ ἂν ἀπολυθείσης ἐφελκίδος, ἢ ῥύπου, καθαρὰ γένηται·
                            <lb/>πολὺ δὲ μᾶλλον αἵ τε φλεγμοναὶ καὶ τὰ τοιαῦτα χωρὶς <lb/>σημείου
                            διαγιγνώσκεται. περὶ δὲ γονοῤῥοίας τε καὶ πριαπισμοῦ <lb/>διελθεῖν ἐπὶ
                            πλέον ἄμεινον. ἡ μὲν οὖν γονόῤῥοια <pb n="439"/> σπέρματος ἀπόκρισίς
                                <milestone unit="ed2page" n="526"/>ἐστιν ἀκούσιος, ἔξεστι δὲ καὶ
                            <lb/>ἀπροαίρετον ὀνομάζειν, ὥσπερ καὶ σαφέστερον, ἀπόκρισιν
                            <lb/>σπέρματος συνεχῶς γιγνομένην, χωρὶς τῆς κατὰ τὸ αἰδοῖον
                            <lb/>ἐντάσεως. ὁ δὲ πριαπισμὸς αὔξησις εἰς μῆκός τε καὶ κύκλον
                            <lb/>ἐστὶν ὅλου τοῦ αἰδοίου, χωρὶς ἀφροδισίου προθυμίας, <lb/>ἤ τινος
                            θερμασίας ἐπικτήτου, καθάπερ ἐνίοις γίγνεται καὶ <lb/>κοιμωμένοις
                            ὑπτίως· οὕτω γὰρ αὐτὸν ὑπετυπώσαντό τινες· <lb/>ἔνεστι καὶ συντομώτερον,
                            αὔξησιν μόνιμον τοῦ αἰδοίου, ἢ <lb/>ἐξοίδησιν μόνιμον. ὠνόμασται δὲ
                            παρωνύμως ἀπὸ τοῦ Πριάπου <lb/>δηλονότι· καὶ γὰρ ἐκεῖνον ὡς φύσει
                            τοιοῦτον ἔχοντα τὸ <lb/>αἰδοῖον οἱ ἄνθρωποι πλάττουσί τε καὶ γράφουσι.
                            τὸ δὲ τῆς <lb/>γονοῤῥοίας ὄνομα προφανῶς ἐστι σύνθετον ἔκ τε τῆς γονῆς.
                            <lb/>καὶ τοῦ ῥεῖν· ὀνομάζεται γὰρ τὸ σπέρμα καὶ γονὴ καὶ γόνος.
                            <lb/>ὥσπερ δὲ καὶ τἄλλα πάντα τὰ ἐκ τοῦ σώματος ἡμῶν ἐκκενούμενα
                            <lb/>κατὰ διττὸν τρόπον τοῦτο πάσχει, ποτὲ μὲν ἐκ τῶν <lb/>περιεχόντων
                            αὐτὰ σωμάτων ἐκκρινόμενα, ποτὲ δὲ αὐτομάτως <lb/>ἐκρέοντα δι’ ἀῤῥωστίαν
                            τῶν αὐτῶν σωμάτων οὐ κατεχόμενα, <lb/>οὕτως καὶ τὸ σπέρμα. τῆς μὲν γὰρ
                            φύσεως ἔργον ἐστὶν ἐπὶ <pb n="440"/> τῶν τοιούτων ἁπάντων ὥσπερ τὸ
                            ἐκκρίνειν ἐπὶ τοῖς προσήκουσι <lb/>καιροῖς, οὕτω καὶ τὸ κατέχειν. ἀλλὰ
                            τὸ μὲν ἐκκρίνειν <lb/>γίγνεται, τοῦ μὲν πόρου τῆς ἐκροῆς ἀνοιγνυμένου,
                            τοῦ δ’ ἄλλου <lb/>κύτους περιστελλομένου τε καὶ ὠθοῦντος ἐπὶ τὸν
                            ἀνεῳγότα <lb/>πόρον ἅπαν τὸ περιεχόμενον ἐν τῇ κοιλότητι, τὸ δ’
                            ἴσχεσθαι, <lb/>διαμένοντος μὲν ἐν τῷ κεκλεῖσθαι τοῦ πόρου, μηδεμιᾶς δὲ
                            εἰς <lb/>τὸ περιεχόμενον ἐκ τοῦ περιέχοντος ὤσεως γιγνομένης, ἀλλὰ
                            <lb/>τοὐναντίον ἅπαν, περιστολῆς τε καὶ κρατήσεως. οὕτως μὲν <lb/>ἐπὶ
                            τῶν κατὰ φύσιν ἐχόντων αἵ τε ἐκκρίσεις καὶ αἱ κατοχαὶ <lb/>γίγνονται τῶν
                            περιεχομένων ὑγρῶν ἐν τοῖς κοίλοις ὀργάνοις· <lb/>ἐπὶ δὲ τῶν παρὰ φύσιν
                            αἱ μὲν ἐποχαὶ δι’ ἀῤῥωστίαν τῆς <lb/>ἐκκριτικῆς δυνάμεως, αἱ δὲ
                            ἐκκρίσεις διὰ τὴν τῆς καθεκτικῆς <lb/>ἀσθένειαν, ἤ τινα διάθεσιν ὁμοίως
                            τῇ κατὰ φύσιν ἐκκριτικῇ <lb/>κινοῦσαν τὰ μόρια, καθάπερ ἐπ’ αὐτῶν τῶν
                            σπερματικῶν <lb/>ἐν ἐπιληψίαις τε συμβαίνει καὶ τοῖς ἄλλοις σπασμοῖς,
                            ὁπόταν <lb/>βιαίως γενηθῶσιν. ὁρῶμεν δὲ καὶ καθ’ ἕτερα μόρια τοὺς
                            <lb/>σπασμοὺς, οἷον χεῖρας ἢ πόδας ἢ δακτύλους, ἐνίοτε μὲν <lb/>ἅμα τῷ
                            παντὶ σώματι σπωμένῳ γιγνομένους, ἐνίοτε δὲ μόνων <pb n="441"/>
                            πασχόντων· οὐδὲν οὖν ἐστιν ἄλογον, ἐν τοῖς σπερματικοῖς <lb/>ἀγγείοις
                            ποτὲ μόνοις γίγνεσθαι τοιαύτην διάθεσιν, ὥσπέρ γε <lb/>καὶ τὴν τῆς
                            γονοῤῥοίας, ἀνάλογον οὔρων ἐκκρίσεσιν ἀκουσίοις, <lb/>ὅταν ἡ κατέχουσα
                            δύναμις αὐτὴ παραλυθεῖσα τύχῃ. <lb/>γονόῤῥοια μὲν οὖν, τῶν σπερματικῶν
                            ὀργάνων ἐστὶ πάθος, <lb/>οὐ τῶν αἰδοίων, οἷς ὁδῷ χρῆται πρὸς ἔκρουν ἡ
                            γονή· ὁ πριαπισμὸς <lb/>δὲ σαφῶς τοῦ αἰδοίου φαίνεται σύμπτωμα, δυνατὸν
                            <lb/>δ’ ἐστὶ καὶ μηδὲν αὐτοῦ πεπονθότος ἴδιον ἐξαίρετον πάθημα, <lb/>τῶν
                            ἀρτηριῶν εἶναι μόνον, τοιαύτην ἰσχουσῶν διάθεσιν ἐνίοτε <lb/>παρὰ φύσιν,
                            ὁποία αὐταῖς συμβαίνει, ὅτε ἡ κατὰ φύσιν ἔντασις <lb/>ἐγίγνετο τοῦ
                            παντὸς αἰδοίου. ὅτι μὲν γὰρ ὑπὸ πνεύματος <lb/>ἐξοιδίσκεται, πρόδηλόν
                            ἐστι τεκμαιρομένοις τῷ τάχει <lb/>τῆς ὀγκώσεώς τε καὶ συστολῆς· ὑγρὸν
                            γὰρ οὐδὲν οὕτω ταχεῖαν <lb/>ἐφ’ ἑκάτερα τὴν μεταβολὴν οἷόν τέ ἐστι
                            ποιεῖσθαι. <lb/>τούτου δ’ οὕτως ἔχοντος, καὶ φαινομένων ἐν ταῖς
                            ἀνατομαῖς <lb/>ἀρτηριῶν μεγάλων εἰς μικρὸν μόριον τὸ αἰδοῖον ἐμβαλουσῶν,
                            <lb/>φαινομένης δὲ καὶ τῆς οὐσίας τοῦ αἰδοίου τοιαύτης, ὁποίαν ﻿<pb n="442"/> οὐδὲν ἄλλο μόριον ἔχει, σῶμα γάρ ἐστι νευρῶδες τὴν ἰδέαν,
                            <lb/>συριγγῶδες ὅλον, χωρὶς τῆς καλουμένης βαλάνου, τί ἂν ἄλλο <lb/>
                            <milestone unit="ed2page" n="527"/>τις ἐννοῆσαι δύναιτο παρὰ τὸ
                            πληρούμενον ἀτμώδους <lb/>πνεύματος ἐκ τῶν ἀρτηριῶν ἐπιῤῥέοντος τὸν ἐν
                            ταῖς ἐντάσεσιν <lb/>ὄγκον ἴσχειν, καὶ διὰ τοῦτο τὴν βάλανον ἶσον ἀεὶ τὸ
                            <lb/>μέγεθος ἔχειν, ὅτι τὸ συριγγῶδες αὐτῇ νεῦρον οὐκ ἐνυπάρχει;
                            <lb/>τίς οὖν αἰτία τοῦ κατὰ τὰς ἀφροδισίας ὁρμὰς ἐντείνεσθαι τὸ
                            <lb/>αἰδοῖον; ἢ τίς καὶ κοιμωμένοις, ὅταν ὕπτιοι κατακείμενοι
                            <lb/>θερμανθῶσι τὴν ὀσφῦν; εὑρεθείσης γὰρ αὐτῆς, ἐλπίς ἐστι <lb/>καὶ τὴν
                            τοῦ πριαπισμοῦ διάθεσιν εὑρήσειν ἡμᾶς. ὅτι μὲν <lb/>γὰρ ἤτοι ἐκ τῶν
                            ἀρτηριῶν, ἢ ἐκ τοῦ συριγγώδους νεύρου, <lb/>τὴν ἀρχηγὸν αἰτίαν, ἢ καὶ
                            συναμφοτέρου μεταβολήν τινα <lb/>σχόντος ἐκ τῆς ἔμπροσθεν καταστάσεως,
                            ἀναγκαῖόν ἐστι γίγνεσθαι <lb/>τὴν πλήρωσιν, ἄντικρυς δῆλον· ἐξ ὁποτέρου
                            δ’ <lb/>αὐτῶν μᾶλλον, ἢ εἰ καὶ <milestone unit="ed1page" n="319"/>ἐξ
                            ἀμφοτέρων, ἐφεξῆς σκοπῶμεν, <lb/>ἀρχὴν τῷ λόγῳ τήνδε θέμενοι. τὰ μόρια
                            τοῦ σώματος <lb/>ἡ διαπλάσασά τε καὶ τελειώσασα φύσις εἰργάσατο
                            <lb/>χωρὶς διδασκαλίας ἐπὶ τὴν οἰκείαν ἐνέργειαν ἔρχεσθαι· καὶ
                            <lb/>βάσανόν γε τούτου μεγίστην ἐποιησάμην ποτὲ θρέψας ἔριφον, <pb n="443"/> ἄνευ τοῦ θεάσασθαί ποτε τὴν κυήσασαν. αἶγας γὰρ ἐγκύμονας
                            <lb/>ἀνατεμὼν ἕνεκα τῶν ἐζητημένων θεωρημάτων τοῖς ἀνατομικοῖς
                            <lb/>ἀνδράσι περὶ τῆς κατὰ τὸ κυούμενον οἰκονομίας, εὑρών <lb/>ποτε
                            γενναῖον τὸ ἔμβρυον, ἀπέλυσα μὲν τῆς μήτρας, <lb/>ὥσπερ εἰώθαμεν·
                            ἁρπάσας δὲ πρὶν θεάσασθαι τὴν κυήσασαν, <lb/>εἰς οἶκον μέν τινα κομίσας
                            κατέθηκα, πολλὰ μὲν ἔχοντα λεκάνια, <lb/>τὸ μὲν οἴνου, τὸ δὲ ἐλαίου, τὸ
                            δὲ μέλιτος, τὸ δὲ γάλακτος, <lb/>ἢ ἄλλου τινὸς ὑγροῦ πλῆρες, οὐκ ὀλίγα
                            δ’ ἄλλα τῶν <lb/>δημητρίων καρπῶν, ὥσπέρ γε καὶ τῶν ἀκροδρύων·
                            ἐθεασάμεθα <lb/>δὲ τὸ ἔμβρυον ἐκεῖνο πρῶτον μὲν βαδίζον τοῖς ποσὶν,
                            <lb/>ὥσπερ ἀκηκοὸς ἕνεκα βαδίσεως ἔχειν τὰ σκέλη· δεύτερον δ’
                            <lb/>ἀποσειόμενον τὴν ἐκ τῆς μήτρας ὑγρότητα· καὶ τρίτον ἐπὶ <lb/>τούτῳ
                            κνησάμενον ἑνὶ τῶν ποδῶν τὴν πλευράν· εἶτ’ ὀσμώμενον <lb/>εἴδομεν αὐτὸ
                            τῶν κειμένων κατὰ τὸν οἶκον ἑκάστου· <lb/>ὡς δὲ πάντων ὠσμᾶτο, τοῦ
                            γάλακτος ἀπεῤῥόφησεν, ἐν ᾧ καὶ <lb/>ἀνεκεκράγαμεν ἅπαντες, ἐναργῶς
                            ὁρῶντες ὅπερ Ἱπποκράτης <lb/>ἔφη· φύσιες ζώων ἀδίδακτοι. καὶ τοίνυν καὶ
                            ἀνεθρέψαμεν <lb/>ἐκεῖνο τὸ ἐρίφιον, εἴδομέν τε προσφερόμενον ὕστερον οὐ
                            τὸ <pb n="444"/> γάλα μόνον, ἀλλὰ καὶ ἄλλα τινὰ τῶν κειμένων. ὄντος δὲ
                            <lb/>τοῦ καιροῦ, καθ’ ὃν ἐξῃρέθη τῆς μητρὸς ὁ ἔριφος, ἐγγὺς τῆς
                            <lb/>ἠρινῆς ἰσημερίας, μετὰ δύο που μῆνας εἰσεκομισάμην αὐτῷ
                            <lb/>μαλακοὺς ἀκρέμονας θάμνων τε καὶ φυτῶν, ὧν πάλιν καὶ αὐτῶν
                            <lb/>ὀσμησάμενος ἁπάντων ἐνίων μὲν εὐθέως ἀπέστη, τινῶν <lb/>δὲ ἠξίωσε
                            γεύσασθαι, καὶ γευσάμενος ἐπὶ τὴν ἐδωδὴν ἐτράπετο <lb/>τῶν καὶ ταῖς
                            μεγάλαις αἰξὶ συνηθῶν ἐδεσμάτων. ἀλλὰ <lb/>τοῦτο μὲν ἴσως μικρὸν, ἐκεῖνο
                            δὲ μέγα· τὰ γὰρ φύλλα καὶ <lb/>τοὺς μαλακοὺς ἀκρέμονας ἀποφαγὼν
                            κατέπιεν, εἶτ’ ὀλίγον <lb/>ὕστερον ἐπὶ τὸ μηρυκάζειν ἧκεν, ὃ πάλιν οἱ
                            θεασάμενοι πάντες <lb/>ἀνεβόησαν, ἐκπλαγέντες ἐπὶ ταῖς φυσικαῖς τῶν ζώων
                            δυνάμεσι· <lb/>μέγα μὲν γὰρ ἦν καὶ τὸ πεινῆσαν διά τε τοῦ στόματος
                            <lb/>καὶ τῶν ὀδόντων προσφέρεσθαι τὴν ἐδωδὴν, ἀλλ’ ὅτι τὸ <lb/>καταποθὲν
                            εἰς τὴν γαστέρα, πρῶτον μὲν ἀναφέρειν εἰς τὸ <lb/>στόμα προσῆκεν, ἔπειτα
                            λεαίνειν ἐν αὐτῷ μασσώμενον ἐν <lb/>χρόνῳ πολλῷ, καὶ μετὰ ταῦτα
                            καταπίνειν μηκέτι εἰς τὴν <lb/>αὐτὴν κοιλίαν, ἀλλ’ εἰς ἑτέραν, ἱκανῶς
                            ἡμῖν ἐφαίνετο <lb/>θαυμάσιον εἶναι. παρορῶσι δ’ οἱ πολλοὶ τὰ τοιαῦτα
                            <lb/>τῆς φύσεως ἔργα, μόνα τὰ ξένα θεάματα θαυμάζοντες. <pb n="445"/>
                            ἐπεί τοι πῶς οὐ θαυμαστὸν τὸ τοὺς μὲν ἀνατομικωτάτους <lb/>τῶν ἰατρῶν
                            ζητεῖν, ὑπὸ τίνος μὲν μυὸς ἐκτείνεται τόδε τὸ <lb/>ἄρθρον, οἷον φέρε τὸ
                            κατ’ ἰσχίον, ὑπὸ τίνος δὲ κάμπτεται, <lb/>τίνες δ’ εἰσὶν οἱ ἐφ’ ἑκάτερα
                            πρὸς τὸ πλά<milestone unit="ed2page" n="528"/>γιον ἀπάγοντες <lb/>αὐτὸ,
                            καὶ τίνες οἱ περιστρέφοντες ἑκατέρωσε· τὸ δ’ ἐρίφιον <lb/>ἣν ἂν ἐθελήσῃ
                            κίνησιν ἑκάστης διαρθρώσεως εὐθέως ἐργάζεσθαι, <lb/>καθάπερ γε καὶ τοὺς
                            ἀνθρώπους αὐτοὺς, καίτοι γ’ <lb/>ἀγνοοῦντας ὑπὸ τίνος μυὸς ἑκάστη
                            γίνεται κίνησις; ἐπὶ γοῦν <lb/>τῆς κατὰ τὴν γλῶτταν κινήσεως, ἵν’ ὡς ἐν
                            παραδείγματι ταύτης <lb/>μνημονεύσω, πῶς οὐκ ἄν τις θαυμάσειεν τοὺς μὲν
                            ἀνατομικοὺς <lb/>διαφωνοῦντας ἀλλήλοις εὑρὼν οὐ μόνον περὶ τὸν
                            <lb/>ἀριθμὸν τῶν μυῶν, ἀλλὰ καὶ περὶ τὰς ἐνεργείας αὐτῶν, τὴν <lb/>δὲ
                            φύσιν εὑρὼν τὰ παιδία δεδιδαχυῖαν, ὅπως μὲν μιμήσηται <lb/>τήνδε τὴν
                            φωνὴν, ἤ τινα τῶν ἄλλων, ὅπως δὲ τὴν γλῶτταν <lb/>κινήσηται, καὶ διὰ
                            τίνων μυῶν ἐργάσηται τὴν αὐτὴν φωνήν; <lb/>οὕτω δὲ καὶ περὶ πάσης τῆς
                            ἄλλων φωνῆς τε καὶ ἀναπνοῆς, <lb/>καὶ συνελόντι φάναι τῶν προαιρετικῶν
                            ἐνεργειῶν θαυμάσειεν <lb/>ἄν τις τὸ τῶν ὀργάνων αὐτοδίδακτον. οὐ μικρᾶς
                            οὖν οὐδὲ <pb n="446"/> περὶ τούτων τῶν ἐνεργειῶν διαφωνίας γεγονυίας
                            τοῖς ἀνατομικοῖς <lb/>ἀνδράσιν, ὅπως τε γίγνονται καὶ δι’ ὧν τινων
                            ὀργάνων, <lb/>ὅμως ἀναπνεῖ καὶ φωνεῖ πάντα τὰ ζῶα μετὰ τὴν <lb/>πρώτην
                            γένεσιν εὐθέως. οὐδὲν οὖν θαυμαστόν ἐστι καὶ τὰ <lb/>γεννητικὰ μόρια τὰς
                            ἐνεργείας ὧν χάριν ὑπὸ τῆς φύσεως <lb/>ἐγίγνετο γιγνώσκειν εὐθέως ἐξ
                            ἀρχῆς, ἐπεὶ κατὰ τί συλλαβοῦσα <lb/>μὲν ἡ μήτρα τὸ σπέρμα μέμυκεν
                            ἀκριβῶς ἄχρι τοῦ τελειωθῆναι <lb/>τὸ ἔμβρυον, ἀνοίγνυσι δὲ ἐπὶ πλεῖστον,
                            αὐτοῦ <lb/>τελειωθέντος, ἀνοίξασά τε δι’ αὐτὸ τοῦτο τὸ ἔμβρυον ἐκκρίνει;
                            <lb/>καταφρονεῖται δὲ καὶ ταῦτα τῷ συνεχεῖ τῆς θέας, καὶ <lb/>παρορᾶται
                            τοῖς πολλοῖς, ὡς τὸ μηδὲν εἰθικόσι θαυμάζειν, οὐ <lb/>τὰ θαυμαστὰ κατ’
                            ἀλήθειαν, ἀλλὰ τὰ σπανίως αὐτοῖς ὁρώμενα. <lb/>τί γὰρ ἂν εἴη τῇ φύσει
                            θαυμασιώτερον τοῦ μησὶν <lb/>μὲν ὅλοις ἐννέα μεμυκέναι τὸ τῆς μήτρας
                            στόμιον οὕτως ἀκριβῶς, <lb/>ὡς μηδὲ πυρῆνα μήλης παραδέχεσθαι,
                            τελειωθέντος δὲ <lb/>τοῦ κυϊσκομένου διάστασιν ἴσχειν τηλικαύτην, ὡς
                            ὅλον τὸ <lb/>ζῶον ἐξέρχεσθαι δι’ αὐτοῦ; οὔκουν ἀπιστεῖ τις αὐτοδίδακτον
                            <lb/>εἶναι καὶ τὴν τῶν αἰδοίων δύναμιν, ὥστε τὸ συριγγῶδες ἐκεῖνο ﻿<pb n="447"/> σῶμα, τὸ νευρῶδες τὴν ἰδέαν, ὅτ’ ἂν ἐπὶ συνουσίαν ὁρμήσῃ
                            <lb/>τὸ ζῶον, εὐθέως διΐστασθαι, φυσικὴν ἔχον τὴν διαστέλλουσαν
                            <lb/>αὐτὸ δύναμιν, ὥσπερ ἡ καρδία τε καὶ ἀρτηρία, πλὴν ὅτι <lb/>διὰ
                            παντὸς ἐκεῖνα μὲν κινεῖται, διότι καὶ τῆς ἐνεργείας αὐτῶν <lb/>ἀεὶ
                            χρῄζομεν, οὐ διὰ παντὸς δὲ τὸ συριγγῶδες νεῦρον κινεῖται, <lb/>ἀλλ’ ὅταν
                            ἡ χρεία καλῇ· διαστελλομένου δὲ αὐτοῦ, τὸ ἐκ τῶν <lb/>ἀρτηριῶν ἕπεται
                            πνεῦμα, καθάπερ ὁ πνεύμων τῷ θώρακι, τῇ <lb/>πρὸς τὸ κενούμενον
                            ἀκολουθίᾳ. δύναιτο δ’ ἄν τις ἴσως καὶ <lb/>ταῖς ἀρτηρίαις ἀνατιθέναι τὴν
                            δύναμιν τοῦ πληροῦντος πνεύματος <lb/>τὸ συριγγῶδες νεῦρον, ὅτ’ ἂν
                            ὁρμήσῃ τὸ ζῶον ἐπὶ συνουσίαν· <lb/>ἄμεινον δὲ πολὺ τοῦ νεύρου φάναι τὴν
                            ἐνέργειαν εἶναι <lb/>ταύτην, οὐ τῶν ἀρτηριῶν, εἴ γε τὰς ἐνεργείας ἐκ τῆς
                            τῶν <lb/>μορίων οἰκείας οὐσίας, οὐκ ἐκ τῆς θέσεως εὔλογόν ἐστι
                            γίγνεσθαι, <lb/>καὶ τήν τε καρδίαν, εἰ καὶ κατ’ ἄλλο τι μέρος ἔκειτο,
                            <lb/>τὴν αὐτὴν ἐνέργειαν ἔχειν, ἧπάρ τε καὶ σπλῆνα, καὶ τὰ ἄλλα
                            <lb/>πάντα. καὶ τὰς ἀρτηρίας οὖν ἐν ἅπαντι μορίῳ τοῦ σώματος
                            <lb/>εὔλογόν ἐστι τὴν αὐτὴν ἐνέργειαν ἔχειν, ὥσπερ καὶ φαίνονται·
                            <lb/>καθ’ ἕνα γέ τοι καιρὸν αἱ καθ’ ὅλον τὸ ζῶον ἀρτηρίαι
                            <lb/>διαστέλλονται παραπλησίως ἀλλήλαις· ὥστ’ οὐκ εἰκός ἐστι, <pb n="448"/> τὰς εἰς τὸ αἰδοῖον ἐμφυομένας ἀρτηρίας ἄλλην τινὰ δύναμιν
                            <lb/>ἐπικτᾶσθαι παρὰ τὴν ἐν ὅλῳ τῷ σώματι προϋπάρχουσαν αὐταῖς,
                            <lb/>ἀλλ’ εὐρύτερα ἔχειν τὰ στόματα τῶν ἄλλων ἀρτηριῶν <lb/>εὔλογον, εἰς
                            τάχος τῆς πρὸς τὸ κενούμενον ἀκολουθίας παρεσκευασμένας, <lb/>ἀεὶ γὰρ ἡ
                            φύσις φαίνεται τὸ χρήσιμον ἑκάστῃ <lb/>τῶν ἐνεργειῶν πανταχόθεν
                            ἐκπληροῦσα, <milestone unit="ed2page" n="529"/>δύναμιν δὲ <lb/>ἐνεργείας
                            ἐξαίρετον οὐδεμίαν ἴσχειν ἑτέραν, ὅταν εἰς τὸ αἰδοῖον <lb/>ἀφίκωνται·
                            θερμανθείσης μέντοι τῆς ὀσφύος, εὔλογόν <lb/>ἐστι θερμοτέρας τε
                            γίγνεσθαι τὰς ἀρτηρίας ἀναστομοῦσθαί <lb/>τε μᾶλλον, ὥστε καὶ κατὰ τοῦτο
                            προχεῖν πνεύματος οὐκ ὀλίγην <lb/>οὐσίαν εἰς τὸ συριγγῶδες νεῦρον, ὑφ’
                            οὗ κατ’ ὀλίγον πληρούμενον <lb/>ἐντείνεται τὸ αἰδοῖον, ὡς ἂν ὅλης τῆς
                            οὐσίας αὐτοῦ <lb/>κατὰ τὸ συριγγῶδες ὑπαρχούσης νεῦρον. τούτων ἡμῖν
                            ἐγνωσμένων, <lb/>ἐπὶ τὴν τοῦ πριαπισμοῦ διάθεσιν ἔλθωμεν. ὅτι μὲν
                            <lb/>γὰρ ἤτοι κατὰ τὰ στόματα τῶν ἀρτηριῶν εὐρυνόμενα γίγνεται <lb/>τὸ
                            πάθος, ἢ κατὰ τὸ συριγγῶδες νεῦρον ἀτμῶδες πνεῦμα γεννῆσαν, <lb/>ἐκ τῶν
                            προεγνωσμένων φαίνεται· πότερον δ’ αὐτῶν <lb/>μᾶλλον ἄν τις <milestone unit="ed1page" n="320"/>αἰτιάσαιτο, ζητητέον. ἐμοὶ δὴ δοκεῖ κατ’
                            <lb/>ἀμφότερα μὲν γίγνεσθαι, πλεονάκις δὲ τοῖς τῶν ἀρτηριῶν <pb n="449"/> στόμασιν εὐρυνομένοις ἕπεσθαι· ῥᾷον γὰρ εὐρυνθῆναι ταῦτα <lb/>τοῦ
                            πνεῦμα φυσῶδες ἐν τῷ συριγγώδει νεύρῳ γεννηθῆναι· <lb/>καί μοι δοκῶ τὴν
                            μὲν κατὰ τὸ νεῦρον διάθεσιν ἅπαξ ἑωρακέναι, <lb/>τὴν δὲ τῶν ἀρτηριῶν
                            πολλάκις· ἐτεκμηράμην δὲ τοῦτο <lb/>τοῖς τε προηγησαμένοις συμπτώμασι
                            καὶ τῷ τρόπῳ τῆς θεραπείας. <lb/>ᾧ μὲν γὰρ οἱ παλμοὶ τοῦ αἰδοίου
                            συνεχεῖς προηγοῦντο, <lb/>πνεῦμα φυσῶδες ἦν αἴτιον, καὶ πρὸς τοῦτο τὴν
                            θεραπείαν <lb/>ἅπασαν ἁρμοσάμενος ἰασάμην τὸν ἄνθρωπον· οἷς δὲ <lb/>τὰ
                            στόματα τῶν ἀρτηριῶν ηὐρύνθη, τοιοῦτον μὲν οὐδὲν <lb/>προηγεῖτο
                            σύμπτωμα, συμβεβήκει δὲ τῷ μέν τινι πολλῷ χρόνῳ <lb/>παρὰ τὸ ἔθος
                            ἀφροδισίων ἀπέχεσθαι, τῷ δὲ κακοχύμων ἐδεσμάτων <lb/>καὶ δριμέων ἐδωδῇ
                            κεχρῆσθαι, τῷ δέ τινι ζώνῃ καθ’ <lb/>ὁδοιπορίαν δυοῖν μηνῶν, ἀήθει ζώνης
                            ὄντι. τὴν οὖν ἀναστόμωσιν <lb/>τῶν ἀρτηριῶν ἐτεκμηράμεθα τοῖς μὲν διὰ
                            τὴν ἐκ τῆς <lb/>κακοχυμίας δριμύτητα γεγονέναι, τοῖς δὲ διὰ πνεύματος
                            φυσώδους <lb/>γένεσιν ἀτάκτως τε καὶ βιαίως κινουμένου. καὶ γάρ <lb/>τοι
                            καὶ τὰ φάρμακα τὰ τῶν αἰδοίων ἐντατικὰ, τά τε πινόμενα <lb/>καὶ τὰ κατὰ
                            τοῦ περιναίου καὶ τῆς ὀσφύος ἐπιβαλλόμενα <pb n="450"/> θερμὰ καὶ
                            πνευματώδη πάντ’ ἐστί· ὥσπερ αὖ τὰ ἐναντία <lb/>πάντα ἄφυσα καὶ ψύχοντα
                            μᾶλλον ἢ θερμαίνοντα. <lb/>προσέχειν δὲ χρὴ τῷ λόγῳ μὴ παρατρέχοντα·
                            φάρμακα γὰρ <lb/>εἶπον, οὐκ ἐδέσματα, διότι τῶν ἐδεσμάτων ἔνια μὲν
                            γεννητικὰ <lb/>πολλοῦ σπέρματος ὄντα, κατὰ τοῦτο καὶ τὰς εἰς τὴν
                            <lb/>λαγνείαν ὁρμὰς παροξύνει. ταῦτα μὲν οὖν μαρτυρεῖ τῷ λόγῳ, <lb/>καθ’
                            ὃν ἀρτίως ἐλέγετο καὶ τοὺς τῶν ἀφροδισίων ἀποσχομένους <lb/>ἐνίοτε τοῖς
                            πριαπισμοῖς ἁλίσκεσθαι· συμβαίνει γὰρ τοῦτο <lb/>τοῖς πολυσπέρμοις τε
                            ἅμα καὶ παρὰ τὸ ἔθος ἀποσχομένοις, <lb/>ὅτ’ ἄν μὴ διαπονῶσι πλήθει
                            γυμνασίων τὴν περιουσίαν τοῦ <lb/>αἵματος, καὶ μάλιστα ἐξ αὐτῶν ὅσοι τῆς
                            μὲν τῶν ἀφροδισίων <lb/>ἐννοίας οὐκ ἀπηλλάγησαν, ὥσπερ οἱ σωφρονικοί τε
                            φύσει καὶ <lb/>χρόνῳ πλέονι τὴν τοιαύτην ἐγκράτειαν ἀσκήσαντες, εἰς
                            φαντασίαν <lb/>δ’ αὐτῶν ἀφικνούμενοι, διά τε θεαμάτων ἐξορμᾷν αὐτοὺς
                            <lb/>δυναμένων καὶ δι’ ἀναμνήσεως αὐτῶν· ἐναντιωτάτη γὰρ <lb/>ἡ τούτων
                            τῶν ἀνθρώπων διάθεσις ἐν τοῖς αἰδοίοις γίγνεται τῇ <lb/>τῶν οὐδ’ ὅλως
                            εἰς ἔννοιαν ἀφροδισίων ἐρχομένων. καί τινι <pb n="451"/> φίλῳ προελομένῳ
                            παρὰ τὸ πρόσθεν ἔθος ἀποσχέσθαι τελέως <lb/>ἀφροδισίων εἰς ὄγκον ἐπεδίδω
                            τὸ αἰδοῖον ἐμφυσώμενον, ὡς <lb/>ἀναγκασθῆναι ἀνακοινώσασθαί μοι περὶ τοῦ
                            συμπτώματος. <lb/>ἔφη γὰρ θαυμάζειν, ὅπως τῶδε μὲν τῷ ἀθλητῇ <milestone unit="ed2page" n="530"/>ῥυσσὸν <lb/>καὶ προσεσταλμένον ἐστὶ τὸ
                            αἰδοῖον ἐκ τῆς εὐταξίας, ἑαυτῷ <lb/>δ’ ἀφ’ οὗ τοῦτ’ ἐνεστήσατο,
                            τοὐναντίον συμβαίνει. τότε μὲν <lb/>οὖν αὐτῷ συνεβούλευσα τὸ ἠθροισμένον
                            ἐκκρῖναι σπέρμα, τοῦ <lb/>λοιποῦ δὲ καὶ θεαμάτων καὶ διηγήσεως καὶ
                            μνήμης ἐπεγείρειν <lb/>δυναμένης εἰς ἀφροδίσια παντάπασιν εἴργειν
                            ἑαυτόν. <lb/>ὅσοι δ’ εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἢ ἀθλοῦντες ἢ φωνασκοῦντες ἄπειροι
                            <lb/>τῶν ἀφροδισίων διετέλεσαν, εἴρξαντες παντάπασιν ἑαυτοὺς <lb/>ἁπάσης
                            ἐννοίας τε καὶ φαντασίας τοιαύτης, ἰσχνὰ καὶ ῥυσσὰ <lb/>τοῖς τῶν
                            γερόντων ὁμοίως αὐτοῖς γίνεται τὰ αἰδοῖα. πρὸς <lb/>γὰρ τοῖς ἄλλοις
                            κᾀκεῖνο συμβαίνει τοῖς ἐν νέοτητι κατὰ τὸν <lb/>πρῶτον χρόνον
                            ἀφροδισίοις πολλοῖς χρησαμένοις, εὐρυνομένων <lb/>τῶν ἐν τούτοις τοῖς
                            τόποις ἀγγείων, εὔρουν τε γίγνεσθαι <lb/>πρὸς αὐτὸ τὸ αἷμα καὶ τὴν
                            ὀρεκτικὴν δύναμιν τῶν ἀφροδισίων <lb/>αὐξάνεσθαι, κατὰ τὸν κοινὸν λόγον
                            ἁπασῶν τῶν δυνάμεων, <pb n="452"/> ὃν καὶ Πλάτων ἔγραψε, τὴν μὲν ἡσυχίαν
                            ἐκλύειν λέγων, <lb/>τὴν δ’ ἐν τοῖς οἰκείοις ἔργοις διατριβὴν αὐξάνειν
                            τὴν ῥώμην. <lb/>οὕτως μὲν οὖν καὶ οἱ τιτθοὶ ταῖς μὲν μηδέποτε κυησάσαις
                            <lb/>προσεσταλμένοι διαμένουσι, ταῖς δὲ μετὰ τὸ κυῆσαι θηλαζούσαις
                            <lb/>παιδία μέγιστοι γίγνονται, καὶ διαμένουσί γε γάλα παρέχοντες,
                            <lb/>ἄχρις ἂν θηλάζωσιν, παυομέναις δὲ τοῦ θηλάζειν <lb/>τὰ παιδία καὶ ἡ
                            τοῦ γάλακτος ἐν τοῖς τιτθοῖς γένεσις οὐ <lb/>μετὰ πολὺ παύεται. ταῦτ’
                            οὖν ἡμῖν ἅπαντα προδιεσκεμμένοις <lb/>καὶ πρὸς τὴν θεραπείαν ἀφορμὰς
                            παρέξει, διοριζομένοις <lb/>τὰς αἰτίας, ὑφ’ ὧν ἑκάστῳ τῶν πασχόντων τὸ
                            πάθος ἐγένετο· <lb/>νῦν δ’ οὔπω καιρὸς αὐτῶν, ἀλλ’ ἤδη τέλος ἐχούσης τῆς
                            <lb/>προκειμένης πραγματείας, καταπαύσω τὸν λόγον ἐνταῦθα. </p></div></div></div></body></text></TEI>