<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg057.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="6"><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p>Οὐδ’ ἐνταῦθα χρὴ διαφέρεσθαι, πότερον <lb/>ὑστέραν ἢ μήτραν κλητέον ἐστὶ
                            τὸ πρὸς τὴν κύησιν ὑπὸ τῆς <lb/>φύσεως δοθὲν ταῖς γυναιξὶ μόριον, ὥσπερ
                            οὐδ’ εἰ κατὰ <lb/>τὸν πληθυντικὸν ὀνομαζόμενον ἀριθμὸν ὑστέρας ἢ μήτρας,
                            <lb/>ἢ κατὰ τὸν ἑνικὸν ἐθέλοι τις ὀνομάζειν ὑστέραν καὶ μήτραν. <pb n="414"/> ἄμεινον γὰρ εἰς τὰ χρήσιμα τὸν χρόνον ἀναλίσκειν, ἐξ ὧν
                            εἰς <lb/>διάγνωσιν ἢ πρόγνωσιν, ἢ θεραπείαν, ὄφελός τι καρπωσόμεθα.
                            <lb/>καθάπερ ἀμέλει κᾀπὶ τῆς καλουμένης ὑπὸ μέν τινων <lb/>ὑστερικῆς
                            πνίξεως, ὑπ’ ἐνίων δ’ ἀπνοίας ὑστερικῆς· ὡς ἓν <lb/>γάρ τι τὸ πάθος
                            ἑκατέρᾳ τῇ προσηγορίᾳ δηλούντων ἐστὶν <lb/>ἀκοῦσαι τῶν ἰατρῶν. ἐγὼ δὲ
                            θεασάμενος πολλὰς γυναῖκας <lb/>ὑστερικὰς, ὡς αὐταί τε σφᾶς αὑτὰς
                            ὀνομάζουσιν αἵ τ’ ἰατρίναι <lb/>πρότεραι, παρ’ ὧν εἰκός ἐστι κᾀκείνας
                            ἀκηκοέναι τοὔνομα, <lb/>τινὰς μὲν ἀναισθήτους τε ἅμα καὶ ἀκινήτους
                            κειμένας, ἀμυδρότατόν <lb/>τε καὶ μικρότατον ἐχούσας σφυγμὸν, ἢ καὶ
                            παντελῶς <lb/>ἀσφύκτους φαινομένας, <milestone unit="ed2page" n="518"/>ἐνίας δ’ αἰσθανομένας τε <lb/>καὶ κινουμένας καὶ μηδὲν βεβλαμμένας τοῦ
                            λογισμοῦ, λιποδρανούσας <lb/>τε καὶ μόγις ἀναπνεούσας, ἑτέρας δὲ
                            συνελκομένας <lb/>τὰ κῶλα, διαφορὰς ὑπολαμβάνω τῶν ὑστερικῶν παθημάτων
                            <lb/>εἶναι πλείους, ἤτοι κατὰ τὸ μέγεθος τῆς ποιούσης αἰτίας, ἢ
                            <lb/>κατ’ εἴδη τινὰ διαφερούσας ἀλλήλων. ἡ μὲν οὖν πρώτη <lb/>λελεγμένη
                            διαφορὰ κατὰ τὸ τοῦ Ποντικοῦ Ἡρακλείδου γεγραμμένον <lb/>βιβλίον ἀπορίαν
                            ἔχει πολλὴν ὅπως γίγνεται. <pb n="415"/> λέγεται γὰρ ἄπνους τε καὶ
                            ἄσφυκτος ἐκείνη ἡ ἄνθρωπος γεγονέναι, <lb/>τῶν νεκρῶν ἑνὶ μόνῳ
                            διαλλάττουσα, τῷ βραχεῖαν <lb/>ἔχειν θερμότητα κατὰ τὰ μέσα μέρη τοῦ
                            σώματος· ἐπιγέγραπται <lb/>γοῦν τὸ βιβλίον ἄπνους Ἡρακλείδου· καὶ
                            ζήτησιν <lb/>ἔφη γεγονέναι τοῖς παροῦσιν ἰατροῖς, εἰ μήπω τέθνηκεν.
                            <lb/>Ἡρακλείδου δ’ αὖθις ὕστερον γεγονότες ἔνιοι, βουλόμενοι
                            <lb/>διασώζεσθαί τι τῆς ἀναπνοῆς, εἰ καὶ μὴ φαίνοιτο, κτηδόνας
                            <lb/>ἐρίου διεξαμμένου καταρτᾷν φασι χρῆναι πρὸ τῆς ῥινὸς, εἰς
                            <lb/>διάγνωσιν ἀκριβῆ τοῦ φέρεσθαί τι πνεῦμα διὰ τῆς ἀναπνοῆς <lb/>εἴσω
                            τε καὶ αὖθις ἔξω· τινὲς δὲ κατὰ τὸ στόμα τῆς γαστρὸς <lb/>ἐπιτιθέναι
                            κελεύουσιν λεκάνιον ὕδατος μεστὸν, ἀκίνητον γὰρ <lb/>ἀκριβῶς
                            φυλαχθήσεσθαι τὸ ὑγρὸν, εἰ μηδὲν ὅλως σώζοιτο <lb/>τῆς ἀναπνοῆς. εἰ μὲν
                            οὖν ἀπέθνησκον αἱ οὕτως ἔχουσαι <lb/>πᾶσαι γυναῖκες, ἁπλοῦν ἂν εἴη τὸ
                            ζήτημα· σωζομένων δὲ <lb/>ἐνίων, διπλοῦν γίγνεται, τήν τε διάθεσιν ἡμῶν
                            ζητούντων, <lb/>ὑφ’ ἧς ἀπόλλυται τὸ τῆς ἀναπνοῆς ἔργον, ἔτι τε μᾶλλον
                            ὅπως <lb/>ἔτι χῶσιν αἱ μηδ’ ὅλως ἀναπνέουσαι· πεπίστευται γὰρ ἀχώριστον
                            <lb/>εἶναι τοῦ ἀναπνεῖν τὸ ζῇν, τοῦ τε ζῇν τὸ ἀναπνεῖν, <pb n="416"/>
                            ὥστε καὶ τὸν ζῶντα πάντως ἀναπνεῖν καὶ τὸν ἀναπνέοντα <lb/>πάντως ζῇν. ἢ
                            τοῦτο χαλεπώτερον; οὐκ ἔστι δ’ ὄντως χαλεπώτερον, <lb/>ἀλλὰ θατέρου
                            φωραθῆναι ῥᾷον, εἴ γε καὶ τὰ φωλεύοντα <lb/>ζῶα νεκροῖς ὅμοια κατὰ τοὺς
                            φωλεοὺς εἰργμένα, τῆς <lb/>ἀναπνοῆς οὐδὲν ἀποσώζοντα φαίνεται· τούτου
                            γὰρ ἐγνωσμένου <lb/>καὶ σαφῶς ἐκείνων ὁρωμένων τῶν ζώων ψυχρῶν,
                            ἀποδεδειγμένου <lb/>δὲ καὶ τοῦ τὴν μεγίστην χρείαν τῆς ἀναπνοῆς εἶναι
                            <lb/>σωτηρίαν τῆς ἐμφύτου θερμασίας, δι’ ἐμψύξεώς τε καὶ ῥιπίσεως
                            <lb/>γιγνομένην, οὐδὲν ἔτι δύσκολόν ἐστιν ἐπιλογίσασθαι, τὴν
                            <lb/>ὑπολειπομένην αὐτοῖς ὀλίγην θερμασίαν φυλάττεσθαι διὰ <lb/>τοῦ τῶν
                            ἀρτηριῶν τε καὶ τῆς καρδίας ἔργου, καλουμένου δ’ <lb/>ὑπό τινων ἰατρῶν
                            διαπνοῆς, ὥσπερ τοῦ διὰ θώρακός τε καὶ <lb/>πνεύμονος ἀναπνοῆς. ἐγχωρεῖ
                            τοίνυν ἐπὶ τῆς ὑστερικῆς <lb/>ἀπνοίας, ἐπειδὴ κατέψυκται τὸ πᾶν σῶμα,
                            φαίνεται γὰρ <lb/>ἐναργῶς τοῦτο, τὴν μὲν διὰ τοῦ στόματος ἀναπνοὴν
                            μηδόλως <lb/>γίγνεσθαι, τὴν δὲ διὰ τῶν ἀρτηριῶν γίγνεσθαι· δυνατὸν
                            <lb/>δε καὶ γιγνομένην αὐτὴν ἐλαχίστην λανθάνειν τὴν αἴσθησιν.
                            <lb/>ἐφεξῆς γοῦν ἡμᾶς διαδέξεται ζήτημα πρὸς τὸ μηδὲν ἔτι τῶν ﻿<pb n="417"/> κατὰ τοῦτο τὸ πάθος ἀπορεῖν, ὑπὸ τίνος αἰτίας ψύχεται τὸ
                            <lb/>σῶμα. τάχα δ’ ἂν εὑρεθείη καὶ τοῦτο τὰς προηγουμένας αἰτίας
                            <lb/>ἐπισκεψαμένων ἡμῶν οὔσας τοιαύτας. ὡμολόγηται τοῦτο <lb/>τὸ πάθος
                            γίγνεσθαι ταῖς χηρευούσαις ἐπὶ πολὺ, καὶ μάλισθ’ <lb/>ὅταν ἐν τῷ πρόσθεν
                            χρόνῳ καθαιρόμεναί τε καλῶς καὶ κυϊσκόμεναι, <lb/>καὶ ταῖς πρὸς τοὺς
                            ἄνδρας συνουσίαις χρώμεναι, <lb/>στερηθῶσιν ἁπάντων αὐτῶν. τί ἂν οὖν τις
                            ἐκ τούτων ἔχοι <lb/>συλλογίσασθαι πιθανώτερον τοῦ διὰ τὴν ἐπίσχεσιν τῶν
                            καταμηνίων <lb/>ἢ τοῦ σπέρματος ἐπιγίγνεσθαι ταῖς γυναιξὶ ταύτας
                            <lb/>τὰς ὑστερικὰς ὀνομαζομένας διαθέσεις, εἴτ’ ἄπνοιαί τινες, <lb/>εἴτε
                            πνίγες, εἴτε καὶ συνολκαί τινες τύχοιεν οὖσαι; καὶ μᾶλλον <lb/>ἴσως διὰ
                            τὴν τοῦ σπέρματος ἐπίσχεσιν, ἐπειδὴ τοῦτο <lb/>μεγάλην τε δύναμιν ἔχει
                                <milestone unit="ed2page" n="519"/>καὶ ταῖς γυναιξὶν ὑγρότερόν
                            <lb/>τε καὶ ψυχρότερόν ἐστιν, ἀποκρίνεσθαί τε δεῖται ταῖς φύσει
                            <lb/>πολυσπέρμοις, ὥσπερ καὶ τοῖς ἄῤῥεσι. καὶ γὰρ καὶ τούτων
                            <lb/>ἔγνωμεν οὐκ ὀλίγην διαφορὰν, ἐνίων μὲν εὐθέως ἀπὸ <lb/>νεότητος ἐπὶ
                            ταῖς συνουσίαις ἀσθενῶν γιγνομένων, τινῶν <lb/>δ’, εἰ μὴ συνεχῶς χρῷντο,
                            βαρυνομένων τε τὴν κεφαλὴν, <pb n="418"/> ἀσωδῶν τε καὶ <milestone unit="ed1page" n="315"/>πυρετωδῶν γιγνομένων, καὶ χεῖρον ὀρεγομένων
                            <lb/>καὶ ἧττον πεττόντων· ὧν τὸ σῶμα δένδροις ὁ <lb/>Πλάτων εἴκαζε
                            πολυκαρποτέροις τοῦ συμμέτρου. τοιαύτης <lb/>γοῦν ἐνίους ὄντας φύσεως,
                            εἶτ’ ἐγκρατεῖς ἀφροδισίων χρήσεως <lb/>ὑπ’ αἰσχύνης γενομένους,
                            ναρκώδεις τε καὶ δυσκινήτους ἔγνωμεν <lb/>ἀποτελεσθέντας· ἐνίους δὲ καὶ
                            σκυθρωποὺς ἀλόγως καὶ <lb/>δυσέλπιδας, ὁμοίως τοῖς μελαγχολικοῖς,
                            ὀρεχθῆναί τε καὶ <lb/>πέψαι χείρους. οἶδα δέ τινα διὰ πένθος τῆς
                            γυναικὸς ἀποσχόμενον <lb/>ἀφροδισίων, οἷς ἔμπροσθεν ἐχρῆτο συνεχῶς,
                            ἀνόρεκτόν <lb/>τε ἅμα καὶ εἰ προσενέγκοιτο βραχύ τι, μηδὲ τοῦτο
                            <lb/>πέττειν δυνάμενον· εἰ δὲ καὶ βραχὺ πλείω ποτὲ λάβοι βιασάμενος
                            <lb/>ἑαυτὸν, εὐθέως ἐμοῦντα δηλονότι, καὶ δυσθυμούμενον <lb/>οὐκ ἐπὶ
                            τούτοις μόνον, ἀλλὰ καὶ χωρὶς αἰτίας φανερᾶς ὁμοίως <lb/>τοῖς
                            μελαγχολικοῖς· ᾧ πάντ’ ἐπαύσατο τάχιστα τὸ ἐξ ἀρχῆς <lb/>ἔθος
                            ἀναλαβόντι. τὰ τοιαῦτα γοῦν ἀναλογιζομένῳ μοι κατ’ <lb/>ἐμαυτὸν ἐφαίνετο
                            μείζονα δύναμιν ἔχειν εἰς βλάβην σώματος <lb/>ἡ τοῦ σπέρματος ἐπίσχεσις
                            τῆς τῶν καταμηνίων, ἐπ’ ἐκείνων <lb/>τῶν σωμάτων, ἐφ’ ὧν αὐτό τε φύσει
                            κακοχυμότερόν ἐστι <pb n="419"/> καὶ πλέον, ὅ τε βίος ἀργότερος, ἥ τε
                            τῶν ἀφροδισίων χρῆσις <lb/>ἔμπροσθεν μὲν ἱκανῶς πολλὴ, μετὰ ταῦτα δ’
                            ἀθρόα τις <lb/>ἀποχὴ τῶν πρόσθεν. ἐνενόησα δὲ τούτοις ἔτι τὴν φυσικὴν
                            <lb/>ἐπιθυμίαν τῆς ἀποκρίσεως αὐτοῦ αἰτίαν εἶναι· βιάζεται γὰρ
                            <lb/>ἅπαντας ἀνθρώπους, ὅτ’ ἂν ᾖ τοιοῦτό τε καὶ πολὺ, πρὸς <lb/>τὴν
                            ἔκκρισιν αὐτοῦ. Διογένης οὖν ὁ κυνικὸς ὡμολόγηται μὲν <lb/>ἁπάντων
                            ἀνθρώπων καρτερικώτατος γεγονέναι, πρὸς ἅπαν <lb/>ἔργον ἐγκρατείας τε
                            καὶ καρτερίας δεόμενον· ἀλλ’ ὅμως καὶ <lb/>οὗτος ἀφροδισίοις ἐχρῆτο, τὴν
                            ὄχλησιν τὴν ἐκ τοῦ κατεχομένου <lb/>σπέρματος ἀποθέσθαι βουλόμενος, οὐχ
                            ὡς ἐπ’ ἀγαθόν <lb/>τι τὴν ἐζευγμένην αὐτοῦ τῇ κενώσει παραγιγνόμενος
                            ἡδονήν. <lb/>ἑταίρᾳ γοῦν ποτε συνθέμενος, ὥς φασιν, ὡς πρὸς αὐτὸν
                            <lb/>ἀφίκηται, βραδυνούσης αὐτῆς, ἀπετρίψατο τὸ σπέρμα προσαπτόμενος
                            <lb/>τῇ χειρὶ τοῦ αἰδοίου, καὶ μετὰ ταῦτα παραγενομένην <lb/>ἀπέπεμψεν,
                            εἰπὼν τὴν χεῖρα φθάσαι τὸν ὑμέναιον ᾆσαι. <lb/>καὶ δῆλον ἐναργῶς ἐστιν,
                            οὐ διὰ τὴν ἡδονὴν ἔρχεσθαι τοὺς <lb/>σώφρονας ἐπὶ συνουσίαν, ἀλλὰ τὴν
                            ὄχλησιν ἰάσασθαι βουλομένους, <lb/>ὡς εἰ καὶ χωρὶς ἡδονῆς ἐγίγνετο. κατὰ
                            τοῦτο δ’ ἡγοῦμαι <pb n="420"/> καὶ τἄλλα ζῶα πρὸς ἀφροδισίων ὁμιλίαν
                            ὁρμᾷν, οὐ δόγμα <lb/>πεποιημένα τὴν ἡδονὴν ἀγαθὸν ὑπάρχειν, ἀλλ’ ἐπὶ τὴν
                            ἀπόκρισιν, <lb/>ὡς ἀνιῶντος ἐν τῷ κατέχεσθαι τοῦ σπέρματος, ἀφικνούμενα,
                            <lb/>καθάπερ, οἶμαι, καὶ τὸ ἀποπατεῖν καὶ τὸ οὐρεῖν <lb/>αὐτοῖς ὑπάρχει
                            φύσει. ἐν ταύταις μού ποτε ταῖς ἐννοίαις ὄντος <lb/>ἐφάνη τοιόνδε συμβὰν
                            ἐκ πολλοῦ χρόνου χηρευούσῃ <lb/>γυναικί. κατεχόντων γὰρ αὐτὴν καὶ ἄλλων
                            μέν τινων ὀχληρῶν <lb/>καὶ νευρικῶν διατάσεων, εἰπούσης δὲ τῆς μαίας
                            ἀνεσπάσθαι <lb/>τὴν μήτραν, ἔδοξε χρήσασθαι βοηθήμασιν οἷς εἰώθασιν
                            <lb/>εἰς τὰ τοιαῦτα χρῆσθαι· χρωμένης δ’ αὐτῆς, ὑπό τε <lb/>τῆς αὐτῶν
                            θερμασίας καὶ τῆς κατὰ τὴν θεραπείαν ψαύσεως <lb/>τῶν γυναικείων τόπων,
                            ἐγένοντο συνολκαὶ μετὰ πόνου τε <lb/>ἅμα καὶ ἡδονῆς ὅμοιαι ταῖς κατὰ τὰς
                            συνουσίας, ἐφ’ αἷς ἐκκριθέντος <lb/>παχέος τε καὶ πολλοῦ σπέρματος,
                            ἀπηλλάγη τῶν <lb/>κατεχόντων αὐτὴν ὀχληρῶν ἡ γυνή. διὰ ταῦτα μὲν οὖν
                            <lb/>ἐφάνη μοι μείζονα δύναμιν <milestone unit="ed2page" n="520"/>ἔχειν
                            εἰς βλάβην τοῦ σώματος <lb/>ὅλου τὸ κακοχυμότερον σπέρμα τῶν καταμηνίων·
                            <lb/>ὥστε κᾂν ἐκεῖνά ποτε γίγνηται ταῖς χηρευούσαις, ἀλλὰ τήν <lb/>γε
                            τοῦ σπέρματος ἐποχὴν ἀνιαράν τε ἅμα καὶ βλαβερὰν <pb n="421"/> ὑπάρχειν
                            αὐταῖς. ὅσοι δ’ οἴονται μεγάλων συμπτωμάτων ἐν <lb/>ὅλῳ τῷ σώματι
                            γιγνομένων, ἀπίθανον εἶναι, χυμὸν ὀλίγον <lb/>ἐν ἑνὶ μορίῳ περιεχόμενον
                            αἰτιᾶσθαι, δοκοῦσί μοι λίαν ἀμνήμονες <lb/>εἶναι τῶν ὁσημέραι γινομένων.
                            ἐπὶ γοῦν τοῖς τῶν <lb/>φαλαγγίων δήγμασιν ὅλον ὁρᾶται πάσχον τὸ σῶμα,
                            μικροῦ <lb/>τινος ἰοῦ κατὰ βραχυτάτην ὀπὴν ἐνιεμένου. τὸ δὲ τῶν σκορπίων
                            <lb/>ἐστὶ θαυμασιώτερον, ὅτι καὶ τὰ συμπτώματα διὰ συντόμων
                            <lb/>ἐπιφέρουσι σφοδρότατα, καὶ τὸ καταβαλλόμενον ἐγχριμψάντων
                            <lb/>αὐτῶν ἤτοι παντάπασιν ὀλίγιστον ἢ ὅλως οὐδέν <lb/>ἐστιν, ἀτρήτου γε
                            τοῦ κέντρου φαινομένου. καὶ μὴν ἀναγκαῖον, <lb/>οὐχ ἁπλῶς ὅτι νένυκταί
                            τις ὥσπερ ὑπὸ βελόνης, εὐθέως <lb/>ὅλον τὸ σῶμα χαλάζαις βάλλεσθαι
                            δοκεῖν, ἅμα λειποθυμίαις, <lb/>ἀλλ’ ἤτοι γε πνεύματός τινος, ἢ λεπτῆς
                            ὑγρότητος <lb/>ἐνιεμένης, εὔλογον γίγνεσθαι ταῦτα. τινὲς δ’ ἡγοῦνται καὶ
                            <lb/>τῷ ψαῦσαι μόνον ἐνίας τῶν οὐσιῶν ἀλλοιοῦν δύνασθαι τὰ
                            <lb/>πλησιάζοντα, μόνῃ τῇ κατὰ τὴν ποιότητα δυνάμει· ταύτην <lb/>γὰρ
                            φύσιν κᾀπὶ τῶν θαλαττίων ναρκῶν ὁρᾶσθαι, δύναμιν <lb/>ἰσχυρὰν οὕτως
                            ἔχουσαν, ὡς καὶ διὰ τοῦ τῶν ἁλιέων τριόδοντος ﻿<pb n="422"/>
                            ἀναδιδομένης τῆς ἀλλοιώσεως εἰς τὴν χεῖρα, ναρκώδη παραχρῆμα <lb/>πᾶσαν
                            αὐτὴν γίγνεσθαι. ταῦτά τε οὖν ἱκανὰ τεκμήρια <lb/>τοῦ σμικρὰν οὐσίαν
                            ἀλλοιώσεις μεγίστας ἐργάζεσθαι μόνῳ τῷ <lb/>ψαῦσαι, καὶ τὸ κατὰ τὴν
                            Ἡρακλείαν λίθον, ἣν καὶ μαγνῆτιν <lb/>ὀνομάζουσιν, οὐχ ἥκιστα. τοῦ μὲν
                            γὰρ ψαύσαντος αὐτῆς <lb/>σιδηρίου κρεμαννυμένου χωρὶς δεσμοῦ, δεύτερον
                            ἄλλο τοῦ <lb/>ψαύσαντος ψαῦον ὁμοίως τῷ πρώτῳ πάλιν ἐξ αὐτοῦ
                            κρεμάννυται, <lb/>κᾄπειτ’ ἄλλο τρίτον ἐκ τοῦ δευτέρου. φαινομένου
                            <lb/>δὴ σαφῶς, ἰσχυροτάτην ἔχειν τὴν δύναμιν ἐνίας τῶν οὐσιῶν,
                            <lb/>ὑπόλοιπον ἂν εἴη ζητεῖν, εἰ διαφθορά τις ἐν τοῖς ζώοις δύναται
                            <lb/>γενέσθαι τηλικαύτη τὸ μέγεθος, ὡς ἰῷ θηρίου παραπλησίαν <lb/>ἔχειν
                            ποιότητά τε καὶ δύναμιν. ἢ καὶ τοῦτο κέκριται <lb/>πρὸς αὐτῶν τῶν
                            ἰατρῶν, οἵ γε τῶν προβλημάτων ἕν τι <lb/>πεποίηνται, πότερον ἴδια
                            φαρμακείας ἐστὶ σημεῖα, ἢ οὐκ <lb/>ἔστιν; καὶ οἵ γε κάλλιστα δοκοῦντες
                            εἰρηκέναι περὶ αὐτοῦ τὰ <lb/>μὲν αὐτὰ γίγνεσθαι πάθη συγχωροῦσι κατά τε
                            τὰς τῶν <lb/>θανασίμων φαρμάκων δόσεις καὶ τὰς ἐκ τοῦ σώματος <lb/>ἡμῶν
                            ὁρμωμένας διαφθοράς· οὐ μὴν ἀδιακρίτους γε τοὺς <lb/>εἰληφότας φάρμακα
                            ἀπὸ τῶν μὴ λαβόντων ὑπάρχειν· <pb n="423"/> ὅταν γὰρ εὐχύμῳ τινὶ φύσει,
                            δεδιῃτημένῳ τε κατὰ πάντα <lb/>τρόπον ὑγιεινῶς ἐξαιφνίδιος γένηται
                            θάνατος, οἷος ἐπί τινι <lb/>τῶν δηλητηρίων φαρμακὼν, εἶτα πελιδνὸν, ἢ
                            μέλαν, ἢ ποικίλον, <lb/>ἢ διαῤῥέον, ἢ σηπεδόνος ἀνιαρᾶς ἀπόζει τὸ σῶμα,
                            φάρμακον <lb/>εἰληφέναι τοῦτόν φασιν. εἴπερ οὖν συγχωρεῖται τοιαῦτα
                            <lb/>πάθη καταλαμβάνειν ἡμᾶς ἐξ ἡμῶν αὐτῶν ἔχοντα τὴν ὁρμὴν <lb/>τῆς
                            γενέσεως, οἷα γίνεται δηλητηρίου φαρμάκου ληφθέντος, <lb/>οὐδὲν
                            θαυμαστὸν εἰ σπέρμα κακόχυμον, ἢ καταμήνιον ὁμοίως <lb/>ἔχον,
                            ἐπισχεθέντα καὶ διασαπέντα, συμπτώματα φέρει χαλεπὰ <lb/>τοῖς παθεῖν
                            ἐπιτηδείως ἔχουσι σώμασιν. μαθεῖν γὰρ <lb/>ἔστι κᾀπὶ τῶν κυνῶν, ὅσην
                            ἔχει δύναμιν ἡ πρὸς τὸ παθεῖν <lb/>ὁτιοῦν ἐπιτηδειότης· οὐδενὸς γοῦν τῶν
                            ἄλλων ζώων ἁλισκομένου <lb/>λύττῃ, μόνον ἁλίσκεται τοῦτο, καὶ τοσαύτη γε
                            κατὰ <lb/>αὐτὸ γίγνεται διαφθορὰ τῶν χυμῶν, ὥστε τὸ σίαλον αὐτοῦ
                            <lb/>μόνον ἀνθρωπίνῳ σώματι προσπεσὸν ἐργάζεται λύτταν. <lb/>ὡς οὖν ἀπὸ
                            σμικρᾶς ἀρχῆς τῆς κατὰ τὸ σίαλον ποιότητος <lb/>αὐξανομένη τις ἐν τῷ
                            σώματι διάθεσις, <milestone unit="ed2page" n="521"/>ἡνίκα εἰς ἀξιόλογον
                            <lb/>ἀφίκηται μέγεθος, ἔγνωσται μῆνας μετὰ ἓξ, ἐνίοτε τῷ <pb n="424"/>
                            πρόσθεν χρόνῳ μηδὲν ἔχουσα γνώρισμα, κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον <lb/>ἀπὸ
                            χυμοῦ τινος ἐν τῷ τοῦ ζώου σώματι γενηθέντος <lb/>μοχθηροῦ κατὰ βραχὺ
                            συμπάσχει τῷ χρόνῳ τῶν κυρίων τι <lb/>μορίων, <milestone unit="ed1page" n="316"/>ἀφ’ ὧν τὸ σύμπαν σῶμα ταχέως ἀλλοιοῦται. <lb/>ὅτι δὲ τῶν
                            ὑστερικῶν λεγομένων συμπτωμάτων εἰκότως ἐκ <lb/>παλαιοῦ πεπίστευται κατὰ
                            τὰς μήτρας ἡ οἷον ῥίζωσις εἶναι, <lb/>τεκμήριον οὐ σμικρόν ἐστι τὸ
                            μόναις ταῖς χηρευούσαις τε καὶ <lb/>ταῖς τὰς ἐμμήνους καθάρσεις
                            ἐπεχομέναις τὰ τοιαῦτα γίγνεσθαι <lb/>παθήματα. ὅτι δὲ τούτων αὐτῶν
                            μείζονα δύναμιν εἰς τὴν <lb/>τῶν ὑστερικῶν συμπτωμάτων γένεσιν ἔχει τὸ
                            σπέρμα κατεχόμενον, <lb/>ἐλάττονα δὲ τὸ καταμήνιον, ἐκ τῶν ἄνευ χηρείας
                            ἐπεχομένων <lb/>τὴν κάθαρσιν ἔνεστι μαθεῖν, ἄλλα μέν τινα πασχουσῶν,
                            <lb/>ἃ μικρὸν ὕστερον εἰρήσεται, μήτε δ’ ἀπνοίαις ἐχομένων <lb/>μήτε
                            σφοδραῖς λειποψυχίαις μήτε τοῖς ἄλλοις ἃ λέλεκται <lb/>μικρὸν ἔμπροσθεν,
                            ἔτι δὲ κᾀκ τοῦ τινὰς τῶν χηρευουσῶν <lb/>ἀμέμπτως καθαιρομένας, ἢ μὴ
                            πολλῷ ἧττον τοῦ πρόσθεν, <lb/>ὁμοίως ἁλίσκεσθαι συμπτώμασιν. ὁμολογεῖ δὲ
                            τούτοις καὶ <pb n="425"/> τὰ κατὰ τὴν μήτραν φαινόμενα σημεῖα ταῖς
                            ἁπτομέναις ἀκριβῶς <lb/>ἰατρίναις· ἐνίοτε μὲν γὰρ ὡς ἀνεσπασμένης ὅλης
                            αὐτῆς, <lb/>ἐνίοτε δ’ ὡς παρεσπασμένης ὁ τράχηλος τοῖς ψαύουσιν
                            ἐγκεκλιμένος <lb/>φαίνεται. διὸ καί τινες οἷον ζῶόν τι παιδοποιΐας
                            <lb/>ἐπιθυμητικὸν εἶναι τὴν μήτραν ὑποθέμενοι, στερισκόμενον <lb/>ὧν
                            ὀρέγεται, παντὶ τῷ σώματι λυμαίνεσθαί φασι. γράφει <lb/>γοῦν ὁ Πλάτων
                            οὕτως· αἱ δὲ ἐν ταῖς γυναιξὶν μῆτραί τε καὶ <lb/>ὑστέραι λεγόμεναι δι’
                            αὐτὰ ταῦτα, ζῶον ἐπιθυμητικὸν ἐὸν <lb/>τῆς παιδοποιΐας, ὅτ’ ἂν ἄκαρπον
                            παρὰ τὴν ὥραν χρόνον πολὺν <lb/>γίνηται, χαλεπῶς ἀγανακτοῦν φέρει, καὶ
                            πλανώμενον <lb/>πάντῃ κατὰ τὸ σῶμα, τὰς τοῦ πνεύματος διεξόδους
                            ἀποφράττον, <lb/>ἀναπνεῖν οὐκ ἐῶν, εἰς ἀπορίας τὰς ἐσχάτας ἐμβάλλει
                            <lb/>καὶ νόσους παντοδαπὰς ἄλλας παρέχει. ταῦτα τοῦ <lb/>Πλάτωνος
                            εἰπόντος, ἔνιοι προσέθεσαν, ὡς ἐπειδὰν αἱ μῆτραι <lb/>πλανώμεναι κατὰ τὸ
                            σῶμα τῷ διαφράγματι προσπέσωσιν, <lb/>ἐμποδίζουσι τὴν ἀναπνοήν· ἔνιοι δὲ
                            πλανᾶσθαι μὲν αὐτὴν <lb/>ὥσπερ ζῶον οὔ φασιν, ἐπισχεθέντων δὲ τῶν
                            καταμηνίων <lb/>ξηραινομένην ἀνατρέχειν εἰς τὰ σπλάγχνα, ποθοῦσαν
                            ὑγρανθῆναι, <pb n="426"/> κᾀπειδάν ποτε κατὰ τὴν ἄνοδον ὁμιλήσῃ τῷ
                            διαφράγματι, <lb/>στερίσκεσθαι τῆς ἀναπνοῆς τὸ ζῶον. ὅσοι μὲν <lb/>οὖν
                            ἀγνοοῦσί τε τὰ κατὰ τὰς ἀνατομὰς φαινόμενα, περί τε <lb/>τῶν φυσικῶν καὶ
                            προαιρετικῶν ἐνεργειῶν οὐδὲν ἐπεσκέψαντο, <lb/>καίτοι μηδὲν ἀποδεικτικὸν
                            ἀκούοντες ὧν εἶπον, ἐνδέχεσθαι νομίζουσιν <lb/>εἶναί τι τῶν εἰρημένων
                            ἀληθές· ὅσοι δὲ ἐν ἀμφοτέροις <lb/>ἐγυμνάσαντο, καθορῶσι καὶ χωρὶς ἐμοῦ
                            τὸ σαθρὸν τοῦ <lb/>λόγου· εἰ γὰρ καὶ ἀνεσπάσθαι τι φαίνοιτο μέρος τῆς
                            μήτρας, <lb/>βραχὺ τοῦτ’ ἐστὶ καὶ οὐχ ἱκανὸν ἐνδείξασθαι τὸ κύτος ὅλον
                            <lb/>αὐτῆς οὐδ’ ἄχρι τῆς γαστρὸς ἀνεσπάσθαι, μήτιγε καὶ ταύτην
                            <lb/>ὑπερβᾶσαν ἅψασθαι τῶν φρενῶν που· εἰ δέ περ καὶ ἥπτετο, <lb/>τί ἂν
                            εἴη τοῦτο πρὸς ἄπνοιαν, ἢ λειποψυχίαν, ἢ τὰς <lb/>τῶν κώλων συντάσεις, ἢ
                            κάρον παντελῆ; τοῖς γοῦν ὑπερεμπλησθεῖσιν <lb/>ὁ τῆς γαστρὸς ὄγκος
                            ἐναργῶς φαίνεται θλίβων <lb/>τὸ διάφραγμα· καὶ διὰ τοῦτο <milestone unit="ed2page" n="522"/>μὲν ἡ ἀναπνοὴ πυκνοῦται, <lb/>σύμπτωμα δ’
                            οὐδὲν ἄλλο καταλαμβάνει τὸ ζῶον. ἀλλὰ <lb/>καὶ κατὰ τὰς κυήσεις
                            ἐπεκτεινόμεναι τοῖς κυομένοις αἱ μῆτραι ﻿<pb n="427"/> πυκνοτέραν
                            ἐργάζονται τὴν ἀναπνοὴν, οὐδὲν δ’ οὐδ’ αὗται <lb/>βλάπτουσιν ἄλλο. τὸ δὲ
                            καὶ ξηραινομένας αὐτὰς ἀνατρέχειν <lb/>ἐπὶ τὰ σπλάγχνα ποθούσας
                            ὑγρανθῆναι, παντάπασιν ἄτοπον· <lb/>εἰ μὲν γὰρ ἁπλῶς ὑγρότητος αἱ μῆτραι
                            δέονταί ποτε, <lb/>τὴν κύστιν ὁμιλοῦσαν ἔχουσι καὶ τὸ κάτω μέρος ἅπαν
                            τοῦ <lb/>παχέος ἐντέρου· εἰ δ’ οὐχ ἁπλῶς ὑγρότητος, ἀλλ’ αἱματικῆς
                            <lb/>ὑγρότητος, ἐπὶ τὸ ἧπαρ ἐχρῆν αὐτὰς, οὐκ ἐπὶ τὰς φρένας
                            <lb/>φέρεσθαι. τί δὲ καὶ δέονται προσπίπτειν ἔξωθεν ἄλλοις μορίοις,
                            <lb/>ἔχουσαι περικείμενον ἑαυταῖς στέγασμα πυκνὸν, ὑμενῶδες
                            <lb/>ἀμφίεσμα; τὰ γὰρ ἕλκοντα πάντα τὰς ἐξ ἐντέρων <lb/>ὑγρότητας εἰς
                            ἑαυτὰ διὰ στομάτων παμπόλλων τοῦτο πράττει· <lb/>πάμπολλα δ’ εἰς τὰς
                            μήτρας καθήκει στόματα φλεβῶν, <lb/>δι’ ὧν ἕλκειν ἐκ τῆς κοίλης φλεβὸς
                            αἷμα δυνατὸν ἦν αὐταῖς, <lb/>ἐκ τοῦ ἥπατος ἐχούσης ἐπιῤῥέον αὐτῇ τὸ
                            αἷμα. τίνα δ’ ἂν <lb/>ὀχετὸν ἕτερον εὕροι τις αἵματος ἐξ ἥπατος εἰς
                            μήτρας φερόμενον <lb/>ἀξιολογώτερον τοῦδε; διὰ τίνος δ’ ὅλως ἄλλου
                            δυνατὸν <lb/>αὐταῖς ἐξ ἥπατος ἑλκύσαι τι; κᾂν εἰ μὴ μέγιστος δ’ ἦν ὁ τῆς
                            <lb/>κοίλης φλεβὸς ὀχετὸς, ἀλλά τοι γ’ ἄλλος οὐκ ἔστιν· αὕτη γὰρ <pb n="428"/> μία μόνη φλὲψ τοῖς κάτω τοῦ διαφράγματος ἅπασιν ἐξ ἥπας
                            <lb/>ὀχετεύει τὸ αἷμα. παντελῶς οὖν ἄτοπος ὁ λόγος αὐτῶν ἐστι, <lb/>πρὸς
                            τῷ καὶ ζῶον ἐργάζεσθαι τῷ λόγῳ τὴν μήτραν. ἀλλ’ εἰ <lb/>καὶ τοῦτο
                            συγχωρηθείη, λυπηθήσεται μὲν ἀποστερουμένη τῶν <lb/>ἰδίων ὀρεκτῶν, ἴσως
                            δὲ καὶ ἀτροφήσει, καθάπερ ἔνιοί φασι <lb/>τοὺς ἐρῶντας φοίνικας πάσχειν,
                            οὐ μὴν οὔτ’ ἐπὶ τὰς φρένας <lb/>οὔτ’ ἐπ’ ἄλλο τι χωρίον ἀφίξεται· πρὸς
                            γὰρ αὖ τοῖς ἄλλοις <lb/>καὶ ξηρότατόν ἐστι τῇ κράσει τὸ διάφραγμα,
                            δεῖται δὲ ἡ μήτρα <lb/>κατὰ τοὺς ξηραίνεσθαι φάσκοντας αὐτὴν ὑγρῶν
                            μορίων <lb/>κοινωνίας. ἴσως οὖν τις ἡμᾶς ἐρωτήσεται τὴν αἰτίαν, δι’
                            <lb/>ἣν ἀνεσπασμένη τε καὶ παρεσπασμένη πολλάκις ἡ μήτρα φαίνεται·
                            <lb/>τοῦτο γὰρ αἱ μαιεύτριαι λέγουσιν, ὥσπέρ γε καὶ ὅτι <lb/>πολλάκις
                            ἐπὶ τῆς οἰκείας ἕδρας μενούσης αὐτῆς, οὐδὲν ἧττον <lb/>ἐπιλαμβάνει τὰς
                            γυναῖκας ὑστερικὰ συμπτώματα. πειράσομαι <lb/>δὴ τούτοις εἰπεῖν τὴν
                            αἰτίαν, ἑπόμενος τοῖς ὑφ’ Ἱπποκράτους <lb/>εἰρημένοις. τὰς γάρ τοι τῶν
                            ὑστερῶν ἐντάσεις <lb/>αἰτίας γίγνεσθαί φημι τοῦ καὶ τὸν αὐχένα ταῖς
                            ἁπτομέναις <lb/>μαίαις ἀνεσπάσθαί τε καὶ παρεσπάσθαι φαίνεσθαι· <pb n="429"/> συνεσπάσθαι γὰρ ἀναγκαῖόν ἐστι ταῖς μήτραις τὸν αὐχένα.
                            <lb/>τίς οὖν αἰτία τοῦ τὰς μήτρας ἀνεσπάσθαι τε καὶ παρεσπάσθαι;
                            <lb/>τοῦτο γὰρ ἔτι λείπει τῷ λόγῳ· τῶν πρὸς αὐτὰς καθηκόντων
                            <lb/>ἀγγείων ἡ πλήρωσις ἅμα τοῖς ἀρτήμασιν αὐτῶν· <lb/>ἀπεδείχθη γὰρ
                            ἡμῖν, ἡνίκα τὸν ἀφορισμὸν ἐξηγούμεθα, καθ’ <lb/>ὅν φησι τὸν σπασμὸν ὑπὸ
                            κενώσεώς τε καὶ πληρώσεως γίγνεσθαι, <lb/>εἰς μὲν τὸ πλάτος τε καὶ τὸ
                            βάθος ἐκτείνειν τὰ τῶν <lb/>πληρουμένων σώματα, βραχύτερον δ’ ἐργάζεσθαι
                            τὸ μῆκος· <lb/>ὅσον οὖν βραχύτερον γίγνεται, τοσοῦτον ἐπὶ τὴν ἀρχὴν
                            ἀνασπᾶται. <lb/>καὶ γὰρ οὖν καὶ τοὺς μῦς ὁ Ἐρασίστρατος ἐκ τοῦ
                            <lb/>πληροῦσθαι πνεύματος εἰς εὖρος ἐπιδιδόντας ἀφαιρεῖν φησι <lb/>τοῦ
                            μήκους, καὶ διὰ τοῦτ’ ἀνεσπάσθαι. πόθεν οὖν ἡ πλήρωσις <lb/>γίγνεται τῶν
                            τε φλεβῶν καὶ τῶν ἀρτημάτων; ἐκ τῆς <lb/>ἐπισχέσεως δηλονότι τῶν
                            καταμηνίων. ἀφικνεῖται γὰρ ἄχρι <lb/>τῆς μήτρας, εἴσω δ’ οὐκ εἰσέρχεται
                            τὸ αἷμα, ποτὲ μὲν αὐτὸ <lb/>παχύτερον ἢ κατὰ τὸ στόμα <milestone unit="ed2page" n="523"/>τῶν ἀγγείων γεγονὸς, <lb/>ἔστι δὲ ὅτε
                            μυσάντων ἐκείνων· ὥστε ἐν ταῖς φλεψὶ πληθῦνον <lb/>ἐκείνας τε
                            διατείνειν, διαβρέχειν τε τὰ πλησίον αὐτῶν ἀρτήματα· <pb n="430"/> τῇ δὲ
                            τούτων τάσει κατὰ τὸ συνεχὲς αἱ μῆτραι συνανασπῶνται. <lb/>ἐὰν μὲν οὖν
                            ἰσοῤῥόπως ἕλκωνται πανταχόθεν, <lb/>ἀπαρέγκλιτος αὐτῶν ἡ μετάστασις
                            γίγνεται· ἐὰν δὲ ἑτεροῤῥόπως, <lb/>πρὸς τὸ μᾶλλον ἕλκον ἐκτείνονται.
                            οὔκουν οὐχ ὡς <lb/>ζῶον πλανώμενον ἄλλοτ’ εἰς ἄλλον ἀφικνεῖται τόπον ἡ
                            μήτρα <lb/>ταῖς γυναιξὶν, ἀλλ’ ὑπὸ συντάσεως ἀνελκομένη. καὶ λέγων
                            <lb/>ἄν τις αὐτὸ μὲν τὸ σῶμα τῶν ὑστερῶν ἀπαθὲς εἶναι τηνικαῦτα,
                            <lb/>τὴν διαστροφὴν δὲ πάσχειν αὐτὰς ἑλκο<milestone unit="ed1page" n="317"/>μένας <lb/>ἄλλοτ’ ἀλλαχόσε, προσηκόντως ἐρεῖ. συμβαίνει γὰρ
                            καὶ κατ’ <lb/>ἄλλα μόρια τοῦ σώματος ἡ τοιαύτη φαντασία τῶν παθῶν,
                            <lb/>ὡς πολλάκις ἐξαπατᾶσθαι τοὺς ἰατροὺς, οἰομένους πεπονθέναι <lb/>τὸ
                            διεστραμμένον, ἢ καμφθῆναι μὴ δυνάμενον ἢ ἐκταθῆναι. <lb/>καὶ τοῦτο
                            διδάσκων ὁ Ἱπποκράτης ἐν τῷ περὶ ἄρθρων <lb/>βιβλίῳ καὶ τῆς κατὰ τὰς
                            μήτρας λεγομένης πλάνης <lb/>ἐμνημόνευσεν ὧδέ πως γράψας· οἷς δ’ ἂν εἰς
                            τοὐπίσω κεφαλὴ <lb/>μηροῦ ἐκπέσῃ, ὀλίγοισι δ’ ἐκπίπτει, οὗτοι ἐκταννύειν
                            <lb/>οὐ δύνανται τὸ σκέλος, οὔτε κατὰ τὸ ἄρθρον τὸ ἐκπεσὸν <lb/>οὔτε τι
                            κάρτα κατὰ τὴν ἰγνύην· ἀλλ’ ἥκιστα τῶν ἐκ παλαιῶν <pb n="431"/> οὗτοι
                            ἐκταννύουσι καὶ τὸ κατὰ βουβῶνα καὶ τὸ κατὰ τὴν <lb/>ἰγνύην ἄρθρον. ἐν
                            τούτῳ τῷ λόγῳ, καίτοι μηδέν τι πεπονθὸς <lb/>τὸ κατὰ τὴν ἰγνύην ἄρθρον,
                            ἐκ τῆς πρὸς τὸ κατὰ <lb/>τὸν βουβῶνα κοινωνίας ἀδυνατεῖν ἐκτείνεσθαί
                            φησιν. εἶθ’ <lb/>ἑξῆς ἐπιφέρων ἐρεῖ· προσξυνιέναι μὴν καὶ τόδε χρὴ,
                            εὔχρηστον <lb/>γὰρ καὶ πολλοῦ λόγου ἄξιον καὶ τοὺς πλείστους λήθει,
                            <lb/>ὅτι οὐδ’ ὑγιαίνοντες δύνανται κατὰ τὴν ἰγνύην ἐκταννύειν τὸ
                            <lb/>ἄρθρον, ἢν μὴ συνεκταννύσωσι καὶ τὸ κατὰ τὸν βουβῶνα <lb/>ἄρθρον,
                            πλὴν εἰ μὴ πάνυ ἄνω αἴρωσιν τὸν πόδα· οὕτως δ’ <lb/>ἂν δύναιντο. οὐ
                            τοίνυν οὐδὲ συγκάμπτειν δύνανται τὸ κατὰ <lb/>τὴν ἰγνὺν ἄρθρον ὁμοίως,
                            ἀλλὰ πολὺ χαλεπώτερον, εἰ μὴ <lb/>συγκάμψωσιν καὶ τὸ κατὰ τὸν βουβῶνα
                            ἄρθρον. ταῦτα <lb/>προειπὼν ἐφεξῆς φησιν· πολλὰ δὲ καὶ ἄλλα κατὰ τὸ σῶμα
                            <lb/>τοιαύτας ἀδελφίξιας ἔχει, καὶ κατὰ τὰς τῶν νεύρων ξυντάσιας,
                            <lb/>καὶ κατὰ μυῶν σχήματα, καὶ πλεῖστά τε καὶ πλείστου <lb/>ἄξια
                            γιγνώσκεσθαι, ἢ ὥς τις οἴεται, καὶ κατὰ τὴν τοῦ ἐντέρου <lb/>φύσιν καὶ
                            τὴν τῆς ξυμπάσης κοιλίης καὶ τὰς τῶν ὑστερῶν <lb/>πλάνας τε καὶ
                            ξυντάσιας. ἐν ταύταις ταῖς λέξεσι προὔθετο ﻿<pb n="432"/> μὲν εἰπεῖν ὁ
                            Ἱπποκράτης περὶ τοῦ κατὰ τὴν ἰγνύαν ἄρθρου, <lb/>μὴ δυναμένου κινεῖσθαι
                            κατὰ φύσιν, οὐ τῷ πεπονθέναι <lb/>τι πάθος ἴδιον, ἀλλὰ τῇ κοινωνίᾳ τῇ
                            πρὸς τὸ κατ’. <lb/>ἰσχίον· ἐμνημόνευσε δὲ καὶ τῶν κατὰ τὴν μήτραν
                            συντάσεων, <lb/>ὅταν αὕτη μὲν ὅσον ἐφ’ ἑαυτῇ μὴ μεθίστηται, τεινομένη δ’
                            <lb/>ὑπό τινων ἑτέρων ἕπηται τοῖς ἐπισπωμένοις. αἱ μὲν οὗν
                            <lb/>διαστροφαὶ τῆς μήτρας κατὰ τὸν εἰρημένον τρόπον ἀκολουθοῦσι
                            <lb/>ταῖς τᾶν ἐμμήνων ἐπισχέσεσιν, οὐκ αὐταὶ τῶν περὶ τὸ <lb/>σῶμα τοῦ
                            ζώου συμπτωμάτων αἰτίαι γιγνόμεναι, κοινὴν δὲ <lb/>αἰτίαν αὐτῶν κτώμεναι
                            τὸ πλῆθος τῆς ἐπεσχημένης ἐμμήνου <lb/>καθάρσεως· αἱ δ’ ἄνευ τῶν
                            διαστροφῶν ἢ καὶ τῆς ἐπισχέσεως <lb/>τῶν καταμηνίων ταῖς χηρευούσαις
                            γιγνόμεναι βλάβαι διὰ <lb/>τὴν ἐπίσχεσιν τοῦ σπέρματος συμβαίνουσι. παρὰ
                            δὲ τὴν ποσότητά <lb/>τε καὶ ποιότητα τοῦ τε καταμηνίου καὶ τοῦ σπέρματος
                            <lb/>ἄλλοτ’ ἄλλο συμπτώματος εἶδος αὐταῖς γίγνεται. ψύχειν <lb/>μὲν γὰρ
                            ὅλον τὸ σῶμα δυναμένου τοῦ λυποῦντος αἰτίου, καταψύχονται <lb/>σφοδρῶς,
                            ὡς μήτ’ ἀναπνεῖν αἰσθητῶς μήτε <lb/>σφύζειν· παχέος δ’ ὄντος ἢ δριμέος,
                            οἱ σπασμοὶ γίγνονται· <pb n="433"/> δυσθυμίαι δὲ, ὅταν ᾖ
                            μελαγχολικώτερον· ὥσπέρ γε πάλιν <lb/>λειποψυχίαι τε τῇ σφοδρότητι τῶν
                            τάσεων ἕπονται καὶ ταῖς <lb/>καταψύξεσι καὶ ταῖς τοῦ <milestone unit="ed2page" n="524"/>στομάχου κακώσεσιν. εὔδηλον <lb/>δ’ ὅτι τὸ
                            στόμα τῆς γαστρὸς ἐν τοῖς τοιούτοις λόγοις <lb/>εἰώθαμεν ὀνομάζειν
                            στόμαχον, ὥσπερ κᾀν ταῖς στομαχικαῖς <lb/>συγκοπαῖς ἅπασι τοῖς ἰατροῖς
                            ἔθος ἐστὶν οὕτω χρῆσθαι τῇ <lb/>προσηγορίᾳ. ὅσα δὲ ταῖς ἐμμήνοις
                            καθάρσεσιν ἐπεχομέναις <lb/>ἀκολουθεῖ συμπτώματα, καὶ γὰρ καὶ περὶ
                            τούτων ὑπεσχόμην <lb/>εἰπεῖν τι, νῦν ἤδη δίειμι, τὴν ἀρχὴν ἀφ’ ὧν
                            Ἱπποκράτης ἐν <lb/>ἀφορισμοῖς ἔγραψεν ποιησάμενος, ὧν ἓν καὶ τόδε ἐστίν·
                            ἢν <lb/>γυνὴ μὴ κύουσα μηδὲ τετοκυῖα γάλα ἔχῃ, τὰ καταμήνια αὐτῆς
                            <lb/>ἐκλέλοιπεν. ἄνευ δὲ τοῦ γάλα κατὰ τοὺς τιτθοὺς φαίνεσθαι, <lb/>τῶν
                            καταμηνίων ἐπεσχημένων καὶ τάδε σημεῖα· βάρους μὲν <lb/>αἴσθησις ἐν ὅλῳ
                            τῷ σώματι, καὶ ἄση, καὶ ἀνορεξία, καὶ <lb/>ἀνωμαλία φρικώδης· ἐὰν δὲ
                            χωρὶς φρίκης ἀνωμαλία τις ᾖ, <lb/>καὶ ἄση, καί τινων ἀλλοκότων ἐπιθυμία,
                            σκέψασθαι κέλευσον <lb/>τὴν μαῖαν ἁψαμένην τοῦ τῆς μήτρας αὐχένος· εἰ
                            γὰρ <lb/>ἄνευ σκληρότητος μεμυκὼς ᾖ, κυήσεως ταῦτ’ ἐστὶ σημεῖα. <pb n="434"/> τινὲς δὲ αὐτῶν καὶ τὴν τροφὴν ἐμοῦσιν, ἐσθίουσί τε γῆν, ἢ
                            <lb/>ἄνθρακας ἐσβεσμένους, ἤ τινα τοιαῦτα. τὸ μέντοι μετὰ
                            <lb/>σκληρότητος μεμυκὸς στόμα τοῦ τῆς μήτρας αὐχένος πάθος <lb/>εἶναί
                            τι κατὰ τὴν μήτραν σημαίνει, καὶ χρὴ σκοπεῖσθαι τὴν <lb/>μαιεύτριαν, ἐς
                            ὅ τι μέρος παρέσπασταί τε καὶ ἀνέσπασται, <lb/>κατ’ ἐκεῖνο γάρ ἐστιν ὁ
                            πεπονθὼς τόπος τῆς ὑστέρας· ἐνίαις <lb/>δὲ καὶ διασημαίνει τι κατ’
                            ἐκεῖνο τὸ μέρος ἄλγημα μετὰ βάρους, <lb/>ἔρχεται δὲ καὶ εἰς ἰσχίον τὸ
                            ἄλγημα, καὶ τὸ κατ’ εὐθὺ <lb/>σκέλος αὐτὸ χωλεύει κατὰ τὴν ὁδοιπορίαν.
                            κᾂν πολλῷ χρόνῳ <lb/>τὰ καταμήνια κρυφθῇ, καὶ μηδεμίαν κένωσιν ὁ ἰατρὸς
                            τῇ <lb/>γυναικὶ προσαγάγῃ, φαίνεταί τις ἐνίοτε κατὰ τὸν κενεῶνα
                            <lb/>παρὰ φύσιν ὄγκος, ἐνδεικνύμενος διὰ βάθους εἶναί τι φλεγμαῖνον·
                            <lb/>ἐνίαις δὲ καὶ φυματώδης ὄγκος ἐγείρεται κατὰ τὸ πέρας <lb/>τοῦ
                            κενεῶνος, οἷοι καὶ τοῖς ἀνδράσι γίγνονται κατὰ τὸ <lb/>χωρίον τοῦτο, καί
                            τινι διεπύησε καὶ τομῆς ἐδεήθη. κατὰ <lb/>τοῦτο γοῦν τὸ μέρος καὶ κῶλον
                            οἴδαμεν ἐκπυήσαντά τε <lb/>καὶ τμηθέντα, ἐνίοτε μὲν ἀγνοούντων ὃ
                            τέμνουσι τῶν <lb/>ἀπειροτέρων ἰατρῶν, ἔστι δ’ ὅτε καὶ γιγνωσκόντων· <pb n="435"/> καὶ πάντ’ ἰάθη τὰ οὕτως ἐκπυήσαντα κῶλα ῥᾳδίως, αἱ δὲ
                            <lb/>κατὰ τὴν μήτραν τομαὶ δυσχερέστερον εἰς σύμφυσιν ἔρχονται.
                            <lb/>τοιαῦτα μὲν οὖν ἕπεται συμπτώματα ταῖς τῶν καταμηνίων
                            <lb/>ἐπισχέσεσι, καὶ χωρὶς τούτων ἀλγήματα κατ’ ὀσφῦν καὶ τράχηλον
                            <lb/>καὶ βρέγμα καὶ τὰς τῶν ὀφθαλμῶν βάσεις, πυρετοί <lb/>τε καυσώδεις
                            καὶ οὖρα μελαινόμενα μετ’ ἐρυθροῦ τινος ἰχῶρος, <lb/>ὥσπερ εἰ κρεῶν
                            νεοσφαγῶν πλύμασι μίξαις ἀσβόλην· <lb/>ἔνιαι δὲ καὶ δυσουροῦσι καὶ
                            ἰσχουροῦσι. ὅτ’ ἂν οὖν τι <lb/>τοιοῦτον ἴδῃς ἐπὶ γυναικῶν, ὑπόπτευε κατὰ
                            τὰς μήτρας εἶναι <lb/>τὴν οἷον ῥίζαν αὐτῶν. ἐὰν δὲ καὶ κατ’ ἄλλον τινὰ
                            τόπον <lb/>τοῦ σώματος ἔκκρισις αἵματος ἢ φλεγμονή τις ᾖ, ἢ ἐρυσίπελας
                            <lb/>γένηται, πυνθάνεσθαι χρὴ περὶ τῆς ἐμμήνου καθάρσεως· <lb/>οὐδὲν γὰρ
                            τούτων γίγνεται ταῖς ἀμέμπτως καθαιρομέναις. <lb/>ταῖς μὲν οὖν
                            ἐπισχέσεσι τῆς ἐμμήνου καθάρσεως τοιαῦτα <lb/>τοὐπίπαν ἐπιγίγνεται
                            συμπτώματα· ταῖς δ’ ἀμέτροις κενώσεσιν <lb/>ἄχροιαι καὶ ποδῶν οἰδήματα
                            καὶ ὅλον ὕποιδον τὸ <lb/>σῶμα, καὶ μοχθηρῶς πέττειν τὰ σιτία καὶ φαύλως
                            ὀρέγεσθαι, <lb/>καὶ πάνθ’ ὅσα δι’ αἵματος ἄμετρον κένωσιν εἴωθεν <pb n="436"/> ἕπεσθαι συμπτώματα, κᾂν ἐξ αἱμοῤῥοΐδος, ἤ τινος ἄλλης
                            <lb/>αἱμοῤῥαγίας ἡ κένωσις γένηται. καὶ χωρὶς δὲ τοῦ πεπονθέναι <lb/>τὰς
                            μήτρας ὁ καλούμενος ῥοῦς γυναικεῖος ἔστιν ὅτε συμβαίνει <lb/>ταῖς
                                γυ<milestone unit="ed2page" n="525"/>ναιξὶν, ὅλου τοῦ σώματος
                            ἐκκαθαιρομένου <lb/>τε καὶ κενουμένου δι’ αὐτῆς, ὥσπερ ἐνίοτε καὶ διὰ
                            νεφρῶν <lb/>ἐκκενοῦται· καὶ γίγνεται τοῦτο μάλιστα ταῖς ἁπαλοσάρκοις
                            <lb/>τε καὶ φλεγματώδεσι, ἃς καὶ χωρὶς τοῦ ψαῦσαι τῆς μήτρας
                            <lb/>ἰασάμεθα διὰ τῶν τοῦ παντὸς σώματος βοηθημάτων. ἔστι <lb/>δὲ τὸ
                            κενούμενον ἐνίοτε μὲν ἐρυθρὸς ἰχὼρ, ἔστιν ὅτε δ’ ὑδατώδης <lb/>ἢ
                            ὕπωχρος· εἰ δ’ αἷμα καθαρὸν ὡς ἐν φλεβοτομίᾳ φαίνοιτο, <lb/>προσέχειν
                            ἀκριβῶς, μή τις ἀνάβρωσις γέγονεν ἐν τῇ <lb/>μήτρᾳ· συμ<milestone unit="ed1page" n="318"/>βαίνει δ’ ὡς τὸ πολὺ κατὰ τὸν αὐχένα μᾶλλον
                            <lb/>ἢ ἀλλαχόθι τὰς ἀναβρώσεις αὐταῖς γίγνεσθαι. διαγιγνώσκονται <lb/>δὲ
                            τοῖς φερομένοις ἰχῶρσιν αἱ βυθιώτεραι, κατὰ <lb/>δὲ τὸ στόμιον τοῦ
                            αὐχένος οὐ τούτοις μόνον, ἀλλὰ καὶ διὰ <lb/>τῆς ἁφῆς. ἐκκρίνεται δ’ αἷμα
                            καὶ τῶν κυουσῶν ἐνίαις, ἀναστομουμένων <lb/>τῶν κατὰ τὸν αὐχένα φλεβῶν.
                            εἰ δὲ κυούσης <lb/>γυναικὸς ἐξαίφνης ἰσχνοὶ γενηθεῖεν οἱ τιτθοὶ,
                            προσδόκα <pb n="437"/> ταύτην ἐκτρώσειν· δίδυμα δὲ κυούσης ὁ ἕτερος
                            τιτθὸς ἰσχνὸς <lb/>γενόμενος ἐκτρωθήσεσθαι σημαίνει τὸ ἕτερον τῶν
                            ἐμβρύων· <lb/>καὶ τοὐπίπαν τὸ μὲν ἄῤῥεν ὁ δεξιὸς, τὸ δὲ θῆλυ ὁ ἕτερος,
                            <lb/>ἐπειδὴ τὰ μὲν ἄῤῥενα τοὐπίπαν ἐν τοῖς δεξιοῖς μέρεσι τῶν
                            <lb/>μητρῶν κυΐσκεται, τὰ δὲ θήλεα ἐν τοῖς ἀριστεροῖς, καὶ σπάνιόν
                            <lb/>ἐστι τὸ ἐναντίον, ὡς κᾀπὶ τῶν ἄλλων φαίνεται ζώων, <lb/>οἷς ἡ φύσις
                            ἐστὶ διδυμοτόκος· αἶγές τε γὰρ πολλαὶ καὶ πρόβατα <lb/>τοιαῦτα καὶ τῶν
                            ἄλλων τετραπόδων ζώων οὐκ ὀλίγα. <lb/>εἰ δὲ κυΐσκοιτο μὲν ἑτοίμως ἡ
                            γυνὴ, δίμηνον δὲ καὶ τρίμηνον <lb/>ἢ τετράμηνον ἐκβάλλῃ τὸ κύημα, περὶ
                            τὰς κοτυληδόνας αὐτῇ <lb/>τῶν μητρῶν ὑγρότης φλεγματώδης ἀθροίζεται, δι’
                            ἣν ἡ τῶν <lb/>γενομένων ἐν τῷ χωρίῳ φλεβῶν τε καὶ ἀρτηριῶν σύμφυσις
                            <lb/>τοῖς στόμασι τῶν καθηκόντων εἰς τὴν μήτραν ἀγγείων ἄτονός
                            <lb/>ἐστιν, ὡς μὴ φέρειν τὸ τοῦ κυουμένου βάρος, ἀλλ’ ἀποῤῥῄγνυσθαι
                            <lb/>ῥᾳδίως. </p></div></div></div></body></text></TEI>