<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg057.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="6"><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><p>Συμπτώματα κατὰ τὴν κύστιν γίγνεται <lb/>κοινὰ μὲν τοῖς ἄλλοις οἵ τε παρὰ
                            φύσιν αὐτῆς ὄγκοι πάντες, <lb/>ὀδύναι τε καὶ τὰ ταύτας ἐργαζόμενα πάθη·
                            τὰ δ’ ἴδια μόνης <lb/>αὐτῆς, ἰσχουρίαι τε καὶ στραγγουρίαι, καὶ κατ’
                            ἄλλον τρόπον <lb/>αἱ ἄμετροι τῶν οὔρων ἐκκρίσεις. ἀλλ’ αὗται μὲν, ὡς ἐν
                            <lb/>τῷ περὶ τῶν νεφρῶν λόγῳ προείρηται, διόδῳ χρῶνται τῇ κύστει,
                            <lb/>μηδὲν αὐτῆς πεπονθυίας· τῆς στραγγουρίας δ’ ἡ μὲν <lb/>ἐπὶ δριμέσιν
                            οὔροις γιγνο<milestone unit="ed2page" n="514"/>μένη σύμπτωμα μὲν ἐστι
                            κύστεως, <lb/>πάθος δ’ οὐκ ἔστιν ἡ δὲ δι’ ἕλκωσιν ἢ ἀτονίαν ἐπὶ
                            <lb/>πάθει κύστεως γίγνεται, καθάπερ ἡ διὰ τὴν δριμύτητα, ποτὲ <lb/>μὲν
                            ἐπὶ νεφρῶν πάθει, ποτὲ δ’ ἐπ’ ἄλλῳ τινὶ τῶν εἰς οὖρα <lb/>τὴν ἑαυτῶν
                            κακοχυμίαν, ἢ τὸ πῦον, ὅτ’ ἂν ἀποστήματι κάμνῃ, <lb/>διαπέμψαι
                            δυναμένων. γίγνεται δέ ποτε καὶ διὰ τοὺς <lb/>ἐν ταῖς φλεψὶ χυμοὺς,
                            ἐκκαθαιρομένους διὰ νεφρῶν τε καὶ <lb/>κύστεως. ἀῤῥωστοῦσα δὲ κύστις ἐπὶ
                            δυσκρασίᾳ βλάπτεται τὴν <lb/>οἰκείαν ἐνέργειαν, ἥ τίς ἐστιν ἐκκριτικὴ
                            τῶν οὔρων, ἐφ’ ἣν ὁρμᾷ <lb/>τὸ ζῶον, ὅτ’ ἂν ἤτοι βαρύνηται τῷ πλήθει τῆς
                            περιεχομένης <lb/>οὐσίας ἡ κύστις, ἢ δακνούσης ἀνιαθῇ. ταῦτα δ’ ἀμφότερα
                                <pb n="403"/> τοὺς ἀσθενεῖς μᾶλλον ὀδυνᾷ τῶν ἰσχυρῶν· ἡ δ’ ἀσθένεια
                            γίγνεται <lb/>καὶ δι’ ὀργανικὰ μὲν ἐνίοτε πάθη, καὶ διὰ δυσκρασίας
                            <lb/>τάς τ’ ἄλλας καὶ τὰς συνεχέστατα πολλοῖς συμβαινούσας, <lb/>ὁπότ’
                            ἂν ψυγῶσιν· ἐναργῶς γὰρ φαίνεται βαρυνομένη τηνικαῦτα, <lb/>κᾂν ὀλίγον
                            ἐν αὐτῇ περιέχηται τὸ ὑγρόν. ὡς οὐρήσεως <lb/>δὲ ὀργάνῳ τῇ κύστει καὶ τὸ
                            τῆς ἰσχουρίας ἕπεται σύμπτωμα, <lb/>ποτὲ μὲν, ὡς εἴρηται, μὴ δυναμένης
                            περιστέλλεσθαι <lb/>σφοδρῶς τοῖς ἐν αὐτῇ περιεχομένοις, ὡς ἐκθλίβειν
                            αὐτὰ, ποτὲ <lb/>δὲ τοῦ κάτω πόρου φραχθέντος ὑπὸ παχέων ὑγρῶν, ἢ λίθου
                            <lb/>σφηνωθέντος· ἔστι δ’ ὅτε καὶ διὰ φλεγμονὴν, ἤ τινα τοιοῦτον
                            <lb/>ἕτερον ὄγκον, εἰς στενοχωρίαν ἀγαγόντα τὸν πόρον, ἢ <lb/>καὶ τελέως
                            ἐμφράξαντα. οὐ μὴν ἐπί γε τοῖς ἀπὸ τοῦ νωτιαίου <lb/>μυελοῦ νεύροις
                            παθοῦσιν, ἢ αὐτῷ τῷ νωτιαίῳ, γίγνεταί τις <lb/>ἀτονία τῆς κύστεως, δι’
                            ἣν οὔρων ἐπίσχεσις ἀκολουθεῖ, καθάπερ <lb/>ἔνιοι νομίζουσιν, οἰόμενοι
                            προαιρετικὸν ἔργον εἶναι τὸ <lb/>τῆς κύστεως, ἐπειδὴ κατέχομέν τε τὸ
                            οὖρον ἄχρι περ ἂν βουληθῶμεν, <lb/>ἐκκρίνομέν τε προελόμενοι· βέλτιον
                            γὰρ ἦν αὐτοὺς <lb/>ἐγνωκέναι, μὴ τὸ τῆς κύστεως, ἀλλὰ τὸ τῆς οὐρήσεως
                            ἔργον <pb n="404"/> εἶναι προαιρετικὸν, ὥσπέρ γε καὶ τὸ τῆς ἀποπατήσεως,
                            οὐ <lb/>τὸ τῶν ἐντέρων. ἡ μὲν γὰρ κύστις ἐνέργειαν ἔχει μίαν, τὴν
                            <lb/>περισταλτικήν· ὁ δὲ τὸν οὐρητικὸν πόρον ἐν κύκλῳ περιέχων <lb/>μῦς,
                            ἐν ἀρχῇ τοῦ τραχήλου τῆς κύστεως τεταγμένος, ὄργανόν <lb/>ἐστι
                            προαιρετικὸν, ἔργον ἔχον σφίγγειν ἐν κύκλῳ τὸν αὐχένα <lb/>τῆς κύστεως
                            οὕτως ἀκριβῶς, ὡς μηδὲν εἰς τὸν πόρον αὐτοῦ <lb/>τῶν ἐκ τῆς κύστεως
                            ὑγρῶν ἐξιέναι· τὴν δ’ αὐτὴν ἐνέργειάν τε <lb/>καὶ χρείαν ἔχει καὶ ὁ ἐπὶ
                            τῷ πέρατι τοῦ ἀπευθυσμένου μῦς· <lb/>καὶ διὰ τοῦτο, παραλυθέντων αὐτῶν,
                            οὔτ’ οὖρον ἴσχεται <lb/>κατὰ τὴν κύστιν οὔτε κόπρος ἐντὸς τῆς ἕδρας,
                            ἀλλ’ ἐκρεῖ <lb/>κατ’ ὀλίγον ἀμφότερα χωρὶς τῆς ἡμετέρας προαιρέσεως.
                            ὥσπερ <lb/>δὲ ἐπὶ τῶν ἄλλων μυῶν ὅπερ ἡ παράλυσις ἀκουσίως, τοῦθ’ <lb/>ἡ
                            προαίρεσις ἡμῶν ἑκουσίως ἐργάζεται, κατὰ τὸν αὐτὸν λόγον <lb/>ἐπὶ τούτων
                            ἐνεργοῦντες παυόμεθα, βουληθέντες ἐκκρῖναι κόπρον <lb/>ἢ οὖρον. ὥσπερ δ’
                            ἔνιοι προαιρετικὸν ἔργον ὅλον ᾠήθησαν <lb/>εἶναι τὸ περὶ τὴν τῶν οὔρων
                            τε καὶ τῆς τροφῆς περιττωμάτων <lb/>ἀπόκρισιν, οὐκ ὀρθῶς γιγνώσκοντες,
                            οὕτως ἔνιοι πάλιν ἐξ ὑπεναντίου <lb/>τοῖσδε σύμπαν αὐτὸ φυσικὸν ἔργον
                            εἶναι νομίζοντες <pb n="405"/> οὐκ ἀληθεύουσιν. ὅλον μὲν γὰρ φυσικόν
                            ἐστιν ἔργον ἡ ἐκ <lb/>τῆς γαστρὸς εἰς τὴν νῆστιν ἔκθλιψις τῆς τροφῆς,
                            ὅλον δ’ αὖ <lb/>προαιρετικὸν ἔκτασις καὶ κάμψις ἑκατέρων τε τῶν κώλων
                            <lb/>ἑκάστου τε τῶν δακτύλων· γίγνεται γὰρ ἡ μὲν ἐκ τῆς κοιλίας <lb/>εἰς
                            τὴν νῆστιν φορὰ, καθάπερ γε καὶ ἡ δι’ ἐκείνης εἰς τὸ <lb/>λεπτὸν
                            ἔντερον, ὑπὸ φυσικῆς δυνάμεως μόνης· ἡ δ’ ἀποπάτησίς <lb/>τε καὶ οὔρησις
                            ἀμφοτέρων τῶν ὀργάνων ἅμα ταῖς οἰκείαις <lb/>δυνάμεσιν ἐνεργούντων
                            ἐπιτελεῖται· κατὰ μὲν τὸ ἀπευθυσμένον <lb/>καὶ τὴν <milestone unit="ed2page" n="515"/>κύστιν ὑπὸ τῶν φυσικῶν, κατὰ δὲ <lb/>τοὺς
                            μῦς ὑπὸ τῶν ψυχικῶν τε καὶ προαιρετικῶν ὀνομαζομένων. <lb/>οἱ μὲν γὰρ
                                σφίγγον<milestone unit="ed1page" n="313"/>τες τὰς ἐκροὰς μύες οὐκέτ’
                            <lb/>ἐνεργοῦσιν, οἱ δὲ καθ’ ὑπογάστριον ἐνεργοῦσιν, καὶ μάλιστ’
                            <lb/>αὐτῶν οἱ μέσοι· συνεπιλαμβάνουσι δ’ ἔστιν ὅτε τοῖς μυσὶ
                            <lb/>τούτοις ἔνιοι τῶν δυσκόλως ἀποπατούντων, καὶ τὴν διὰ τῶν
                            <lb/>χειρῶν θλίψιν, καθάπερ γε κᾀπὶ τῆς δυσχεροῦς οὐρήσεως καὶ
                            <lb/>τελέας ἐπισχέσεως εἰώθασι ποιεῖν. ὅταν μὲν οὖν τὰ νεῦρα <lb/>πάθῃ,
                            δι’ ὧν ἡ ψυχικὴ δύναμις ἐπὶ τοὺς εἰρημένους ἀφικνεῖται <lb/>μῦς, ἢ καὶ
                            τὸν νωτιαῖον αὐτὸν βλαβῆναι συμβῇ, παραλυθέντων <lb/>τῆς ἐνεργείας τῶν
                            μυῶν, ἀκούσιος ἔκκρισις οὔρου <pb n="406"/> τε καὶ κόπρου γίγνεται· ὅταν
                            δ’ αὐτὸ τῆς κύστεως τὸ σῶμα <lb/>τοιοῦτο πάθῃ πάθος, ὡς ἀδυνατεῖν
                            ἐκθλίβειν τὸ περιεχόμενον <lb/>ἐν αὐτῇ, κατέχεται τούτοις τὸ οὖρον, καὶ
                            καλεῖται τὸ <lb/>σύμπτωμα αὐτῆς ἰσχουρία. συμβαίνει δὲ καὶ διὰ
                            δυσαισθησίαν <lb/>αὐτῆς γίγνεσθαί ποτ’ ἐπίσχεσιν οὔρων, ἄνευ τοῦ
                            πεπονθέναι <lb/>τὴν ἐκκριτικὴν δύναμιν, ἐὰν τὰ μὲν τῆς κύστεως ἴδια
                            <lb/>νεῦρα πάθῃ, τὰ δὲ τοῦ σφίγγοντος αὐτῆς τὸν αὐχένα μυὸς <lb/>ἐνεργῇ,
                            διασώζοντα τὴν ἑαυτῶν δύναμιν· ὡς ἐάν γε παραλυθῇ, <lb/>σημεῖον ἴδιον
                            τῆς παραλύσεως τούτου τοῦ μυός ἐστιν <lb/>ἡ τῶν οὔρων ἀκούσιος ἔκκρισις·
                            ὅταν δὲ τοῦτο γένηται τὸ <lb/>πάθος, ὅ τε πόρος αὐτῆς φραχθῇ, χαλεπόν
                            ἐστι διαγνῶναι <lb/>τὰς διαθέσεις ἀμφοτέρας. οὐ μόνον δὲ εἰς τὴν τούτων,
                            ἀλλὰ <lb/>καὶ τὴν τῶν ἄλλων ἁπάντων τῶν κατὰ τὴν κύστιν ἀκριβῆ διάγνωσιν
                            <lb/>ἀναγκαιότατόν ἐστι προεπίστασθαι τὰ προκατάρχοντα <lb/>τῶν ἔξωθεν
                            αἰτίων, ἃ καλοῦσιν ἰδίως οἱ ἰατροὶ προκαταρκτικά· <lb/>πολὺ δὲ μᾶλλον
                            αὐτῶν τὰ προηγούμενα τὰ <lb/>κατ’ αὐτὸ τὸ σῶμα τοῦ ζώου παθήματα.
                            λορδωθείσης γοῦν <lb/>ποτε τῆς ῥάχεως ἐπὶ τῇ καταπτώσει, συνέβη τῶν
                            οὔρων ἐπίσχεσις, ﻿<pb n="407"/> εἰωθυίας οὕτω γίγνεσθαι, καθάπερ εἴρηται
                            καὶ ὑφ’ <lb/>Ἱπποκράτους· ἐπεσχέθη δ’ οὐκ εὐθέως, ἀλλὰ περὶ τὴν τρίτην
                            <lb/>ἡμέραν, ὑπὸ τῆς τῶν ἔσω μεταστάντων σπονδύλων θλίψεως,
                            <lb/>φλεγμηνάσης τῆς κύστεως· ἤλγει γοῦν κατὰ τὸ χωρίον αὐτῆς, <lb/>καὶ
                            χωρὶς μὲν ψαύειν, ἀλλὰ πολὺ μᾶλλον ἐπερειδόντων τὰς <lb/>χεῖρας·
                            ἐθεραπεύσαμεν δ’ αὐτὸν ὡς πρὸς φλεγμονὴν ἱστάμενοι. <lb/>μεταστάντων δ’
                            ὀπίσω τῶν σπονδύλων ἐφ’ ἑτέρου, <lb/>τὸ οὖρον ἀκουσίως ἐξεκρίνετο χωρὶς
                            ὀδύνης τῆς κύστεως· ἐφ’ <lb/>οὗ τὸ νεῦρον τοῦ κλείοντος τὴν κύστιν μυὸς
                            ἐτεκμηράμεθα <lb/>πεπονθέναι, καὶ διὰ τοῦτο τὴν θεραπείαν τῷ νωτιαίῳ
                            προσήγομεν. <lb/>ἐπ’ ἄλλου δ’ ὁμοίως πεπονθότος ἐπίσχεσις οὔρων
                            <lb/>ἐγένετο, δυσαισθησίας μὲν ἐπὶ τῇ τῶν νεύρων πείσει καταλαβούσης
                            <lb/>τὴν κύστιν, ἐν δὲ τοῖς ὕπνοις οὐκ αἰσθανομένου τοῦ <lb/>ἀνθρώπου
                            πεπληρωμένης τῆς κύστεως, εἶθ’ ὑπερδιαταθείσης <lb/>αὐτῆς, μηκέτ’
                            ἀποκρίνοντος. συμβαίνει γάρ ποτε καὶ τοῦτο <lb/>τῆς ἰσχουρίας αἴτιον
                            γενέσθαι, καθάπερ γε καὶ ἄλλοις ὑγιαίνουσιν <lb/>ἤτοι διὰ περίστασίν
                            τινα πραγμάτων, ἢ ἐν ἐκκλησίαις, <lb/>ἢ βουλαῖς, ἢ ἐν δικαστηρίοις, ἢ
                            καὶ δειπνοῦσι παρά τινι, κατασχοῦσιν <lb/>ἐπὶ πλέον τὸ οὖρον,
                            ὑπερδιαταθείσης τῆς κύστεως, <pb n="408"/> ἰσχουρίαν ἀκολουθῆσαι,
                            παθούσης τῆς περισταλτικῆς αὐτῆς <lb/>δυνάμεως ὑπὸ τῆς ἀμέτρου τάσεως.
                            ἑτέρου δὲ ἐπὶ καταπτώσει <lb/>τῆς ῥάχεως ἀπαθοῦς διαμενούσης ἐν μὲν τῷ
                            παραχρῆμα <lb/>συνέβη συχνὴν οὔρησιν αἵματος γενέσθαι, μετὰ δὲ ταῦτα
                            τελείαν <lb/>ἰσχουρίαν· ἐφ’ οὗ τεθρομβῶσθαί τι τοῦ αἵματος ἐτεκμηράμεθα,
                            <lb/>καὶ διὰ τοῦτο καθετῆρι χρησαμένων ἡμῶν, ὀλίγον <lb/>μὲν οὔρησεν,
                            ἐξαιρεθέντος δὲ τοῦ καθετῆρος, ἐφάνη κατὰ τὸ <lb/>στόμιον αὐτοῦ γνώρισμα
                            τῆς θρομβώσεως. ἐπ’ ἄλλων δὲ <lb/>χρονίων ἀλγημάτων, ἅμα σημείοις
                            ἀποστημάτων γενομένων, <lb/>ἐπὶ τῷ λῆξαι ταῦτα συνεξουρήθη τι πυῶδες
                            λεπτὸν, ἐπηκολούθησεν <lb/>δ’ ἐπίσχεσις οὔρων, ὡς τεκμήρασθαι παχὺ πῦον
                            ἐμφράξαι <lb/>τὸν πό<milestone unit="ed2page" n="516"/>ρον. ἐπὶ δὲ τῶν
                            παιδίων λιθιώντων κατὰ <lb/>κύστιν ἐθεασάμεθα πολλάκις ἰσχουρίαν
                            γενομένην, ἐφ’ ᾗ <lb/>σχηματίσαντες ἀνάῤῥοπον τὸ σῶμα μετὰ κατασείσεως,
                            ἀποκυλισθῆναι <lb/>τὸν λίθον τοῦ πόρου ἐποιήσαμεν. ἑωρακότας δὲ <lb/>καὶ
                            τοῦθ’ ὑμᾶς, ὃ μέλλω λέγειν, ἀξιῶ μεμνῆσθαι διαπαντός· <lb/>ἐπὶ ταῖς
                            καλουμέναις θρομβώσεσιν, οὐ μόνον ταῖς κατὰ κύστιν, <lb/>ἀλλὰ καὶ τούτων
                            ἔτι μᾶλλον εἰ κατ’ ἔντερά τε καὶ <pb n="409"/> γαστέρα καὶ θώρακα
                            γένοιντο, συμβαίνει λειποψυχεῖν τε καὶ <lb/>ὠχριᾷν, καὶ μικροὺς καὶ
                            ἀμυδροὺς καὶ πυκνοὺς ἴσχειν τοὺς <lb/>σφυγμοὺς, ἀλύειν τε καὶ
                            διαλύεσθαι. ταὐτὸ δὲ τοῦτο κᾀπὶ <lb/>τοῖς κατὰ τοὺς μῦς μεγάλοις
                            τραύμασιν ἐπιγίγνεται πολλάκις· <lb/>ὡς θαυμάσαι τὴν αἰτίαν τινὰ τοῦ
                            συμβαίνοντος, εἰ τὸ πάντων <lb/>οἰκειότατον ἡμῖν αἷμα τηλικούτων κακῶν
                            ἐστι γεννητικὸν <lb/>ἐκχυθὲν τῶν οἰκείων ἀγγείων· ἀκολουθοῦσι γὰρ αὐτῷ
                            <lb/>καὶ σηπεδόνες τῶν μορίων καὶ νεκρώσεις. εἶδον δὲ καὶ κατὰ
                            <lb/>κύστιν ἐνθρομβωθεῖσαν ἀκολουθήσαντα τὰ αὐτὰ συμπτώματα·
                            <lb/>προηγεῖτο γὰρ αἵματος οὔρησις αὐτῷ δαψιλοῦς, καὶ <lb/>ἐκ τούτου
                            συνετεκμηράμην τὴν θρόμβωσιν, ἔδωκά τε φάρμακον <lb/>πιεῖν λίθου
                            θρυπτικὸν δι’ ὀξυμέλιτος, αὐτό τε τὸ ποτὸν <lb/>ὀξύμελι προσεφέρομεν·
                            ἀλλὰ καὶ ταῦτά μου ποιοῦντος, οἱ <lb/>μὲν ἄλλοι διεφθάρησαν, εἷς δέ τις
                            ἐσώθη, διαλυθέντων αὐτῷ <lb/>τῶν θρόμβων, εἶτα κατ’ ὀλίγον οὐρηθέντων.
                            ὅτι δ’ οὐκ <lb/>ἔστιν αὐτάρκη τὰ κατὰ τὸν ἐνεστῶτα χρόνον συμπτώματα
                            <lb/>διδάξαι τὸν πεπονθότα τόπον, ἀλλὰ καὶ πολλάκις ἐκ τῶν
                            <lb/>προγεγονότων ὁ διορισμὸς γίγνεται, τῶν προεωραμένων <lb/>ὑμῖν
                            ἀναμιμνησκόμενοι γνώσεσθε· πῦον γοῦν οὐρησάντων <pb n="410"/> πολλῶν
                            πολλάκις, ἡ τῶν προγεγονότων συμπτωμάτων μνήμη <lb/>τὸν πεπονθότα τόπον
                            ἐνεδείξατο, τήν τ’ ἐν αὐτῷ διάθεσιν <lb/>ἐδήλωσεν. ὁ μὲν γάρ τις ἠλγήκει
                            πρότερον τὰ κατὰ τὸ χωρίον <lb/>τῶν νεφρῶν πολλάκις, ἄτακτοί τε φρῖκαι
                            ποτὲ καὶ ῥίγη <lb/>τὰ σμικρὰ σὺν πυρετοῖς ἐγεγόνει· τῷ δὲ κατὰ τὴν τῆς
                            κύστεως <lb/>θέσιν, ἅμα ταῖς τε φρίκαις καὶ τοῖς πυρετοῖς ἀλγήματα
                            προεγεγόνει· <lb/>τισὶ δὲ κατὰ διάφραγμα καὶ θώρακα, καθάπερ ἑτέροις
                            <lb/>κατὰ τὸ δεξιὸν ὑποχόνδριον· ἐφ’ ὧν ἁπάντων ἐτεκμηράμεθα, <lb/>κατὰ
                            τὸν ἀλγήσαντα τόπον ἀποστήματος προγενομένου, <lb/>διὰ νεφρῶν
                            ἐκκαθαρθῆναι τὸ πῦον. συνενδείκνυται δὲ τοῖς <lb/>εἰρημένοις καὶ τὸ
                            ποσὸν τοῦ πύου καὶ τὸ μεμίχθαι τοῖς οὔροις <lb/>αὐτὸ πᾶν, ὥσπερ
                            ἀνατεταραγμένον, ἢ μήπω τοῦτο γεγονέναι, <lb/>καθάπερ ἐπὶ τῶν ἐντέρων
                            εἴρηται πρόσθεν. ὡς <lb/>γὰρ ἐν ἐκείνοις, ἐὰν μὲν ἐκ τῶν ὑψηλοτέρων
                            ἐντέρων ᾖ τὰ <lb/>φερόμενα, μέμικται τοῖς τῆς τροφῆς περιττώμασιν ὁμοίως
                            <lb/>τοῖς ἀναπεφυραμένοις, ἐὰν δ’ ἐκ τῶν κατωτέρω, καθ’ ἕν τι <lb/>μέρος
                            αὐτῶν συνεκκρίνεται, κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον ἤτοι τεθόλωται <lb/>τὸ οὖρον
                            ἅπαν ὑπὸ τῶν συνεκκρινομένων αὐτῷ <pb n="411"/> πυωδῶν, ἢ κατά τινα
                            μόρια διεσπασμένον ἀνωμάλως ἐμφέρεται, <lb/>πολλάκις δὲ καὶ μόνον αὐτὸ
                            τὸ πῦον ἐκκρίνεται χωρὶς <lb/>οὔρου. τοῦτο μὲν οὖν ἐναργῶς ἐνδείκνυται
                            κατὰ τὴν κύστιν <lb/>αὐτὴν γεγονέναι τὴν ἐκπύησιν· τὸ δ’ ἀναμεμιγμένον
                            ἀκριβῶς, <lb/>ἄνωθέν ποθεν ἥκειν· τὸ δὲ μέσην τούτων κατάστασιν ἔχον,
                            <lb/>ἀπὸ τῶν νεφρῶν. ὁμοίως δὲ κᾂν μετὰ τὸ συῤῥαγῆναι τὸ <lb/>ἀπόστημα
                            φαίνηταί τι γνώρισμα τῆς ἑλκώσεως ἅμα τῇ τοῦ <lb/>πεπονθότος τόπου
                            διαγνώσει, καὶ τοῦτο ποτὲ μὲν ἀναμεμιγμένον <lb/>ἀκριβῶς φαίνεται, ποτὲ
                            δὲ μετρίως, ἢ μηδεμίαν <lb/>ἐσχηκὸς μίξιν, ἢ ἐποχούμενόν πως, ἢ μόνον
                            διεξερχόμενον· <lb/>τοῦ μὲν ἕλκους γνώρισμά ἐστιν ἴδιον ἡ ἐφελκὶς
                            ὀνομαζομένη, <lb/>τοῦ πεπονθότος δὲ μέρους ἡ κατὰ τὴν οὐσίαν ἰδιότης·
                            πεταλώδη <lb/>μὲν γάρ ἐστι τὰ τῆς κύστεως ἀποῤῥυπτόμενα μόρια,
                            <lb/>σαρκοειδῆ δὲ <milestone unit="ed2page" n="517"/>τὰ τῶν νεφρῶν.
                            οὕτως δὲ κἂν τῶν <lb/>ἀνωτέρω τι πεπόνθῃ, τὰ συνεκκρινό<milestone unit="ed1page" n="314"/>μενα τοῖς οὔροις <lb/>ἐπισκέπτεσθαι χρὴ,
                            παραβάλλοντας αὐτὰ τῇ τῶν ὑπονοουμένων <lb/>οὐσίᾳ. δι’ οὔρων μὲν οὖν
                            ἐκκαθαίρεται τά τε κυρτὰ <lb/>μέρη τοῦ ἥπατος ὅσα τε ἀνωτέρω τοῦδε
                            τέτακται μόρια ﻿<pb n="412"/> σύμπαντα· δι’ ἕδρας δὲ τά τε σιμὰ τοῦ
                            ἥπατος ἔντερά τε <lb/>καὶ γαστὴρ καὶ σπλήν. ἔξωθεν δὲ τούτων ἐστὶν ὅσα
                            σπανίως <lb/>γίγνεται, οἷον διὰ γαστρὸς ἐκκαθαρθέντων τῶν κατὰ
                            <lb/>θώρακα καὶ πνεύμονα, καὶ δι’ οὔρων ἐνίοτε τῶν κάτω τοῦ
                            <lb/>διαφράγματος, ὧν ἀγνοοῦντες ἔνιοι τὰς αἰτίας, εἶτ’ οὐχ ἑωρακότες
                            <lb/>ἐπ’ ἀῤῥώστων αὐτὰ γιγνόμενα, τοῖς ἑωρακόσιν ἀπιστοῦσιν· <lb/>(ὅτι
                            ἀποστήματός ποτε ἐν πνεύμονι γενομένου, δυνατὸν τὸ <lb/>πῦον διὰ νεφρῶν
                            ἐκκαθαρθῆναι) ἀλλ’ ἡμεῖς γε καὶ πνεύμονος <lb/>ἀπόστημα δι’ οὔρων
                            ἐκκαθαρθὲν ἐθεασάμεθα, καὶ θώρακος, <lb/>διά τε τῶν ἐντέρων καὶ τῆς
                            ἕδρας. ἡ μὲν οὖν ἐκ τοῦ πνεύμονος <lb/>εἰς τοὺς νεφροὺς φορὰ τὴν ἀρχὴν
                            οὐδ’ ἀπορίαν ἔχει <lb/>κατά γε τὴν ἀλήθειαν. ὥσπερ γὰρ ἀπὸ τῆς κοίλης
                            φλεβὸς <lb/>ἀποφύσεις εἰς τοὺς νεφροὺς ἐμβάλλουσιν, οὕτω καὶ τῆς μεγάλης
                            <lb/>ἀρτηρίας. ἐπεὶ δὲ Ἐρασίστρατος ἡγεῖται πνεύματος μόνου <lb/>τὰς
                            ἀρτηρίας ὑπάρχειν ἀγγεῖα, τοῖς πεπιστευκόσιν αὐτῷ <lb/>τὸ ζήτημα, οὐχ
                            ἡμῖν γίγνεται, τῆς λείας ἀρτηρίας τοῦ <lb/>πνεύμονος, ὅσον εἰς ἑαυτὴν
                            δέχηται πῦον ἐκ τοῦ ῥαγέντος <lb/>ἀποστήματος, εἰς ἀριστερὰν κοιλίαν τῆς
                            καρδίας κομίσαι δυναμένης, <pb n="413"/> εἶτ’ ἐντεῦθεν εἰς τὴν μεγάλην
                            ἀρτηρίαν ἐμπεσόντος <lb/>αὐτοῦ, διὰ τῶν νεφρῶν εἰς τὴν κύστιν ἐνεχθῆναι
                            τὸ συνδοθέν· <lb/>οὐ μὴν εἴωθεν οὕτω συμβαίνειν ὡς τὸ πολὺ, φθανούσης
                            <lb/>τῆς μεταλήψεως εἰς τὰς τραχείας ἀρτηρίας γίγνεσθαι. <lb/>τοῦ μὲν
                            οὖν σπανίως μὲν, ἀλλ’ ἕπεσθαί ποτε δι’ οὔρων κάθαρσιν, <lb/>ἐν πνεύμονι
                            πύου γεννηθέντος, ἡ αἰτία λέλεκται· <lb/>τοῦ δὲ καὶ διὰ γαστρὸς ἕτερόν
                            τι τῶν ἐξ ἀνατομῆς φαινομένων <lb/>σπάνιον αἴτιον. ἡ γάρ τοι κοίλη φλὲψ
                            εὑρίσκεταί ποτε <lb/>διά τινος ἀγγείου μέσου συναπτομένη τῇ στελεχιαίᾳ
                            καλουμένῃ· <lb/>διὸ καὶ θαυμαστὸν οὐδὲν, οὐδ’ ἀδύνατον, οὔτ’ ἐκ τῶν
                            <lb/>ἄνω τοῦ διαφράγματος μερῶν εἰς τὴν γαστέρα ῥυῆναι τὸ <lb/>πῦον οὔτ’
                            ἐκ τῶν κάτω διὰ τῶν νεφρῶν εἰς τὴν κύστιν <lb/>ἀφικέσθαι· ταῖς γὰρ
                            σπανίαις κατασκευαῖς τῶν σωμάτων εἰκός <lb/>ἐστιν ἕπεσθαι σπάνια
                            συμπτώματα. </p></div></div></div></body></text></TEI>