<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg057.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="6"><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><p>Ἐὰν μὲν εἰσβάλλῃ ἐξαίφνης νεφρῖτις, ἀξιολόγου <lb/>λίθου σφηνωθέντος,
                            ἤτοι κατά τινα τῶν νεφρῶν, ἢ <lb/>καὶ τῶν οὐρητήρων, παραπλήσιον ἄλγημα
                            γίγνεται τοῖς κωλικοῖς· <lb/>διορίζεται δὲ τῷ τε πλήθει καὶ μεγέθει τῶν
                            ναυτιῶν, <lb/>ἅμα τοῖς ἐμουμένοις χολώδεσί τε καὶ φλεγματώδεσιν οὖσιν, <lb/>
                            <milestone unit="ed2page" n="510"/>καί τι καὶ τῆς ἐδηδεσμένης τροφῆς
                            μεμιγμένον ἔχουσι· <lb/>πολλάκις καὶ τῷ τόπῳ, τῶν ὑψηλῶν μερῶν τοῦ κώλου
                            πασχόντων· <lb/>ἔστι δ’ ὅτε καὶ τῷ μὴ καθ’ ἕνα τόπον ἐρηρεῖσθαι <lb/>τὴν
                            ὀδύνην, ἀλλ’ ἐνειλεῖσθαί τε καὶ μέχρι πλείονος ἐκτείνεσθαι, <lb/>καὶ
                            μηδὲ φύσαν προΐεσθαι· ταῦτα γὰρ ἅπαντα μόνοις <lb/>γίγνεται τοῖς
                            κωλικοῖς, τὰ μὲν μᾶλλον, τὰ δὲ ἧττον. ὅταν <lb/>δ’ ἐκ τῶν ὑφισταμένων
                            τοῖς οὔροις, ἢ καί τινος οὐρηθέντος <lb/>λίθου σαφῶς διορισθείη, ζήτημα
                            οὐκέτ’ οὐδὲν ὑπολείπεται. <lb/>πολλοὶ δὲ τῶν πασχόντων, ὀδύνης μετρίας
                            αἰσθάνονται διὰ <lb/>βάθος κατὰ τὰς λαγόνας ὑπαρχούσης ἀπ’ ἀρχῆς, οὐδέπω
                            <lb/>ψαμμώδους οὐδενὸς ἐκκρινομένου σαφῶς· ἐφ’ ὧν, ὡς ἴστε, <lb/>διδοὺς
                            τῶν φαρμάκων ὅσα θρύπτει τοὺς ἐν τοῖς νεφροῖς λίθους, <lb/>ἅμα τε
                            διάγνωσιν ἀκριβῆ ποιούμενος τοῦ τε πάθους <pb n="391"/> καὶ τοῦ
                            πάσχοντος τόπου, καὶ θεραπείας ἀρχὴν ἴσχω τὴν <lb/>αὐτήν. ἐὰν γὰρ εὑρεθῇ
                            τι ψαμμῶδες ἐν τοῖς οὔροις ἐπὶ τῇ <lb/>πόσει τοῦ φαρμάκου, νεφριτικὸν
                            τότε πάθος ἔγνων ὑπάρχειν, <lb/>ἐφεξῆς τε δίδωμι τῶν αὐτῶν φαρμάκων, ἅμα
                            τῇ λοιπῇ θεραπείᾳ. <lb/>διεγνωσμένου δὲ, ὅτι πάσχει τις οὕτω νεφρὸς, ἐὰν
                            <lb/>ἀλγήματα μετὰ φρίκης ἐκ διαλειμμάτων ἀνωμάλως φαίνηται
                            <lb/>γιγνόμενα, καὶ πυρετοί τινες ἐπ’ αὐτοῖς ἄτακτοι, τηνικαῦτα
                            <lb/>κατακλίνοντες ἐπὶ τὴν γαστέρα τὸν κάμνοντα, καί ποτε καὶ <lb/>κατὰ
                            θάτερον πλευρὸν, ὡς ὑψηλὸν εἶναι τὸ πεπονθὸς μέρος, <lb/>ἐρωτᾶτε μή
                            τινος βάρους ὥσπερ ἐκκρεμαμένου κατὰ τὸν ἀλγοῦντα <lb/>νεφρὸν
                            αἰσθάνονται· τούτων γὰρ αὐτοῖς συμβαινόντων, <lb/>ἀπόστημα χρὴ
                            προσδέχεσθαι συνιστάμενον, ἐφ’ ᾧ πεφθέντι <lb/>πῦον οὐρηθὲν ἅμα τε τῆς
                            ὀδύνης ἀπαλλάττει τὸν <lb/>κάμνοντα καὶ κίνδυνον ἑλκώσεως ἐπιφέρει τῷ
                            νεφρῷ, καὶ <lb/>διὰ τοῦτο πειρᾶσθαι χρὴ παντὶ τρόπῳ τῆς ἐπουλώσεως αὐτοῦ
                            <lb/>φροντίζειν· ἐὰν μὴ διὰ ταχέων εἰς οὐλὴν ἀχθῇ, δυσθεραπευτότερον
                            <lb/>γίγνεται. σημεῖα δὲ τοῦ διαμένειν τὴν ἕλκωσιν ἔν <lb/>τε τοῖς
                            οὐρουμένοις οὐκ ἀσαφῆ καὶ τῷ κάμνοντι πολλάκις ﻿<pb n="392"/> ὀδύνης
                            αἴσθησις ἐν τῷ κατὰ τὸν πεπονθότα νεφρὸν χωρίῳ· <lb/>συνεκκρίνεται δ’
                            αὐτοῖς ἐνίοτε καὶ πῦον, ὡς ἀφ’ ἕλκους, ὀλίγον· <lb/>ἐφελκὶς δ’ ὁμοίως
                            ἐκκρίνεται, ἔστι δ’ ὅτε καὶ αἷμα σημαῖνον <lb/>ἀναβιβρώσκεσθαι τὸ ἕλκος·
                            ἀλλὰ καὶ ῥηγνυμένου ποτ’ <lb/>ἀγγείου διὰ πλῆθος, ἢ ἐκ καταπτώσεως, ἢ
                            πληγῆς σφοδρᾶς, <lb/>οὔρησαν αἷμα δαψιλὲς ἔνιοι· καί ποτε καὶ φλεβὸς
                            ἀναστομωθείσης <lb/>αὐτοῖς γίγνεται τοῦτο. τῶν δ’ ἑλκῶν αὐτῶν τῶν ἐν
                            <lb/>τοῖς νεφροῖς τεκμήρια βεβαιότατα τὰ συνεξερχόμενα τοῖς <lb/>οὔροις
                            σαρκία σμικρὰ, τῆς τῶν νεφρῶν οὐσίας ὄντα μόρια, <lb/>κατὰ τὴν ἐπιπλέον
                            ἀνάβρωσιν ἐκ τῆς ἑλκώσεως ἀποῤῥυπτόμενα. <lb/>τά γε μὴν ταῖς θριξὶν
                            ὅμοια καὶ ὁ Ἱπποκράτης μὲν <lb/>εἶδεν τοῖς οὔροις συνεξερχόμενα, καθάπερ
                            αὐτὸς ἐν ἀφορισμοῖς <lb/>ἔγραψεν, καὶ ἡμεῖς δὲ ἐθεασάμεθα, ποτὲ μὲν
                            σπιθαμιαῖα τὸ <lb/>μῆκος, ἔστι δ’ ὅτε καὶ μείζω, καί ποτε καὶ πάνυ
                                σμι<milestone unit="ed1page" n="311"/>κρὰ, <lb/>ὥστε με θαυμάζειν,
                            εἰ ἐν τῇ κοιλίᾳ τῶν νεφρῶν συνέστη τηλικαῦτα· <lb/>καὶ διὰ τοῦτο
                            πιθανώτερον ἐφαίνετό μοι, τὴν γένεσιν <lb/>αὐτῶν ἐν ταῖς φλεψὶν εἶναι,
                            καθ’ ὃν τρόπον ἐν ταῖς κνήμαις <lb/>ἔν τινι τόπῳ τῆς Ἀραβίας, ὥς φασι,
                            τὰ καλούμενα <pb n="393"/> δρακόντια γίνεται, νευρώδη μὲν τὴν φύσιν,
                            ἕλμινσι δὲ καὶ τῇ <lb/>χρόᾳ καὶ τῷ πάχει παραπλήσια. λεγόντων μὲν οὖν
                            ἑωρακέναι <lb/>ταῦτα πολλῶν ἤκουσα, μὴ θεασάμενος δ’ αὐτὰ, οὐκ ἔχω
                            <lb/>συμβαλεῖν οὔτε περὶ τῆς γενέσεως αὐτῶν οὔτε περὶ τῆς οὐσίας
                            <lb/>ἀκριβῶς οὐδέν· ὅπου γε καὶ τὰς οὐρουμένας τρίχας <lb/>ἰδὼν, ἐκ μὲν
                            τῆς χρόας τε καὶ συστάσεως ἐπειθόμην τοῖς εἰρηκόσιν <lb/>αὐτὰς ἐκ παχέος
                            τε καὶ γλίσχρου χυμοῦ θερμανθέντος τε <lb/>καὶ ξηρανθέντος ἐν ταῖς φλεψὶ
                            συνίστασθαι, <milestone unit="ed2page" n="511"/>τοῦ μήκους <lb/>δ’ αὐτῶν
                            οὐκ ἐπινοῶ τὴν αἰτίαν. ἀλλὰ τήν γε θεραπείαν, <lb/>ὁπότε πρῶτον εἶδον,
                            ἤλπισα διὰ τῶν οὐρητικῶν φαρμάκων <lb/>ἔσεσθαι, καὶ οὕτως ἀπέβη, καὶ
                            σχεδὸν ἅπασιν οἷς <lb/>συνέβη τὸ πάθημα τοῦτο, νεφριτικὸν οὐδὲν οὔτ’
                            ἔμπροσθεν <lb/>ἦν οὔτ’ αὖθις ἐπεγένετο σύμπτωμα, θεραπευθεῖσιν ὑπὸ τῶν
                            <lb/>οὐρητικῶν φαρμάκων. ἀλλὰ κᾂν ἄλλη τις ἐκκαθαίρηται τῶν <lb/>φλεβῶν
                            δι’ οὐρήσεως μοχθηρία χυμῶν, οὐδὲν ὑπ’ αὐτῆς εἶδον <lb/>οὔτε νεφροὺς
                            οὔτε κύστιν οὔτε τοὺς οὐρητικοὺς πόρους <lb/>παθόντας, ὥσπερ οὐδ’ εἰ
                            πῦον ἐκκρίνειέ τις πολὺ δι’ οὔρων, <lb/>ἀλλὰ κατά γε τοῦτο, παραπλησίως
                            ἔχει ταῦτα τοῖς κατὰ τὰ <lb/>ἔντερα, πάσχει γὰρ οὐδ’ ἐκεῖνά τι κατὰ τὰς
                            ἡπατικὰς διαθέσεις, <pb n="394"/> καίτοι ὑπὸ χολῆς ἀκράτου βλαπτόμενα,
                            καθάπερ αὖ <lb/>πάλιν ἡ κύστις ὑπὸ δριμέων οὔρων διόδου χρόνῳ πολλῷ
                            γενομένης <lb/>ἑλκοῦται. νεφρῶν γε μήν ἐστι καὶ ἄλλό τι πάθος, ἐφ’
                            <lb/>οὗ λεπτὸς ἰχὼρ αἵματος οὐρεῖται, τοῖς ἐπὶ τῶν ἡπατικῶν <lb/>παθῶν
                            ἐν ἀρχῇ γιγνομένοις διαχωρήμασιν ὅμοιος, πλὴν ὅσον <lb/>αἱματωδέστερα
                            ὀλίγῳ φαίνεται· συμβαίνει δὲ τοῦτο καὶ διὰ <lb/>παραπλησίαν μέν τινα
                            διάθεσιν ἐν νεφροῖς γινομένην, οἵαν <lb/>ἐν ἥπατι τὴν τῆς ἀτονίας ἔφαμεν
                            εἶναι, καὶ δι’ εὐρύτητα δὲ <lb/>τῶν ἐκ τῆς κοίλης φλεβὸς εἰς τοὺς
                            νεφροὺς τὸ οὖρον διηθούντων <lb/>στομάτων, ἢ πόρων, ἢ ὅπως ἂν ὀνομάζειν
                            ἐθέλῃς. <lb/>ἐμοὶ δὲ δοκοῦσιν οἱ νεφροὶ πεπονθέναι καὶ κατὰ τοῦτο τὸ
                            <lb/>πάθος, ὅ τινες μὲν ὕδερον εἰς ἀμίδα, τινὲς δὲ διάῤῥοιαν εἰς
                            <lb/>οὖρα, τινὲς δὲ διαβήτην, ἔνιοι δὲ δίψακον ὀνομάζουσι, σπανιώτατα
                            <lb/>γιγνόμενον. ἐμοὶ γοῦν ὤφθη δὶς ἄχρι δεῦρο, διψώντων <lb/>μὲν
                            ἀμέτρως τῶν πασχόντων, καὶ πινόντων γε δι’ αὐτὸ <lb/>τοῦτο δαψιλῶς,
                            οὐρούντων τε τὸ ποθὲν ἐν τάχει τοιοῦτον, <lb/>οἷον ἐπόθη· παραπλήσιον δ’
                            αὖ καὶ τοῦτο κατὰ νεφροὺς καὶ <lb/>κύστιν πάθος, οἷον ἐν κοιλίᾳ καὶ
                            ἐντέροις ἡ λειεντερία. περὶ <pb n="395"/> μὲν οὖν λειεντερίας ἰδίᾳ
                            γέγραπται, δεικνύντων ἡμῶν οὐ μόνον <lb/>τὴν κοιλίαν, ἀλλὰ καὶ πᾶν τὸ
                            ἔντερον ἐπὶ μὲν τὴν ἀπόκρισιν <lb/>ἐν τάχει παραγίγνεσθαι τῶν
                            καταποθέντων σιτίων τε <lb/>καὶ πομάτων, οὐ δυνάμενα φέρειν οὐδ’ ἐπ’
                            ὀλίγον ἀλύπως <lb/>ἢ τὸ βάρος αὐτῶν, ἢ τὴν ποιότητα· περὶ δὲ τῆς εἰς τὴν
                            κύστιν <lb/>ἀθρόας τε καὶ ταχείας φορᾶς ἀδύνατον ἀτονίαν αἰτιάσασθαι
                            <lb/>τῆς γαστρὸς, ἢ τῆς νήστεως, ἢ τῶν λεπτῶν ἐντέρων· <lb/>εἴπερ γὰρ
                            ἀδυνατοῦντα βαστάζειν τὸ ποτὸν ἐπὶ τὴν ἔκκρισιν <lb/>αὐτοῦ παραγίνεται,
                            τί ἐκώλυεν ἐκκρίνεσθαι διὰ τῆς ἕδρας <lb/>αὐτὸ, καθάπερ ὁρᾶται
                            γιγνόμενον ἐπὶ τῶν λειεντερικῶν; οὐ <lb/>μόνον γὰρ ἐκκρίνεται τὰ σιτία
                            ταχέως διεξερχόμενα τὴν τοσαύτην <lb/>ἕλικα τῶν ἐντέρων, ἀλλὰ καὶ τὰ
                            ποτά. τὴν δ’ εἰς <lb/>ἧπαρ ἀνάδοσιν ἀπὸ τῶν καθ’ ὅλην τὴν γαστέρα χωρίων
                            <lb/>ἐμάθομεν οὔθ’ ἥπατος ἀτονίᾳ γιγνομένην, οὔτε τῶν κατὰ τὸ
                            <lb/>μεσεντέριον φλεβῶν οὔτε τῶν κατὰ τὴν κοιλίαν, ὥσπερ οὐδὲ <lb/>τῶν
                            ἐξ ἥπατος ἐπὶ τοὺς νεφρούς· ἐδείχθη γὰρ ἡμῖν κᾀν τοῖς <lb/>τῶν φυσικῶν
                            δυνάμεων ὑπομνήμασιν, ἕλκειν μὲν εἰς ἑαυτὸ <lb/>τὸ ἧπαρ ἐκ τῆς κοιλίας
                            τὴν τροφὴν διὰ τῶν ἐν μεσαραίῳ <pb n="396"/> φλεβῶν, ὥσπερ τὰ δένδρα τὴν
                            ἐκ τῆς γῆς ἕλκει διὰ τῶν ῥιζῶν· <lb/>ἐδείχθησαν δὲ καὶ οἱ νεφροὶ τὸ
                            ὑδατῶδες ἐν αἵματι ἕλκειν, <lb/>μὴ μέντοι τὴν κύστιν ἕλκειν ἐκ τῶν
                            νεφρῶν, ὥσπερ <lb/>μηδ’ ἐκ τῆς κοιλίας τὰ ἔντερα· πέμπειν δ’
                            ἐκκρίνοντας, εἰς <lb/>μὲν τὴν κύστιν τοὺς νεφροὺς διὰ τῶν οὐρητήρων, εἰς
                            δὲ τὴν <lb/>νῆστιν, τὴν κοιλίαν διὰ τῆς ἐκφύσεως, ἣν Ἡρόφιλος ὠνόμασε
                            <lb/>δωδεκαδάκτυλον, ἀπὸ τοῦ μήκους αὐτῇ τὴν ἐπωνυμίαν θέμενος.
                            <lb/>ὥστε τῶν μὲν νεφρῶν ἀτονίαν ἄν τις αἰτιάσαιτο, <lb/>κατέχειν ἐπὶ
                            πλέον ἐν ἑαυτοῖς μὴ δυναμένων τὸ οὖρον· οὐ <lb/>μὴν τῶν γ’ ἄλλων
                                <milestone unit="ed2page" n="512"/>μορίων, ὅσα διεξέρχεται τὸ ποθέν.
                            <lb/>ἀλλὰ πάλιν εἰ μέμφοιτό τις ὡς ἀτόνους τοὺς νεφροὺς, πῶς
                            <lb/>ἕλξουσιν εἰς αὐτοὺς ταχέως τὸ οὖρον; ἢ δυνατὸν λέγειν, <lb/>ὥσπερ
                            ἐπὶ τῆς κοιλίας ἐνίοις τῶν λειεντερικῶν ὀρέξεις γίνονται
                            <lb/>σφοδρόταται, κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον ἐπὶ νεφρῶν ὄρεξίν τε <lb/>ἅμα
                            γίγνεσθαι σφοδρὰν, καὶ διὰ τοῦθ’ ἕλκειν εἰς ἑαυτοὺς διὰ <lb/>τῆς κοίλης
                            φλεβὸς τὸ οὖρον, αὐτίκα μέν τοι βαρύνεσθαι διὰ <lb/>τὸ τῆς ὁλκῆς λάβρον;
                            ὥσπέρ γε καὶ ἐπὶ τῶν ὀνομαζομένων <lb/>ὀρέξεων κυνωδῶν ἐνίους ὁρῶμεν
                            ἐμπιπλαμένους μὲν ἀθρόως, ﻿<pb n="397"/> ἐμοῦντας δ’ ὀλίγον ὕστερον, ἢ
                            διαῤῥοϊζομένους· οὐ μόνον <lb/>γὰρ ὁρᾶται τοῦτο παρὰ φύσιν ἐχόντων
                            γιγνόμενον, ἀλλὰ καὶ <lb/>ζώοις τισὶν ὑγιαίνουσιν ἀμέμπτως, ὡς τοῖς
                            ὀρνιθίοις, ἃ καλοῦσιν <lb/>ἐν Ἀσίᾳ παρ’ ἡμῖν Σελευκίδας· ἀττελάβους γὰρ
                            ταῦτα <lb/>δι’ ὅλης ἡμέρας ἀπλήστως ἐσθίοντα, διὰ ταχέος αὐτοὺς
                            <lb/>ἐκκρίνει· καὶ ἄλλοις δὲ ζώοις ὑπάρχειν φαίνεται τὸ τοιοῦτον
                            <lb/>σύμπτωμα φυσικόν. ὥσπερ οὖν ἐν τῷ στόματι τῆς γαστρὸς <lb/>ἡ
                            κυνώδης ὄρεξις γιγνομένη, μετὰ τοῦ μὴ φέρειν αὐτὴν τῶν <lb/>καταποθέντων
                            τὸ βάρος, ἀναγκάζει πολλὰ μὲν καὶ λάβρως <lb/>προσφέρεσθαι, ταχέως δὲ
                            ἀποκρίνειν αὐτὰ, κατὰ τὸν αὐτὸν <lb/>τρόπον ἐν τοῖς νεφροῖς ἡ τῆς
                            ὀῤῥώδους ὑγρότητος ὄρεξις, <lb/>ἅμα τῇ τῆς δυνάμεως αὐτῶν ἀτονίᾳ, τό θ’
                            ὑγρὸν ἕλκειν <lb/>ἀθρόως ἀναγκάζει τήν τ’ εἰς κύστιν αὐτῶν ἔκκρισιν
                            αὐτίκα <lb/>ποιεῖσθαι. τί δή ποτ’ οὖν, φησίν τις ἴσως, ἐξαιφνίδιον μὲν
                            <lb/>ἡ εἰς οὖρα διάῤῥοια γίγνεται, λειεντερία δ’ οὐχ οὕτως, ὥσπερ
                            <lb/>οὐδ’ ὄρεξις κυνώδης, ἀλλ’ ἀριθμῷ πλεόνων ἡμερῶν; ἡ γὰρ <lb/>ἀρχὴ
                            τοῦ πάθους διώρισται τῆς αὐξήσεως ἥ τ’ αὔξησις τῆς <lb/>ἀκμῆς. ὅτι
                            ψυχικὸν μὲν ἔργον ἐστὶν ἡ τῆς γαστρὸς ὄρεξις <pb n="398"/> σιτίων τε καὶ
                            ποτῶν, οὐκ ἄνευ τῆς ἡμετέρας αἰσθήσεως γιγνομένη, <lb/>φυσικὸν δὲ καὶ
                            χωρὶς αἰσθήσεως ἡμετέρας τὸ τῶν <lb/>νεφρῶν, ὥστε μηδ’ ὅταν εἰς τὴν
                            ἀκμὴν ἀφίκηται, γίγνεσθαί <lb/>τινα αἴσθησιν αὐτοῦ, καθάπερ τῆς κυνώδους
                            ὀρέξεως. εὔλογον <lb/>οὖν ἐστιν ἄρχεσθαι μὲν αὐτὸ κατὰ βραχὺ, μεῖζόν τε
                            γιγνόμενον <lb/>ἕλκειν μὲν τὸ πρῶτον ἐκ τῶν φλεβῶν τὸν ὀῤῥὸν τοῦ
                            <lb/>αἵματος οὐκ αἰσθανομένων ἡμῶν, ὁπόταν δὲ τοῦτον ἑλκύσῃ <lb/>πάντα,
                            καὶ ξηρὸν ἰκμάδος τοιαύτης ἀποφαίνῃ τὸ κατὰ τὰς <lb/>φλέβας αἷμα, τὰ
                            ξηρανθέντα τῶν ἀγγείων ἕλκειν ἐκ τοῦ ἥπατος <lb/>τὴν ἰκμάδα, κᾄπειτ’
                            ἐκεῖνο τὴν ἐκ τῶν ἐντέρων τε καὶ κοιλίας· <lb/>ἐπειδὰν δὲ ξηρανθῶσιν αἱ
                            κατὰ τὸ στόμα τῆς γαστρὸς <lb/>φλέβες, ὀρέγεσθαι τηνικαῦτα ποτοῦ τὸν
                            ἄνθρωπον, αἰσθανόμενον <lb/>τῆς διαθέσεως· εἶτα προσενεγκαμένου τὸ πότον
                            <lb/>αὐτοῦ, τὰς καθηκούσας εἰς τὴν γαστέρα φλέβας ἐξ ἥπατος,
                            <lb/>αὐχμώσας ἀναρπάζειν εὐθέως αὐτὸ πᾶν, ἐξ ἐκείνων <lb/>τε τὰς ἐφεξῆς,
                            ἄχρις ἂν ἡ μετάληψις ἐπὶ τοὺς νεφροὺς <lb/>ἀφίκηται. δέδεικται γὰρ ἐν
                            τοῖς τῶν φυσικῶν δυνάμεων <lb/>ὑπομνήμασιν οὐ μόνον τὸ πόμα πανταχόσε
                            τοῦ σώματος, <lb/>ἀλλὰ καὶ ἡ τροφὴ τὴν τῆς ὁλκῆς μετάληψιν φέρεσθαι. <pb n="399"/> κατὰ μὲν οὖν τὸ τάχος τῆς διεξόδου παραπλήσιόν ἐστι τὸ
                            πάθος <lb/>τοῦτο τῇ λειεντερίᾳ, καὶ μέν τοι καὶ καθ’ ὅσον ἡ κατὰ
                            <lb/>τοὺς νεφροὺς διάθεσις ἡ αὐτὴ τῇ κατὰ <milestone unit="ed1page" n="312"/>τὴν κοιλίαν ἐστί· <lb/>καθόσον δὲ τὸ πρὸ τῶν νεφρῶν ἔργον
                            ἅπαν τῆς φορᾶς, ἐνεργειῶν <lb/>ἐστι φυσικῶν διαδοχὴ, τῆς ἑλκτικῆς
                            δυνάμεως ἐνεργούσης, <lb/>κατὰ τοσοῦτον διαφέρουσιν ἀλλήλων· καίτοι κᾀν
                            ταύταις <lb/>ἕν τι παραπλήσιόν ἐστιν, ἡ ἐκ τῆς κοίλης φλεβὸς εἰς τοὺς
                            <lb/>νεφροὺς ὁλκὴ, τῇ πρώτῃ καταπόσει τῶν εἰς τὴν γαστέρα φερομένων
                            <lb/>ἐκ τοῦ στόματος, ἀλλ’ αἱ πρὸ ταύτης ἐνέργειαι ταῖς <lb/>εἰς οὖρα
                            διαῤῥοίαις εἰσὶν ἴδιαι. ὅτι δ’ οὐκ ὀρθῶς ἔνιοι τῆς <lb/>γαστρὸς εἶναι
                            νομίζουσι τὸ τοῦ διαβήτου πάθος ὁμοίως ταῖς <lb/>
                            <milestone unit="ed2page" n="513"/>κυνώδεσι ὀρέξεσιν, ἔνεστι μαθεῖν ἐκ
                            τῶν ἐπὶ δίψει σφοδρῷ <lb/>πιμπλαμένων μὲν τὴν γαστέρα, διαμένον δ’
                            ἐχόντων ἐπὶ <lb/>πλεῖστον αὐτῇ τὸ ποθέν. τέτταρα γὰρ ταῦτα συμπτώματα
                            <lb/>διαδέχεται τὴν ἐν τῷ σφοδρῷ δίψει πόσιν· ἓν μὲν καὶ πρῶτον
                            <lb/>ἔμετος· δεύτερον δ’ ἡ διὰ τῆς κάτω γαστρὸς ἔκκρισις ταχεῖα,
                            <lb/>κατὰ τὰς διαῤῥοίας τε καὶ λειεντερίας· ἄλλο δὲ τρίτον ἡ ἐπὶ
                            <lb/>πλεῖστον ἐν τῇ γαστρὶ μονή· καὶ τέταρτον αὐτῶν αὐτὸ δὴ <pb n="400"/> τοῦτο περὶ οὗ νῦν ὁ λόγος ἐστὶν, εἴτε διαβήτην αὐτό τις, εἴτε
                            <lb/>διψακὸν, εἴτε διάῤῥοιαν εἰς οὖρα βούλοιτο καλεῖν. οὐ γὰρ <lb/>ὅπως
                            ὄνομα πρέπον αὐτῷ θώμεθα, ζητοῦμεν, ἀλλ’ ἵν’ εἰς <lb/>τὴν θεραπείαν
                            εὕρωμεν ἀφορμὰς ἔκ τε τοῦ πεπονθότος τόπου <lb/>καὶ τῆς ἐν αὐτῷ
                            διαθέσεως. ἕτερον δ’ ἀκριβῶς ὅμοιον τῷ <lb/>διαβήτῃ τούτῳ γίγνεται
                            πάθος, ἐπὶ σιτίων πλήθει, μήτ’ ἀπεπτουμένων, <lb/>μήθ’ ὑποχωρούντων,
                            μήτε πληθώραν ἐργαζομένων <lb/>μήτ’ εὐτροφίαν, ἀλλὰ δῆλον ὅτι
                            διαφορουμένων ταχέως· <lb/>οὔτε δ’ οὕτω σπάνιόν ἐστιν, ὡς ὁ διψακὸς,
                            οὔθ’ οὕτως ἀνίατον, <lb/>ἐπειδὴ πρὸ τοῦ μέγιστον γενέσθαι γνωριζόμενον
                            οὐ χαλεπῶς <lb/>θεραπεύεται. ὅταν μὲν γὰρ ἄχρι τοῦ διπλασίου τῶν
                            <lb/>εἰθισμένων ἐσθίοντός τινος, ἀτροφῇ τὸ σῶμα χωρὶς διαῤῥοίας,
                            <lb/>παρορᾶται τὸ πάθος οὐ μόνον τοῖς ἰδιώταις, ἀλλὰ καὶ τοῖς
                            <lb/>ἰατροῖς· ὅταν δ’ ἐπὶ τριπλασίοις τοῦτο συμβαίνῃ, βοηθεῖται
                            <lb/>πρὶν ἐπὶ τὸ τετραπλάσιον ἢ πενταπλάσιον ἀφικέσθαι· τοῦτο <lb/>δ’ αὖ
                            πάλιν τὸ πάθος εὔλογον ἀπὸ ταχείας διαφορήσεως ἄρχεσθαι, <lb/>σωζόντων
                            ἁπάντων μορίων τὴν ἑλκτικὴν δύναμιν ἅμα <lb/>τῇ συνεζευγμένῃ μὲν αὐτῇ,
                            καλουμένῃ δ’ ἰδίως ὀρεκτικῇ· <pb n="401"/> τοῦ μέντοι σφοδροῦ δίψους
                            ἄνευ τοῦ διαβήτου ἡ γαστήρ <lb/>ἐστιν αἰτία, πάσχουσα δυσκρασίαν θερμὴν
                            ἢ ξηρὰν, ἢ ἀμφοτέρας <lb/>ἅμα, καὶ μάλιστ’ αὐτῆς τὸ στόμα· δεύτερον δ’
                            <lb/>ἐπὶ τῇ γαστρὶ τὸ ἧπαρ, καὶ μάλιστ’ αὐτοῦ τὰ σιμὰ,
                            <lb/>συνεκπυρουμένων αὐτοῖς δηλονότι τῶν κατὰ μεσεντέριόν τε <lb/>καὶ
                            νῆστιν, αὐτήν τε τὴν γαστέρα, καὶ κατὰ τὸν στόμαχον <lb/>δὲ καὶ
                            πνεύμονα. τοῦ τοιούτου συμπτώματος ἡ οἷον <lb/>ῥίζα γίγνεταί ποτε δι’
                            ἐρυσιπελατώδη διάθεσιν ἐκπυρωθέντων, <lb/>οἷς εἰς τοὐπίπαν ἕπεται
                            μαρασμὸς ἄλλοτ’ ἄλλος, <lb/>ὡς ἐν τῷ περὶ αὐτοῦ λόγῳ δεδήλωται. ταῦτα
                            μὲν οὖν <lb/>τῇ κοινωνίᾳ τῶν συμπτωμάτων ἅμα τοῖς κατὰ νεφροὺς
                            <lb/>εἴρηται πάθεσιν· αὐτῶν δὲ τῶν νεφρῶν ἴδιον πάθος ἐστὶν <lb/>ὁ
                            διαβήτης, ἀνάλογον τῇ κατὰ τὸ στόμα τῆς κοιλίας <lb/>ὀρέξει κυνώδει, σὺν
                            ἀτονίᾳ τῆς καθεκτικῆς δυνάμεως· ἐάν <lb/>τε γὰρ ἄνευ σφοδρᾶς ὀρέξεως
                            γίγνεσθαι φῶμεν αὐτὸ, τὴν <lb/>ἀρχὴν οὐδ’ ἀφίξεταί ποτ’ εἰς τοὺς νεφροὺς
                            ἀξιόλογον οὖρον· <lb/>ἐὰν δὲ χωρὶς ἀτονίας τῆς καθεκτικῆς δυνάμεως, οὐκ
                            <lb/>ἀκολουθήσει τὸ τάχος τῆς οὐρήσεως. </p></div></div></div></body></text></TEI>